Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020
Some Sunny Day
Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020
Ανήμερα του Σωτήρα
![]() |
| Φωτογραφία από το λιμάνι των Καρδαμύλων |
Ξεκίνησαν από την Κεραμωτή για να φθάσουν στα Καρδάμυλα της Χίου με το καίκι τους φορτωμένο καρπούζια στο αμπάρι και στη κουβέρτα πεπόνια. Η Κεραμωτή είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό κοντά στο Νέστο. Με την ταχύτητα του καικιού είχαν υπολογίσει πως θα κάνανε λίγο λιγότερο από δυι μέρες να φθάσουν στα Καρδάμυλα. Ο καπετάνιος και μαζί του ένα 15χρονο παιδί που έγραφε τις πρώτες του υπηρεσίες στο ναυτικό του φυλλάδιο , ήταν το μόνο πλήρωμα του καικιού.
Άφησαν πίσω τους τη Θάσο, τη Λήμνο, το Σίγρι. Το καίκι έσκιζε μια θάλασσα γυαλί. Ο πιτσιρικάς καθόταν στη κουπαστή να βοηθάει τον καπετάνιο που κρατούσε το τιμόνι. Ξημερώματα έφθασαν στον Άγιο Ανδρέα, λίγο έξω από τα Καρδάμυλα άκουσαν αμυδρά μια μελωδική μουσική να έρχεται από κάπου μα δεν μπορούσαν να διακρίνουν από που. Μπαίνοντας στο λιμάνι η μουσική δυνάμωσε, ήταν ανήμερα του Σωτήρα και το πανηγύρι δεν είχε σχολάσει ακόμα. Κλαρίνα έπαιζαν, κόσμος χόρευε. ''Φεγγάρι μάγια μου κανες''. Φουντάρανε και πήγανε να κοιμηθούν. Σε λίγες ώρες που θα ξύπναγαν θα πήγαιναν να ξεφορτώσουν το φορτίο και να φτιάξουν καλύτερα το καίκι.
Στο σπίτι τον περίμενε η μάνα και ο πατέρας του. Σπάνιο , πολύ σπάνιο που ήταν και ο πατέρας του εκεί.15 χρονών ήταν και εως τώρα ζήτημα αν ειχε δει τον πα΄τέρα τοθ όλο όλο μαζί τρια χρόνια. Πρώτος μηχανικός ο πατέρας του και κάθε μπάρκο του το λιγότερο τρια χρόνια.Μονο σοβαροί λόγοι υγείας μπορούσαν να σε οδηγήσουν σε πιο γρήγορο ξεμπαρκάρισμα.
-Ξύπνησες γιέ μου ; Έλα να δεις ! Όλο το λιμάνι μοιρίζει το άρωμα του φορτίου σας.
Πράγματι εκείνη την ημέρα η θάλασσα είχε αποκτήσει ένα μοναδικό άρωμα πεπονιού. Ο 15χρονος κρατήθηκε από τη κουπαστή της βεράντας περήφανος. Για όλα περήφανος. Ήταν τότε η ζωή διαφορετική, η στιγμή κράταγε πιο πολύ και η θάλασσα ανήμερα του Σωτήρα μύριζε πεπόνι.
Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020
Τη νύχτα που τρεμόσβηνε το λ
Σκέφτομαι πως ίσως λέξη κλειδί για τα διηγήματα του λ είναι η λέξη χρόνος. Τώρα γιατί με απασχόλησε τόσο ο χρόνος, τη δεδομένη στιγμή της ζωής μου , είναι ένα καλό ερώτημα. Ίσως η απάντηση είναι η ίδια μ' αυτό που μονολόγησα όταν είδα πριν λίγα χρόνια την ταινία του Haneke , Αmour. Που δείχνει την στοργική φροντίδα ενός ηλικιωμένου συζύγου που βοηθάει την γυναίκα του που υποφέρει , να πεθάνει. Είναι μια υπέροχη ταινία σκέφθηκα αλλά ευτυχώς την είδα πριν γίνω ογδόντα.
Σκέφτομαι πως θα πρέπει να υπάρχουν μάλλον δυο χρόνοι. Τουλάχιστον αυτό συνειδητοποίησα τα τελευταία χρόνια , που απομακρύνθηκα από την παντοδυναμία της νιότης. Είναι ένας χρόνος που τρέχει εκεί έξω μανιασμένος για να προλάβει υποχρεώσεις και ευθύνες. Κι ένας άλλος χρόνος που τρέχει μέσα μας.Ο χρόνος έξω είναι μετρήσιμο μέγεθος. Έχει ηλικίες, έχει διορίες, δόσεις, προκαταλαβολές, λήξεις. Ο χρόνος μέσα μας από την άλλη δεν είναι μετρίσιμο είδος, δεν γνωρίζει ηλικία, φυλή, κοινωνική τάξη, χρώμα. Γνωρίζει μόνο βιώματα, συναισθήματα, εννίοτε ξεχασμένα, απωθημένα , καλά κρυμμένα στο βαθύτερο κομμάτι του ασυνειδήτου μας. Αφού ο άνθρωπος επιλέγει επίμονα να ξεχνά αυτά που τον πονούν. Ο χρόνος μέσα μας είναι χαοτικός, δεν έχει αρχή , μέση και τέλος διατηρεί όλη την ενέργεια των βιωμάτων μας. Βλέπεις τα συναισθήματα είναι ενέργεια και όπως πολύ καλά γνμωρίζουμε από την Φυσική επιστήμη , η ενέργεια δεν χάνεται, μόνο μορφή αλλάζει.
Οι δυο αυτοί χρόνοι πολύ συχνά συγκρούονται. Τρέχεις να προλάβεις , να φθάσεις να πληρώσεις στη τράπεζα τη δόση σου και μόλις ακούσεις το μεντεσέ της πόρτας που θέλει λάδωμα , σταματάς για δευτερόλεπτα γιατί κάτι σου θύμησε. Μπαίνεις σε ένα πάρτυ (τότε που ακόμα γίνονταν πάρτυ) και μέσα στο χαμό εσύ κολλάς στα μάτια ενός εκεί πίσω που στέκεται μόνος του και δεν μιλάει σε κανένα. Κάτι άγνωστο, ακαθόριστο σε έλκει. Θυμώνεις με τον διπλανό σου οδηγό που δεν ακολουθεί τους κανόνες, αλλά δεν θυμώνεις μόνο, οργίζεσαι , θέλεις να κατέβεις να τον πιάσεις στα χέρια. Οι συγκρούσεις αυτών των δυο χρόνων φέρνουν τριγμούς, λυγμούς, νευρώσεις. Οι συγκρούσεις αυτές μας τρομοκρατούν τις πιο πολλές φορές αφού αγνοούμε που μας οδηγούν. Μερική απώλεια του παρόντος αλλά και του παρελθόντος. Εμείς αγνοώντας τι στο καλό συμβαίνει μέσα στο ασυνείδητο μας, προσπαθούμε να βάλουμε τα συναισθήματα μας μέσα στο μαντρί. Κάποιες φορές αυτά ξεφεύγουν και είναι τότε δύσκολα τα πράγματα. Αν μόνο ξέραμε τι στο καλό συμβαίνει με μας, γιατί επιλέγουμε ό,τι επιλέγουμε, γιατί δεν επιλέγουμε ό,τι δεν επιλέγουμε, γιατί αυτόν τον άνθρωπο και όχι έναν άλλο, γιατί αφού αυτή η απόφαση ,η στάση, το μοτίβο, η επιλογή δεν μας πάει πουθενά γιατί εμείς συνεχίζουμε να την επιλέγουμε.
Πόση μοίρα τελικά έχει ο άνθρωπος μέσα του , πόσο τον καθορίζει το πεπρωμένο του αν μπορεί να γνωρίζει τους μηχανισμούς του. Πολύ λιγότερο σίγουρα από όσο το σχολείο μας άφησε να πιστεύουμε, μην επιτρέποντας μας να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας.
Στους ήρωες του λ , αυτό που τρεμοσβήνει δεν είναι το γράμμα αλλά η ελπίδα. Αφού είχαν οι περισσότεροι χάσει, ξεχάσει ή ποτέ δεν είχαν βρει τον τρόπο να ζήσουν μια ζωή χωρίς πικρίες.
Για ένα βιβλίο που με αφήνει να ευγνωμονώ την ζωή , με τις ομορφιές και τις εκπλήξεις που μας φέρνει, θέλω να σας ευχαριστήσω.
Φωτογραφία Άγης Π
το λ στην Αμοργό
Σάββατο 2 Μαΐου 2020
Σκυλίσια καρδιά
Στον Spike, τον καλύτερο μου φίλο
Κυριακή 26 Απριλίου 2020
Αυτές είναι οι λέξεις
Τέλος τη ρώτησαν αν μπόρεσε μετά απ΄αυτό να συνεχίσει από εκεί που είχε σταματήσει.
Δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Θα προσπαθούσε να μιλήσει για τα γεγονότα χωρίς να απαντήσει σε ερωτήσεις. Οι λέξεις είναι νερό. Ταξιδεύουν μαζί με το αίμα. Διαπερνούν όλα τα ζωτικά όργανα και καταλήγουν στο στόμα. Αυτές είναι οι λέξεις. Όλα τ΄άλλα είναι σκέψεις.
Δεν θυμάται πώς βρέθηκε σ' αυτή τη θέση. Όλα άρχισαν ξαφνικά. Θυμόταν πως λίγες μέρες πριν πίνανε μπύρες με τον Σαράντη στο Cusco. Καθόντουσαν έξω γιατί είχε καλό καιρό και μιλούσαν για βιβλία. Ένα απόγευμα γύρισε από τη δουλειά και κλείστηκε στο σπίτι. Η μηχανή έπιασε σκόνη. Ξεκίνησε μια καινούργια κατάσταση για λόγους υγείας είπαν. Τα δελτία έπαιζαν αριθμούς νεκρών σε όλο το κόσμο. Οι άνθρωποι έβγαιναν το βράδυ στα μπαλκόνια για να χειροκροτήσουν τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό. Το κεφάλι της γέμιζε με απορίες. Στα αυτιά της σφύριζαν θεωρίες. Έπρεπε να μένει μέσα αν ήθελε να συνεχίσει να υπάρχει. Να δουλεύει είπαν από το σπίτι, να κρατάει δυο μέτρα απόσταση και να πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ για τα απαραίτητα. Προσαρμόσθηκε.
Με το γέλιο δυσκολεύθηκε. Δεν της έβγαινε να γελάσει. Οι άλλοι όσοι ζουν με άλλους, άραγε γελάνε, αναρρωτιόταν; Δεν φταίει η συνθήκη. Η καταδίκη της εκδοχής της φταίει, που ήταν μόνη σ΄αυτή την ιστορία. Έψαξε παλιές φωτογραφίες. Βρήκε αυτές που γελούσε. Στο παρελθόν γελούσε. Στο παρόν δεν μπορούσε να γελάσει. Το ψωμί όμως ήταν γλυκό. Η γλυσίνα είχε ανθίσει. Τα απογεύματα έπινε καφέ και μύριζε την διακριτική της μυρωδιά. Στο δρόμο που περνούσε κάτω από το σπίτι της επικρατούσε τώρα ησυχία. Στο κεφάλι της επικρατούσε ησυχία. Ήταν μια επιβεβλημένη αργία. Ο χρόνος άρχισε να κινείται σε πιο αργό ρυθμό. Δεν είχε καμιά σημασία να αγχωθεί αφού έτσι κι αλλιώς η πρόσθεση δεν έβγαινε, τα χρήματα δεν έφθαναν, η λογική στέρευε, λύσεις δεν υπήρχαν ούτε καν για τους δυνατούς λύτες. Μόνο η ζωή και η αξία της έμενε.
Της έλειπαν οι φίλοι της. Της έλειπε εκείνη η στιγμή που θα βούταγε στη θάλασσα. Πρώτο μπάνιο στη θάλασσα μετά από το βαρύ χειμώνα. Το αλάτι στο μπράτσο της και η παγωμένη μπύρα. Να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Να την κουβαλάει στους ώμους του σε όλη την συναυλία. Το φιλί του. Να κάνει ισορροπία στην άκρη του μώλου και να την παρακαλάει να γυρίσει. Η προσδοκία εκείνης της άλλης εκδοχής της που δεν είχε προλάβει ακόμα ν' ανθίσει.
Έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ. Bill Evans Peace Piece. Ήξερε πως δεν ήθελε να γυρίσει στην παλιά συνθήκη. Ούτε η καινούργια κατάσταση της έκανε. Κάτι άλλο, διαφορετικό. Κάτι που να κρατάει το δρόμο σε ησυχία, που από τα ανοικτά παράθυρα να ακούγονται μουσικές. Οι άνθρωποι να μην πεθαίνουν. Οι άνθρωποι να προλαβαίνουν να ακούνε μουσική. Να ξεκαρδίζονται στα γέλια, να ισορροπούν. Οι ντομάτες να μυρίζουν ντομάτες, τα παιδιά να είναι ελεύθερα, να παίζουν στις γειτονιές. Η βάρκα του έρωτα εσαεί να ταξιδεύει. Κι εμείς εκτάκτως μαζί της.
Παρασκευή 17 Απριλίου 2020
Μυρωδιά γιασεμιού
Στον κόσμο μας ανέτειλε η μέρα που διέκρινε με όρια ευδιάκριτα και συγκεκριμένα το έξω από το μέσα. Μείναμε μέσα. Μείναμε μέσα σε μια βραδυφλεγή σιωπή που μέσα στην αξιοπρέπεια της κουβαλούσε τόνους δυναμίτη. Διατηρήσαμε την προσδοκία να βγούμε και πάλι έξω. Αναζητήσαμε τις παλιές συνταγές των μανάδων, των γιαγιάδων και των δημοφιλών μαγείρων, τα αρώματα των μπαχαρικών, τις γυμναστικές αναπνοές, τις συναυλίες, τις όπερες και τα βραδινά χειροκροτήματα. Μιλήσαμε, δουλέψαμε και σεβαστήκαμε αλλήλους εξ αποστάσεως.
Σάββατο 4 Απριλίου 2020
Μαζί
Τόπος : Wuhan
Σκηνοθέτης : Η ζωή η ίδια
Πρωταγωνιστές : Ένας 87χρονος ασθενής, ο γιατρός και ο νεαρός εθελοντής νοσοκόμος που σπρώχνει το κρεβάτι φορείο.
Χρόνος : Η στιγμή που ο ασθενής ανεβαίνει στο δωμάτιο του νοσοκομείου μετά απο είκοσι μέρες παραμονή στην εντατική.
Πράξη : Τρεις άνθρωποι λούζονται ταυτόχρονα στο λαμπερό φως του ήλιου που εκείνη τη στιγμή δύει. Ο ασθενής δείχνει τον ήλιο.
Αυτή η φωτογραφία καρφώθηκε στο μυαλό μου. Είναι η εικόνα της ανθρωπιάς που κοιτά με τα μεγάλα, επίμονα μάτια της και μας ζητά να κάνουμε, να βλέπουμε, να σκεφτόμαστε, να ακούμε, να φερόμαστε, ο καθένας σαν αν είμαστε όλοι. Μαζί.
Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2020
Καριόλα
Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020
Ανοίγεις τα μάτια και είσαι
Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020
Μετρούσε
Ζωγραφική Βασίλης Σελιμάς
Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020
Μια άγνωστη χώρα
Μέσα από τα μαύρα ρούχα, τα ρυτιδιασμένα, άνυδρα πρόσωπα, μέσα από το απλωμένο χέρι της μιας προς την άλλη εμφανίζεται μια άγνωστη χώρα. Μια ανθρώπινη χώρα, που ο πόνος ενώνει και δεν διχάζει τους ανθρώπους. Μια χώρα που οι φασίστες τιμωρούνται και ως δράστες και ως ηθικοί αυτουργοί. Μια εικόνα, ένα εκατομμύριο λέξεις. Μια άγνωστη χώρα.
Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2019
Χριστούγεννα
Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019
Η σκιούλα
Φωτογραφία Λουκάς Βασιλικός















