Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μαρία

 


                    Για την μητέρα της είχε πει πολλές φορές πως μαγειρεύει καταπληκτικά. Τα φαγητά της είχαν σχεδόν υπερφυσικές δυνάμεις συνήθιζε να λέει. Όμως όταν έφθανε η σειρά για το μοσχαράκι στιφάδο ακόμα και αυτός ο χαρακτηρισμός ήταν λίγος. Η μητέρα της, ογδόντα ετών σήμερα, χωρίς κανένα κινητικό πρόβλημα, λεπτούλα με μια μικρή ανεπαίσθητη κλίση της πλάτης της προς τα μπροστά όταν περπατάει. Μητέρα δυο παιδιών και γιαγιά τριών εγγονιών που είχαν ήδη μπει στο Πανεπιστήμιο. Ο Λουκάς ο πρώτος κόντευε να τελειώσει την σχολή Πληροφορικής στην Πάτρα και ακόμα της ζητούσε γεμιστά με ρύζι και κιμά όταν γυρνούσε στην Αθήνα. Ο Μιχάλης και η Ζωή τα δίδυμα την είχαν πάντα αποκούμπι.'Όταν κανείς δεν θα καταλάβαινε η γιαγιά  τους θα ήταν πάντα εκεί για να τους καταλάβει.  Τι να κάνουμε έλεγε '' παιδιά είναι, αν δεν τα κάνουν τώρα πότε θα τα κάνουν;'' Η κατανόηση της βέβαια στις ανάγκες των εγγονών της ακολουθούσε και αργότερα όταν αυτά έγιναν έφηβοι και μετά μετεφηβοι και νεαροί ενήλικες. 

                 Δεν είχε βάψει ποτέ τα μαλλιά της. Μόνο που της άρεσε να τα κρατάει κομμένα σ' ένα περιποιημένο καρεδάκι. Πράγμα κι αυτό νεωτεριστικό για την ηλικία της αφού οι  οι πιο πολλές συνομίληκες έχουν τα μαλλιά τους κομμένα  κοντά σχεδόν να γλύφουν την ρίζα του αυχένα. Λες και αν αφήσεις σε αυτή την ηλικία τα μαλλιά μακριά θα χάσεις την δύναμη σου. Λες και τα μακριά μαλλιά είναι μόνο για τους νέους. Το καρεδάκι όμως δεν το άφησε ποτέ. Ενθύμιο από τα χρόνια που κάθε μέρα πίσω από το γκισέ του ταμείου της τράπεζας ενημέρωνε τα βιβλιαράκια των τραπεζικών λογαριασμών και έλεγε τα υπόλοιπα. Βλέπεις τότε ούτε κάρτες, ούτε μηχανήματα ανάληψης χρημάτων υπήρχαν για να σηκώνεις χρήματα ή για να βλέπεις το υπόλοιπο του λογαριασμού. Αν ήθελες να δεις αν μπήκε η σύνταξη ή αν σου έστειλαν το ενοίκιο ή για να  πληρώσεις τα δωμάτια που έκλεισες για το καλοκαίρι έπρεπε να πας στο ταμείο να εξυπηρετηθείς.  Με το περιποιημένο καρεδάκι της, καστανό τότε, γυαλιστερό και ολόισιο, το κεράσι της κραγιόν και το φωτεινό της πρόσωπο καθόταν πάντα χαμογελαστή και ευγενικά εξυπηρετούσε τους πελάτες του υπαοκαταστήματος.  Εικοσιδύο χρονών ξεκίνησε. 63 βγήκε στην σύνταξη. Σαρανταδύο αδιάκοπα χρόνια πίσω από το γκισέ. Την τελευταία ημέρα θυμάται πως είχε καθαρίσει πολύ καλά το γραφείο της. Φόρεσε την καμπαρντίνα της, χαιρέτησε δια χειραψίας τους συναδέλφους της και κρατώντας το πλαστικό γλαστράκι με το πλεκτό ηλιοτρόπιο που της στόλιζε το γραφείο σαρανταδύο χρόνια, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το υποκατάστημα με ψηλά το κεφάλι. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και εκείνη πέρασε από το κατάστημα της el greco να αγοράσει παιχνίδια στα παιδιά.   

                    Τον Μιχάλη τον άντρα της στην τράπεζα τον γνώρισε.  Το λογαριασμό της ΔΕΗ και το ενοίκιο του να πληρώσει της ζητούσε και της χαμογελούσε. Ιδέα μου έλεγε εκείνη θα είναι πως μου χαμογελάει. Όμως μια μέρα στο πάρε και δώσε το βιβλιαράκι, μπλέξαν τα χέρια τους και ο Μιχάλης της είπε '' έχεις τα πιο όμορφα μάτια που έχω δει''. Η καρδιά της κόντεψε να σπάσει από το καρδιοχτύπι και του χαμογέλασε. Αυτό ήταν! Από τότε δεν χώρισαν ποτέ. Δυό παιδιά και τρία εγγόνια. Ένα σπίτι και σπουδές των παιδιών και γάμοι και Κυριακάτικα τραπέζια και λουλούδια στην βεράντα και στην πέργκολα μια γλυσίνα να κάνει την Κυψέλη να μοιάζει με Τοσκάνη. Στην βορινή βεράντα μια γαρδένια πάντα σε τενεκέ και στην πιατέλα με τα λεμονάκια ένα κέικ σοκολάτας ανελλειπώς. Όταν η Λύδια τους, ήθελε να κάνει μεταπτυχιακό  στην Ιταλία τα βρήκαν λίγο σκούρα αλλά δεν το έβαλαν κάτω. Το κατάφεραν κι αυτό. Ο Μιχάλης έπιασε δεύτερη δουλειά και εκείνη μείωνε όσο μπορούσε τα έξοδα τους. 

                    Άσχημη κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει ποτέ με τον Μιχάλη. Όταν πριν πέντε χρόνια τον έχασε μέσα στον ύπνο του σε ένα θάνατο ειρηνικό έκλαψε πολύ. Η εγγονούλα της η Ζωή της είπε τότε '' γιαγιά θέλεις να βάψουμε στα μαλλιά μας μια μενεξεδιά λωρίδα για τον παππού;'' Ναι της απάντησε αβίαστα. Πήγαν την άλλη ημέρα οι δυο τους στο κομμωτήριο. Το καρεδάκι απέκτησε μια μενεξεδιά φράτζα σαν παράσημο πένθους και σαν καντηλάκι που φώναζε ''Μιχάλη ζεις πάντα στην καρδιά μου. Μα μου λείπεις''. 

                Άρχισε να ξεχνάει. Πρώτα ημερομηνίες μετά λίγο τα πρόσωπα. Μπέρδευε τις σκέψεις της και αυτά που είχε πει. δεν θυμόταν αν πλήρωσε ή όχι τους λογαριασμούς. Άνοιγε το ψυγείο για να δει αν είχε πάει στο σούπερ μάρκετ και κοιτούσε επίμονα το ημερολόγιο για να θυμηθεί γενέθλια και επέτείους. Η Λύδια της, την πήρε στο σπίτι της να μείνει στο δωμάτιο του Μιχάλη που έλειπε στη Πάτρα. Στην αρχή έφερε κάποιες αντιρρήσεις, όταν όμως μια μέρα βγήκε στην γειτονιά και δεν θυμόταν να γυρίσει στο σπίτι της, τρόμαξε και το δέχθηκε λυπημένα. 

                Ήταν Δευτέρα όταν ήρθε στο γραφείο. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Η Λύδια μου είχε πει πως ήθελε να μου γνωρίσει την μητέρα της. Έφθασαν στις έξι ακριβώς όπως είχαμε πει. Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα. Οι Αθηναίοι είχαν αρχίσει να φεύγουν διακοπές. Ήταν και πολλοί όμως που έμεναν στην πόλη και δεν θα πήγαιναν διακοπές. Κανείς δεν γνωρίζει τι συμβαίνει πίσω από κάθε πόρτα,

Μπήκαν μέσα και η Λύδια  μου την σύστησε. 

''Έφερα τη γιαγιά'' μου είπε. 

Την κοίταξα και είδα το αψεγάδιαστο άσπρο καρέ με την μενεξεδιά φράντζα. Τα φωτεινά μάτια και το ευγενικό πρόσωπο.  Στεκόταν σιωπηλή και αμήχανη στη μέση του δωματίου. Της έτεινα το χέρι μου να την χαιρετήσω.

''Πως σε λένε την ρώτησα; ''

Γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα απλανές  και μετά από λίγη ώρα απάντησε '' Μαρία''. Είδα τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. Μικρές διαφανείς σταγόνες να βρέχουν την ευγένεια της. 

-  Μαρία γιατί κλαις; την ρώτησα σιγανά.

- Γιατί πάνε πολλά χρόνια που έχουν να με φωνάξουν με το όνομα του. Είμαι πάντα η γιαγιά και η μαμά. 

- Πάνε χρόνια πολλά να με φωνάξουν Μαρία. Μα μου λείπει πολύ.



Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Την άφησε στο διαβάστηκε.

 




            Πήρε απόφαση να του πει πως έχει καιρό να τη ρωτήσει αν ήθελε να πάνε κάποια βόλτα στον κήπο. Να καθήσουν στο παγκάκι κάτω από την ψηλή βελανιδιά να ταΐζουν τα περιστεράκια. Να είναι Κυριακή, να έχει λιακάδα, να γελάνε. Παιδιά με μπαλόνια στα χέρια να περνούν μπροστά τους και σκυλάκια στο λουρί να κουνούν την ουρά τους. Μετά να φύγουν, να πάνε με τα πόδια στο Μοναστηράκι για να χαζέψουν βινύλια, παλιά βιβλία και περιοδικά. Να αγοράσουν μικροπραγματάκια από τους πλανόδιους και να καθίσουν για ένα μεζέ στον Κυρ Λευτέρη απέναντι από τον ηλεκτρικό. Να γυρίσουν αργά το απόγευμα στο σπίτι. 

         Να του πει πως είχαν πολύ καιρό που είχαν σχεδιάσει μια ημέρα να μαγειρέψουν μαζί κι αυτό ξεχάστηκε. Πως όταν κάποτε μαγείρευαν μαζί ήταν ωραία, οι κατσαρόλες χαμογελούσαν και τα πλακάκια της κουζίνας έπαιζαν τζαζ. Θυμάται πως μόνο απόγευμα μετά από την δουλειά μπορούσαν να μαγειρέψουν. Το πρωί φεύγαν για τις δουλειές πολύ νωρίς. Όποιος έφθανε νωρίτερα ξεκινούσε, και ο άλλος τον έβρισκε στα μισά και συνέχιζαν μαζί. Δεν τους πείραζε όμως. Κι ας ήταν νηστικοί από το πρωί. Το φαγητό που έτρωγαν ήταν ζεστό και μοσχομυριστό. Καθόντουσαν αντικρυστά στο τραπέζι της κουζίνας, έτρωγαν και μιλούσαν για όλα αυτά που είχαν συμβεί στην μέρα τους.  Ήταν τότε που στο βάζο της κουζίνας υπήρχαν ανεμώνες το Χειμώνα και ζουμπούλια την Άνοιξη. Ήταν τότε που στη πόρτα του ψυγείου αφήνανε μικρά σημειώματα με μεγάλες υπενθυμίσεις. Φρέσκα κρεμμυδάκια και φράουλες. Εισιτήρια για την συναυλία του Cave. Τηλέφωνο Γιώργου Κιθαρίστα. Τηλεφωνο Ματίνα δωμάτια στη Λέρο. 

        Να του πει πως μια φορά θυμάται της ζήτησε να του ξυρίσει το μούσι γιατί δεν προλάβαινε να πάει στον κουρέα. Είχε επιστρατέψει όλη την μαεστρία της. Είχε δέσει τα μαλλιά της σε αλογοουρά μην τύχει και την ενοχλούν και κάνει κανένα λάθος. Θυμάται πως εκείνος είχε καθήσει αναπαυτικά στη μαύρη καρέκλα του σκηνοθέτη και απολάμβανε την φροντίδα του ιδιωτικού κουρέα του, ενώ εκείνη άλοιβε με τρυφερότητα στα γένια του την κρέμα ξυρίσματος. Ήταν και μια άλλη φορά που εκείνος της είχε βάψει τα νύχια των ποδιών της με εκείνο το χρώμα που πάντα κορόιδευε. Γιατί το λένε σάπιο μήλο; Είναι ωραίο ένα χρώμα να το λένε σάπιο; Έτσι την ρώταγε και γελούσαν. Είχε ακουμπήσει το πόδι της στο τραπεζάκι του καθιστικού και αυτός είχε γονατίσει μπροστά της να της βάψει τα νύχια των ποδιών. Ήταν καλοκαιρινό απόγευμα. Ο ήλιος έδυε σιγά σιγά πίσω από τις πολυκατοικίες και το δωμάτιο γέμιζε όλα τα χρώματα του δειλινού. Η απόχρωση του σάπιου μήλου μπλεκόταν με όλα τα κοραλιά του ουρανού και οι κουρτίνες μπροτά στην ανοικτή μπαλκονόπορτα χόρευαν μπλουζ. 

            Να του πει πως όλα αυτά χάθηκαν σιγά σιγά, σταλίτσα σταλίτσα, χωρίς να καταλάβει. Να τον ρωτήσει πως έγινε όλη αυτή η διαρροή χρόνου, χώρου; Γιατί οι κουρτίνες της ανοικτής μπαλκονόπορτας δεν χορεύουν πια μπλουζ; Γιατί τα πλακάκια της κουζίνας παραμένουν σιωπηλά και οι κατσαρόλες ακούνητες μέσα στο συρτάρι; Γιατί δεν αφήνουν πια στην πόρτα του ψυγείου μικρά σημειώματα με μεγάλες υπενθυμίσεις; Γιατί τρώνε ο καθένας μόνος; Γιατί δεν μίλησαν για όλα αυτά ποτέ, ενώ κάθε μέρα μιλούν για τόσα άσχετα, ανούσια και άπνοα; Γιατί οι ημερομηνίες έπαψαν να χαμογελούν;

 Θα χαμογελάσουν άραγε ξανά ποτέ;

Την άφησε στο διαβάστηκε. 

            

Ζωγραφική http://www.nathanaelleherbelin.com/