Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Τα στρείδια




Οι καιροί το θέλουν ν΄ανασύρουμε από μέσα μας όσο απόθεμα ομορφιάς διαθέτουμε γιατί απ΄έξω δεν υπάρχει στάλα. Μια δική μας Ανατολή σαν ακριβοδωρεάν δώρο. Να μας μάθει να ενοχλούμε τα στρείδια. Τη λίγη ώρα που τα πετυχαίνεις ανοιχτά είναι πολύ κοινωνικά. Μετά ξανακλείνουν στα μούτρα μας. 

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

Στην ταράτσα



     Παρακολούθησε ένα παιδί να ζωγραφίζει. Το παιδί έξυσε το μπλε μολύβι και ύστερα με τα δάκτυλα του το άπλωσε μαλακά μαλακά στο χαρτί. Είναι ωραίο να πιάνεις στα χέρια σου πέλαγος, να χαιδεύεις πέλαγος. Προσπαθούσε να φανεί η θάλασσα όσο το δυνατόν πιο γαλάζια, μα κυρίως όσο το δυνατόν πιο ήσυχη. Ίσως ν΄άρχιζε να ζωγραφίζει την Άνοιξη, ίσως να νοσταλγούσε τα καλοκαίρια. Ίσως να ήθελε να ημερέψει μια μέσα του τρικυμία. 
- Εσύ αν ήσουνα παιδί, πώς θ΄άρχιζες;
-Εγώ, εγώ αν ήμουνα παιδί ... Δεν θα ξερα πώς ν΄αρχίσω.
    Λοιπόν αν ήταν παιδί θ΄άρχιζε από τα μεσημέρια. Εκείνα εκεί τα μεσημέρια που  σκαρφάλωνε στην φαντασία της. Αυτά που βρίσκονται τώρα κλειδωμένα μέσα στην αποθηκούλα μαζί με το εφηβικό γραφείο της, ένα ξύλινο κουτί που το είχε για κομοδίνο και το πορτατίφ με τα αποξηραμένα λουλούδια στην βάση. Αυτό που το έχει φυλάξει για να της θυμίζουν τα αποξηραμένα βήματα της μάνας της στο διάδρομο, το άνοιγμα της πόρτας και την άδοξη διακοπή του σκαρφαλώματος. Να προσπαθεί να βάλει τρεις σκέψεις στη σειρά, πριν τις στείλει στον αγύριστο και το θέμα να καταλήγει στην ακαταστασία της.
     Μετά θα συνέχιζε στα βράδια στην ταράτσα, στο ησυχαστήριο της. Μια σιδερένια, στριφογυριστή σκάλα να την στέλνει σε πλήρη απόσπαση από την παιδικότητα της. Μια φθαρμένη, χαμηλή, βελούδινη πολυθρόνα απ΄αυτές που γλύτωσαν τελευταία στιγμή τη σαβούρα του παλιατζή, να γίνεται σπίτι της. Από κει να ρεμβάζει σε απευθείας μετάδοση  το δάσος των κεραιών της πόλης. Να είναι ο κόσμος της πιο κοντά στον ουρανό παρά στην γη. Να είναι έναστρο το σαλόνι της και οι φίλοι που το επισκέφθηκαν δορυφόροι πλανήτες. 
    Μόνο που αυτά τα μεσημέρια χάθηκαν. Η πλάκα είναι που καλά καλά δεν πρόλαβε να το καταλάβει. Έτσι που τρέχει η ζωή, τι να καταλάβεις. Τώρα περπατά αυτή σ΄ένα παρόμοιο διάδρομο. Αρχίζουν τα δικά της βήματα να γίνονται αποξηραμένα. Τρομάζει που κάνουν κύκλο όλα. Είναι ακόμα σαν να την ακούει να λέει, ''δεν περνάει και κανένας παλιατζής να πετάξω όλη κείνη την σαβούρα από την αποθήκη και την ταράτσα''. Σαβούρα είναι όλα τ΄ανοιξιάτικα μεσημέρια ενός παιδιού μαμά; Και εγώ που νόμιζα πως γινόμαστε ό,τι χάσαμε. 


Φωτογραφία Σοφία Καρούμπα



Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Γεφυρώνοντας




    Ξεθωριασμένες φωτογραφίες από μια εποχή που ο κόσμος θα γινόταν οπωσδήποτε δικός μας. Να βυθίζω τα χέρια μου μέσα στα χρόνια και να βρίσκω Πρωτοχρονιές, κομματάκια πλεϊμομπίλ και μαύρες ξεμαλλιάρες στρουμπουλές κούκλες. Κουβέντες βραδινές στο εφηβικό δωμάτιο, λίγο πριν την μεγάλη αναχώρηση. Μια εφηβεία που έκανε το κάθε τώρα να κοντοστέκεται και ν΄αργοπορεί. Η πρώτη που θα μου έσφιγγε το χέρι στην επιτυχία.  Ήρθε ο καιρός που έφυγα . Θυμάμαι κάτι τάπερ που μου έφερνες στην Πάτρα. Μετά ήρθε ο καιρός που έφυγες εσύ. Ζόρικες φάσεις αλλά ωραίες. Όταν απελπιζόσουν σου έλεγα ''κάνε υπομονή'' μετά διαβάζαμε λογοτεχνία και προτείναμε η μια στην άλλη τίτλους. Αρχίσαμε να χωρίζουμε, τηλέφωνα μέσα στην νύχτα, συζητήσεις η ζωή είναι σκατά, καμιά συναυλία μαζί και καρτ ποστάλ από το Λονδίνο. Μετά η ζωή γινόταν πάλι γαμάτη και σε περίμενα που ερχόσουν για καλοκαίρι. Βέβαια εγώ ήμουν ήδη οκτώ μηνών έγκυος αλλά στα μάτια σου παρέμενα πάντα η ίδια. Νέα και ωραία. Αυτό που μου άρεσε πάντα είναι ο τρόπος που ξεκαρδιζόσουν στα γέλια.
   Σακιά με εικόνες για το δρόμο. Ο φριχτός φόβος για την μοναξιά, την ''μόνωση' όπως καμιά φορά την λέγαμε, ίσως και να ήταν κληρονομικός.  Κι έγραφα ποιήματα. Καμιά φορά σου τα έδινα. Σαν μια πρώτη πρώτη συλλογή πικρών πρωτόλειων ονείρων. Αν περνούσε από το χέρι σου θα τα τύπωνες. Το ξέρω. Εγώ συνέχισα να γράφω. Κι εσύ να εκδικείσαι κάθε κακοτοπιά βάζοντας τα γέλια. Όπως όταν οι κεραυνοί φωτίζουν την νύχτα στην άκρη του ορίζοντα κι ένα ωραίο κόκκινο φεγγάρι σου παίρνει τα μυαλά.  Η διαμαρτυρία μας ένωνε.
    Δεν θα είναι τυχαίο που σε πολλές φωτογραφίες βγαίναμε με το σήμα τις νίκης. Δεν θυμάμαι πια όλους τους λόγους που διαμαρτυρόμασταν. Εμείς πάντα θα φωνάζουμε για το άδικο, σαν να μας δένει μαζί του μια μυστική συμφωνία.  Φάγαμε τα μούτρα μας χιλιάδες φορές και εξακολουθούμε.
   Με μακριά μαλλιά, μετά κοντά, σγουρά ή ίσια με φίλους, περασμένους, νυν και μελλοντικούς. Οι φωτογραφίες κιτρίνισαν λιγάκι. Κιτρινίσαμε και εμείς μέσα στις φωτογραφίες. Αλλά απ΄έξω μένουμε φωτεινές. Όχι νέες και με στυλ, αυτό δεν γίνεται. Πόσο θα ήθελα να στο υποσχεθώ. Οι  υποσχέσεις όμως δύσκολα  κρατιούνται. Αλλά πολύχρωμες.
    Μια μικρή τσάντα είναι μπροστά μου. Μέσα είναι διάφορα αδυνατούλια χαρτιά. Συλλαβίζω τυπωμένο τ΄όνομα μου. Σαν ξένο μου φαίνεται. Ξεφυλλίζω. Διηγήματα. Και μετά κάθομαι  σ΄ένα τραπέζι με μικρόφωνα και ετοιμάζομαι να παρουσιάσω το πρώτο μου βιβλίο. Και ούτε το φουστάνι που φόραγα δεν κράτησα να διαλέξω μόνη μου. Και εσύ από κάτω μιλάς για κάθαρση. Και πάλι υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα κλάψω, αλλά πότε τα κατάφερα εγώ καλά με τις υποσχέσεις για να την κρατήσω και τώρα;
     Είναι μια νύχτα κατανυκτική απόψε. Στριμώχνεσαι σε στοές γκρεμισμένων αναμνήσεων. Από τα παράθυρα των σπιτιών που βλέπουν στο δρόμο, αυτά με τα αναμμένα φώτα και τους ξαναχτισμένους σοβάδες, βλέπεις τους ανθρώπους να λιώνουν όπως τα χρόνια. Και θέλεις να ζητήσεις από ένα σκύλο να τους πει πως αν είναι κάτι που καταφέρνει να διακόψει το τέλος είναι οι σχέσεις μας. Αυτές που ζούμε γεφυρώνοντας.

φωτογραφία Walter Schönenbröcher   

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Κάποιες στιγμές





Είναι και κάποιες στιγμές, λίγες αλήθεια αλλά ευκολοαναγνωρίσιμες, που όλα τα συστατικά της στιγμής μοιάζουν να καταλήγουν σε σένα. Η ζέστη του ήλιου, ο ρυθμός του τραγουδιού που ακούς, το χαμόγελο του συνεπιβάτη. Στιγμές ευτυχίας, διαβατάρικα πουλιά που πριν φύγουν γίνονται πρώτα δικά σου.




Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Στο παζάρι

   


       Για να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή το όνομα του είναι Άλφα. Είναι τριάντα οκτώ χρονών. Ζυγίζει εβδομήντα πέντε κιλά γυμνός μόνο με τις κάλτσες και έχει ύψος ένα ογδόντα οκτώ. Γεννήθηκε σ΄ένα χωριό της Πελοποννήσου αλλά ήρθε στην Αθήνα για να πάει στην Γυμναστική Ακαδημία. Γυμνάζεται καθημερινά. Παίζει ποδόσφαιρο δύο φορές τον μήνα με την ομάδα του Δήμου. Τον ξέρουν όλοι στην γειτονιά. Ψωνίζει στη λαϊκή του Σαββάτου. Υπηρέτησε δεκαοκτώ μήνες στο στρατό. Γνώρισε την γυναίκα του την Μ στο πάρτυ ενός κολλητού. Φλυάρησαν πολύ εκείνο το βράδυ, φύγανε μαζί με την μηχανή και με ένα φεγγάρι νυχάκι που βόλταρε ξάστερο εκείνο το πρώτο βράδυ. Τώρα πια έχει μια κόρη κι ένα γιό. Ζουν απόκεντρα της Αθήνας σ΄ένα σπίτι με αυλή και καστανιές. Του αρέσει ακόμα η Μ. Κάθεται τα καλοκαιρινά βράδια στην βεράντα και την κοιτάζει την ώρα που λικνίζεται σιγοτραγουδώντας ενώ ανακατεύει με την ξύλινη κουτάλα τα μακαρόνια που βράζουν. Κάπως έτσι ενώνονται σκέφτεται ο πόνος και η γλύκα της ζωής. Δουλεύει στο παζάρι, είναι ακροβάτης.
      Στο παζάρι είναι μαζί με άλλους πολλούς. Μουσικούς, χορευτές, ταχυδακτυλουργούς, κλόουν. Ο καθένας έχει το νούμερο και την μοναδική του ιστορία. Συνεργάζονται όμως και  σε μικρές καλά συγχρονισμένες ομάδες σε τεντωμένα σχοινιά, ισορροπώντας σε κρίκους, κυλιόμενους κυλίνδρους και ό,τι άλλο χωράει σε ανθρώπου νου για να παρουσιάσουν τις επιδεξιότητες τους. Φτιάχνουν τ΄ αντίσκηνα, απλώνουν τους πάγκους με τα παιχνίδια και  τα φαγώσιμα. Στήνουν τα ποδοσφαιράκια, τα μπιλιάρδα, τους στόχους της σκοποβολής. Υπνωτίζονται οι φόβοι σχετικά γρήγορα. Το παζάρι έχει πάντα κάτι να γυρνάει. Καμιά φορά δέχονται επίθεση από δυνατούς αρουραίους που ροκανίζουν τους πάγκους και τους στόχους από φελιζόλ. Τους ηρεμεί όμως γρήγορα η γνώριμη μυρωδιά της υγρασίας και της τσόχας των μπιλιάρδων και συνεχίζουν. Τα καλοκαίρια απλώνονται σε νούμερα, τρικ και μαγικά. Ενώ τα φθινόπωρα μαζεύουν τα φύλλα. Γιατί τι μεγαλύτερη απόδειξη μετάνοιας από το να καθαρίζεις το παζάρι από τα φύλλα του φθινοπώρου κάτω από μια χειμωνιάτικη λιακάδα;
     Όταν την βρήκε δεν ήταν ούτε στις μπουκάλες, ούτε στην σκοποβολή. Καθόταν και έτρωγε μηλόπιτες. Αμέσως μετά πήγε στις κούνιες. Ανέβαινε, ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και μετά άρχισε να κατεβαίνει όλο να κατεβαίνει, περνούσε από μπροστά του καθισμένη στην σιδερένια κούνια. Συνέχιζε να κατεβαίνει σαν να πεθαίνει. Οι ίσκιοι σαλέψανε και αυτή εκτοξεύθηκε στα αλογάκια. Έτρεξε πίσω της. Τ΄αλογάκια γυρνούσαν γύρω γύρω στο ρυθμό της μουσικής. Όταν η μουσική σταμάτησε, σταμάτησαν και τ΄αλογάκια να γυρνούν γύρω γύρω και όρμησε στο αλογάκι της όμως αυτή δεν ήταν πια εκεί. Την έψαξε μέσα στη σκόνη, πίσω από τις σκιές. Η μουσική εξακολουθούσε να παίζει, τα βέλη να διεκδικούν το στόχο, κρίκοι πέφταν πάνω στις μπουκάλες και τ΄αλογάκια ξανάρχισαν να γυρίζουν. 
      Στο παζάρι την βρήκε και στο παζάρι την έχασε. Ήθελε να φύγει και να μην ξαναπάει στο παζάρι. Εκεί βρίσκει ο ένας τον άλλο και έπειτα χάνονται αναζητώντας. Χάνουν αυτήν που μόλις την είχαν βρει. Τώρα ξεχνά το όνομα της. Την φωνάζει ει, ει, ει. Μέχρι πριν λίγο την λέγανε προσδοκία. Ακριβή λέξη. Ποιός αγοράζει, ποιος πουλά; Τώρα σκέφτεται αλλά δεν κάνει. Χάνεται σε μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στο νοερό και στο απτό και γίνονται τα  μεροκάματα πικρά.
   

Φωτογραφία Jiang Zhi - Love

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν λες κουβέντα


   
      Δεν υπάρχει πλέον άνθρωπος που να μην νιώθει ανασφάλεια, απογοήτευση, θυμό, φόβο. Ζήσαμε δεκαετίες ανάμεσα σε κρυφά σκάνδαλα, παθολογικές καταστάσεις, αυτοκαταστροφικές επιλογές. Χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, γραφειοκρατεία μέχρι τελικού ροκανίσματος της οποιασδήποτε διάθεσης ανάπτυξης, κατασπατάληση και υπεξαίρεση των χρημάτων που αφορούσαν στις κοινωνικές παροχές, πλήρης αναξιοκρατία, παρασκήνιο και είναι ατελείωτος ο κατάλογος. 
    Κατασκευάσαμε μια κοινωνία που αξιολογούσε σαν σημαντικό αυτό που έχεις και όχι αυτό που είσαι. Και τώρα που ήρθε μια άλλη ώρα, να συνειδητοποιήσουμε πως σημασία έχει το τι είμαστε και όχι το τι έχουμε, δεν λέμε κουβέντα. Τι άλλο πρέπει να γίνει έτσι που η κρίση που περνάμε να γίνει αφορμή για να αλλάξουμε σελίδα; Τι μας κάνει να περιμένουμε την σωτηρία να έρθει από κάπου μακριά; H νοοτροπία μας. 
   Η συλλογική δραστηριότητα, η κατανόηση και η αποδοχή του συνανθρώπου μας, η δημιουργία και η διατήρηση καλών ανθρώπινων σχέσεων που θα μας δίνουν χαρά, η συνέπεια, η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η αυτοεκτίμηση δεν είναι έμφυτα χαρακτηριτικά. Είναι ικανότητες που καλλιέργούνται στην διάρκεια της ζωής μας. Δεν μας χαρίζονται, αποκτιούνται. Αυτά είναι η νοοτροπία μας. 
   Μήπως ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσουμε πως άλλος είναι ο δρόμος για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μας για εργασία, προοπτική, δικαιοσύνη; Δεν έρχονται έτσι τα εσωτερικά καλοκαίρια. Μια τέτοια συνειδητοποίηση θα ήταν ένα τεράστιο επαναστατικό βήμα γιατί πυρπολεί ολόκληρο το πολιτικό οικοδόμημα. Ένα οικοδόμημα που για δεκαετίες πολιτεύεται φορώντας μια την καλή και μια την ανάποδη της ίδιας όμως φορεσιάς με μοναδικό στόχο να κερδίσει και να διατηρηθεί στην εξουσία. 
   Σε σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες σε κάθε χώρο αποφάσεων και δημιουργικής αντιπαράθεσης, η λερναία ύδρα του πολιτικού σκηνικού πνίγει κάθε προσπάθεια αλλαγής νοοτροπίας . 
   Σε όλα αυτό δεν λέμε κουβέντα. Απελπιζόμαστε, τους ξαναψηφίζουμε και ξανά ο ίδιος φαύλος κύκλος. Ρουσφετοραγιάδες. Προσωπικά έχω βαρεθεί τελείως τις στείρες κριτικές και την εξίσωση της πρόσκαιρης παροχής με την ουσιαστική πρόταση. Όλο και περισσότερο κάθε μέρα απομακρυνόμαστε από μια αλλαγή που θα έρθει με τους αγώνες μας. Όλο και περισσότερο η αλλαγή νοοτροπίας θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση ως ουτοπική επιθυμία και άλλα λόγια ν΄αγαπιόμαστε. Και εξακολουθούμε να περιμένουμε έναν Σαμάνο για να σωθούμε από θαύμα.
     Κάποιοι λένε πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Άλλοι πως γεννιόμαστε με τον χαραχτήρα μας. Δεν ισχύουν αυτά. Με προσπάθεια, αγώνα και χρόνο ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του και αλλάζει. Κατ΄επέκταση και η νοοτροπία ενός λαού. Η συμπεριφορά της ενήλικης ζωής έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία και αυτό πλέον καλούμαστε τουλάχιστον να το μάθουμε και να το αποδεχθούμε. Αγνοώντας αυτή την πραγματικότητα δεν μπορούμε να περιμένουμε ν΄αλλάξει τίποτα στην κοινωνία μας αφού θα εξακολουθήσουμε να είμαστε και να γεννάμε συναισθηματικά ανώριμους ανθρώπους. Όλοι μας έχουμε παραδείγματα στον προσωπικό μας κοινωνικό κύκλο, στον επαγγελματικό και οπουδήποτε αλλού οι ανθρώπινες σχέσεις βουλιάζουν μέσα σε ακατανόητες δυσκολίες και απωθημένα συναισθήματα. Γιατί να  μην είμαστε εμείς που θα κάνουμε την αρχή και θα διεκδικήσουμε μια ουσιαστική αλλαγή;
    Το ουσιαστικό εμπόδιο στην αλλαγή νοοτροπίας παραμένει πως αυτή δεν δρομολογείται ποτέ. Ίσως γιατί εμείς οι ίδιοι την φοβόμαστε, ίσως γιατί εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε και δεν αποδεχόμαστε την τεράστια σημασία που έχουν τα συναισθήματα προκειμένου να γνωρίσουμε και να βελτιώσουμε τον εαυτό μας, και παραμένουμε οπαδοί μιας στείρας λογικής. Μιας λογικής που τις περισσότερες φορές την χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε τις ανάγκες και τους φόβους μας. Η υπερβολική εκλογίκευση όμως είναι ενταφιασμός σε υγρές φυλακές. Εκεί που οι ουσιαστικές ανάγκες του ανθρώπου μένουν πάντα στα αζήτητα. Η αλλαγή νοοτροπίας θα βοηθούσε την κοινή γνώμη να στραφεί προς νέα ουσιαστική κατεύθυνση κοινωνικής προόδου και ευημερίας. Αναγκαστικά θα συμβάδιζε και η πολιτεία. Είτε γιατί θα είχε κατανοήσει την καινούργια απαίτηση και διεκδίκηση της κοινωνίας, είτε για την πατροπαράδοτη αναζήτηση ψηφοφόρων. 
    Η αλλαγή νοοτροπίας δεν μπαίνει ποτέ σε κανένα τραπέζι. Όπως δεν μπαίνει και η ριζική αλλαγή του εκπαιδευτικού μας συστήματος με στόχο τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες. Κανείς δεν λέει κουβέντα. Σκεπτόμενοι άνθρωποι υπάρχουν. Πολύ φοβάμαι όμως πως ακόμα και αν κρατούν κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα βρίσκονται για τα καλά στην αφάνεια. Χρειάζεται να πιστέψουν στον εαυτό τους και στην ιδέα πως μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές. Τα άλλα θα έρθουν μόνα τους. 

Φωτογραφία Tommy Ingberg
    

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Δήθεν



      Περπατάνε αγκαλιασμένοι και μιλάνε. Δήθεν μιλάνε. Στην πραγματικότητα φεύγουν, αλλάζουν κόσμο. Εκείνος έχει το χέρι του περασμένο γύρω από την μέση της. Εκείνη περασμένο διαγώνια στην πλάτη του το δικό της, φθάνει τον ώμο του και τον κλειδώνει στην παλάμη της.
    Περπατάνε και μιλάνε. Δήθεν μιλάνε. Υπό τους ήχους της λεωφόρου, της νύχτας, της επιθυμίας, μιας φλούδας φεγγαριού και των περαστικών που βιάζονται να γυρίσουν σπίτι. Βηματίζουν αργά πάνω στα βρώμικα πλακάκια των πεζοδρομίων. Σταματούν στο φανάρι. Περιμένουν το πράσινο για τους πεζούς και συνεχίζουν να περπατούν κάτω από τους λαμπτήρες της ΔΕΗ. Στην πραγματικότητα άλλα φώτα τους φέγγουν και άλλο φεγγάρι τους υποδέχεται. Περπατάνε αγκαλιασμένοι και μιλάνε σαν όλος ο κόσμος να έλιωσε, να έγινε νερό, να τρύπωσε στα ρουθούνια τους και να τους αφιερώθηκε.
   Περπατάνε αγκαλιασμένοι και μιλάνε. Στην πραγματικότητα ο ένας παραιτείται από την ύπαρξη του για να εισχωρήσει μικρός ελάχιστος, εξουθενωμένος στην ύπαρξη του άλλου. Σαν να θέλουν και οι δύο να εκλείψουν.  Γίνεται η φωνή  κύμα και μεταφέρει τον έναν μέσα στον άλλον. Γατζώνονται από το διάχυτο που τους συμβαίνει. 
   Περπατάνε και μιλάνε. Κατευθύνονται προς το όνειρο. Πέφτουν ταυτόχρονα ο ένας στα μάτια του άλλου. Εκείνη γέρνει και ακουμπά το κεφάλι της στο στήθος του. Κλείνει τα μάτια. Δεν κοιμάται. Αφήνει το νου της να παραδοθεί στην ζάλη. Εκείνος την σφίγγει πάνω του πιο σφιχτά. Δένονται να μην χαθούν στην χαώδη επιθυμία. Δήθεν μιλάνε. Ενώ τους έπεισε ο έρωτας να τον ακολουθήσουν. Να δούμε τώρα αν θα τους παρατήσει. Αν θα βρεθούν σε κάποιο κακοτράχαλο, σκοτεινό χωματόδρομο ή στην άκρη μιας έρημης ακτής ένα απόγευμα. Όπου και νάναι από κει ψυχή δεν περνάει για να βοηθήσει. Όποιος θέλει να συνεχίσει, συνεχίζει μόνος του. 
 


art work Rayan Macginley


Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Σαν σήμερα




    Ο ναύτης, στα μακρινά λιμάνια, μαζί με την σερμαγιά εμπορεύεται και τις ιδέες του. Γυρνώντας στην πατρίδα, δεν φέρνει μόνο το καράβι του φορτωμένο πραμάτιες ξωτικές, αλλά και το μυαλό του γεμάτο νοήματα ενός άλλου κόσμου. Πάνω στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου. Όποιος έσχισε την θάλασσα έμαθε πολλά. Κι όποιος την κρατάει γερά, κρατάει τα πάντα τούτης της γης στα χέρια του. Αρκεί να δεις ένα ηλιοβασίλεμα στην μέση του πελάγου, για να νιώσεις πολλά κρυφά, μυστήρια αμέτρητα. Η σοφία των λαών ένιωσε βαθειά τούτη την αλήθεια, την στέριωσε , την ανύψωσε σε σύμβολο. Κι ανακήρυξε πατέρα του πολιτισμού τον Οδυσσέα, τον αλήτη των ταραγμένων νερών.

Μ.Καραγάτσης ( σαν σήμερα πέθανε το 1960)

απόσπασμα από το βιβλίο '' Η Μεγάλη Χίμαιρα''

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Μπορείς;



     Στην αρχή δεν του άρεσε το καλοκαίρι. Όταν αυτό τέλειωνε, άνοιγαν τα σχολεία. Φοβόταν την πρώτη μέρα της επιστροφής στα θρανία. Οι άλλοι μιλούσαν για τα ταξίδια, τις διακοπές, που είχαν πάει. Εκείνος για άλλη μια χρονιά δεν είχε πάει πουθενά. ''Πουθενά, πουθενά, πουθενά'',  απαντούσε όταν τον ρωτούσαν τα υπόλοιπα παιδιά που είχε πάει. Λες και η τρεις φορές επανάληψη απέτρεπε οριστικά την επανάληψη της ερώτησης. Τον κοίταγαν με απορία, συχνά με απαξίωση, μετά του γύρναγαν την πλάτη και συνέχιζαν να εξιστορούν τα δικά τους. Ντρεπόταν τότε και ήθελε να τους πει πως δεν πήγε πουθενά, όμως έχει πολλά να διηγηθεί . Δεν το έλεγε όμως.  Καταλάβαινε πως μην έχοντας να πεις τα ίδια με τους άλλους είναι σαν να μην έχεις να πεις τίποτα. Φαίνεται πως αυτοί δεν ενδιαφερόντουσαν για το καλοκαίρι πραγματικά. Εκείνοι ενδιαφερόντουσαν για τις διακοπές. 
     Ήθελε να τους πει πως όταν εκείνοι έφευγαν για τα σπίτια της εξοχής με τους σαγρέ τοίχους, η πόλη είχε άλλο πρόσωπο.  Η γειτονιά δεχόταν επισκέψεις. Ερχόταν η οικογένεια του Αντρέα από την επαρχία να επισκεφθεί φίλους και συγγενείς, και έφερνε αυτό μια γλυκιά αναμενόμενη έκπληξη. Ξαναήρθαν έλεγε και περίμενε από στιγμή σε στιγμή να του κτυπήσει ο Αντρέας το κουδούνι.  Τα ξενοδοχεία γέμιζαν τουρίστες που ανέμελα βολτάρανε στους δρόμους όλη μέρα με τα  ψαθάκια και τα χρωματιστά ρούχα τους. 
    Να τους πει πως έβλεπε τις βεράντες τους να ξεραίνονται από τον ήλιο και πως εκείνος έπαιρνε το πράσινο λάστιχο και κατάβρεχε όπου αυτό έφθανε επίτηδες. Μετά πως έδινε ραντεβού με τον Γιώργο στην στάση και πήγαιναν με το λεωφορείο για μπάνιο στα βραχάκια στο Σούνιο ή στην Σαλαμίνα με το καραβάκι. Ολόκληρη μέρα βουτιές από τα βραχάκια. Γυρνάγανε κατάκοποι το βράδυ. Τρώγανε ένα παγωτό κάτω από την πολυκατοκία και χωρίζανε για ύπνο.
    Θυμόταν κι άλλα πολλά. Πως βλέπανε ταινίες λαθραία στο θερινό της γειτονιάς. Παραφυλούσαν πότε ο τύπος στα εισητήρια θα έφευγε μια στιγμή και τρύπωναν μέσα. Είχαν την γνωστή τους θέση δίπλα στο γιασεμί. Τώρα που το ξανασκέφτεται μάλλον θα το είχε καταλάβει ο τύπος  αλλά δεν τους είχε πει ποτέ τίποτα. Ήταν σαν τα καλοκαίρια να έβρισκε τρόπο να αγαπήσει την πόλη περισσότερο. Γιατί πως στο διάολο γίνεται να ζεις σ΄ένα τόπο μόνο την εποχή που τον μισείς ; 
     Απάντηση όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε. Όταν μετά από χρόνια συνάντησε κάποιους από τους συμμαθητές του,  απ΄αυτούς που είχε να τους δει από τότε που κρεμόντουσαν δίπλα δίπλα στα κάγκελα του σχολείου για να διαβάσουν τα αποτελέσματα των πανελλαδικών βρήκε νομίζει μια απάντηση. Ανταλλάξανε κουβέντες για την δουλειά, για τα παιδιά, για τα αυτοκίνητα, για την μπάλα. Μετά είπε εκείνος για το πώς άλλαξε η γειτονιά, για το θερινό που έκλεισε, για την πίεση της ανεργίας, για την συναυλία στα βραχάκια που οργάνωσαν τα παιδιά του σχολείου, για τα παιδιά που διαλέγουν τι θα σπουδάσουν ανάλογα με το πού θα βρουν δουλειά, για την απελπισία της εποχής. Πως δεν πρέπει να μας πάρει από κάτω. Έλεγε, έλεγε, έλεγε. Όμως δεν άκουγε κουβέντα. Σαν οι άλλοι να μην ήταν από δω.
    Έμαθε σε μια στιγμή πώς είναι να κρατάς ένα καλοκαίρι στην καρδιά σου κι ας μην έχεις πάει διακοπές. Να αφήνεις πίσω σου χειμώνες. Μπορείς; Να είναι ένα νησί τρυπωμένο μέσα σου περικυκλωμένο από άμμο και θάλασσα. Μόλις αρχίζουν να σε καίνε οι πατούσες σου να βουτάς στην θάλασσα. Να σε μετατρέπουν οι βουτιές σε λαθρεπιβάτη της ζωής. Έτοιμο πάντα να πληρώσεις το τίμημα ότι ζεις. Μπορείς; Να αγαπάς τα καλοκαίρια, όχι τις διακοπές. Nα είναι τα καλοκαίρια εργοστάσιο αναμνήσεων και το φθινόπωρο το καταλάγιασμα τους. 
    Να σκέφτεσαι δροσιά. Απαλή δροσιά πάνω σε φθινοπωρινά φύλλα. Καινούργια τετράδια, την μυρωδιά του χαρτιού, πρωτοβρόχια, τις ροδιές φορτωμένες ρόδια, το πρώτο πουλοβεράκι στους ώμους. Να είναι όλα αυτά μια αίσθηση. Να μην εξαρτώνται από συνθήκες. Να ξεκινάς έτσι το φθινόπωρο σαν μαθητής. Μπορείς; 
 

      

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Σκοπός



Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ΄αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.Σκοπός της ζωής μας είναιη αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσα στιγμήν κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων .Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεως μας.


Ανδρέας Εμπειρίκος
Σαν σήμερα  γεννήθηκε το 1901

Ζωγραφική Dogan Eksioglu

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Και όπου έχει κατάληξη -o μπορείς να βάλεις και -η



    Ήταν τότε που ζητούσε επίμονα ένα μεγάλο ξύλινο κουκλόσπιτο γεμάτο δωμάτια με μινιατούρες έπιπλα. Να κάνει στρογγυλά κουλουράκια από χιλιάδες λέξεις πλαστελίνες. Σε ανυποψίαστο χρόνο ν΄απλώνει τα κουλουράκια, να τα κάνει χαλιά. Να βρίσκουν δρόμο να τρέχουν πάνω τους οι διάλογοι του άλλου του μεγάλου σπιτιού. Ήταν τότε που ζητούσε να του αγοράσουν ένα ποδήλατο ισορροπίας. Αυτό με τη σέλα, το τιμόνι και τη μια ρόδα. Όπως αυτό που έχουν οι ακροβάτες. Να μάθει μόνος του να ισορροπεί, στο διάδρομο, στο δρόμο, στην πυλωτή. Να φρενάρει στον πάγκο της κουζίνας, την ώρα που κόβανε την σαλάτα για να διεκδικήσει το δικό του φιλί.  Ήταν τότε που ζητούσε να ντυθεί Super Man και η φίλος του Bad Man. Να τριγυρίζουν όλη μέρα με μπέρτες και δύναμη μαγική. Τα βράδια να βγαίνουν στην πυλωτή να κάνουν κόλπα ζογκλερ με κορίνες, μπαλάκια και στεφάνια. 
    'Ομως τα κουκλόσπιτα ήταν ακριβά και κυρίως δεν ήταν για άντρες. Η μαμά προτιμούσε το κολυμβητήριο και τα αγγλικά από τις μπέρτες και τις κορίνες. Στην πυλωτή αντί για ποδήλατο ισορροπίας φύτρωσε μια μπασκέτα, μόνο και μόνο γιατί έτσι το ήθελε ο μπαμπάς. Στο φίλο του δεν άρεσαν οι ζογκλέρ και εκείνος ήταν πολύ μικρός για να ισορροπήσει μόνος του. Πόσο μάλλον για να διεκδικήσει αγάπες και φιλιά. 
    Περάσαν τα χρόνια. Οι εποχές άλλαξαν. Τώρα μπορεί να παραγγείλει από το εξωτερικό το πιο μεγάλο κουκλόσπιτο μαζί με τις πιο λεπτοδουλεμένες μιανιατούρες έπιπλα. Έπιπλα από αληθινό κέδρο και οξιά. Κουκλόρουχα ραμμένα από κανονικές έμπειρες μοδίστρες. Μπορεί να αποκτήσει το καλύτερο ποδήλατο ισσοροπίας. Μπορεί ν΄ αγοράσει όλα τα τρικ του ζογκλέρ, μαζί και το μαγαζάκι που τα πουλάει. Μπορεί αλλά δεν θέλει. 
    Θέλει μονάχα να εξαφανίσει τις συζυγικές επιθυμίες.  Να μην θυμάται τις παιδικές προσευχές, αφού παράδεισος δεν υπάρχει. Να θάψει βαθιά τα όνειρα των δικών του μικρών. Να μην θυμάται ούτε εκείνος που τα έθαψε για να μην τα βρει όταν του ζητηθούν. Γιατί μια μέρα θα του ζητηθούν, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτό τότε θα είναι ένα τέλος. Ένα τέλος που δεν θα ταιριάζει με την μεγάλη του επιτυχία, ούτε με το γυαλιστερό χαμόγελο του.
     Για την μελαγχολία που τον βασάνιζε δεν μίλησε ποτέ κανείς. Ούτε τότε, ούτε μετά.


Ζωγραφική Liu Yue

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Έχω και τον Αύγουστο

 

    Όλο τον χρόνο έλεγα ''έχω και τον Αύγουστο'' και ο Αύγουστος πάντα ερχόταν στην ώρα του. Μήνας μετά τον Ιούλιο. Κέρδιζε τον Ιούλιο στο πι και φι.  Κάτι σαν αποκορύφωση έφερνε ο Αύγουστος. Κάτι σαν ανατροπή στο καθορισμένο. Αυτός και τα κόκκινα  φεγγάρια του. Τον Αύγουστο τον θυμάμαι στην αρχή από τις κατάμαυρες πατούσες που είχα  όταν  παιδί γύρναγα σπίτι αργά το βράδυ. Αργότερα από τους έρωτές του. Σαν παιδιά  το  τέλος μιας  τεράστιας  μέρας γεμάτης παιχνίδι ήταν ένας μικρός θάνατος, αλλά δεν το παραδεχόμασταν. Η γλύκα της μέρας δεν μας άφηνε τίποτα να αποδεχθούμε πως χάσαμε. Όχι πως είχε καμιά σημασία τότε. Ένα εισητήριο διαρκείας σε καθημερινό παιχνίδι κρατούσαμε στα χέρια μας, και αυτό μας έφτανε.  Τα πρωινά χωριζόμαστε σε αγόρια και κορίτσια και παίζαμε μήλα, κυνηγητό, κρυφτό στα χωράφια, στις αλάνες, στους δρόμους. Ιδρώναμε και συνεχίζαμε με απληστία. Ο καθένας ήταν όλοι οι άλλοι μαζί. Μια παρέα μας φάρδαινε τις ωμοπλάτες χωρίς καν να μας ρωτήσει. Μας μαγνήτιζε το διαφορετικό λαχάνιασμα, η διαφορετική αναπνοή των αγοριών. Και αυτοί το ίδιο κάνανε. Φωνάζαμε δυνατά ''Φτου ξελεφτερία'' και νικούσαμε το χρόνο με την μία.
    Όταν σουρούπωνε, ξεκινάγαμε για την θάλασσα. Ξαπλώναμε ο καθένας με το κεφάλι  πάνω στην κοιλιά του άλλου και κοιτάγαμε τ΄άστρα. Λέγαμε ό,τι ξέραμε από τους αστερισμούς και κάναμε σχέδια. Θα γυρίσω όλο τον κόσμο με ιστιοφόρο. Θα κάνω πολλά παιδιά. Θα πάρω μηχανή. Θα παντρευτώ από έρωτα. Θα φτιάξω δικό μου συγκρότημα. Θα πάω με οτοστόπ στον Ισημερινό. Θα σ΄αγαπώ μέχρι να πεθάνω. Γνωρίζαμε τους άγνωστους   υπογάστριους ήχους και την κινητικότητα των εντέρων μας όταν στηρίζαμε πάνω τους ολόκληρο έναστρο ουρανό μαζί και το φεγγάρι. Μετά αποχωριζόμασταν αποκαμωμένοι. Για να ανταμώσουμε την άλλη μέρα πάλι. Με ανανεωμένα τα σχέδια για τα παιχνίδια και την επιθυμία πιο βαθιά χαραγμένη. Να με σκέφτεται άραγε καθόλου; αναρωτιόμασταν και φεύγαμε ο καθένας για τον προορισμό του. Μήπως κάνουμε και τίποτα άλλο ολόκληρη την ζωή μας; Συναντιόμαστε, γνωριζόμαστε και απομακρυνόμαστε ο καθένας προς τον προορισμό του. Είναι και κάποιοι προορισμοί που στρέφουν τα κεφαλάκια τους προς την ίδια κατεύθυνση. Όμορφα είναι τότε. Η απάντηση όμως στην ερώτηση αν με σκέφτεται άραγε, δεν μπορεί πάντα ν΄απαντηθεί. 
      Πως από τους Αύγουστους περιμένω πάντα τα ίδια, αυτό κατάλαβα. Κι ας μεγαλώνω, εγώ περιμένω αυτό που περίμενα και μικρή. Να πάω ταξίδια, εκδρομές, να φάω καρπούζι, να μπω σε ζωές άλλων, να γίνω και άλλοι. Να βγω από την κανονικότητα. Μάλλον με την σιγουριά πως ο Σεπτέμβρης είναι παρακάτω και θα την ξαναφέρει. Τα ίδια και τώρα. Με την διαφορά πως προχωρώντας γίνεσαι οι άλλοι έτσι κι αλλιώς. Λίγο να μην είσαι συνεχώς απασχολημένος με τον εαυτό σου χωράς και άλλους, κι ας μην είναι Αύγουστος. Σαν να έχει ο καιρός σκορπίσει Αύγουστους τριγύρω και εσύ πλαταίνεις για να τους χορτάσεις. Έτσι που να μπορείς να πεις "έχω και τον Αύγουστο" και να παρηγοριέσαι.


Ζωγραφική - Κολλάζ Irene Bonnevie Obias

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Αύγουστος στεγνώνει στα μανταλάκια




Το Τράνζιτ ταξίδεψε με τις αποσκευές δυό καλών φίλων στα Κουφονήσια. Δεν του έφθασε μονάχα αυτό. Φιλοξενήθηκαν και φωτογραφήθηκαν οι σκέψεις του στα υπέροχα ''Καλάμια''. 'Οταν οι αποστάσεις μικραίνουν και η ανταλλαγή σκέψεων μας κάνει μια μεγάλη παρέα.
Πολλά εγκάρδια ευχαριστώ!


Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Ο Βυθός του Μπικίνι



      Εκείνος ήταν ένας Πάκμαν. Έτρωγε δηλαδή τελίτσες μέχρι να πάρει τα χάπια του.  Τα χάπια δεν ήταν επιλογή αφού μονάχα μετά την κατανάλωση τους μπορεί να νικήσει τα φαντάσματα του.  Εκείνη ήταν και αυτή Πάκμαν  αλλά θηλυκό, Πακμίνα δηλαδή. Αυτή αντί για τελίτσες έτρωγε τρελλίτσες και της άρεσαν πολύ και οι μακαρονάδες. Αν την ρωτούσες τι του βρήκε θα σου απαντούσε το χιούμορ του και την κοινή επιθυμία να ταξιδέψουν στο βυθό του Μπικίνι. 
      Πέρα απ΄αυτά δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό. Αυτός ήταν εντελώς αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε γύρω του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Οι άλλοι δεν τον ένοιαζαν. Τα προβλήματα τους δεν τον ένοιαζαν. Οι απώλειες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα πένθη τους δεν τον ένοιαζαν. Οι ελπίδες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα συναισθήματα τους δεν τον ένοιαζαν και φυσικά οι ανάγκες τους δεν τον ένοιαζαν. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν μόνο ο εαυτός του. Να είναι καλά να φάει τις τελίτσες, και να πάρει τα χάπια του.  Φρόντιζε τον εαυτό του με τρελλή όρεξη και φαντασία χωρίς αναστολές και ντροπές, γι΄αυτό και ήταν πάντα ένας καλογυαλισμένος και ατσαλάκωτος Πάκμαν πλήρως κατειλλημένος από τον εαυτό του .  
        Εκείνη φυσικά δεν τον άντεξε. Τον σιχάθηκε σχετικά σύντομα, αν και η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε να τον έχει σιχαθεί και νωρίτερα. Στα τραπεζάκια έξω από το Γκρι Καφέ του ζήτησε κλαίγοντας και ρουφώντας την μύτη της να χωρίσουν. Δεν άντεχε άλλο την αδιαφορία του, και δυστυχώς δεν θα μπορούσαν έτσι να φθάσουν ποτέ στο Βυθό του Μπικίνι. Εκείνος αν και αρχικά ξαφνιάστηκε και πήγε να δακρύσει, γρήγορα έβαλε σε λειτουργία τους άριστους μηχανισμούς αυτοσυγκράτησης που διέθετε και λίπαινε με τα ακριβότερα λιπαντικά της αγοράς. Είπε ''Ουδόλως με ενδιαφέρει'' και σηκώθηκε να πάει  να φάει ένα σουβλάκι τυλιχτό παρακάτω στον Κάβουρα.
        Εκείνη γύρισε με τα πόδια στο σπίτι ελπίζοντας πως το περπάτημα θα της κάνει λίγο καλό. Έστρεφε με ενδιαφέρον το βλέμμα της σε κάθε περαστικό διαβάτη, περιπατητή ή συνεπιβάτη. Αν διαπίστωνε πως κάτι τον βασάνιζε επέμενε περισσότερο να τον παρατηρεί με ενδιαφέρον. Το βλέμμα της διαδεχόταν χαμόγελα τα οποία οι περαστικοί της ανταπόδιδαν. Έστειλε χιλιάδες χαμόγελα, έσφιξε εκατοντάδες χέρια και απηύθυνε αμέτρητα βλέμματα γεμάτα ειλικρινή έγνοια, παρόλη την αμηχανία τους.  
       Οι περισσότεροι περαστικοί την έπαιρναν τουλάχιστον για παράξενη, αφού δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να συναντάς άνθρωπο που ενδιαφέρεται ειλικρινά όχι μονάχα για τον φίλο και τον συγγενή του αλλά ακόμα και για τον περαστικό διαβάτη.  Παρόλη την αμηχανία και την δυσπιστία τους, το συμπτωματικό της συνάντησης τους μαζί της καθώς και η θέρμη της έγνοιας της τους ξυπνούσε κάτι σχεδόν ξεχασμένο και καλά βυθισμένο στα αχανή της μνήμης. Υπήρχαν πάντα και αυτοί που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ μια τέτοια συμπεριφορά και παρόλα αυτά την καλοδεχόντουσαν. Αργότερα κατάλαβε πως ήταν είτε άνθρωποι που ήξεραν την τέχνη της εμπιστοσύνης είτε άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν την τέχνη της εμπιστοσύνης. 
       Αργά το βράδυ γύρισε στο σπίτι της. Ήταν τόσο κουρασμένη που ξάπλωσε με τα ρούχα και τα παπούτσια στο κρεβάτι. Πεινούσε και στο σπίτι δεν είχε τίποτα να φάει. Άνοιξε το παράθυρο και φώναξε ''Πεινάω''. Τρέξανε οι περαστικοί να της προσφέρουν την αυτοσχέδια μακαρονάδα τους.  Έφαγε, χόρτασε και ένιωσε απίστευτα τυχερή. 
       Κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία. Δεν έχω πολλά νέα της. Κάποιος την είδε τελευταία πάνω σε έναν ιππόκαμπο να ταξιδεύει στα αχανή βάθη του Βυθού του Μπικίνι. 


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Αύγουστος




Κρέμασες θάλασσες και ουρανούς στους τοίχους.
Αθόρυβα ακύρωσες τα καλοκαίρια.
Κατέγραψες  τελειωμένα βιογραφικά στοιχεία.
Έκλεισες τα παράθυρα.
Καρφίτσωσες μουσικές στο πέτο, σαν εκείνο το κόκκινο τριαντάφυλλο που σου πέταξε γελώντας το κορίτσι στην λαϊκή, δεκαπέντε χρόνια πριν
και ανέβασες πυρετό.
Καίγεσαι από τα όνειρα τα αιωνίως αποκλεισμένα.
Θυμάσαι μονάχα κάθε πρωί να εκφωνείς στάχτες και να ευθύνεσαι κυρίως για τις καθυστερήσεις.
Χωρίς να το καταλάβεις έφτιαξες την αποθήκη σου. Κλείστηκες μέσα.
Όταν έρχονται οι φίλοι τα λέτε. Δεν έχει σημασία τι λέτε. Το άρωμα της πούδρας απολαμβάνεις.
Μετά φεύγουν.
Δεν θα ξημερώσει άραγε ποτέ σ΄άυτή την μουσική;
Αλλιώς μπήκες εδώ μέσα και αλλιώς θα βγεις.
Χωρίς να μπορείς ν ΄αλλάξεις το παραμικρό.
Το πιο αστείο χωρίς να θέλεις ν΄αλλάξεις το παραμικρό.
Η ζωή κάνει την δική της σκηνοθεσία.
Θα ήθελες παρακάτω να υπάρχει ένας ρόλος πιο ενεργός.
Αλλάζουν ποτέ οι άνθρωποι;
Να δουν τον κόσμο με διαφορετικά χρώματα.
Πόσος χρόνος περνά για να γίνουν τα ίδια καθάρματα;
'Ανθρωποι με μεγάλες άπληστες μπουκιές μασουλάνε την ποίηση.
Και ο χρόνος σαν ηλεκτρικό μωρό να γελάει.
Ο καθένας μπορεί να γράφει ποιήματα και μάλιστα καλά. Είτε το παραδέχεσαι, είτε όχι.
Αυτό είπες.
Ακούμπησες με εφηβικό ενθουσιασμό όλες τις βεβαιότητες σου στο κορμό ενός δέντρου.
Έτρεξες να προλάβεις το  πρωινό λεωφορείο.
Κάτι έμαθες. Και αυτό το κάτι δεν είναι αποκλειστικά δικό σου.

Φωτογραφία Πάνος Μιχαήλ