Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Σαν σήμερα




    Ο ναύτης, στα μακρινά λιμάνια, μαζί με την σερμαγιά εμπορεύεται και τις ιδέες του. Γυρνώντας στην πατρίδα, δεν φέρνει μόνο το καράβι του φορτωμένο πραμάτιες ξωτικές, αλλά και το μυαλό του γεμάτο νοήματα ενός άλλου κόσμου. Πάνω στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου. Όποιος έσχισε την θάλασσα έμαθε πολλά. Κι όποιος την κρατάει γερά, κρατάει τα πάντα τούτης της γης στα χέρια του. Αρκεί να δεις ένα ηλιοβασίλεμα στην μέση του πελάγου, για να νιώσεις πολλά κρυφά, μυστήρια αμέτρητα. Η σοφία των λαών ένιωσε βαθειά τούτη την αλήθεια, την στέριωσε , την ανύψωσε σε σύμβολο. Κι ανακήρυξε πατέρα του πολιτισμού τον Οδυσσέα, τον αλήτη των ταραγμένων νερών.

Μ.Καραγάτσης ( σαν σήμερα πέθανε το 1960)

απόσπασμα από το βιβλίο '' Η Μεγάλη Χίμαιρα''

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Μπορείς;



     Στην αρχή δεν του άρεσε το καλοκαίρι. Όταν αυτό τέλειωνε, άνοιγαν τα σχολεία. Φοβόταν την πρώτη μέρα της επιστροφής στα θρανία. Οι άλλοι μιλούσαν για τα ταξίδια, τις διακοπές, που είχαν πάει. Εκείνος για άλλη μια χρονιά δεν είχε πάει πουθενά. ''Πουθενά, πουθενά, πουθενά'',  απαντούσε όταν τον ρωτούσαν τα υπόλοιπα παιδιά που είχε πάει. Λες και η τρεις φορές επανάληψη απέτρεπε οριστικά την επανάληψη της ερώτησης. Τον κοίταγαν με απορία, συχνά με απαξίωση, μετά του γύρναγαν την πλάτη και συνέχιζαν να εξιστορούν τα δικά τους. Ντρεπόταν τότε και ήθελε να τους πει πως δεν πήγε πουθενά, όμως έχει πολλά να διηγηθεί . Δεν το έλεγε όμως.  Καταλάβαινε πως μην έχοντας να πεις τα ίδια με τους άλλους είναι σαν να μην έχεις να πεις τίποτα. Φαίνεται πως αυτοί δεν ενδιαφερόντουσαν για το καλοκαίρι πραγματικά. Εκείνοι ενδιαφερόντουσαν για τις διακοπές. 
     Ήθελε να τους πει πως όταν εκείνοι έφευγαν για τα σπίτια της εξοχής με τους σαγρέ τοίχους, η πόλη είχε άλλο πρόσωπο.  Η γειτονιά δεχόταν επισκέψεις. Ερχόταν η οικογένεια του Αντρέα από την επαρχία να επισκεφθεί φίλους και συγγενείς, και έφερνε αυτό μια γλυκιά αναμενόμενη έκπληξη. Ξαναήρθαν έλεγε και περίμενε από στιγμή σε στιγμή να του κτυπήσει ο Αντρέας το κουδούνι.  Τα ξενοδοχεία γέμιζαν τουρίστες που ανέμελα βολτάρανε στους δρόμους όλη μέρα με τα  ψαθάκια και τα χρωματιστά ρούχα τους. 
    Να τους πει πως έβλεπε τις βεράντες τους να ξεραίνονται από τον ήλιο και πως εκείνος έπαιρνε το πράσινο λάστιχο και κατάβρεχε όπου αυτό έφθανε επίτηδες. Μετά πως έδινε ραντεβού με τον Γιώργο στην στάση και πήγαιναν με το λεωφορείο για μπάνιο στα βραχάκια στο Σούνιο ή στην Σαλαμίνα με το καραβάκι. Ολόκληρη μέρα βουτιές από τα βραχάκια. Γυρνάγανε κατάκοποι το βράδυ. Τρώγανε ένα παγωτό κάτω από την πολυκατοκία και χωρίζανε για ύπνο.
    Θυμόταν κι άλλα πολλά. Πως βλέπανε ταινίες λαθραία στο θερινό της γειτονιάς. Παραφυλούσαν πότε ο τύπος στα εισητήρια θα έφευγε μια στιγμή και τρύπωναν μέσα. Είχαν την γνωστή τους θέση δίπλα στο γιασεμί. Τώρα που το ξανασκέφτεται μάλλον θα το είχε καταλάβει ο τύπος  αλλά δεν τους είχε πει ποτέ τίποτα. Ήταν σαν τα καλοκαίρια να έβρισκε τρόπο να αγαπήσει την πόλη περισσότερο. Γιατί πως στο διάολο γίνεται να ζεις σ΄ένα τόπο μόνο την εποχή που τον μισείς ; 
     Απάντηση όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε. Όταν μετά από χρόνια συνάντησε κάποιους από τους συμμαθητές του,  απ΄αυτούς που είχε να τους δει από τότε που κρεμόντουσαν δίπλα δίπλα στα κάγκελα του σχολείου για να διαβάσουν τα αποτελέσματα των πανελλαδικών βρήκε νομίζει μια απάντηση. Ανταλλάξανε κουβέντες για την δουλειά, για τα παιδιά, για τα αυτοκίνητα, για την μπάλα. Μετά είπε εκείνος για το πώς άλλαξε η γειτονιά, για το θερινό που έκλεισε, για την πίεση της ανεργίας, για την συναυλία στα βραχάκια που οργάνωσαν τα παιδιά του σχολείου, για τα παιδιά που διαλέγουν τι θα σπουδάσουν ανάλογα με το πού θα βρουν δουλειά, για την απελπισία της εποχής. Πως δεν πρέπει να μας πάρει από κάτω. Έλεγε, έλεγε, έλεγε. Όμως δεν άκουγε κουβέντα. Σαν οι άλλοι να μην ήταν από δω.
    Έμαθε σε μια στιγμή πώς είναι να κρατάς ένα καλοκαίρι στην καρδιά σου κι ας μην έχεις πάει διακοπές. Να αφήνεις πίσω σου χειμώνες. Μπορείς; Να είναι ένα νησί τρυπωμένο μέσα σου περικυκλωμένο από άμμο και θάλασσα. Μόλις αρχίζουν να σε καίνε οι πατούσες σου να βουτάς στην θάλασσα. Να σε μετατρέπουν οι βουτιές σε λαθρεπιβάτη της ζωής. Έτοιμο πάντα να πληρώσεις το τίμημα ότι ζεις. Μπορείς; Να αγαπάς τα καλοκαίρια, όχι τις διακοπές. Nα είναι τα καλοκαίρια εργοστάσιο αναμνήσεων και το φθινόπωρο το καταλάγιασμα τους. 
    Να σκέφτεσαι δροσιά. Απαλή δροσιά πάνω σε φθινοπωρινά φύλλα. Καινούργια τετράδια, την μυρωδιά του χαρτιού, πρωτοβρόχια, τις ροδιές φορτωμένες ρόδια, το πρώτο πουλοβεράκι στους ώμους. Να είναι όλα αυτά μια αίσθηση. Να μην εξαρτώνται από συνθήκες. Να ξεκινάς έτσι το φθινόπωρο σαν μαθητής. Μπορείς; 
 

      

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Σκοπός



Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ΄αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.Σκοπός της ζωής μας είναιη αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσα στιγμήν κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων .Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεως μας.


Ανδρέας Εμπειρίκος
Σαν σήμερα  γεννήθηκε το 1901

Ζωγραφική Dogan Eksioglu

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Και όπου έχει κατάληξη -o μπορείς να βάλεις και -η



    Ήταν τότε που ζητούσε επίμονα ένα μεγάλο ξύλινο κουκλόσπιτο γεμάτο δωμάτια με μινιατούρες έπιπλα. Να κάνει στρογγυλά κουλουράκια από χιλιάδες λέξεις πλαστελίνες. Σε ανυποψίαστο χρόνο ν΄απλώνει τα κουλουράκια, να τα κάνει χαλιά. Να βρίσκουν δρόμο να τρέχουν πάνω τους οι διάλογοι του άλλου του μεγάλου σπιτιού. Ήταν τότε που ζητούσε να του αγοράσουν ένα ποδήλατο ισορροπίας. Αυτό με τη σέλα, το τιμόνι και τη μια ρόδα. Όπως αυτό που έχουν οι ακροβάτες. Να μάθει μόνος του να ισορροπεί, στο διάδρομο, στο δρόμο, στην πυλωτή. Να φρενάρει στον πάγκο της κουζίνας, την ώρα που κόβανε την σαλάτα για να διεκδικήσει το δικό του φιλί.  Ήταν τότε που ζητούσε να ντυθεί Super Man και η φίλος του Bad Man. Να τριγυρίζουν όλη μέρα με μπέρτες και δύναμη μαγική. Τα βράδια να βγαίνουν στην πυλωτή να κάνουν κόλπα ζογκλερ με κορίνες, μπαλάκια και στεφάνια. 
    'Ομως τα κουκλόσπιτα ήταν ακριβά και κυρίως δεν ήταν για άντρες. Η μαμά προτιμούσε το κολυμβητήριο και τα αγγλικά από τις μπέρτες και τις κορίνες. Στην πυλωτή αντί για ποδήλατο ισορροπίας φύτρωσε μια μπασκέτα, μόνο και μόνο γιατί έτσι το ήθελε ο μπαμπάς. Στο φίλο του δεν άρεσαν οι ζογκλέρ και εκείνος ήταν πολύ μικρός για να ισορροπήσει μόνος του. Πόσο μάλλον για να διεκδικήσει αγάπες και φιλιά. 
    Περάσαν τα χρόνια. Οι εποχές άλλαξαν. Τώρα μπορεί να παραγγείλει από το εξωτερικό το πιο μεγάλο κουκλόσπιτο μαζί με τις πιο λεπτοδουλεμένες μιανιατούρες έπιπλα. Έπιπλα από αληθινό κέδρο και οξιά. Κουκλόρουχα ραμμένα από κανονικές έμπειρες μοδίστρες. Μπορεί να αποκτήσει το καλύτερο ποδήλατο ισσοροπίας. Μπορεί ν΄ αγοράσει όλα τα τρικ του ζογκλέρ, μαζί και το μαγαζάκι που τα πουλάει. Μπορεί αλλά δεν θέλει. 
    Θέλει μονάχα να εξαφανίσει τις συζυγικές επιθυμίες.  Να μην θυμάται τις παιδικές προσευχές, αφού παράδεισος δεν υπάρχει. Να θάψει βαθιά τα όνειρα των δικών του μικρών. Να μην θυμάται ούτε εκείνος που τα έθαψε για να μην τα βρει όταν του ζητηθούν. Γιατί μια μέρα θα του ζητηθούν, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτό τότε θα είναι ένα τέλος. Ένα τέλος που δεν θα ταιριάζει με την μεγάλη του επιτυχία, ούτε με το γυαλιστερό χαμόγελο του.
     Για την μελαγχολία που τον βασάνιζε δεν μίλησε ποτέ κανείς. Ούτε τότε, ούτε μετά.


Ζωγραφική Liu Yue

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Έχω και τον Αύγουστο

 

    Όλο τον χρόνο έλεγα ''έχω και τον Αύγουστο'' και ο Αύγουστος πάντα ερχόταν στην ώρα του. Μήνας μετά τον Ιούλιο. Κέρδιζε τον Ιούλιο στο πι και φι.  Κάτι σαν αποκορύφωση έφερνε ο Αύγουστος. Κάτι σαν ανατροπή στο καθορισμένο. Αυτός και τα κόκκινα  φεγγάρια του. Τον Αύγουστο τον θυμάμαι στην αρχή από τις κατάμαυρες πατούσες που είχα  όταν  παιδί γύρναγα σπίτι αργά το βράδυ. Αργότερα από τους έρωτές του. Σαν παιδιά  το  τέλος μιας  τεράστιας  μέρας γεμάτης παιχνίδι ήταν ένας μικρός θάνατος, αλλά δεν το παραδεχόμασταν. Η γλύκα της μέρας δεν μας άφηνε τίποτα να αποδεχθούμε πως χάσαμε. Όχι πως είχε καμιά σημασία τότε. Ένα εισητήριο διαρκείας σε καθημερινό παιχνίδι κρατούσαμε στα χέρια μας, και αυτό μας έφτανε.  Τα πρωινά χωριζόμαστε σε αγόρια και κορίτσια και παίζαμε μήλα, κυνηγητό, κρυφτό στα χωράφια, στις αλάνες, στους δρόμους. Ιδρώναμε και συνεχίζαμε με απληστία. Ο καθένας ήταν όλοι οι άλλοι μαζί. Μια παρέα μας φάρδαινε τις ωμοπλάτες χωρίς καν να μας ρωτήσει. Μας μαγνήτιζε το διαφορετικό λαχάνιασμα, η διαφορετική αναπνοή των αγοριών. Και αυτοί το ίδιο κάνανε. Φωνάζαμε δυνατά ''Φτου ξελεφτερία'' και νικούσαμε το χρόνο με την μία.
    Όταν σουρούπωνε, ξεκινάγαμε για την θάλασσα. Ξαπλώναμε ο καθένας με το κεφάλι  πάνω στην κοιλιά του άλλου και κοιτάγαμε τ΄άστρα. Λέγαμε ό,τι ξέραμε από τους αστερισμούς και κάναμε σχέδια. Θα γυρίσω όλο τον κόσμο με ιστιοφόρο. Θα κάνω πολλά παιδιά. Θα πάρω μηχανή. Θα παντρευτώ από έρωτα. Θα φτιάξω δικό μου συγκρότημα. Θα πάω με οτοστόπ στον Ισημερινό. Θα σ΄αγαπώ μέχρι να πεθάνω. Γνωρίζαμε τους άγνωστους   υπογάστριους ήχους και την κινητικότητα των εντέρων μας όταν στηρίζαμε πάνω τους ολόκληρο έναστρο ουρανό μαζί και το φεγγάρι. Μετά αποχωριζόμασταν αποκαμωμένοι. Για να ανταμώσουμε την άλλη μέρα πάλι. Με ανανεωμένα τα σχέδια για τα παιχνίδια και την επιθυμία πιο βαθιά χαραγμένη. Να με σκέφτεται άραγε καθόλου; αναρωτιόμασταν και φεύγαμε ο καθένας για τον προορισμό του. Μήπως κάνουμε και τίποτα άλλο ολόκληρη την ζωή μας; Συναντιόμαστε, γνωριζόμαστε και απομακρυνόμαστε ο καθένας προς τον προορισμό του. Είναι και κάποιοι προορισμοί που στρέφουν τα κεφαλάκια τους προς την ίδια κατεύθυνση. Όμορφα είναι τότε. Η απάντηση όμως στην ερώτηση αν με σκέφτεται άραγε, δεν μπορεί πάντα ν΄απαντηθεί. 
      Πως από τους Αύγουστους περιμένω πάντα τα ίδια, αυτό κατάλαβα. Κι ας μεγαλώνω, εγώ περιμένω αυτό που περίμενα και μικρή. Να πάω ταξίδια, εκδρομές, να φάω καρπούζι, να μπω σε ζωές άλλων, να γίνω και άλλοι. Να βγω από την κανονικότητα. Μάλλον με την σιγουριά πως ο Σεπτέμβρης είναι παρακάτω και θα την ξαναφέρει. Τα ίδια και τώρα. Με την διαφορά πως προχωρώντας γίνεσαι οι άλλοι έτσι κι αλλιώς. Λίγο να μην είσαι συνεχώς απασχολημένος με τον εαυτό σου χωράς και άλλους, κι ας μην είναι Αύγουστος. Σαν να έχει ο καιρός σκορπίσει Αύγουστους τριγύρω και εσύ πλαταίνεις για να τους χορτάσεις. Έτσι που να μπορείς να πεις "έχω και τον Αύγουστο" και να παρηγοριέσαι.


Ζωγραφική - Κολλάζ Irene Bonnevie Obias

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Αύγουστος στεγνώνει στα μανταλάκια




Το Τράνζιτ ταξίδεψε με τις αποσκευές δυό καλών φίλων στα Κουφονήσια. Δεν του έφθασε μονάχα αυτό. Φιλοξενήθηκαν και φωτογραφήθηκαν οι σκέψεις του στα υπέροχα ''Καλάμια''. 'Οταν οι αποστάσεις μικραίνουν και η ανταλλαγή σκέψεων μας κάνει μια μεγάλη παρέα.
Πολλά εγκάρδια ευχαριστώ!


Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Ο Βυθός του Μπικίνι



      Εκείνος ήταν ένας Πάκμαν. Έτρωγε δηλαδή τελίτσες μέχρι να πάρει τα χάπια του.  Τα χάπια δεν ήταν επιλογή αφού μονάχα μετά την κατανάλωση τους μπορεί να νικήσει τα φαντάσματα του.  Εκείνη ήταν και αυτή Πάκμαν  αλλά θηλυκό, Πακμίνα δηλαδή. Αυτή αντί για τελίτσες έτρωγε τρελλίτσες και της άρεσαν πολύ και οι μακαρονάδες. Αν την ρωτούσες τι του βρήκε θα σου απαντούσε το χιούμορ του και την κοινή επιθυμία να ταξιδέψουν στο βυθό του Μπικίνι. 
      Πέρα απ΄αυτά δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό. Αυτός ήταν εντελώς αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε γύρω του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Οι άλλοι δεν τον ένοιαζαν. Τα προβλήματα τους δεν τον ένοιαζαν. Οι απώλειες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα πένθη τους δεν τον ένοιαζαν. Οι ελπίδες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα συναισθήματα τους δεν τον ένοιαζαν και φυσικά οι ανάγκες τους δεν τον ένοιαζαν. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν μόνο ο εαυτός του. Να είναι καλά να φάει τις τελίτσες, και να πάρει τα χάπια του.  Φρόντιζε τον εαυτό του με τρελλή όρεξη και φαντασία χωρίς αναστολές και ντροπές, γι΄αυτό και ήταν πάντα ένας καλογυαλισμένος και ατσαλάκωτος Πάκμαν πλήρως κατειλλημένος από τον εαυτό του .  
        Εκείνη φυσικά δεν τον άντεξε. Τον σιχάθηκε σχετικά σύντομα, αν και η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε να τον έχει σιχαθεί και νωρίτερα. Στα τραπεζάκια έξω από το Γκρι Καφέ του ζήτησε κλαίγοντας και ρουφώντας την μύτη της να χωρίσουν. Δεν άντεχε άλλο την αδιαφορία του, και δυστυχώς δεν θα μπορούσαν έτσι να φθάσουν ποτέ στο Βυθό του Μπικίνι. Εκείνος αν και αρχικά ξαφνιάστηκε και πήγε να δακρύσει, γρήγορα έβαλε σε λειτουργία τους άριστους μηχανισμούς αυτοσυγκράτησης που διέθετε και λίπαινε με τα ακριβότερα λιπαντικά της αγοράς. Είπε ''Ουδόλως με ενδιαφέρει'' και σηκώθηκε να πάει  να φάει ένα σουβλάκι τυλιχτό παρακάτω στον Κάβουρα.
        Εκείνη γύρισε με τα πόδια στο σπίτι ελπίζοντας πως το περπάτημα θα της κάνει λίγο καλό. Έστρεφε με ενδιαφέρον το βλέμμα της σε κάθε περαστικό διαβάτη, περιπατητή ή συνεπιβάτη. Αν διαπίστωνε πως κάτι τον βασάνιζε επέμενε περισσότερο να τον παρατηρεί με ενδιαφέρον. Το βλέμμα της διαδεχόταν χαμόγελα τα οποία οι περαστικοί της ανταπόδιδαν. Έστειλε χιλιάδες χαμόγελα, έσφιξε εκατοντάδες χέρια και απηύθυνε αμέτρητα βλέμματα γεμάτα ειλικρινή έγνοια, παρόλη την αμηχανία τους.  
       Οι περισσότεροι περαστικοί την έπαιρναν τουλάχιστον για παράξενη, αφού δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να συναντάς άνθρωπο που ενδιαφέρεται ειλικρινά όχι μονάχα για τον φίλο και τον συγγενή του αλλά ακόμα και για τον περαστικό διαβάτη.  Παρόλη την αμηχανία και την δυσπιστία τους, το συμπτωματικό της συνάντησης τους μαζί της καθώς και η θέρμη της έγνοιας της τους ξυπνούσε κάτι σχεδόν ξεχασμένο και καλά βυθισμένο στα αχανή της μνήμης. Υπήρχαν πάντα και αυτοί που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ μια τέτοια συμπεριφορά και παρόλα αυτά την καλοδεχόντουσαν. Αργότερα κατάλαβε πως ήταν είτε άνθρωποι που ήξεραν την τέχνη της εμπιστοσύνης είτε άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν την τέχνη της εμπιστοσύνης. 
       Αργά το βράδυ γύρισε στο σπίτι της. Ήταν τόσο κουρασμένη που ξάπλωσε με τα ρούχα και τα παπούτσια στο κρεβάτι. Πεινούσε και στο σπίτι δεν είχε τίποτα να φάει. Άνοιξε το παράθυρο και φώναξε ''Πεινάω''. Τρέξανε οι περαστικοί να της προσφέρουν την αυτοσχέδια μακαρονάδα τους.  Έφαγε, χόρτασε και ένιωσε απίστευτα τυχερή. 
       Κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία. Δεν έχω πολλά νέα της. Κάποιος την είδε τελευταία πάνω σε έναν ιππόκαμπο να ταξιδεύει στα αχανή βάθη του Βυθού του Μπικίνι. 


Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Αύγουστος




Κρέμασες θάλασσες και ουρανούς στους τοίχους.
Αθόρυβα ακύρωσες τα καλοκαίρια.
Κατέγραψες  τελειωμένα βιογραφικά στοιχεία.
Έκλεισες τα παράθυρα.
Καρφίτσωσες μουσικές στο πέτο, σαν εκείνο το κόκκινο τριαντάφυλλο που σου πέταξε γελώντας το κορίτσι στην λαϊκή, δεκαπέντε χρόνια πριν
και ανέβασες πυρετό.
Καίγεσαι από τα όνειρα τα αιωνίως αποκλεισμένα.
Θυμάσαι μονάχα κάθε πρωί να εκφωνείς στάχτες και να ευθύνεσαι κυρίως για τις καθυστερήσεις.
Χωρίς να το καταλάβεις έφτιαξες την αποθήκη σου. Κλείστηκες μέσα.
Όταν έρχονται οι φίλοι τα λέτε. Δεν έχει σημασία τι λέτε. Το άρωμα της πούδρας απολαμβάνεις.
Μετά φεύγουν.
Δεν θα ξημερώσει άραγε ποτέ σ΄άυτή την μουσική;
Αλλιώς μπήκες εδώ μέσα και αλλιώς θα βγεις.
Χωρίς να μπορείς ν ΄αλλάξεις το παραμικρό.
Το πιο αστείο χωρίς να θέλεις ν΄αλλάξεις το παραμικρό.
Η ζωή κάνει την δική της σκηνοθεσία.
Θα ήθελες παρακάτω να υπάρχει ένας ρόλος πιο ενεργός.
Αλλάζουν ποτέ οι άνθρωποι;
Να δουν τον κόσμο με διαφορετικά χρώματα.
Πόσος χρόνος περνά για να γίνουν τα ίδια καθάρματα;
'Ανθρωποι με μεγάλες άπληστες μπουκιές μασουλάνε την ποίηση.
Και ο χρόνος σαν ηλεκτρικό μωρό να γελάει.
Ο καθένας μπορεί να γράφει ποιήματα και μάλιστα καλά. Είτε το παραδέχεσαι, είτε όχι.
Αυτό είπες.
Ακούμπησες με εφηβικό ενθουσιασμό όλες τις βεβαιότητες σου στο κορμό ενός δέντρου.
Έτρεξες να προλάβεις το  πρωινό λεωφορείο.
Κάτι έμαθες. Και αυτό το κάτι δεν είναι αποκλειστικά δικό σου.

Φωτογραφία Πάνος Μιχαήλ

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Μια μπαταρία με πολλές πληροφορίες

 


     Στην μαμά το είχα ζητήσει κατηγορηματικά . Όταν την έβλεπα να καρφώνεται μπροστά στον υπολογιστή , να σκοτώνει τον χρόνο της χωρίς λόγο και αιτία αμίλητη , αναστέναζαν όλες οι παιδικές μου καρδιές. Ο μπαμπάς κάθε απόγευμα πηγαινοερχόταν με το κινητό στο χέρι και τ΄ακουστικά στα αυτιά από οθόνη σε οθόνη και από δωμάτιο σε δωμάτιο  . Τηλεόραση, υπολογιστής , τάμπλετ, κινητό. Αυτό το τελευταίο και στην τουαλέτα. Στην αύρα της οθόνης κλείνανε όλα τα ανοίγματα προς ένα κόσμο πιο γήινο και πιο αληθινό. Είχα ξεχάσει πως είναι να σε κοιτούν και την ίδια ώρα να σε βλέπουν. 
     Αύγουστος ήταν , Κυριακή μεσημέρι όταν αποφάσισα να οπλιστώ με την παιδική μου γενναιότητα και να του δείξω ηρωικά την έγνοια μου. Από νωρίς του είχα ζητήσει μια βόλτα στον Υμηττό. Να πάμε για περπάτημα. Να λαχανιάσουμε παρέα, να μιλήσουμε και να φωτογραφίσουμε θάμνους, πουλιά , δέντρα , την πόλη από ψηλά. Αν έχουμε κέφι και δύναμη να πάμε και σε κανένα θερινό στην επιστροφή. Θα δούμε μου είχε πει. Το θα δούμε στο σπίτι μας σημαίνει όχι. Δεν θυμάμαι ποτέ ''θα δούμε'' να γίνεται ναι. Ίσως ήταν αυτό το σημείο βρασμού που απαίτησε την ανατροπή . Πες μου ένα ναι ή ένα όχι. Μην με πρήζεις με ψεύτικη αναμονή. 
    'Οταν έπεσε για τον μεσημεριανό του ύπνο , έβγαλα την μπαταρία του κινητού , την βούλιαξα σε ένα μπολ με καυτό νερό για μισή ώρα . Την σκούπισα και την έβαλα πίσω στην θέση της με την ελπίδα να την έχω ξεκοιλιάσει πια για τα καλά. Γιατί καυτό νερό μην με ρωτάς. Θυμωμένη ήμουν και όχι μόνο με την μπαταρία.Πρώτα  άκουσα την πόρτα του υπνοδωματίου  ν ΄ανοίγει, την πόρτα του λουτρού να κλείνει , νερό, καζανάκι , σέικερ και παγάκια για τον απόγευματινό καφέ. '' Τι έπαθε το κινητό μου , γιατί δεν ανοίγει ; '' Η μαμά πήγε κοντά του, πήρε το κινητό στα χέρια της , έκανε τις αντίστοιχες κινήσεις για ανοιγόκλειμα του κινητού αλλά κανένα σήμα ζωής. Ήθελα πολύ να προστατεύσω την μαμά , να μην πέσει πάνω της άδικα η μπόρα αλλά παρέμεινα καρφωμένη στη καρέκλα στο βεραντάκι της κουζίνας να κάνω  πως διαβάζω περιοδικό. Είναι οι στιγμές που μαθαίνεις μια και έξω την αξία τς προσποίησης στη ζωή. 
     Η υγρασία της μπαταρίας και ο ξεχασμένος πάνω στον πάγκο της κουζίνας βραστήρας με πρόδοσα. Ο μπαμπάς με είχε δείρει τρεις φορές στην ζωή του. Αυτή ήταν η δεύτερη. Σταμάτησε όταν τα ουρλιαχτά μου τρυπώσανε μέσα από τα ανοικτά παράθυρα στα σπίτια των γειτόνων και προκάλεσαν τις διαμαρτυρίες τους. Απορούσα και αναρρωτιόμουν πως δεν καταλάβαινε πως το έκανα για να μας σώσω και τους δυο από μαι βέβαιη αρρώστια και πως κανονικά θα έπρεπε να με αγαπά περισσότερο. 
     Κάπου ανάμεσα στην παραδοχή της πράξης μου και στα παρακάλια της μαμάς , ομπαμπάς άρχισε να καταλαβαίνει πως το παράκανε. Αποφάσισε να πάμε την βόλτα στον Υμηττό παρόλο που δεν είχα πια καμιά όρξεη. Ο καιρός είχε αρχίσει να αλλάζει σαν να συνηγορούσε με την διάθεση μου . Μας πρόλαβε η βροχή στην μέση του δρόμου. Αμίλητοι συνεχίσαμε και φθάσαμε στο αγαπημένο μου σημείο. Ένιωθα σαν να προδίδω το ξύλινο καθιστικό με την πέργκολα , εκεί που μου άρεσε όσο τίποτα άλλο η θέα της πόλης με τις πράσινες και μπεζ  τέντες , τα βρώμικα  κλιματιστικά στα μπαλκόνια και τα περιστέρια στα καλώδια της ΔΕΗ να περιμένουν σιωπηλά  μια άλλη μέρα καλύτερη από την σημερινή. Η βροχή συνέχιζε αν και πιο αδύναμη.  ''Εσύ δεν ήθελες βουνό και περπάτημα; Περπάτα τώρα. !''
    Βγήκε και η μαμά από το αυτοκίνητο.Έβαλε την κουκούλα της μπλούζας που με προνοητικότητα είχε φορέσει, έσπρωξε τα χέρια της μέσα στις τσέπες του παντελονιού της και άρχισε να περπατά κλωτσώντας χαλικάκια. Ακολούθησα πίσω της κι εγώ. Κρύωνα και ήθελα να γυρίσω πίσω αλλά δεν τολμούσα. Την έφθασα και έπιασα τον ρυθμό του βηματισμού της. Πονούσα ολόκλρο τον παιδικό μου εαυτό αλλά δίπλα της καλύτερα από μόνη.  
     Έδωσα όρκο στον εαυτό μου να μην προστατεύσω ξανά κανέναν μεγάλο από καμιά θανατηφόρα αρρώστια . Συνειδητοποίησα σε δευτερόλεπτα πως για να βάζει ο μπαμπάς τις οθόνες και τις μπαταρίες  πάνω από μένα κάτι παραπάνω θα ήξερε . Άρχισα από την επόμενη κι όλας να μαζεύω το χαρτζιλίκι μου για να αγοράσω κινητό και αμέσως μετά τάμπλετ. Βόλτα στον Υμηττό δεν τους ζήτησα ποτέ ξανά. 
      

     

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Είναι κάποιος που ζει σ΄ένα υπόγειο



        Είναι κάποιος που Ιούλη μήνα  εκεί  που ζει, ανοίγει κλείνει το παράθυρο και τίποτα δεν αλλάζει. Από το σημείο που βρίσκεται  περνούν πολλοί άνθρωποι άντρες και γυναίκες. Λόγω συγκυριών κοιτά τα πόδια τους.Οι συγκεκριμένες συγκυρίες δεν είναι άλλες από το ότι μένει σ΄ένα υπόγειο και αυτό που πέφτει στην αντίληψη του είναι ό,τι συμβαίνει μέχρι τους 30 πόντους πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. Η παρατήρηση του είναι αλήθεια βασίζεται ως επί το πλείστον στην φαντασία και στις υποθέσεις . Φθάνει όμως σε χρήσιμα και εύλογα συμπεράσματα.
      Θα μπορούσε να  πει πως είχε  γίνει  κάτι σαν ειδικός. Ειδικά αν σκεφθείς πως αποφεύγει  να βγει  από το υπόγειο αλλά και να έρθουν  άνθρωποι σ΄αυτό. Έτσι όλα τα συμπεράσματα βασίζονται στην ασχολία της παρατήρησης. Πλεον με ιδιαίτερη ευκολία μπορεί να διακρίνει ένα γρήγορο , ψυχαναγκαστικό βηματισμό, ενός ανθρώπου που δεν έχει χρόνο για χάσιμο και για σκέψη γιατί δεν προλαβαίνει να πληρώσει τους ανοικτούς λογαριασμούς του από  το βηματισμό ενός που περπατώντας ονειρεύεται ποιήματα. Μπορεί να καταλάβει αν τα πόδια που περνούν σέρνονται κουρασμένα προς τον προορισμό τους ύστερα από μια κουραστική και μάταιη μέρα στους δρόμους ή είναι πόδια ερωτευμένου που τρέχουν να πέσουν στην αγκαλιά του δήμιου τους. Σε όλα αυτά αρκεί κανείς να προσθέσει τις πληροφορίες που αντλεί από τα υποδήματα για να καταλάβει την ακρίβεια των παρατηρήσεων του. Τα παπούτσια με απλό τρόπο αφηγούνται το ταξικό περιβάλλον , το κοινωνικό υπόβαθρο, την διαθεσιμότητα, την κινητικότητα, την ανεργία και όλα τα συναφή και συμπαρασύροντα. Όπως και να το κάνουμε άλλα κριτήρια πληρούν δύο ψηλοτάκουνες μη μου άπτου γόβες και άλλα δυό λιωμένες ελβιέλες. 
      Το ερώτημα βέβαια που γεννιέται είναι αφού μπορεί και ξέρει τόσα πολλά , βλέποντας τόσα λίγα και αφού τα συμπεράσματα του είναι αποτελέσματα βαθειάς παρατήρησης και ενδιαφέροντος γιατί δεν βγαίνει έξω να δει την συνολική εικόνα και να ολοκληρώσει την σκέψη του. Λοιπόν μας απαντάει πως αφου μπορεί να διακρίνει τόσα πολλά από κει που βρίσκεται κοιτάζοντας μονάχα τα πόδια των ανθρώπων τρομάζει πολύ στην ιδέα του πόσα πολλά θα μπορούσε να καταλάβει αν κοίταζε βαθειά μέσα στα μάτια τους.



Photo by
Annie Murphy-Robinson

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Η πράσινη βαλίτσα



        Την πράσινη βαλίτσα να την αφήσεις στο τέλος. Αυτή μόνο, με όλα τ΄άλλα να τελειώνουμε. Μιλούσε και τριγυρνούσε ξυπόλητη ανάμεσα στα χαρτόκουτα μ΄ένα χοντρό μαύρο μαρκαδόρο στα χέρια. Έγραφε έξω από κάθε κούτα το περιεχόμενο. Βιβλία, cd, κατσαρολικά, ρούχα, περιοδικά. Όταν κουραζόταν , καθόταν λίγο στον καναπέ ή στο κρεβάτι με το απλανές βλέμμα να ακουμπάει την αδημονία των πραγμάτων και των καταστάσεων. Σηκωνόταν και συνέχιζε. Παράχωνε τις φωτογραφίες που ξεμείνανε μαζί με τα κασκόλ . Σήκωνε το ακουστικό , να τηλεφωνήσει σε κανένα φίλο , άκουγε το πρώτο ντριν και το άφηνε κάτω. 
      Έμπαινε και έβγαινε στα δωμάτια, ορθάνοιχτες οι μπαλκονόποτρες και οι τρυπούλες από τα μισάνοιχτα ρολά να σχηματίζουν το μεσημέρι  στο ξύλινο πάτωμα. Προσπαθούσε να εντοπίσει τα ξεχασμένα αλλά περισσότερο ν΄ ακουμπήσει λίγο ακόμα τα γυμνά της πέλματα , στις φαρδιές τάβλες του πατώματος . Να ακούσει τα τριξίματα του κάτω από το βάρος της και να πει ακόμα εδώ είμαστε.''Πως είναι το πάτωμα στο νέο ;''. Βουτηγμένη στην άρνηση , δεν είχε πάει να το δει ποτέ. ''Πως θέλεις να είναι; ένα σπίτι επαρχιακό είναι. '' Δεν άκουσε την συνέχεια της απάντησης γιατί αρχίσαν τα χρατς χρατς της ταινίας. Ο Νίκος έκλεινε τις κούτες . 
     Ογδόντα τρια διαφορετικά δέματα και η πράσινη βαλίτσα χωρέσανε τα υπάρχοντα τους. Όταν πριν ένα μήνα της είχε πει πως λύση άλλη δεν έβλεπε , έπρεπε να κλείσουν το μαγαζί και να πάνε στο χωριό, δεν ήθελε να το πιστέψει. Ήταν οι φίλοι τους εδώ, ήταν τα μαθήματα, ήταν η ζωή τους . Είχε θυμώσει την πρώτη ώρα που το άκουσε, ξεκόλλησε και το χαρτάκι που είχε αφήσει στο ταμείο '' παραδίδονται μαθήματα Αγγλικών , τιμές πολύ λογικές''. Μέρες της πήρε να  καταπιεί τον θυμό της απώλειας. Εδώ άλλοι φεύγουν  για την Αυστραλία, τι είναι να γυρίσεις στο χωριό. Μέχρι γραφεία βοήθειας μετανάστευσης εέχουν ανοίξει στην Κάνιγγος. Τριγύρω άστεγοι , πρεζόνια και στην μέση τα γραφεία. Είναι εποχή αποφάσεων της είχε πει. Πήρανε τελικά την απόφαση.
      Πάνω από την ταινία έσφιγγαν τις κούτες με σπάγγο. Κυλούσε ο σπάγγος τριγύρω σχηματίζοντας ένα λευκό μονοπάτι. Η ώρα περνούσε, ο χρόνος στην μετακόμιση δεν είναι ο ίδιος μ΄αυτόν του συνηθισμένου ρολογιού. Είναι ο χρόνος ενός διαφορετικού χρονομέτρου  μια ζωής παρελθούσης που  βγάζει την γλώσσα της στο σήμερα. Ογδοντατρία διαφορετικά δέματα και η πράσινη βαλίτσα χωρέσανε όσα ήταν να χωρέσουν . Τα υπόλοιπα, τα γέλια πάνω στο πάγκο της κουζίνας, τα σημάδια στους τοίχους από τα καρφιά ,οι γρατσουνιές στα έπιπλα από τα αναπάντητα, τα δάκρυα στο κεφαλάρι του κρεββατιού για όλα αυτά που ήταν να έρθουν αλλά δεν ήρθαν ποτέ , τα αποτυπώματα  από τα πρωινά της ανεργίας,  κάτι σακβουαγιαζ με ρούχα παλιά που δεν χωράνε πια και δεν το αποδεχθήκανε εγκαίρως μείνανε εκεί ακούνητα. Ιδιοκτησία μιας ζωής που δεν χωρά σε σύνορα. 
      Ήρθαν τα παιδιά της μεταφορικής . Άρχισε να αποκτά ξανά καλύτερη ορατότητα καθώς κατέβαιναν οι στοίβες με τις κούτες. Άναψε ένα τσιγάρο και ακούμπησε την πλάτη της στην συρόμενη πόρτα του γραφείου. ''Αφήστε την πράσινη βαλίτσα τελευταία''. Των γονιών της ήταν η βαλίτσα . Από ένα ταξίδι τους στην Βενετία όταν ήταν ακόμα νέοι. Της είχαν πει πως καθόντουσαν σ΄ενα καφέ στην πλατεία του Αγίου Παύλου και η βαλίτσα ήταν στην βιτρίνα του διπλανού  καταστήματος. Πράσινη, δερμάτινη, φιρμάτη,ολοκαίνουργια και ότι έπρεπε για τα ταξίδια που σκόπευαν να κάνουν. Όταν πήγε να σπουδάσει στο Λονδίνο , πέρασε στην κατοχή της άθικτη.
     Τελευταία έφυγε εκείνη . Τράβηξε τον φθαρμένο ιμάντα και κατέβασε τα ρολά. Έστρωσε την παλιά  πετσέτα μπροστά από τον νεροχύτη στην κουζίνα. Αυτή και μόνο έμεινε. Με την μυρωδιά του απορρυπαντικού από τα τελευταία πλυσίματα ακόμα πάνω της. ''Μη,μη ΄΄φώναξε  στο μεταφορέα που πήγε να πάρει την βαλίτσα. ''Μόνη μου θα την πάρω, έχει  όλο τον Καζαντζάκη μέσα''. Σήκωσε την βαλίτσα, τράβηξε την πόρτα και βγήκε. 
     

Φωτογραφία Ada Hamza

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Βιολί ανάπηρο



     Όρθιος στεκότανε στο σταυροδρόμι μπροστά στη μικρή κάθετο της Μπότσαρη και της Μπουμπουλίνας.Άνοιγε εκεί λιγάκι ο δρόμος , σαν να σχημάτιζε μια νοερή νησίδα. Ακριβώς μπροστά στο γωνιακό  κατάστημα με τις οινοπνευματί προσόψεις.Δίπλα το κατάστημα  με τα πολύχρωμα κουμπιά και  τις χάντρες.Στον παρακάτω δρόμο στην Ρόμβης, πηγαίναμε στο νούμερο 27 μέσα στην στοά και προμηθευόμαστε τα κοστούμια για τις σχολικές γιορτές και για τις παρελάσεις των παιδιών. Στολή Φοίβου και Αθηνάς  τότε με τους Ολυμπιακούς για την γιορτή του νηπιαγωγείου, κορίτσια και αγόρια στο Μεγάλο μας Τσίρκο, παιδιά γενιάς μεταναστών ν' ακούν τα πιο ωραία λαικά  στα  σπίτια με μωσαικά και ''μάνα θα πάω στα καράβια''. Επιλέγεις όποια εποχή θέλεις επισκεπτόμενη τα σχολικά αλμπουμ.
      Όρθιος εκατοντάδες πρωινά στο ίδιο σημείο. Είναι εκεί που στρίβει ο δρόμος και την ώρα του δυνατού ήλιου έχει μια στοιχειώδη  μικρή σκιά από την νερατζιά του πεζοδρομίου. Ο φούρνος απέναντι σκορπά τις μυρωδιές της κάθε εποχής. Κουλουράκια κανέλας και κεικ πορτοκάλι τον  χειμώνα, κουραμπιέδες , μελομακάρονα τις γιορτές, παξιμάδια γλυκάνισου το καλοκαίρι. Θα ζήουμε σου γνέφει ο φούρναρης και τυλίγει την φρατζόλα που του ζήτησες. Στην γωνία είναι το ξενοδοχείο. Μικρό αλλά περιποιημένο, ότι πρέπει για ψαγμένους τουρίστες. Στην είσοδο του ξενοδοχείου γίνονται  οι πιο ωραίες συζητήσες. Ταξιτζήδες περιμένοντας πελάτη, συνατξιούχοι που πάνε στην τράπεζα να δουν αν μπήκε η σύνταξη, υπάλληλοι των τριγύρω μικρογραφείων που ακόμα αντέχουν και δεν έκλεισαν, αναλύουν, συζητούν, λογομαχούν .Όλο το ζουμί και το στίγμα της πόλης .
    Όρθιος  και μπροστά του να  συμβαίνουν  πολλά εποχιακά και εορταστικά . Λαχειοπώλες τάζουν  κέρδη εκατομμυρίων , μαμάδες περνούν  φορτωμένες με της κάθε εποχής τα φορτία, πλανώδιοι απλώνουν τις πιο απίθανες πραμάτιες τους, ανεμιστηράκια, πειρατικά σιντί, ομπρέλες, τρίφτες για τυρί , μαχαίρια για σωστό καθάρισμα πατάτας, σφουγγαράκια σε όλα τα μεγέθη. Όλα made in China που παράξενα και ανελλοιπώς  μας κάνουν  να νιώθουμε λίγο ακόμα περισσότερο  Ευρωπαίοι.
    Θα έλεγες πως είναι  γύρω στα πενήντα. Φοράει παντελόνι και φαρδύ λευκό πουκάμισο,  φθαρμένα αλλά καθαρά, αξιοπρεπή. Παπούτσι πολυφορεμένο ,  δερμάτινο με κορδονάκια. Ένα παπούτσι, το δεξί πόδι από το γόνατο και κάτω δεν υπάρχει. Στην νερατζιά ακουμπησμένη μια πατερίτσα . Μπροστά στο πόδι με το παπούτσι ένα τσίγγινο, πράσινο κουτάκι από καφέ Λουμίδη. Το βιολί αναπαυτικά τοποθετημένο  ανάμεσα στο αριστερό χέρι και στην αριστερή πλευρά του σαγονιού και στο δεξί χέρι το δοξάρι. Πολλές μουσικές κυλούν στο σταυροδρόμι ,από το Yesterday ,  στο Μινόρε της αυγής, με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς. Παγώνει ο χρόνος , θέλεις να χορέψεις κάτω από την βροοχή, έχει  ζέστη  και η μουσική σε σαρώνε από την κορυφή ως τα νύχια σαν δροσερό, θαλασσινό αεράκι. Είσαι  εκεί αλλά τελικά είσαι  αλλού.
     Τα ήξερε όλα αυτά όταν πλησίασε ν' αφήσει το νόμισμα στο κουτάκι. Γνώριζε πως  του όφειλε όλες τις στιγμές της ανάπαυλας, της ανάτασης που εμβολίαζαν τα πρωινά του αφήνοντας του μια γεύση ελευθερίας στα ξερά του χείλη. '' Παίζεται πολύ ωραία κύριε, σας ευχαριστώ'' του είπε καθώς έσκυβε να αφήσει το νόμισμα. Στα τρια βήματα της απομάκρυνσης του , τον βρήκαν τα λόγια του βιολιστή. ''Σας ευχαριστώ, όχι για τα χρήματα , για το ευχαριστώ και που με είπατε κύριο''.
     Η μέρα προχωρούσε ακάθεκτη. Για μια στιγμή του φάνηκε πως ο βιολιστής μετατράπηκε σε πανύψηλο ξυλοπόδαρο που με σβελτάδα προχωρούσε με μεγάλες , χαρούμενες δρασκελιές ενώ  το βιολί του έρενε με μουσικές τους βιαστικούς περαστικούς που έτρεχαν να προλάβουν τα αδυσώπητα προγράμματα τους. Και πως το δοξάρι πάλευε  να νικήσει ένα θεριό που το λένε λήθη.

Φωτογραφία Ανν Λου
    

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Ασπροπάρης Νο 46


 
     Τυχαία έπεσε πάνω στην είδηση. Καρφώθηκε πάνω στην φωτογραφία και στις τρείς αράδες άρθρο που την πλαισίωναν. Δεν έλεγε να τραβήξει το βλέμμα της. Λες και αν σταματούσε να κοιτάζει την φωτογραφία θα έχανε κάτι. Κάτι που δεν ήξερε τι όνομα να του δώσει. Υποσχέθηκε στον εαυτό της να ψάξει να βρει τον τρόπο που την άλλη φορά θα τα δει όλα από κοντά ζωντανά και όχι έτσι κονσέρβα. Από την επόμενη αμέσως αναζήτησε τηλέφωνα, επαφές και ονόματα. Εντόπισε τους αρμόδιους και τους παρακάλεσε να την ειδοποιήσουν στην ανάλογη στιγμή.
     Όταν ήρθε η ειδοποίηση κανείς από τους δικούς της δεν μπορούσε να πάει μαζί της. Τα παιδιά είχαν μαθήματα και ο Θανάσης είχε εκκρεμότητες ανοικτές, ούτε στιγμή δεν είχε για χάσιμο. ''Για τέτοια είμαστε τώρα, δεν βλέπεις τι γίνεται;'' Τίποτα δεν χωρούσε αναβολή. Όπως πάντα δηλαδή. Χάνει ο χρόνος πετροβολημένος την αξία του.
     Την πήγανε όλοι μαζί μέχρι το πλοίο. Θα ταξίδευε με ημερήσιο και το απόγευμα θα έφθανε στο νησί εγκαίρως να βρει τους υπόλοιπους. Κάθησε στο πίσω κάθισμα. Πράγμα παράξενο γι΄αυτήν. Το αυτοκίνητο μύριζε τσιγαρίλα. Άνοιξε το τασάκι και το βρήκε γεμάτο. Το κοίταξε καλά καλά. Ένα τραύμα παλιό ξύπνησε, σαν σουβλιά, όπως πονάει μια πληγή στην αλλαγή του καιρού. Δεν μίλησε. Δεν ήταν μέρα για ερωτήσεις.
      Στο νησί έφθασε χωρίς καθυστέρηση. Μουντό και παράξενο για αρχή καλοκαιριού εκείνο το απόγευμα. Συνάντησε την υπόλοιπη, άγνωστη σ΄αυτήν ομάδα στην ρίζα του βουνού. Μπήκανε σε αυτοκίνητα και ξεκίνησαν την ανάβαση. Η διαδρομή γλυκιά, ο σκοπός παράξενος, πρωτόγνωρος. Πέρασαν σπίτια όμορφα και σπίτια αυθαίρετα, ελαιώνες, αμπέλια, σκίνα και αρωματικά. Μπροστά πήγαινε το αγροτικό με το κλουβί. Τα κάγκελα του κλουβιού σκουριασμένα. Οξειδωμένοι καιροί, σκέφτηκε.
     Η σκέψη της κύλησε σ΄άλλες παλαιότερες εποχές που τα παιδιά ήταν πιο μικρά και πήγαιναν εκδρομές. Τραγουδόυσαν και γελούσαν στο δρόμο. Μετά απροειδοποίητα έχαναν ξαφνικά την αντοχή τους και το ρίχναν στην γκρίνια. Είχε όμως το βουνό πάντα μια ανταμοιβή για όλους. Βρίσκαν θέσεις κατάλληλες και ασφαλείς στις απότομες πλαγιές και ξάπλωναν. Φώναζαν και άκουγαν τον αντίλαλο τους. Είχαν μια γεύση ελευθερίας εκείνες οι στιγμές. Έπαυαν οι πόλεμοι και οι μέσα και οι έξω στην ησυχία της φύσης. Ηρεμούσαν τα παιδιά. Τσίμπησε το χέρι της να σταματήσει τις σκέψεις που αν τολμούσε να τις πει φωναχτά, θα εισέπραττε πάλι την ρετσινιά της ονειροπόλας.
     Όταν έφθασαν στο τέλος της διαδρομής η κορφή τους τρόμαξε λίγο. Ιδιαίτερα τους πιο νεοφερμένους. Όσοι είχαν ξαναπάει κάτι ήξεραν. Προχώρησε να βρει την πιο κατάλληλη θέση. Το κλουβί απασφαλίστηκε από τον φύλακα άγγελο των άγριων πουλιών. Του βιολόγου δηλαδή που είχε την ευθύνη για ολόκληρη την επιχείρηση. ''Άνοιξε την πόρτα'' φώναξε στον συνεργάτη του. Η πόρτα αντιστάθηκε. Προσπάθησαν ξανά. Τράβηξε με δύναμη δυο τρεις φορές τα σιδερένια συρταρωτά κάγκελα δεξιά αριστερά. Το απογευματινό καλοκαιρινό βοριαδάκι έδωσε το σινιάλο. Ο Ασπροπάρης στάθηκε μουδιασμένος στην πόρτα του κλουβιού για δευτερόλεπτα. Ο σπάνιος αυτός γύπας με το νούμερο 46 και τον δορυφορικό πομπό στην πλάτη προχώρησε προς το χείλος του γκρεμού. Στάθηκε για δευτερόλεπτα σαν απόλυτος άρχων στην σκηνή, στράφηκε στο φιλοθεάμον κοινό, έδωσε μια  και άπλωσε τα φτερά του. Δυόμισι μέτρα άνοιγμα φτερών, στερεωμένα, δυνατά, γιατρεμένα από την αγάπη που του δόθηκε. Τέντωσε το κορμί του δυνατά και χάθηκε σαν βολίδα. Ξέσπασε ένα δυνατό, παρατεταμένο χειροκρότημα.
     Για μια στιγμή νόμισε πως την κοίταξε κατάματα. Τον είδε άλλη μια φορά να πετά κοντά τους και μετά χάθηκε αμετάκλητα στα μέρη του Ψηλορείτη. Κάτι σάλεψε μέσα της. Κάτι που δεν ήξερε τι όνομα να του δώσει.
    'Ωρες μετά στο πλοίο της επιστροφής της τηλεφώνησαν από το σπίτι για να της πουν πως ο φίλος τους ο Παναγιώτης μπήκε εκτάκτως στο νοσοκομείο και είναι σοβαρά. Η σκέψη της πήγε στην τελευταία φορά που τον είχε δει. Γύρναγαν με το αυτοκίνητο απο την θάλασσα. Τον κοιτούσε από το καθρεφτάκι να μιλάει για την δουλειά του και γι΄αυτά που περίμενε να συμβούν. Όταν σταματούσε να μιλάει έστριβε το κεφάλι του και κοιτούσε τις ίδιες  βουνοκορφές που λίγες ώρες πριν το απελευθερωμένο πουλί  σεργιανούσε.
        Πέρασαν μήνες και διάβασε πως ο Ασπροπάρης Νο 46 εντοπίσθηκε να πετάει πάνω από την Σιέρα Μορένα προς τις πηγές του Γουαδαλκιβίρ. Ίσως για να μάθει τα παιδιά του να πετούν ψηλά. Ίσως και ψηλότερα. Θα μπορούσε να είναι και έτσι.

 Φωτογραφία Nicholas Scarpinato
   
 
      

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Η παρουσίαση του ΤΡΑΝΖΙΤ



Χριστίνα Μανιά, Γιάννης Κασπίρης, Χριστίνα Μουδάτσου Βρυσάκι 13/6/2014

Σας υπερευχαριστώ όλους. Δεν ήταν παρουσίαση ήταν γιορτή!

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Μέρες χωρίς γεύση


     Είναι εντελώς αδιανόητο σκέφτηκε, παράλογο, χειρότερο και από τον πιο κρυφό του φόβο. Μια εντελώς συνηθισμένη μέρα, έτσι εντελώς ξαφνικά δεν είχε πια γεύση. 
     Τρίτη ήταν και ο κόσμος πήγαινε πάλι κατά διαόλου. Όμως το δικό του δράμα ήταν ακόμα πιο τρομερό. Έχασε έτσι ξαφνικά το αυτονόητο. Αυτό που χωρίς να του δίνει καμιά σημασία τον ακολουθούσε πάντα πιστά, αδιαμαρτύρητα και σιωπηλά. 
      Άρχισε να τρώει λαίμαργα οτιδήποτε υπήρχε, σε μια ύστατη προσπάθεια να ακυρώσει την απώλεια. Αλμυρά, αλμυροξινά, γλυκόξινα, καυτερά, στιφά, ζεστά, κρύα. Ό,τι φαγώσιμιο  έβρισκε το έβαζε στο στόμα του, το στριφογύρναγε από δω κι από κει, το έγλειφε, το μούλιαζε στο σάλιο του, μήπως και κάποιο απειροέλαχιστο μόριο της τροφής του ξυπνήσει την κοιμισμένη του γεύση. Πίεζε τον εαυτό του να φάει κι άλλο. Τίποτα δεν πέτυχε. Απελπισία. 
     Οι μέρες κυλούσαν και άρχισε να πιστεύει πως η απώλεια θα ήταν μάλλον ακόμα πιο μεγάλη απ΄αυτή που είχε διαπιστώσει. Άρχισε να σκέφτεται πως δεν θα ήταν μονάχα θέμα των γευστικών του αισθητηρίων, θα είχε προχωρήσει και στον εγκεφαλικό του φλοιό το δίχως άλλο. Θα είχε αρχίσει να ροκανίζει τον μετωπιαίο λοβό σαν το σαράκι που τρώει το ξύλο. Θα τερμάτιζαν όλα τα σήματα προς την γλώσσα, τον οισοφάγο, τον φάρυγγα. Και μαζί μ΄αυτά θα τερμάτιζαν όλα τα σήματα αναφοράς με τον υπόλοιπο πλανήτη. 
     Την τέταρτη μέρα δεν άντεξε να μην έχει μιλήσει σε κανένα. Σίγουρος πως μετά από λίγες μέρες θα εμφανίζονταν και τα υπόλοιπα συμπτώματα της βαριάς ασθένειας, έβαλε την φόρμα γυμναστικής πάνω από το τζιν και πήγε λίγο στο γυμναστήριο. Το συνήθιζε αυτό τον τρόπο γρήγορου ντυσίματος. Ήταν άτομο. Σούργελο, όπως θέλεις πες το. Απ΄αυτούς που μικροί κτυπούσαν κουδούνια μεσημεριάτικα. Από τους ανθρώπους που στο πέρασμα τους αφήνουν ένα σίγουρο ίχνος γελαστών ανθρώπων. 
    Μετά το γυμναστήριο σκέφτηκε να περάσει από τον Μάκη. Ήταν φίλος ο Μάκης, κάτι θα είχε να του πει. Ήταν άτομο και ο Μάκης. Απ΄αυτούς που μικροί πετούσαν βρεγμένες χαρτοπετσέτες στους περαστικούς. Προχωρούσε και σκεφτόταν πως μάλλον ξόφλησε. Πέρασε μπροστά από ένα θερινό. Δεν άντεξε στην μυρωδιά του γιασεμιού, γλύστρησε χωρίς να πληρώσει και είδε περίπου ένα τέταρτο από το ''Down by Law''. Είχε ένα φεγγάρι πελώριο και φωτεινό σαν να ήταν δίπλα σου. Έκανε τράκα από τον διπλανό του και έφυγε. Αναρωτιόταν μήπως η διαδρομή του χειροτέρευε το πρόβλημα και θα ήταν πιο καλά να γύρναγε πίσω να δει στο βίντεο τον ''Δράκουλα των Εξαρχείων'' ή τον Σάκη Μπουλά στους Τηλεκανίβαλους. Για κάποιο περίεργο λόγο ο Σάκης μέσα στο μαύρο του γυαλί τον ηρεμούσε πάντα. 
    Βρήκε τον Μάκη να διαβάζει και του ξεφούρνησε το μαρτύριο του. Ο Μάκης ήταν η αιτία που αγάπησε το διάβασμα. Διαβάζανε μαζί Λένο Χρηστίδη, Άρη Αλεξάνδρου, Τιμ Ρόμπινς, Μπουκόφσκι, Στίγκα. Επίσης ο Μάκης είχε μάστερ στον Τζιμάκο. Μπορεί να τον έβριζε που είχε καγιέν, αλλά ήξερε σχεδόν όλα τα τραγούδια του. ''Από χώμα και λάσπη μας έφτιαξε ο Θεός/ οικοδόμος οικοδόμος ήτανε κι αυτός''.
    Του λέει τα βάσανα του. Φίλε τερμάτισα, έχασα την γεύση μου. Τι νομίζεις, όλα έχουν μια γεύση  σ΄αυτό τον κόσμο είτε είναι φαγητά είτε όχι. Μια γεύση και η Μαρία, μια γεύση  η δουλειά, μια γεύση η ανεξαρτησία, η ελευθερία, η ελπίδα. Μια γεύση και τα κουφονήσια και    η ποίηση και ο Μάρκος Βαμβακάρης μια γεύση και η συναυλία στα βραχάκια. Ξόφλησα, θα γίνω σοβαροφανής, πολίτικλι κορέκτ, τακτοποιημένος, αρρωστίλος, μη μου απτου. Το φαντάζεσαι ρε φίλε; Κάτι σαν χρυσόψαρο στην γυάλα. Πρέπει να πάω σε γιατρό. 
     Χαχαχαχαχα άρχισε να γελάει ο Μάκης. Χαχαχαχαχα είναι πολύ αστείο. 
- Θα πας στο γιατρό γιατί έχεις χάσει την αναφορά με τον πλανήτη; 
Του δίνει μια σπρωξιά στον ώμο και αρχίζουν να γελάνε μαζί. Γελούσε κι αυτός ασταμάτητα, δυνατά. Και μένουνε έτσι αγκαλιασμένοι να κλαίνε απο τα γέλια. 
Γιατί το ξέρανε καταβάθος πως αυτοί δεν ζουν για το καλοκαίρι, ζουν με φόρα μέσα σ΄ένα δικό τους καλοκαίρι. Δεν ζουν μονταρισμένοι, μπορούν να ταξιδέψουν και κατάστρωμα και με αυτοκίνητο και με ΚΤΕΛ. Δεν αναζητούν παρηγοριές για το τέλος, κι ας το σκέφτονται  αυτό το ρημάδι το τέλος πολύ. Αν δεν ξέρεις να του ανακαλύψεις ακολούθησε τον ήχο του γέλιου και τους βρεις γελώντες.
    Όμως καμιά φορά αρρωσταίνουν. Καμιά φορά χάνονται. Και αυτό δεν είναι καθόλου αστείο. Καθόλου. 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Το Τράνζιτ τράνζιτ

1.Piazza del camp Siena Φωτογαρφία Παρασκευή Σπαντιδάκη



                                2. Magdalen Bridge Cambridge Φωτο Άννα Μελιδώνη






3. Μπρίσμπειν Αυστραλία Φωτό Αντριάννα Παπαχρήστου 





Βαρκελώνη Φωτό Εβελίνα Κοκκίνη




Νέα Υόρκη Φωτό Eleana Sara Biba Kouneli


Παρασκευή 30 Μαΐου 2014

Το παράθυρο



      Αυτό ήταν το δικό τους παράθυρο. Από τις πρώτες μέρες ο Στέλιος αφησε εκεί μια γλάστρα με γεράνια. Το παράθυρο  του διαδρόμου με την γλάστρα . Από κει έβλεπε τα φύλλα να τα κυνηγά ο άνεμος όταν φύσαγε, τη βροχή να πέφτει στα βρώμικα πλακάκια και να γεμίζει τις λακκούβες. Απο κει έβλεπε τον τελευταίο όροφο του απέναντι σχολείου να ξεχειλίζει βουητό στα διαλλείματα, την μπουγάδα της γωνιακής ταράτσας να στεγνώνει  ανενόχλητη στην ραστώνη  του μεσημεριού. Από κει την  έβλεπε να φεύγει , τα μαλλιά της  να ανεβοκατεβαίνουν , να μπαινοβγαίνει ο γυμνός λαιμός της στο μαύρο της παλτό. Όλα τα έβλεπε όπως σε φυλακή. 
      Αργόσυρτα κυλούσαν τα βράδια .  Απ΄αυτό το παράθυρο , όταν δεν τον έπιανε ύπνος άκουγε τα χαράματα τα πουλιά που ξυπνούσαν και τ΄απογεύματα που πήγαιναν για ύπνο. Είχε αλλάξει την μέρα με την νύχτα. Κάθε πρωί άφηνε το παράθυρο ανοικτό να φύγουν οι οσμές της νύκτας . Αλήθεια φεύγουν ποτέ ; Κινούνται όπως τα σύννεφα που έβλεπε από το παράθυρο , αλλάζουν θέση, προχωρούν όπως οι σιωπές και οι ενοχές. 
     Το αγάπησε εκείνο το παράθυρο. Το παράθυρο τους . Πέρασαν δύο μήνες και δυνάμωσε. Τον έπιασε η θεραπεία, οπισθχώρησε η ασθένεια. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει ,χάρισε την γλάστρα με τα γεράνια στο Σπύρο του διπλανού θαλάμου.  ''Να μου τα προσέχεις '' του είπε, . Κι εκείνος του  το υποσχέθηκε.


Ζωγραφική Βασίλης Πέρρος