Σάββατο, 2 Μαΐου 2020

Σκυλίσια καρδιά

      




  
      Ζουν μια σύντομη ζωή, το πολύ καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Αφοσιώνονται. Γεμίζουν θλίψη όταν φεύγουμε. Περιμένουν από το πρώτο λεπτό να επιστρέψουμε πάλι. 
        Μας ακούνε προσηλωμένα να μιλάμε στην ακαταλαβίστικη ανθρώπινη λαλιά μας. Είναι εκεί, δίπλα μας όσο εμείς είμαστε εκεί, όσο στεκόμαστε, πίνουμε, μιλάμε, γελάμε. Γεμίζουν κενά του χρόνου, της εποχής, της ηλικίας. Κοιτούν ήρεμα, αθόρυβα, αφοσιωμένα με τα μεγάλα, υγρά μάτια τους. 
    Χαίρονται τις χαρές μας. Λυπούνται τις λύπες μας. Μοιράζονται τις σιωπές μας. Ανεβοκατεβάζουν το υγρό βλέμμα τους, ψάχνοντας το μπιπ-μπιπ του ραδιοφώνου, του υπολογιστή, της τηλεόρασης, σαν την πιο ακριβή μετάφραση του τακ-τακ της δικής μας καρδιάς.  Σβήνουν τη βαριά κουβέντα, τη φωνή στα μεγάλα βάθη και πλάτη της σκυλίσιας καρδιάς. Συγκρατούν τους πόνους να μη μετατραπούν σε μίσος. Θα μπορούσαν, έχουν τη δύναμη. Δεν το επιλέγουν. Μας θέλουν κοντά τους όταν αρρωστήσουν. Ακόμα κι αν ηττηθούν από την αρρώστια, τους αρκεί να είμαστε δίπλα τους. Πεθαίνουν στα χέρια μας. 
     Ζουν ανάμεσα μας δίνοντας μας τη μοναδικά απλή ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.  
Παρ' όλα αυτά υπάρχουν άνθρωποι ασυγκίνητοι.

Στον Spike, τον καλύτερο μου φίλο

Κυριακή, 26 Απριλίου 2020

Αυτές είναι οι λέξεις




           Τότε δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα ερχόταν ο καιρός που θα είχε μεγάλη αξία  ν΄απαντήσει. Πως θα κρέμονταν από τα χείλη της και θα βρισκόταν στο επίκεντρο των ερωτήσεων. Αυτό πια της ήταν αδιανόητο, απίστευτο. Πως θα τη ρωτούσαν το πώς ήταν και πώς ένιωθε όλη αυτή την εποχή. Μια μικρή σταγόνα ήταν αυτή η εποχή. Δείγμα χρόνου ήταν. Τι είναι κάποιοι μήνες μπροστά στο χείμμαρο της ζωής; Αμεληταίος χρόνος. Μια ασήμαντη διαρροή χρόνου. 
         Ήρθαν όμως τα πράγματα έτσι που τη ρώτησαν. Πώς έμοιαζε η μέρα τότε; Πώς μύριζε ο χρόνος; Τι της έλειψε περισσότερο και τι ήθελε απεγνωσμένα να συμβεί αλλά αργούσε. Αν η διάκριση μεταξύ πρωινού, μεσημεριού και νύχτας ήταν ευδιάκριτη κι αν εκείνη ήταν εκεί, αληθινή και όπως ήξερε να είναι. Αν υπήρχε πριν κι αν θυμόταν πως λίγο νωρίτερα απ΄όλα αυτά είχε υπάρξει. Αυτά μεταξύ άλλων τη ρώτησαν οι ειδικοί της επιστήμης εκείνης, που μελετά τις αναμνήσεις και μετρά τις νοσταλγίες. Τη ρώτησαν τι γεύση είχε το φαγητό. Αν  εξακολουθούσε ν΄ασφαλίζει τα παντζούρια τη νύχτα. Πώς ξεκίνησαν όλα; Πώς κύλησαν τα γεγονότα; Αν θυμόταν τις  καταστάσεις στις οποίες είχε περιέλθει.
Τέλος τη ρώτησαν αν μπόρεσε μετά απ΄αυτό να συνεχίσει από εκεί που είχε σταματήσει.
        Δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Θα προσπαθούσε να μιλήσει για τα γεγονότα χωρίς να απαντήσει σε ερωτήσεις. Οι λέξεις είναι νερό. Ταξιδεύουν μαζί με το αίμα. Διαπερνούν όλα τα ζωτικά όργανα και καταλήγουν στο στόμα. Αυτές είναι οι λέξεις. Όλα τ΄άλλα είναι σκέψεις.
       Δεν θυμάται πώς βρέθηκε σ' αυτή τη θέση. Όλα άρχισαν ξαφνικά. Θυμόταν πως λίγες μέρες πριν πίνανε μπύρες με τον Σαράντη στο Cusco. Καθόντουσαν έξω γιατί είχε καλό καιρό και μιλούσαν για βιβλία. Ένα απόγευμα γύρισε από τη δουλειά και κλείστηκε στο σπίτι. Η μηχανή έπιασε σκόνη. Ξεκίνησε μια καινούργια κατάσταση για λόγους υγείας είπαν. Τα δελτία έπαιζαν αριθμούς νεκρών σε όλο το κόσμο. Οι άνθρωποι έβγαιναν το βράδυ στα μπαλκόνια για να χειροκροτήσουν τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό. Το κεφάλι της γέμιζε με απορίες. Στα αυτιά της σφύριζαν θεωρίες. Έπρεπε να μένει μέσα αν ήθελε να συνεχίσει να υπάρχει. Να δουλεύει είπαν από το σπίτι, να κρατάει δυο μέτρα απόσταση και να πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ για τα απαραίτητα. Προσαρμόσθηκε.
       Με το γέλιο δυσκολεύθηκε. Δεν της έβγαινε να γελάσει. Οι άλλοι όσοι ζουν με άλλους, άραγε γελάνε, αναρρωτιόταν; Δεν φταίει η συνθήκη. Η καταδίκη της εκδοχής της φταίει, που ήταν μόνη σ΄αυτή την ιστορία. Έψαξε παλιές φωτογραφίες. Βρήκε αυτές που γελούσε. Στο παρελθόν γελούσε. Στο παρόν δεν μπορούσε να γελάσει. Το ψωμί όμως ήταν γλυκό. Η γλυσίνα είχε ανθίσει. Τα απογεύματα έπινε καφέ και μύριζε την διακριτική της μυρωδιά. Στο δρόμο που περνούσε κάτω από το σπίτι της επικρατούσε τώρα ησυχία. Στο κεφάλι της επικρατούσε ησυχία. Ήταν μια επιβεβλημένη αργία. Ο χρόνος άρχισε να κινείται σε πιο αργό ρυθμό. Δεν είχε καμιά σημασία να αγχωθεί αφού έτσι κι αλλιώς η πρόσθεση δεν έβγαινε, τα χρήματα δεν έφθαναν, η λογική στέρευε, λύσεις δεν υπήρχαν ούτε καν για τους δυνατούς λύτες. Μόνο η ζωή και η αξία της έμενε.
      Της έλειπαν οι φίλοι της. Της έλειπε εκείνη η στιγμή που θα βούταγε στη θάλασσα. Πρώτο μπάνιο στη θάλασσα μετά από το βαρύ χειμώνα. Το αλάτι στο μπράτσο της και η παγωμένη μπύρα. Να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Να την κουβαλάει στους ώμους του σε όλη την συναυλία. Το φιλί του. Να κάνει ισορροπία στην άκρη του μώλου και να την παρακαλάει να γυρίσει. Η προσδοκία εκείνης της άλλης εκδοχής της που δεν είχε προλάβει ακόμα ν' ανθίσει.
       Έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ. Bill Evans Peace Piece. Ήξερε πως δεν ήθελε να γυρίσει στην παλιά συνθήκη. Ούτε η καινούργια κατάσταση της έκανε. Κάτι άλλο, διαφορετικό. Κάτι που να κρατάει το δρόμο σε ησυχία, που από τα ανοικτά παράθυρα να ακούγονται μουσικές. Οι άνθρωποι να μην πεθαίνουν. Οι άνθρωποι να προλαβαίνουν να ακούνε μουσική. Να ξεκαρδίζονται στα γέλια, να ισορροπούν. Οι ντομάτες να μυρίζουν ντομάτες, τα παιδιά να είναι ελεύθερα, να παίζουν στις γειτονιές. Η βάρκα του έρωτα εσαεί να ταξιδεύει. Κι εμείς εκτάκτως μαζί της.
       

        

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Μυρωδιά γιασεμιού





    
   


     Στον κόσμο μας ανέτειλε η μέρα που διέκρινε με όρια ευδιάκριτα και συγκεκριμένα το έξω από το μέσα. Μείναμε μέσα. Μείναμε μέσα σε μια βραδυφλεγή σιωπή που μέσα στην αξιοπρέπεια της κουβαλούσε τόνους δυναμίτη. Διατηρήσαμε την προσδοκία να βγούμε και πάλι έξω. Αναζητήσαμε τις παλιές συνταγές των μανάδων, των γιαγιάδων και των δημοφιλών μαγείρων, τα αρώματα των μπαχαρικών, τις γυμναστικές αναπνοές, τις συναυλίες, τις όπερες και τα βραδινά χειροκροτήματα. Μιλήσαμε, δουλέψαμε και σεβαστήκαμε αλλήλους εξ αποστάσεως.
    Υπάρχουν όμως κάποιοι που με κάποιο τρόπο έμεναν πάντα μέσα. Άνθρωποι μόνοι, άρρωστοι ψυχικά, σωματικά δυσκολεμένοι. Άνθρωποι έγκλειστοι στις δικές τους ή στις δικές μας φυλακές. Άνθρωποι νέοι αλλά και άνθρωποι ηλικιωμένοι. Άνθρωποι που ήρθαν από μακριά, άνθρωποι που πέρναγαν και έφευγαν. Άνθρωποι που δεν μπορούσαν να βγουν γιατί δεν διέθεταν την ικανή διάθεση, γιατί δεν είχαν ούτε τον τρόπο, ούτε τον τόπο, ούτε τελικά μέρος να πάνε.  
     Με κάποιο τρόπο ενώ τους γνωρίζαμε, τους αγνοούσαμε.  Σε κάποια δεδομένη στιγμή της ζωής μας διαταυρωθήκαμε. Μπορεί στη δουλειά, στη γειτονιά, σε μια παρέα ένα βράδυ, σε μια συνεργασία. Είναι ο φίλος που χάθηκε ξαφνικά, που δεν βγαίνει πια έξω. Η συνάδελφος που πήρε αναρρωτική επ΄αόριστον ή ο μουσικός που μένει στην διπλανή σοφίτα και δεν βγαίνει ποτέ έξω. Είναι η μάνα του φίλου μας που ξεχάστηκε στη γκαρσονιέρα και δεν προλαβαίνει να πάει κανείς να την δει, είναι και η κοπέλα στο λογιστήριο που έδωσε προχθές εντελώς ξαφνικά ψυχωσικό επεισόδιο. Είναι κι αυτό το παιδί που νιώθει μόνο του ανάμεσα σε τόσους. Γιατί δεν μπόρεσε να πει ποτέ αυτά που ήθελε και όταν μια μέρα το κατόρθωσε είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και είχαν όλοι μπει στα σπίτια τους. Άνθρωπος δεν βρέθηκε ποτέ να το ακούσει. Είναι και εκείνος ο φίλος που έμεινε ακίνητος από τη μέση και κάτω μετά το ατύχημά του. 
     Σήμερα για όλους αυτούς τους ανθρώπους το έξω έγινε απλά ένα με το μέσα. Μπορεί τώρα να νιώθουν πιο ασφαλείς. Δεν είναι πια μόνο αυτοί διαφορετικοί, ούτε μόνο αυτοί απομονωμένοι. Δεν είναι όλοι οι άλλοι έξω και αυτοί μέσα. Δεν φοβούνται μόνο αυτοί, δεν στερούνται μόνο αυτοί, δεν ξεχωρίζουν μόνο αυτοί, δεν αδυνατούν μόνο αυτοί. Δεν είναι μόνο αυτοί συντετριμμένοι. Αν τώρα καταφέρουμε να τους καταλάβουμε δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ. Ή τώρα θα γίνουμε περισσότερο άνθρωποι ή ποτέ. 
    Έχει κάτι που μπορεί να αφήσει αυτός ο πόλεμος. Πως στην πραγματικότητα όλοι μοιάζουμε σαν σταγόνες της ίδιας βροχής. Οι συνθήκες και οι ευκαιρίες μόνο αλλάζουν. Πως το άπελθε απ΄εμού το ποτήριον τούτο είναι το ίδιο. Και πως όταν πέσει η σκόνη από τα φρέσκα γκρεμίσματα, η μυρωδιά του γιασεμιού είναι για όλους ίδια. 

     
       Ζωγραφική Χρήστος Μποκόρος

Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Μαζί






Τόπος                  : Wuhan

Σκηνοθέτης        :  Η ζωή η ίδια

Πρωταγωνιστές : Ένας 87χρονος ασθενής, ο γιατρός και ο νεαρός εθελοντής νοσοκόμος  που σπρώχνει το κρεβάτι φορείο.

Χρόνος                :  Η στιγμή που ο ασθενής ανεβαίνει στο δωμάτιο του νοσοκομείου μετά  απο είκοσι μέρες  παραμονή στην εντατική.

Πράξη                 : Τρεις άνθρωποι λούζονται ταυτόχρονα στο λαμπερό φως του ήλιου που εκείνη τη στιγμή δύει. Ο ασθενής δείχνει τον ήλιο.

Αυτή η φωτογραφία καρφώθηκε στο μυαλό μου. Είναι η εικόνα της ανθρωπιάς που κοιτά με τα μεγάλα, επίμονα μάτια της και μας ζητά να κάνουμε, να βλέπουμε, να σκεφτόμαστε, να ακούμε, να φερόμαστε, ο καθένας σαν αν είμαστε όλοι. Μαζί.



Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2020

Καριόλα






     Αδιανόητο σου φαινόταν να μην τρώμε όλοι μαζί το μεσημέρι. Δύο με δύο και είκοσι και οι τρεις γύρω από το μεσημεριανό τραπέζι τρώγαμε ένα παλιόφαγο που βιαστικά είχες μαγειρέψει από το βράδυ ή στην ακόμα χειρότερη κάτι που έφτιαχνες στο πόδι μόλις έμπαινες στο σπίτι. Εγώ ίσα που είχα γυρίσει από το σχολείο και ο πατέρας μου από τα καφάο του ΟΤΕ. Αμίλητοι, σκυμμένοι στα πιάτα μας, ο πατέρας μου θα με ρώταγε μασώντας ''σε σήκωσε κανείς;'' Κι εσύ με τη σιγανή, συρταρωτή φωνή σου θα με προστάτευες ''άστην πρώτα να φάει''.
      Μετά εσύ θα έφευγες συνήθως τρέχοντας και με την μπουκιά στο στόμα για τα μαθήματα και το φροντιστήριο. Θα γυρνούσες εννιά και κάποιες φορές δέκα το βράδυ. Εγώ θα πέρναγα δυο ώρες με τον πατέρα μου, να διαβάζω τα μαθήματα της αυριανής μέρας πάνω στο ίδιο τραπέζι της κουζίνας με το ίδιο άσπρο-κόκκινο καρέ τραπεζομάντηλο. Θα λέγαμε τα απολύτως απαραίτητα. Θα του έλεγα τι είχα στην Ιστορία, τι ασκήσεις στη Γραμματική. Εκείνος θα κρατούσε το βιβλίο , θα με εξέταζε και στο τέλος θα μου έλεγε οκ. Θα του έλεγα ένα σωρό περήφανα ψέμματα για να με αφήσει ήσυχη, να μην με ελέγξει στα μαθηματικά και στην φυσικοχημεία. Τα μισούσα τα μαθηματικά. Ήθελα να βγάλω τ΄άντερα μου κάθε φορά που με εξέταζαν στο σχολείο στα μαθηματικά. Το ήξερες πως μισούσα τα μαθηματικά; 
     Όταν τελειώναμε το διάβασμα ο πατέρας μου χανόταν μπροστά στην τηλεόραση. Βούλιαζε στην πολυθρόνα του κουνώντας νωχελικά μόνο το δάχτυλο του πάνω στο κουμπί του τηλεκοντρόλ. Δεν άκουγα ξανά την φωνή του παρά μόνο όταν το κλειδί άνοιγε τη πόρτα και εσύ έβγαζες τα  καλογυαλισμένα παπούτσια σου στο χωλ. Η σιωπή βασίλευε παντού στο σπίτι τ΄απογεύματα. Κλεισμένη στο δωμάτιο μου ζωγράφιζα τα μπράτσα μου με μαύρο μαρκαδόρο, έβαφα τα νύχια μου μωβ και τα χείλη μου έντονα κόκκινα. Ντυνόμουν προκλητικά, φορούσα τα ψηλά τακούνια σου και χάζευα το κορμί μου στο καθρέφτη. Υποδυόμουν την μοιραία γυναίκα που κερδίζει τις ανδρικές ορμές. Κανένας εμένα δεν μπορούσε να μου αντισταθεί. Ξερίζωνα ανδρικές καρδιές και φούσκωνε το στήθος μου από επινίκειο πόθο. Άνοιγα κρυφά την ντουλάπα σου και κοίταγα τα ρούχα σου. Ρούχα παλιά αλλά καλοσυντηρημένα και φινετσάτα. Όπως ήσουν κι εσύ λεπτοκαμωμένη και φινετσάτη με γαλλική μυτούλα. 
   Τα σαββατοκύριακα άλλαζαν εντελώς τα πράγματα. Εσύ έμενες στο σπίτι. Ο πατέρας μου μιλούσε. Το σπίτι ήταν ανοικτό, είχαμε επισκέψεις, οι φίλοι σας, πρόσωπα μυθικά για μένα γέμιζαν το σαλόνι. Μαγείρευες νόστμα φαγητά. Εκείνο το κοκκινιστό μοσχαράκι ήταν αξεπέραστο. Ρακές, κρασιά, μουσικές, φιλοσοφικές συζητήσεις, τσιγάρα, καπνοί. Συζητούσατε και σας άκουγα. Σιγά σιγά ξεθάρρεψα, μιλούσα κι εγώ. Μιλούσα και εσείς με ακούγατε με απορία. Δεν καταλαβαίνατε που τα έμαθα όλα αυτά. 
    Δεν ξέρω αν το θυμάσαι αλλά τα σαββατοκύριακα δεν βιαζόσουν ποτέ. Όταν πήγαινα για ύπνο ερχόσουν και με φιλούσες, έκλεινες το φως και τράβαγες ήσυχα την πόρτα πίσω σου. Ήταν όμορφα τότε. Ο πατέρας μου ερχόταν να μου πει και εκείνος καληνύχτα. Καθόταν στα πόδια του κρεββατιού και μιλούσαμε για ώρα. Τότε είχε κυκλοφορήσει του Νικολαίδη το ''Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα '' και το είχαμε διαβάσει και οι δυο. Μου μίλαγε για μουσική, για τους Cure μου μίλαγε, για το Λόρκα, το Ηλία Πετρόπουλο και τη Θεσσαλονίκη. Είχε βαθειά και τρυφερή φωνή ο πατέρας μου. Τα θυμάσαι όλα αυτά; Η Δευτέρα όμως ήταν πολύ κοντά και όλα χανόντουσαν, γυρνούσαν ανάποδα.
     Όταν έγινε το ατύχημα είχα μόλις τελειώσει την Ισπανική Φιλολογία με άριστα. Σχολή με χαμηλή βάση θυμάμαι να λέτε στους φίλους, μπήκε γιατί είχε διαβάσει ισπανική λογοτεχνία. Είχε εκδοθεί και ένα βιβλίο για την ζωή της Φρίντα σε δική μου μετάφραση. Η μετάφραση είχε αποσπάσει θετικές κριτικές και εγώ είχα μετακομίσει στο σπίτι της Άσπας για λίγους μήνες μέχρι να βρω κάποια ιδιαίτερα για να βρω σπίτι μόνη μου. 
    Το αυτοκίνητο έτρεχε με χίλια όταν έπεσε πάνω μου ενώ περνούσα τη διάβαση έξω από το Δαναό. Είχα Άγιο και δεν σκοτώθηκα ακαριαία. Ερχόσουν κάθε μέρα στο νοσοκομείο ανελλειπώς πριν πας στα μαθήματα. Τότε είχες αφήσει πια το φροντιστήριο. Είχε αρρωστήσει και ο πατέρας μου και ήθελες να είσαι περισσότερο κοντά του. Με φυσικοθεραπεία κατάφερα και στάθηκα στα πόδια μου. Μου έμεινε να κουτσαίνω άγρια. Αυτό ήταν το κουσούρι που μου έμεινε από το ατύχημα. Να σέρνομαι. Κατάλαβες καριόλα;
      

Ζωγραφική Salvador Dali
      
         

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2020

Ανοίγεις τα μάτια και είσαι




    Κάποιοι λένε το άγχος φυσική, μαθηματικά, χημεία ή αρχαία. Λένε το άγχος εξετάσεις, βαθμολογίες, αποτελέσματα. Κι άλλοτε λένε το άγχος αύριο, μέλλον, πρόοδο, προσδοκίες. Δικές τους προσδοκίες, δικές της προσδοκίες, δικές μας προσδοκίες. 
   Κάποιοι λένε το άγχος χρόνο, ώρες, λεπτά, κενά, διορίες, προθεσμίες, ηλικίες, διαστήματα. Κάποιοι λένε το άγχος φόβο, απογοήτευση, θυμό. 
    Και κάποιοι δεν λένε τίποτα. Περνούν τις σελίδες και αναγνωρίζουν. Ξεχωρίζουν το λίγο στημένο και προβλέψιμο. Προχωρούν και ξεπερνούν. Θυμούνται τις νεανικές απάτες, τις αγαθές συνέργειες, τα σημάδια στο λακκάκι, στον ώμο, στην πλάτη. Θυμούνται την από καιρό ληγμένη μαγιονέζα, τον μόνο ένοικο στο άδειο ψυγείο. Θυμούνται τις φωτογραφίες, τις φωτογραφίες παντού. Τα δυο χέρια που πλέκονται δειλά. Τους δρόμους που ενώνονται, διακλαδίζονται και χωρίζουν. Τις γέφυρες, τις παράλληλες πορείες, τον κυκεώνα των εμπειριών, των απορρίψεων. Θυμούνται τότε που συγκατοικούσαν ενώ ήταν ήδη χωρισμένοι, εκείνους που χάραζαν την ζωή τους βίαια. Τους πρόωρα νεκρούς. 
      Μέχρι που έρχεται η στιγμή και κρατάς στα χέρια σου ένα ζωντανό πλάσμα. Εύθραυστο, γεννημένο να χωράει σχεδόν σε μια παλάμη που αρχίζει να κοιμάται στον ώμο σου για ώρες. Άγια Τενοντίτιδα ποτέ δεν θα σε αγαπήσει κανείς περισσότερο από τότε, για αυτό τον απογευματινό ύπνο με το μάγουλο του πάνω στον ώμο σου. 
      Και τότε μαθαίνεις γιατί έγιναν όλα. Για να γνωριστούμε έγιναν, για να αγαπηθούμε. Για να είμαστε τρυφεροί ο ένας με τον άλλο. Αφού η τρυφερότητα είναι η πιο ταπεινή μορφή της αγάπης. Για να κοιτάς τον άλλο από κοντά και να μοιράζεσαι μαζί του το μελαγχολικό,  κοινό πεπρωμένο, την έλλειψη ανοσίας στον πόνο και τις συνέπειες του χρόνου. Για να συνδεθούμε με δεσμούς που μας ενώνουν, για τις μεταξύ μας ομοιότητες. Για να παραμείνει ο κόσμος ζωντανός και διασυνδεμένος.  Για να έρθεις εσύ και να μπορούμε εμείς να είμαστε. 
       Ανοίγεις τα μάτια και είσαι 40, 50, 60. Είναι το σώμα σου που αλλάζει πριν ακόμα το καταλάβεις. Η πλάτη σου αρχίζει ξαφνικά να πονάει. Ενώ εσύ νιώθεις ακόμα 20 και ονειροπόλος. Ο χρόνος δεν σου λέει τίποτα. Κι αυτό που λένε άγχος δεν έμαθες ποτέ τι είναι ακριβώς. Εσύ το λες χαοτική αλληλουχία της ύπαρξης. Δεν ξέρεις αν είναι σωστό αυτό που λες. Αποφεύγεις να ξέρεις. 

Έργο Fei Alexeli http://feialexeli.com

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Μετρούσε




     Μετρούσε με σχολαστικότητα τις ώρες ανάμεσα στις δόσεις των φαρμάκων της Ρίτας. Τοποθετούσε  κάθε χάπι σε μια  ειδική κασετίνα με πολλά κουτάκια. Κάθε χάπι έμπαινε στο δικό του κουτάκι. Μετρούσε τις μέρες με χάπια, τις βδομάδες με δόσεις, τους μήνες με συνταγές. 
     Στο σπίτι της δούλευε τριάντα πέντε χρόνια τώρα. Είχε ξεκινήσει εικοσιεπτά χρονών. Μόλις που είχε γεννήσει τον Αργύρη και τα έφερναν δύσκολα βόλτα με ένα μισθό ταμία στα επιδόματα πολυτέκνων στο ΙΚΑ. Όταν ξεκίνησε της είχε ζητήσει η ίδια η Ρίτα και ο συγχωρεμένος ο άντρας της να αναλάβει την οικονομία του σπιτιού. Έτσι ακριβώς της το είχαν πει, την οικονομία. Εμείς παιδιά σκυλιά δεν έχουμε. Δουλεύουμε με τις ώρες, αργούμε να γυρίσουμε. Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο να κοιτάει το σπίτι, τις προμήθειες, να επιβλέπει την καθαριότητα, τις πληρωμές του ηλεκτρικού, του νερού, να οργανώνει τις γιορτές, τα κοινωνικά, να στέλνει συλλυπητήρια, συγχαρητήρια. Δυο φορές την βδομάδα θα έρχεται παραδουλεύτρα. Να την ελέγχεις. Τ' απογεύματα, όταν γυρίσουμε να φεύγεις. Να πηγαίνεις να βλέπεις τον άντρα σου, τον γιο σου. Την άλλη μέρα στις 8 θα σε περιμένουμε. 
     Έτσι ξεκίνησε να μετράει τις μέρες μέχρι την 28η για να βγάλει τα χαλιά στην ώρα τους. Και από την 28η, τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα για να οργανώσει την Χριστουγεννιάτικη γιορτή. Και ύστερα τις μέρες για τις απόκριες γιατί τότε έφευγαν μια γεμάτη βδομάδα διακοπές και της έμενε ο χρόνος να φτιάξει τις ντουλάπες. 
   Στο μεταξύ είχε γεννήσει και τη Χριστίνα. Είχε εναντιωθεί στο όνομα. Ήθελε να το αποφύγει. Αφού Χριστούγεννα στο δικό της σπίτι δεν περνούσε ποτέ. Αμαρτία ήταν να μην την έβλεπε το παιδί στην γιορτή του. 
      Μετρούσε τις προμήθειες στην αποθήκη για να έχουν ό,τι χρειαζόντουσαν. Το πετρέλαιο για να μην ξεμείνουν και αρρωστήσουν από το κρύο. Μετρούσε τα τσιγάρα που κάπνιζε η Ρίτα κρυφά στο μπαλκόνι, κρυφομιλώντας στο κινητό, για να της αγοράσει καινούργιο πακέτο. Μετρούσε τις κιλοβατώρες, τα κυβικά, τα ντεσιμπέλ. Μετρούσε τις μέρες μέχρι να πληρωθεί. Αν ο μήνας τελείωνε Δευτέρα, εκείνο το τελευταίο σαββατοκύριακο μετρούσε τα ψιλά της για να δει αν θα κατάφερνε να φέρει μια σοκολάτα ή ένα βιβλίο στα παιδιά που την περίμεναν πίσω από την πόρτα. Τα παιδιά, αυτά που όλα τα κατάφερναν μονάχα τους. Διάβασμα, προπονήσεις, συναναστροφές. Κανένας δεν υπήρχε για να κουράσουν. Μιλούσαν λίγο, πολύ λίγο. Αφού όταν γυρνούσε, μέχρι να μαγειρέψει αυτά κοιμόντουσαν. Ύστερα απ' όλα αυτά τα χρόνια της σιωπής είχαν πια ξεσυνηθίσει. 
      Ο Μήτσος ο άντρας της με 90% αιφνίδια απώλεια ακοής, μετά την δουλειά γυρνούσε, έτρωγε ό,τι του είχε αφήσει από το βράδυ στην κατσαρόλα.Έπεφτε για ύπνο και το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο. Όταν η απώλεια ακοής συμπληρώθηκε και με μερική απώλεια όρασης άφησε την δουλειά, πήρε μια πενιχρή σύνταξη αναπηρίας και πήγαινε πια μόνο στο καφενείο. Ποτέ της δεν κατάλαβε τι έκανε στο καφενείο αφού δεν άκουγε. 
      Μετρούσε τις υποχρεώσεις, τις ώρες των φροντιστηρίων για να έχει το ακριβές αντίτιμο, τις μέρες περιόδου της Χριστίνας μήπως της μείνει έγκυος και της πέσει κι άλλος ταμπλάς στο κεφάλι. Μετρούσε τα μαθήματα που απέμεναν να πάρει ο Αργύρης το πτυχίο του από το Μαθηματικό. Τους επαίνους της Χριστίνας στο μεταπτυχιακό. 
     Μετρούσε τα χαμένα της χαμόγελα. Τα τίποτα, τα κούφια, τα σκοτάδια, τις σιωπές. Τον αέρα μετρούσε. Τους χτύπους του ρολογιού πριν δώσει την επόμενη δόση του φαρμάκου. Η Ρίτα αρρώστησε, τρία χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της. Πέθανε μέσα στα χέρια της. Της άφησε ένα σεβαστό ποσό στην τράπεζα για εκείνη και τα παιδιά της . Δείγμα ευγνωμοσύνης για όλη την προσφορά της οικονομίας της. Ανέλαβε τα της κηδείας με το τρόπο που ήξερε πως ήθελε η Ρίτα. Καθάρισε κι ασφάλισε το σπίτι. 
    Εκείνη την τελευταία ημέρα γύρισε με τα πόδια στο σπίτι της. Κανείς δεν ήταν εκεί. Τα παιδιά είχαν πια τα δικά τους σπίτια και ο Μήτσος ήταν στο καφενείο. Μια ώρα και είκοσι λεπτά ποδαρόδρομο ήταν η απόσταση από το σπίτι της. Κάθησε σε μια πολυθρόνα και κοίταγε βουβή έξω από το παράθυρο κατά το μέρος που ήταν τα βουνά. Πίσω από εκείνα τα βουνά είναι το νησί μου, σκεφτόταν. Έχει βαθιά μπλε θάλασσα και το Πάσχα γεμίζει γεράνια. Εκεί ήθελε να πάει. Που ήταν ίσιωμα. Που δεν είχε ούτε ποτάμια, ούτε βουνά. Το φως του νησιού της έβλεπε που ήταν πρασινωπό και είχε μπλε ανταύγειες, που πέρναγε από πάνω της και την έκανε να σκέφτεται κάτι πράγματα που δεν μπορούσε να τα ξεδιαλύνει. Και τη Ρίτα σκεφτόταν που μύριζε σαν ναφθαλίνη τις τελευταίες της μέρες. 
     Διαγνώσθηκε με το κακό με τις πρώτες εξετάσεις που πρόλαβε να κάνει. Κανένα εξάμηνο θεραπείες που όμως δεν την έπιασαν. Τα παιδιά της έκλαψαν πολύ για τις ψυχές που  σιωπηλά φεύγουν για τα σκοτάδια.


Ζωγραφική Βασίλης Σελιμάς


     
      
     

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Μια άγνωστη χώρα




     Μέσα από τα μαύρα ρούχα, τα ρυτιδιασμένα, άνυδρα πρόσωπα, μέσα από το απλωμένο χέρι της μιας προς την άλλη εμφανίζεται μια άγνωστη χώρα. Μια ανθρώπινη χώρα, που ο πόνος ενώνει και δεν διχάζει τους ανθρώπους. Μια χώρα που οι φασίστες τιμωρούνται και ως δράστες και ως ηθικοί αυτουργοί. Μια εικόνα, ένα εκατομμύριο λέξεις. Μια άγνωστη χώρα. 

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019

Χριστούγεννα






     Χριστούγεννα για μένα είναι να συνειδητοποιώ πόσο θα ήθελα να ήμουν ξανά παιδί. Να μπορώ να βλέπω πιο καθαρά όσα δεν φαίνονται και λιγότερο καθαρά όσα φαίνονται. Να μην επιβιώνω αναγκαστικά μέσα σε πολέμους. Να πιστεύω χωρίς να ζητώ αποδείξεις. Να αδιαφορώ πανηγυρικά για το χρόνο. Να παίζω χωρίς να φοβάμαι και χωρίς να βιάζομαι. Να μπορώ να αλλάζω στο πι και φι οριστικά. Να μου επιτρέπεται να είμαι θνητή. Τα όνειρα μου να είναι ασχημάτιστα. Να μην με πλακώνει καμιά παλιά συνταγή. Να πέφτω, ν'αρρωσταίνω, να σκοτώνομαι, να γίνομαι χάλια και σε λεπτά να τελειώνουν όλα αυτά. Να μην χρειάζεται και να μην πρέπει. Να μην ζω με αναμνήσεις. Να με προσέχουν. Να με φροντίζουν. Να μην ευθύνομαι παντού και πάντα. Να κάνω εύκολα φιλίες στο δίπλα θρανίο. Να περιμένω αλλά να είναι σαν να μην περιμένω. Να παίρνω το φιλί της καληνύχτας και στα χείλη της μάνας και του του πατέρα μου να παίρνω την επιβεβαίωση πως αύριο θα είναι όλα εκεί ξανά τα ίδια, τίποτα δεν θα έχει χαθεί. Να πιστεύω σε παραμύθια. Να ζω μέσα στα βεγγαλικά. 
     Για όσα παιδιά σήμερα δεν είναι τα πράγματα έτσι, τα Χριστούγεννα δεν υπάρχουν. Κι αν τα περιμένουν είναι ακριβώς γιατί είναι παιδιά. 

Χρόνια πολλά σε όλους.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

Η σκιούλα




   Βραδάκι γύρω στις εννιά έφθασαν. Πέντε ήταν χωρίς τη Μαρία. Αν τελείωνε νωρίς θα ερχόταν κατευθείαν εκεί τους είχε πει. Δεν την πίστεψε. Κανείς από την παρέα δεν την πίστεψε. Τις περισσότερες φορές δεν την πάλευε η Μαρία μετά από δέκα ώρες δουλειά. Δεν της είπαν πως όλο τα ίδια λέει και πως ποτέ δεν πάει. Δεν ήθελαν να την κακοκαρδίσουν που ήταν γλυκό παιδί και τα έπαιρνε όλα κατάκαρδα.
  Στην μέση της αυλής δέσποζε ένας μεγάλος πλάτανος. Τα κιτρινισμένα φύλλα του πεσμένα κάτω, έστρωναν χαλί για να περάσεις. Η αυλή γυμνή, τα τραπεζάκια μαζεμένα, σπεπασμένα με μουσαμά σε μια γωνία. Οι καρέκλες στιβαγμένες κι αυτές, η μια πάνω στην άλλη, περίμεναν το επόμενο καλοκαίρι. Δεκέμβρης μήνας, το κρύο δεν άφηνε να καθήσεις έξω. Μέσα ήταν όλα κι όλα καμιά δεκαριά τραπέζια. Στρωμένα με τραπεζομάντηλο καρώ,  άσπρες και κόκκινες γραμμούλες. Λάδι, ξύδι, αλάτι, πιπέρι πάνω σε κάθε τραπέζι. Στην άκρη αναμμένο ένα τζάκι, έκοβε την υγρασία. 
  Βρήκε πως η θερμοκρασία ήταν η απολύτως σωστή. Ούτε πολύ κρύο, ούτε πολλή ζέστη. Τόσο όσο, όπως του άρεσε να λέει. Βρήκαν μέσα τρεις τέσσερις παρέες. Κάθησαν και αναζήτησαν τον κατάλογο. 
- Δεν υπάρχει παιδιά κατάλογος. Πέντε πράγματα έχουμε όλα κι όλα. 
- Για πες μάστορα.
- Λοιπόν, κεφτεδάκια, πατάτες τηγανητές, σαλάτα λάχανο, σαλάτα μαρούλι. Έχω και δυο μερίδες κοτόπουλο κοκκινιστό. 
Βρήκε πως το φαγητό ήταν όσο έπρεπε. Ούτε πολύ, ούτε λίγο. Τόσο όσο, όπως του άρεσε πάντα να λέει. 
Την ώρα που ήρθε το κρασί, πήρε ένα παιδί από το άλλο τραπέζι να παίζει μπουζούκι. 

''Μεσοπέλαγα αρμενίζω κι έχω πλώρα τον καημό
κι έχω την αγάπη πρύμα κι άλμπουρο τον χωρισμό"

Τσούγκριζαν τα ποτήρια τους, έπιναν και τραγουδούσαν. Σαν αυτό το φαγητό δεν είχε ξαναφάει.
''Μιλώ με τα ψηλά τ΄απάτητα βουνά
και τους μιλώ για σένα.
Πως έχεις ομορφιά και φρύδια τοξωτά 
σαν πέτρινα γεφύρια
Άμοιρη ψυχή μην ξεγελαστείς'' 
     
      Σηκώθηκε να χορέψει. Σιχαινόταν τα λόγια τα συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τους λεκτικούς χειμάρρους. Του άρεσαν μόνο όσα κι όσους του αντιστάθηκαν. Αυτούς που ποτέ δεν νοιάστηκαν αν του αρέσουν. Που περπατούν αδιάφορα με τα χέρια μέσα στις τσέπες. Τους ανθρώπους ποιήματα που ζούνε έξω από τα βιβλία.
Πολλά βράδια πριν πέσει στο κρεβάτι σκεφτόταν πως σηκωνόταν να χορέψει και πως οι φίλοι του έπαιζαν παλαμάκια γύρω του. Φορούσε μετά τις παιδικές πιτζάμες του και περνούσε στο ριγωτό του ύπνου σαν τον στρατιώτη που βουτάει στο χαράκωμα απ΄όπου δεν γνώριζε πότε κι αν θα ξαναβγεί.  
Τέλειωσε ο χορός. Τελείωσε αυτή η στιγμή. 
    Βγαίνοντας από το μαγαζί έψαξε να δει πως το λένε. ''Η σκιούλα''. Έτσι έλεγαν την ταβέρνα. Οι φίλοι ζούνε πια μόνο στις πόλεις του μυαλού τους. Χαράματα γύρισε μόνος του στο σπίτι.


Φωτογραφία Λουκάς Βασιλικός



Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2019

Όλα ψέμα




     Στους δρόμους περνά η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Στα φανάρια, στις διαβάσεις, στις στάσεις, η Ευτυχία με το τσεμπέρι της, μας κοιτά πίσω από τα μεγάλα, κοκκάλινα γυαλιά της. Κολλημένη στο καπό των λεωφορείων κάνει τις βόλτες της έξω από το χωρόχρονο που κουβαλάμε στερεοτυπικά μέσα στα κεφάλια μας. Η Ευτυχία επέστρεψε από την άλλη ζωή. Παίζουν λέει την ζωή της ταινία και την διαφημίζουν. 
     Η Ευτυχία καπνίζει πολλά τσιγάρα για ν' αδειάζουν τα κουτιά, να έχει χαρτί να γράφει στίχους. Σαν πεθάνω Χάρε μου να σ΄έχω νικήσει καμιά χιλιάδα τραγούδια. Γλυστρά από το άπειρο και πέφτει δίπλα μας, στρίβει στο επόμενο στενό, μπαίνει στην διπλανή πόρτα. Σκυβει και ακούει τα πάντα, τους ψιθύρους και τα αγκομαχητά. Άνθρωποι πισθάγκωνα δεμένοι περιμένουν την τιμωρία. Η Χρυσή Αυγή αθωώνεται. Η Ευτυχία σιγοτραγουδάει ''όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή. Σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή''. 

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Δυο παιδιά μιλάνε



   Δυο παιδιά μιλάνε. 
Το ένα είναι ένα μικρό παιδί, γύρω στα 7, ορφανό που κατοικεί σε μια δομή φιλοξενίας, που πάει στο σχολείο, δεν έχει στολισμένο δέντρο, δεν έχει παιχνίδια, δεν έχει δικό του δωμάτιο, χρωματιστούς τοίχους και στολίδια, δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία. Το άλλο είναι ένα μεγαλύτερο παιδί γύρω στα 16 που έχει γονείς, που πάει σχολείο, που έχει στολισμένο δέντρο, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, παιχνίδια, βιβλία, που ξεκινά από μια ''κανονική" αφετηρία. 

- Να σου πω, εγώ δεν πιστεύω στον Άγιο Βασίλη, λέει το μικρό στο μεγαλύτερο.
- Μα γιατί; Τα δώρα; Κάποιος φέρνει τα δώρα. 
- Εγώ δεν είχα ποτέ δώρα. Κανείς δεν μου έδωσε ποτέ δώρα. 
- Ούτε εμένα μου έδωσε κανείς. Όμως εκείνες τις μέρες νιώθω μια παράξενη χαρά και λέω μέσα μου ότι αυτή η χαρά είναι δώρο. Αυτή η χαρά είναι για μένα το δώρο. 

  Το μικρότερο παιδί κοιτά το μεγαλύτερο με ένα βλέμμα απορίας και ταυτόχρονης έκπληξης. Τα έχουν αυτά τα ανθρώπινα βλέμματα. Χωρούν ταυτόχρονα πολλά, τα πάντα και κάποιες φορές το τίποτα. Σε δευτερόλεπτα του σκάει ένα χαμόγελο. Είναι πλέον φίλοι. 
Το μεγαλύτερο παιδί λέει ψέμματα στο μικρότερο. Έχει λάβει πολλά δώρα. Αποφασίζει αυθόρμητα να γλυστρήσει έξω από την συνθήκη. Είναι ένα ψέμμα αναγκαίο. Είναι ένα νανούρισμα. Ίδιο και απαράλλαχτο με το νανούρισμα που μια μάνα τραγουδάει στο μωρό της όταν έχει κολικούς. Ποτέ κανείς δεν βρήκε τι σημαίνει ένας κολικός. Τι είναι αυτό που συνταράσσει ένα μωρό και κλαίει σπραξικάρδια. Δεν ξέρει η ιατρική τι είναι ο κολικός. Μια μάνα όμως ξέρει. Και στην θέση της μάνας, ίσως και ακόμα καλύτερα μπορεί να μπει ο κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, τάξης που μπορεί να πει στον συνάνθρωπο του ''Βάστα καρδιά μου''. Βάστα, μη φοβάσαι. 


Φωτογραφία Ανν Λου

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2019

Το Ιώδιο γιορτάζει



Eμένα οι εκδότες μου, μου το είχαν πει.
Το βιβλίο μάχεται στο χρόνο.
Το Ιώδιο γιορτάζει την β' έκδοση του.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ από τις καρδιές όλων των ηλικιών μου σε όσους το αγάπησαν, σε όσους το διάβασαν και σε όσους θα το διαβάσουν. 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Με ανοικτή μπαλκονόπορτα




     Κάποια στιγμή έβαλε το περπάτημα στην ζωή του.  Δυο τρεις φορές τη βδομάδα πριν πάει στη δουλειά πήγαινε στο δημοτικό γήπεδο, φορώντας ακουστικά και περπατούσε με γρήγορο ρυθμό γύρω στα τρια χιλιόμετρα. Το υπόλοιπο πρωινό είχε την μονοτονία του. Ξύρισμα, μικρή διαδρομή με το αυτοκίνητο, μετρό, οκτώ στάσεις, γραφείο. 
    Ισπανικά τελικά δεν έμαθα ποτέ. Η Μαρίνα τον παρότρυνε να κάνει ένα μεταπτυχιακό στο ανοικτό Πανεπιστήμιο στο βιομηχανικό σχέδιο που πάντα του άρεσε. Δεν ήθελε όμως. Ό,τι διάβασε διάβασε. Η δουλειά του ήταν απαιτητική. Πολλές φορές τον απασχολούσε μέχρι αργά το βράδυ, ακόμα και τα σαββατοκύριακα. Επειδή θα γίνεις διευθυντής του έλεγε η Μαρίνα. Αυτός ήξερε πως δεν θα γίνει ποτέ διευθυντής. Ήξερε πως αυτή ήταν απλά η δουλειά του. 
     Ούτε πιάνο έμαθε. Μεγάλωσε πια. Τον Ιούνη έκλεινε δεκαοχτώ χρόνια γάμου και είκοσι στην εταιρεία. Η Μαρίνα είχε επιμείνει και αγόρασαν το οικοπεδάκι στη Ραφήνα για τα παιδιά.
- Ξεβράκωτα θα βγουν στη ζωή του έλεγε. 
- Με τόσα λεφτά θα είχαμε γυρίσει το κόσμο της απαντούσε. 
  Τα καλοκαίρια του άρεσε να κοιμάται με ανοικτή μπαλκονόπορτα, να τρυπώνει η μυρωδιά του γιασεμιού και  ν΄ακούει τα τριζόνια. Η Μαρίνα κοιμόταν με air condition. Η Μαρίνα, το Μαρινάκι του που κάποτε μόλις άναβε αυτός air condition μάζευε τα πόδια της ψηλά στην κοιλιά και κουλουριαζόταν για να προστατευθεί από το κρύο.  
     Έξω από το μετρό είδε μια κοπέλα με μακριά μαλλιά να ανεβαίνει σε μια 750αρα Africa Twin που την περίμενε παρκαρισμένη. Την παρατήρησε και τις υπόλοιπες μέρες. Ο οδηγός της μηχανής ήταν πάντα εκεί και η κοπέλα με τα μακριά μαλλιά μόλις έβγαινε από το μετρό  έπεφτε στην αγκαλιά του, σε δευτερόλεπτα ανέβαινε στη μηχανή και έφευγαν. 
     Άρχισε να παρατηρεί τις μηχανές στο δρόμο. Τις έβλεπε να τον προσπερνούν και άκουγε τον θόρυβο που άφηναν πίσω τους. Πάντα ήθελε να έχει μηχανή. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Οι υποχρεώσεις δεν το επέτρεψαν ποτέ.. Επιστρέφοντας μια μέρα από το γραφείο πέρασε και την παράγγειλε. Κάποια κυβικά παραπάνω απ΄αυτά που ήθελε κάποια χρόνια νωρίτερα.  Στην Μαρίνα δεν είπε τίποτα. 
      Την ημέρα που την παρέλαβε ζήτησε άδεια. Ανέβηκε στον Υμηττό. Οι μυρωδιές τρυπούσαν τα ρουθούνια του. Πέρασε από τη δουλειά της Μαρίνας. 
- Θα ανέβεις; Τη ρώτησε πριν προλάβει αυτή να αντιδράσει. 
Πήγανε μια μεγάλη βόλτα. Έφθασαν μέχρι τη θάλασσα. Εκείνος φοβόταν πως η Μαρίνα κάτι θα έλεγε και θα του χαλούσε τη χαρά. Η Μαρίνα δεν είπε τίποτα. Σιγά σιγά κόλλησε  πάνω του και τον έσφιξε από τη μέση. Η νύχτα έγινε μπλε. Όταν γύρισαν ήπιαν παγωμένη μπύρα στο μπαλκόνι και έκαναν έρωτα.
Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως θα κατάφερνε να κρατήσει τη μηχανή. Οι υποχρεώσεις ήταν τεράστιες. Ντρεπόταν τη Μαρίνα που είχε αρχίσει και δεύτερη δουλειά. 
Οι επόμενες μέρες κύλησαν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. 
Σαν όμως, γιατί στην πραγματικότητα είχε κάτι συμβεί. Στον ωκεανό του σκοταδιού είχε μυρίσει γιασεμί. 
      

Midnight Crude, 2012, by Lisa Marie Yvonne Duval