Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Eκκρεμότητες






Είναι άθλιο πράγμα να ζει κανείς  σε εκκρεμότητα , είναι η ζωή της αράχνης. 
Τζόναθαν Σουίφτ


Φωτογραφία Αντρέας Ζέρβας

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια



    'Ετσι απλά , μια μέρα βρίσκεις τον εαυτό σου . Όπως πετάς τα κλειδιά γυρνώντας στο τραπέζι. Όπως κατεβάζεις το φαί από την φωτιά. Κύμινο , μοσχοκάρυδο και κόκκινο πιπέρι. Σκουπίζεις τα λερωμένα χέρια σου στην λερωμένη σου ποδιά . Έτσι απλά παραδίνεσαι σ΄ένα βάθος μεγαλύτερο .
     Έχει η ενηλικίωση τους χρόνους της, την ένταση και την θεαματικότητα της. Αποκτάς όνειρα , φίλους, σχέδια αγωνίες , αποκτά το φαγητό σου μια γεύση μαγική. Γίνεσαι αυτό που όταν ήσουν παιδί ήταν απαγορεμεύνο. Σχεδόν εσύ , σχεδόν διάσημος. Μην κουνάς το ενήλικο κεφάλι σου, σίγουρος πως την έχεις ήδη κατακτήσει . Kάποια μικρή , αθόρυβη στιγμή γινόμαστε μεγάλοι.
     Έτσι απλά το αποφασίζεις . Σχεδόν καταστατικά.. Να αναγνωρίσεις τους όρους στην διεξαγωγή ενός παιχνιδιού που δεν δίνει ( αλλά δεν το ήξερες) ούτε φαβορί , ούτε αουτσαιντερ, παρά μονάχα χρόνο που απομένει ως το τέλος. Την κλεψύδρα που μετρώντας την θα αποτελέσει το μοναδικό κίνητρο στο αντιστάθμισμα της ζωής σου.
     Έτσι απλά γνωριστήκαμε. Το μοναδικό μας περιουσιακό στοιχείο. Των δυό μας,της παρέας μας, της γενιάς μας. Ίσως και το μοναδικό που μπορούμε να δηλώσουμε στην εφορία χωρίς να κινδυνεύουμε να πληρώσουμε επιπλέον φόρο. Όχι για τίποτα άλλο αλλά γιατί έχουμε ήδη πληρώσει πολύ , βλέποντας για ολόκληρες δεκαετίες το φθαρμένο μας είδωλο να απορεί. Και δεν μπορείς  να καταλάβεις  πως γίνεται ακόμα να απορείς , χωρίς να έχεις προλάβει καν να ρωτήσεις . Να δεις , να μιλήσεις.
      Πολλές φορές , συμβαίνει να επωμίζεσαι ένα ρόλο στην ζωή χωρίς να το επιλέγεις συνειδητά, να σε διαλέγει αυτός για να τον εκπροσωπήσεις. Αναγνωρίζοντας σου εκείνα τα χαρακτηριστικά που τροφοδοτούν την δυναμική του. 'Ετσι απλά έμπλεξες. Γνέθοντας το κουκούλι της δικής σου αθωότητας, μένοντας μακριά από παζαρέματα και σταυροδρόμια.
     Το που τελικά θα  φθάσεις είναι προσωπικό ζητούμενο. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι τα καλύτερα για να χαιδέψεις τ΄αυτιά σου αν πιστεύεις σε άλλου είδους κληρονομιές. Δεν είναι ούτε και το σταθερότερο βήμα που με το εκτόπισμα του θ΄ανοίξουν διάπλατα οι δρόμοι. Είναι όμως ό,τι ονειρεύτηκες για να εξουδετερώσει τον ήχο και την εικόνα ενός συστήματος που δεν σε περικλείει. Ό,τι μπορείς να κάνεις για να πολεμήσεις την νοοτροπία που σε ενοχλεί.
     Έτσι μια μέρα το αποφασίζεις και διαχωρίζεσαι από τον άλλο που παίζει όλη την μέρα σκάκι. Τραβάς τις διαχωριστικές σου γιατί το έμαθες πια. Όσο σκάκι και να παίζεις , τ΄άλογα θα κρίνουν το αποτέλεσμα. Εκείνα εκεί τα ευέλικτα άλογα που έχουν μάθει να δίνουν αγώνες σε δύσκολους καιρούς . Εκείνα που κάνουν ματ σε κρίσιμες στιγμές, ενώ ο άλλος έχει  βγει μπροστά και απειλεί τον βασιλιά. Να τ΄αντιγράψεις ξεχνα το. Δεν αντιγράφονται τ΄άλογα.
       Κι αν νιώθεις προσωρινά χαμένος, αδιέξοδος. Στο φόβο του ταξιδιού κρύβεται η συνέχεια.Τίποτα δεν τελειώνει πριν το τέλος. Θα το δεις.


Φωτογραφία Ελευθερία Αγγελάκη
http://photocircle.gr/content/view/436/140/lang,el/

Στον δάσκαλο και φίλο μου


Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Προτιμήσεις


Μου αρέσουν οι άνθρωποι που αρχίζουν τις προτάσεις τους με το ''άναρωτιέμαι΄΄. Που χωράνε το ίσως, που βαριούνται τις σιγουριές τους , που σκέφτονται, που αναθεωρούν. Οι άνθρωποι που γίνονται  χώρος και χρόνος.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Βλέμμα


   

        Είμαστε μαζί από τα νήπια. Περισσότερο την θυμάμαι στο γυμνάσιο. Με τα χέρια στις τσέπες , δίπλα στο παράθυρο που ανταλάσσαμε τις εφηβεικές μας κουβέντες.Το βλέμμα της να καρφώνεται στα μάτια και στα λόγια του συνομιλιτή της για να μην πέσει κάτω λέξη . Όταν τελείωνε η κουβέντα  , μόνο τότε ξεκολούσε το βλέμμα και έπεφτε αργά στα μποτάκια της, σαν να περίμενε μια απάντηση από τα κορδόνια . Ήταν λίγο πιο ψιλή απ΄όλες μας, πιο λεπτή από τον κάθε μέσο όρο. Γέλιο τρανταχτό και μάτια που ήσυχα σου στερούσαν κάθε σκέψη για ανούσιες περιστροφές .
        Δεν κατάλαβα ποτέ, γιατί εκείνη την Πέμπτη, μόλις είχε κτυπήσει το κουδούνι σταμάτησα να ακούω κάθε ήχο , έμεινα κολλημένη στην εικόνα. Χέρια που με άρπαξαν και με κατρακύλησαν στον δρόμο , κραυγές , η ματωμένη άσφαλτος, η σειρήνα του ασθενοφόρου, κάποια άλλα χέρια που με αγκάλιασαν, τα σταματημένα αυτοκίνητα,  όλοι παγωμένοι σ΄ένα κύκλο και στο μυαλό μου καρφωμένο το βλέμμα της Σοφίας στα μποτάκια της. Οι μνήμες μου από τα πρώτα λεπτά του ατυχήματος.
     Τα επόμενα βράδια δεν κοιμήθηκα. Στην άρχή όλο και κάποιες πληροφορίες πηγαινοέρχονταν , κάποια νέα πρόσφεραν επιπλέον εικόνες και κάποια συνέχεια. Μετά έπεσε σιωπή. Λίγους μήνες αργότερα άρχισαν να έρχονται καινούργιες σχολικές στιγμές, καινούργια βιβλία, φλερτ. Μετρούσαμε καινούργια ΄΄μαθαίνω΄΄και επίπεδες γεωμετρίες.
     Πρώτη φορά την άκουσα πριν την δω.  Ο μόνος λόγος που δεν την αναγνώρισα. Γελούσε δυνατά με κάποιον που είχε περιστοιχίσει το καροτσάκι με το ένα μποτάκι, το ένα κορδόνι. Όλοι παρατηρούσαμε το κενό από το γόνατο και κάτω. Εκείνη παρατηρούσε μόνο εμας. Μια λεπίδα που σε περίμενε να προσγειωθείς ήταν το βλέμμα της. Ανυπόμονο να σε λιώσει ακόμα περισσότερο και από όσο είχε λιώσει το αυτοκίνητο την σάρκα της.
     Επιδιοορθώσιμα. Σε λίγους μήνες σ΄ένα τεχνητό πόδι βολεύτηκε και το δεύτερο μποτάκι. Από κει και πέρα όποιος την γνώρισε δεν έμαθε ,πως ούτε η φωνή , ούτε το βλέμμα ήταν μέλη φυσικά. Μεταμοσχεύεται ο πόνος, με σχεδόν παντοτινό αποτέλεσμα . Ο δυναμισμός της απώλειας, η αλλαζονεία της δυστυχίας. Και να έχεις ακόμα να χάσεις , κανένας δεν μπορεί να σου στερήσει το παραμικρό. Όπως λέμε ελευθερία!
      Δεν ξαναστάθηκε ποτέ όρθια. Μέχρι που σκορπίσαμε σε πανεπιστημαικά αμφιθέατρα . Χαθήκαμε σε τόσα, ''δεν ξέρω'', ''δεν μπορώ'', ''θέλω'', ''δεν θέλω''.  Η Σοφία ανέβηκε ασθμαίνονατς ένα σκαλί . Δεν ξεμάκρυνε εκείνη, εμείς κοντοσταθήκαμε και κάθε βάσανο μας μεγάλωνε την απόσταση.
     Είναι πολλές οι φορές που ψάχνω το βλέμμα της. Μερίκα ηλιόλουστα , χειμωνιάτικα Σάββατα , δίπλα στο ό,τι κάνω  την αναπολώ. Την βλέπω να μου κλείνει το μάτι , να μου πετάει χαλικάκια όπως τότε στο σχολείο. Γλυστράει το χαλίκι στην τσέπη του μπουφάν. Ενθύμιο συνάντησης. Να το βρίσκω τους επόμενους χειμώνες, απόδειξη πως είμαστε ακόμα και οι δύο On the road.
      ''Άλλαξες'', λένε διστακτικά κάποιες φορές τα χέρια,τα βλέμματα που περιμένουν πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο καφέ που παγώνει περιμένοντας την αναπόληση σου να τελειώσει. Όσο περισσότερο αλλαζόνας όμως είσαι , τόσο άλλη η αίσθηση σου για το κρύο και το ζεστό. Κάποια στιγμή εσύ τελειώνεις με όλα τα τεχνητά σου μέλη , γίνεται βάσανο αποκλειστικά των γύρω σου η συνύπαρξη με κάποιον που όσα πολλά και αν έχει ακόμα να χάσει , τίποτα δεν μπορείς να του στερήσεις . Με την όποια βαθμολογία σου.

Duane Keiser

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Όλα περνούν και φεύγουν



     Ήταν δεν ήταν σαράντα κιλά και δεκαεπτά χρονών. Στεκόταν λίγο πιο αριστερά από τις ηλεκτρικές πόρτες του σουπερ μάρκετ.Αμίλητη με τα μικροκαμωμένα χέρια της , βυθισμένα στις τσέπες του πανωφοριού της . Δεκάδες άνθρωποι περασαν βιαστικά μπροστά της. Έβρεχε.
      Τα δελτία καιρού είχαν δείξει εδώ και μέρες επιδείνωση. Αλλοπρόσαλλες άμυνες , έκτακτα μέτρα. Συνήθως ανεπιτυχή. Πολλοί θυμοί στην μεγάλη πόλη και η καρδιά να μην ξέρει πως να ντυθεί.
      Σιγά σιγά αρχίζουν τα πρώτα πλάνα για τις γιορτές. Στολίδια και φωτάκια από τις αρχές ακόμα Νοεμβρίου. Εκβιάζεται άραγε η χαρά ; Σε λίγο θα φωταγωγηθεί και η Σταδίου . Η πόλη της διαθεσιμότητας και της ανεργίας , θα προσπαθήσει να φορέσει τα καλά της. Σαν γυναίκα που θέλει να υποδεχθεί τον μεγάλο έρωτα. Δίπλα μου μια κοπελιά μιλάει στο τηλέφωνο για κάποιο Χριστουγεννιάτικο πάρτυ.
      Αλήθεια δεν είναι περίεργο ; Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη τις γιορτές χωρίς να ξέρουμε  ακριβώς πως να τις γιορτάσουμε. Κλείνουμε  ραντεβού, πάρτυ, ρεβεγιόν σε μαγαζιά, επισκέψεις στα κομμωτήρια. Δοκιμάζουμε να ξεπεράσουμε την θλίψη μας . Υπάρχει όμως αλήθεια τίποτα πιο μελαγχολικό από μια γιορτή που δεν μπορείς να την γιορτάσεις γιατί η συμμετοχή σου σ΄αυτήν είναι από εφήμερη ως τυχαία ;
       Εκεί πια μιλάς για μοναξιά . Και όταν μιλάς για μοναξιά , δεν μιλάς για κάτι που επιλέγεις ή απορίπτεις. Μιλάς για κάτι που απλώς υπάρχει και πρέπει να το αποδεχθείς. Είναι σαν να ξυπνάς ένα πρωί από ένα ύπνο βαθύ και να λες θα χτίσω την ζωή μου με αυτό αφετηρία. Με το να ξεκινάς τα Χριστούγεννα από τον Νοέμβριο , που έχει μόλις τελειώσει το καλοκαίρι και να τα φτάνεις ως τις Απόκριες που και αυτές θα τελειώσουν το Πάσχα , για να ξεκινήσει ένα πρόωρο καλοκαίρι που θα τραβήξει ως τα επόμενα Χριστούγεννα , δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να μεταμφιέζεις τις ημερομηνίες , προσβλέποντας σε μια γιορτή που πρώτα απ΄όλα δεν υπάρχει μέσα σου.
       Εξακολούθησε να στέκεται στο ίδιο σημείο παρόλο που η βροχή δύναμωσε. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας.

-Πως σε λένε ;
-Ειρήνη
Σιωπή. Προσπάθησε να μιλήσει διστακτικά.
-Είμαι ανύπαντρη και άνεργη μητέρα.
   
    Από όποια γωνιά και να το κοιτάξεις είναι λάθος. Σκηνικό είναι τα ζαχαρωτά Χριστούγεννα , όλα περνούν και φεύγουν. Μου τελειώσαν τα ψέμματα. Τα πήραν οι Μάγοι και μου αφήνουν για ενθύμιο τα δώρα τους ενθύμια της φρίκης. Καλά θα κάνουμε να το πιστέψουμε ότι όσο υπάρχουν συνάνθρωποι που υποφέρουν , κανείς δεν θα είναι καλά. Κι αν φέτος  χιονίσει , δίπλα στο μεγαλο δέντρο της πλατείας Συντάγματος , θέλω να πάω να φτιάξω ένα θλιμμένο χιονάνθρωπο. Θα του βάλω δυο κάστανα για μάτια . Θα του κάνουν παρέα όλοι οι περαστικοί ή οι μόνιμοι της πλατείας που τρίβουν τα χέρια  τους για να ζεσταθούν.  Για να μην νιώθει μόνος ανάμεσα σε τόσο κόσμο.
   

Ζωγραφική Alex Hall

Δημοσιεύθηκε http://www.vetonews.gr/editorial/item/20368-ola-pernoyn-kai-feygoun     

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Oλιγόλεκτο 4



Στα πακέτα των τσιγάρων έγραφε ποιήματα.
Ηδονοβλεπτικά, άστατα, πλανόδια.
Αναβράζοντα δισκία




Φωτογραφία Stanco Abatzic

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Ολιγόλεκτο 3




Ο άνθρωπος αυτός προχωρούσε κουβαλώντας την ακινησία του.
Όταν έφθασε στην ημερομηνία λήξης της αμφισβήτησης , ονόμασε το διήγημα του υπερβολικό.



artwork Gilbart Carsin




Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ολιγόλεκτο 2




Όνειρα έβλεπε μόνο κοιμισμένη.
Όταν το συνειδητοποίησε , άνοιξε  μια μεγάλη τρύπα  στον ύπνο της και πέρασε απέναντι.



artwork Adam Caldwell

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Ολιγόλεκτο 1



Είπε να μεγαλώσει . Μαζί  μεγάλωσαν οι λέξεις του.
Δεν αναρωτήθηκε ξανά που πάνε οι λέξεις όταν μεγαλώσουν.


artwork Kaitlin Rebesco

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Ρίσκο




      Περιμένοντας πότε θ΄ ακουστεί ένα ''αναρωτιέμαι''.
Μνήμη επωνύμων, μνήμη ανωνύμων, μνήμη αυτών που δεν έχουν όνομα.
Μνήμη για ν΄αντισταθμίσουμε ισορροπώντας στο πεδίο της ευθύνης μας.
Τι να υπάρχει πίσω απ΄αυτό που βλέπουμε; Απ΄αυτό που φοβόμαστε ; Απ΄αυτό που ζούμε ; Κυλάμε σε ράγες που εγκατέστησαν στις γνωστές διαδρομές οι εργολάβοι της ζωής μας. Τα βήματα μας συνεχώς στραμμένα προς τα κει  που δεν υπάρχει φόβος. Χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, να πούμε ένα αναρωτιέμαι τι θα ήθελα να είναι διαφορετικά και απ΄αυτά ποια έχουν αξία. Περιμένοντας τα δύσκολα από τους άλλους τ΄εύκολα από τους εαυτούς μας.
      Ο χειμώνας προχωρά και εμείς συνεχίζουμε να γράφουμε για ό,τι δεν ζούμε και για ό,τι δεν έχουμε. Η υγρασία των λέξεων μας είναι απαραίτητη . Μ΄αυτές αντιλαμβανόμαστε επαρκώς τα οδυνηρά μας διαλλείματα. Συννενοούμαστε πια με λίγες λέξεις και αυτές άσχημες. Αυτές ορίζουν την ζωή μας. Φτώχεια, βία, τα μέτρα, το χρέος.
     Αναρωτιέμαι αν δεν βλεπουμε πως νοθεύουμε πράγματα, γεγονότα, στιγμές, πρόσωπα, καταστάσεις, δημιουργώντας νέο χρέος. Μια διαρκή έκπτωση ζωής, που μας επιτρέπει να παραμένουμε ικανοποιημένοι απλά στο μέγεθος μας. Χωρίς το παραμικρό ρίσκο.
     Και  βρισκόμαστε λίγο πολύ εκτός θέματος. Αλλά το έχεις ξαναδεί, και εκεί που λες τελείωσε , εκεί ξαναρχίζει απ΄όπου ξεκίνησε και αυτό οι σοφοί το λένε ζωή. Καλά θα κάνουμε και εμείς να αρχίσουμε να το λέμε το ίδιο. Γιατί ζωή δεν είναι μόνο ό,τι ζεις, αλλά κυρίως ό,τι ονειρεύεσαι ότι θα ζήσεις ή καλύτερα ότι σου απαγορεύουν να ζήσεις. Αυτό το ρίσκο είναι το όνειρο.
      Και αυτό το όνειρο είναι τόσο μοναχικό στη σύλληψη του και τόσο συλλογικό στη διάθεση του,  όσο ένας περίπατος δύο αγγέλων στην άδεια Πανεπιστημίου , μιας πόλης έρημης λόγω διάλυσης.


Φωτογραφία από την '' Κόκκινη ταινία'' Κριστοφ Κισλόφσκι


http://www.vetonews.gr/editorial/item/20312-risko

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Όταν χαμογελάσουν ξανά οι ημερομηνίες



   
      Πριν να ξεσπάσει η κρίση είχε ξεχρεώσει τα τρία τέταρτα του σπιτιού . Σαν να λέμε σαλόνι, κουζίνα και λουτρό. Έμενε τώρα μόνο η κρεβατοκάμαρα. Δύσκολες εποχές να ξεχρεώσεις την κρεβατοκάμαρα.
      Καθημερινός επιβάτης του τραίνου των 07:00 . Πιανει θέση πάντα δίπλα στο παράθυρο. Με το αριστερό του χέρι ακουμπά με τον αγκώνα το τζάμι και με το δεξί ξεφυλίζει μια free press που βρήκε στον σταθμό. Διαβάζει ειδήσεις μηχανικά . Διπλώνει την εφημερίδα και την ακουμπά στα γόνατα του . Ανοιγοκλείνει δυό τρείς φορές το κινητό , ανταλλάσει ματιές με τους υπόλοιπους . Έχει τύχει να κοιτάξει και μένα. Όταν έχει γεμίσει το βαγόνι ανεπίδοτα βλέμματα, έχει φθάσει και η ώρα να κατέβει. Εδώ και 18 χρόνια η ώρα που τερματίζει η πρωινή του διαδρομή είναι 7 και 25. Ευτυχής που ακόμα έχει πρωινή διαδρομή.
      Τον τελευταίο καιρό δεν νιώθει πολύ καλά. Όλο και περισσότερο θυμάται τον Λευτέρη. Ένα σύνολο όλων αυτών που περίσσευαν ήταν ο Λευτέρης, ένα συνοθύλευμα ρόλων. Ένα δημιούργημα της φαντασίας του. Μια μικρή , ανύποπτη στιγμή τον είχε επινοήσει. Ήταν ακόμα παιδί , όταν χωρίς να το θέλει και χωρίς σχεδόν να το καταλάβει απομακρύνθηκε απ΄αυτά που ποθούσε. Τότε ζήτησε από τον Λευτέρη να του φέρει όλα αυτά που εκείνος δεν μπορούσε.
      Από τότε , μπροστά σε όλα αυτά που δεν μπορούσε έστελνε εκείνον. Όταν δεν άντεχε, όταν δεν ήξερε, δεν θυμόταν , δεν ρωτούσε, δεν προσπαθούσε, δεν έβλεπε, δεν άκουγε, έστελνε εκείνον να καθαρίσει και να  μαζέψει. Ήταν ο καλύτερος του φίλος μόνο που Λευτέρης δεν υπήρχε.
     Μια μέρα, ήταν τέλος του καλοκαιριού και έπρεπε να πάει επειγόντως στο χωριό.  Θα ακολουθούσε από πίσω το αυτοκίνητο με το φέρετρο του πατέρα του. Θα έβλεπε όλα αυτά που αγάπησε σαν παιδί , που τον διαμόρφωσαν και τον καθόρισαν να περνούν για τελευταία φορά μπροστά από τα νεκρά του μάτια. Ζήτησε από τον Λευτέρη να πάει μαζί του. Να κοιτάει κι αυτός , μέσα στο λαμπρό μεσημέρι , από το ανοκτό παράθυρο. Αλλά ο Λευτέρης δεν πήγε , δεν ήταν πια εκεί.
        Και τώρα με ποιόν θα πάλευε τις αμφιβολίες του ; Η αλήθεια είναι πως ο Λευτέρης τον έκανε να πιστέψει πως από μικρό παιδί μαθαίνεις την αλήθεια. Δεν έμαθε ποτέ τι έκανε τον Λευτέρη να φύγει. Αν ήταν οι δυό γάμοι, οι τρεις τέσσερις σχέσεις ναυάγια ή τα γραμμάτια και η κακή διαχείρηση όλων αυτών. Όπως δεν κατόρθωσε ποτέ να καταλάβει , τι έγινε και δεν πήρε πάλι τις αποφάσεις που χρόνια τώρα τριγυρνούσαν στο κεφάλι του. Τι τον έκανε να εξακολουθεί να ξοδεύεται σε ανείπωτη θλίψη και νοθευμένα ποτά. Έτσι που να γεμίσει ελπίδα . Να μεγαλώσουν οι αποφάσεις , να βρουν δύναμη να το σκάσουν και να γίνουν ζωή. Μήπως και χαμογελάσουν ξανά οι ημερομηνίες. Και για λίγο θυμηθούμε πόσο πολύ θέλαμε να πιάσουμε στα χέρια μας την άκρη του ουράνιου τόξου. Όπως εκείνο το ''φτου ξελεφτερία'' που λέγαμε μικροί και ορθώναμε άμυνες ιδανικές στην επίθεση του χρόνου.
   

Φωτογραφία Yannis Kalas

http://www.vetonews.gr/editorial/item/20262-otan-xamogelasoun-ksana-oi-imerominies     

http://bibliotheque.gr/?p=31083

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Μέρες νοσταλγίας







      Κάποιες μέρες νοσταλγίας, τρέμει το σαγόνι, βρέχει πρασινάδες, ο σκηνοθέτης έχει την επίσημη πρώτη της καινούργιας ταινίας , οι φίλοι σου είναι όλοι φοβισμένοι και τριγυρνούν έξω, κάνει όμως κρύο και αρχίζουν να γυρνάνε σιγά σιγά και εσύ αρχίζεις να πιστεύεις πως δεν γίνεται παρά να όταν ο θάνατος μεγαλώσει πολύ και γεράσει να ξαναγίνει ζωή . Έτσι και μόνο για να ξαναβρεθούμε.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Στα σκαλάκια



     Κρατούσα σφιχτά το βιβλίο που είχα μόλις αγοράσει . Περνώντας έξω από το νοσοκομείο  είδα τον Γιάννη τον Αλβανό ψιλικατζή να κάθεται στα σκαλάκια έξω από το ψιλικατζίδικο.
Με κέρασε τσιγάρο. Κάπνιζε κι αυτός. Μια καθαρή εικόνα ανθρώπου της βιοπάλης.
- Εσύ βρε Γιάννη αφού είσαι Αλβανός πως λέγεσαι Γιάννης ;
-Τι να σου πω ξέρω κι εγώ. Μετά από τόσα χρόνια το συνήθισα κι εγώ.
    Κουβέντα στην κουβέντα φθάσαμε στα ψυχικά βάρη του ανθρώπου. Γενικά στην αρχή . Τα προβλήματα και τ΄αδιέξοδα μας. Πρώτα μιλήσαμε για τα δικά μου. Που ήμουν αυτή που είχα την δυνατότητα να περπατώ αγκαλιά μ΄ενα βιβλίο. Ενώ εκείνος από το πρωί ίσαμε το βράδυ, μέσα σε λίγα τετραγωνικά, άπλωνε  τα χέρια του παίρνοντας λεφτά και δίνοντας πράγματα. Που και που μονάχα καθόταν στα σκαλάκια. Το έβρισκε άδικο αυτό. Το παραδέχτηκε. Παραδέχτηκε επίσης πως δεν είχε φίλους να μιλήσει γι΄όλα αυτά . Γιατί χωρίς χρόνο πως να έχεις φίλους ;
     Πολύ γρήγορα φθάσαμε και στα δικά του ψυχικά προβλήματα. Τα ψυχικά προβλήματα διακόπτονταν  από διάφορες μάρκες τσιγάρων , από εφημερίδες και περιοδικά , σοκολάτες , μέχρι και προφυλαχτικά. Ο Γιάννης έδινε , έπαιρνε τα χρήματα, έδινε τα ρέστα και ό,τι του είχε ζητηθεί και κατέβαινε πάλι στα σκαλάκια.
     Τα ψυχικά βάσανα όλο και μεγάλωναν χωρίς ποτέ να γίνονται συγκεκριμένα. Όλο και περισσότερο καταλάβαινα πως κάτι παραπάνω ήθελε να μου πει , αλλά δεν ήξερα τι. Την στιγμή που ήρθε ένας πελάτης και του ζήτησε spray για κουνούπια, μου έσπρωξε ένα χαρτί. Σ΄ένα παλιό διπλωμένο λογαριασμό της ΔΕΗ είχε σημειώσει τις συμβουλές ενός ψυχολόγου. Είχε υπογραμμίσει την λέξη εκδραμάτιση. Δεν έφθαναν τα βάσανα του, τον βασάνιζαν και οι λέξεις.
      Θυμήθηκα τότε πως προχθές την ώρα που γύρναγα από τη δουλειά , στα σκαλάκια έξω από την εκκλησία , καθόταν ένας αγουροξυπνημένος ρακένδυτος άνθρωπος. Το πρόσωπο του ήταν όμορφο  και χαμογελαστό. Μια σακούλα δίπλα στα πόδια του , στο τελευταίο σκαλί , έμοιαζε να είχε μέσα όλο το σπίτι του. Στο μέτρο ένας κάδος. Στα μάτια του έβλεπα πως κάπου, κάπως, κάποτε είχε περάσει μια γεμάτη ζωή. Δεν θυμάμαι τι είπα, πάντως μου απάντησε ΄΄υποφέρω εδώ, θέλω να φύγω.΄΄ Του έδωσα τα προτελευταία μου λεφτά.
    Ντυμένη με μια ψεύτική ψυχραιμία τον ρώτησα αν είχε φάει τίποτα,
-Όχι μου απάντησε. Αλλά θα φάω το βράδυ και με μια σχεδόν χαρούμενη κίνηση μου έδειξε τον κάδο. Νομίζω έβγαλα μια κραυγή. Άρχισα να μασάω τα λόγια μου, όπως φαντάζομαι σε λίγες ώρες θα μασούσε τα μασημένα φαγητά που θα έβρισκε στον κάδο.
    Εδώ μπροστά μου είχα ολοζώντανο , στο φυσικό του μέγεθος ένα από τους φτωχούς ήρωες των παιδικών μου βιβλίων. Ένας άγνωστος που μου είχε κολλήσει το στομάχι του στ΄αυτί μου.
      Δεν τελειώνει πουθενά αυτή η ιστορία. Πάντα οι άνθρωποι θα κουρνιάζουν σε σκαλάκια. Θα δίνουν και θα παίρνουν με τα χέρια για να ζήσουν . Και πάντα ακόμα και μέσα από έναν βρώμικο κάδο , ένα χέρι θα θελήσει να πιάσει το δικό σου. Και εσύ θα πρέπει να βρεις πως να μην παραμείνεις ο σχεδόν που ζει το παραλίγον κάτι.
Αυτό είναι όλο.

Art work Alex Ferreira

Στην aixmi
http://www.aixmi.gr/index.php/sta-skalakia/?fb_action_ids=741473769213275&fb_action_types=og.likes&fb_source=other_multiline&action_object_map=%7B%22741473769213275%22%3A419706311485284%7D&action_type_map=%7B%22741473769213275%22%3A%22og.likes%22%7D&action_ref_map=%5B%5D

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Το λησμονόχαρτο



      Φαντάζομαι να μιλούν στα παιδιά. Να απαντούν στις ερωτήσεις τους. Κάποιοι γύφτοι κλέψανε το παιδί . Το αγοράσανε, το πουλήσανε, το βάλανε να ζει  μέσα στην βρώμα, να δουλεύει γι΄αυτούς. Φαντάζομαι την βαριά , αδιασάλλευτη, παγερή  σιωπή όταν δεν υπάρχουν ερωτήσεις. Φαντάζομαι να παρακολουθούν το βλέμμα του δικού τους παιδιού, να πέφτει πάνω στην Μαρία. Να σιγουρευτούν πως είναι βλέμμα  φόβου, αποτροπιασμού, αναλόγου μεγέθους με το σκάνδαλο που σκίζει τον αέρα της καθαρής  φιλήσυχης γειτονιάς τους. Ένα βλέμμα μιας βαθύτερης ικανοποίησης. Εκείνοι είναι οι καλοί, οι σωστοί, οι καθαροί.
       - Πως λένε το κορίτσι μαμά ;
Δεν ξέρουμε πως το λένε αληθινά. Δεν χρειάστηκε όνομα, κι αν είχε μπορεί να μην είναι το δικό της.. Μπορεί Μαλάμω, Σοφία. Μαρία την φωνάζανε. Τι σημασία έχει το όνομα. Φαντάζομαι να μην προχωρούν παραπάνω οι απαντήσεις. Γιατί μετά θα έπρεπε κανείς να πει, πως είναι η Μαρία που ακολούθησε κάποιους που πίστεψε γονείς , όπως ακολουθεί κανείς μια υπόσχεση, μιας άγνωστης φωνής. Που είχε ελπίδα πως αυτή η φωνή θα κάνει κάθε φόβο υπόθεση μακρινή. Όπως κι εσύ δηλαδή και εγώ. Η κάθε Μαρία , το λησμονόχαρτο μας, για να ξεχάσουμε την φτώχεια μας, την επισφάλεια , την απόγνωση μας στους πολύ δύσκολους καιρούς .
     - Γιατί έχει κοτσίδα μαμά ; Σημάδι ενός μητρικού χαδιού, μιας άλλης ανθρωπιάς.
    Φαντάζομαι να κατευθύνουν τις σκέψεις, να υψώνουν τοίχους, να μπουκώνουν τις καρδιές με φόβο και μίσος για κάθε τι που ξεχυλίζει, που δεν τους μοιάζει. Να τους μαθαίνουν νέες λέξεις για όλα αυτά που δεν είναι στα μέτρα τους. Το λεξιλόγιο μιας γλώσσας που θα τους χρειαστεί για να χτίσουν τις φυλακές τους και να είναι όσο πιο ανήλιαγες μπορούν.
     Το κοριτσίστικο σώμα υποφέρει τώρα. Φαντάζομαι την σιωπή που τυλίγει αυτή την αλήθεια. Υποφέρει από την πραγματικότητα της φωτογραφικής σκληρότητας. Τώρα πλέον είναι αλλού. Τα χέρια του σφίγγουν ένα παιχνιδάκι. Κάποιοι τόποι χάθηκαν , το ίδιο κάποιες σταθερές. Κανείς δεν ασχολήθηκε μ΄αυτό γιατί οι σταθερές ήταν σκουρόχρωμες και σκουρόχρωμες σταθερές σημαίνει εισβολή εχθρού.
     -Γιατί δεν μπορούμε να την βοηθήσουμε μαμά; Δεν είναι δική μας δουλειά.
 Φαντάζομαι τους άλλους που έχουν αναλάβει την βοήθεια. Σίγουρη για την ορθότητα του δικού τους συστήματος και κόσμου. Σίγουροι πως όσο υπάρχουν Μαρίες να σώζουν από τους βρώμικους, οι ίδιοι θα είναι πάντα καθαροί.
     Φαντάζομαι να γυρνούν από τη δουλειά, να τρώνε το φαγητό τους με κρύα χέρια, να ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους με ψυχρό κορμί. Να αγκαλιάζουν και την ίδια στιγμή να φωλιάζουν ανυποχώρητο , ωμό μίσος.
     Μάνα δεν γίνεσαι όταν γεννήσεις. Γυναίκα δεν γίνεσαι όταν πλαγιάζεις σ΄ένα κρεβάτι, άνθρωπος δεν γίνεσαι όταν ανταλάσσεις  λύσσα και πολεμικές ιαχές. Με την ανθρωπιά μας γινόμαστε άνθρωποι. Με την ανθρωπιά μας γι΄αυτή την Μαρία, για την άλλη Μαρία, με την άλλη πλεξίδα  που την έπνιξε το κύμα καθώς πάλευε ανάμεσα σε ξύλα και σίδερα προσπαθώντας να βρει απάγκιο σε μια νέα πατρίδα. Για την κάθε Μαρία.
     Η ανθρωπιά , μας κάνει ανθρώπους ενός  πολιτισμού που τους χωρά όλους, που δεν μας μετατρέπει σε στατιστικά νούμερα, και έκπτωτα μιας ανερμάτιστης νομοθεσίας. Η ανθρωπιά μας κάνει τον φόβο μας να νικάμε. Και η βοήθεια στην κάθε Μαρία είναι και  δική μας δουλειά.

ζωγραφική Richard Diebenkorn 

Στο vetonews
http://www.vetonews.gr/editorial/item/20073-to-lismonoxarto        
aixmi
http://www.aixmi.gr/index.php/to-lismonoxarto/

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Μελισσόχορτο και λεμόνι





     H ακινησία με σκοτώνει, σκεφτόταν μπροστά στον καθρέφτη καθώς υπογράμμιζε το μάτι της μ΄ένα μαύρο μολύβι.
     Βγαίνοντας από το σπίτι Δευτέρα απόγευμα  , βρέθηκε μπροστά σε μια φθινοπωρινή καταιγίδα. Γκρίζος  ουρανός, βαρύς και το χώμα να μυρίζει βροχή. Πέρασε από το μαγαζάκι της γειτονιάς να αγοράσει μια χάρτινη κούπα τσάι.
      Σε μια στάση στο Κηφισσό   περιμένει το λεωφορείο. Ένα μικρό ταξίδι μέσα στην πόλη. Με μια κούπα αχνιστό πράσινο τσάι  με μελισσόχορτο και λεμόνι να της ζεσταίνει τα χέρια. Ένα απαλό αεράκι της ανακατεύει τα μαλλιά , δύο στάλλες της βροχής στέκονται να γνωριστούν πάνω στην μύτη της. Το βλέμμα της στέκεται στην σειρά των στύλων της ΔΕΗ που χάνονται στην απέναντι όχθη του δρόμου.   Οι μέρες πήραν να μικραίνουν .
       Όταν κατέβηκε από το λεωφορείο , μύριζε ξανά υγρή γη. Κινείται μηχανικά μέχρι τη βιβλιοθήκη . Στην διαδρομή ο  ουρανός γίνεται πιο σκοτεινός από τα σκούρα σύννεφα και ο ήχος από τις βροντές γίνεται πιο δυνατός. Το μυαλό ξεστρατίζει και πάλι, μακριά από απλήρωτα και ληγμένα.
       Βρίσκεται τώρα στην ίδια θέση όπως συνήθως. Στον πέμπτο όροφο του κτιρίου της βιβλιοθήκης.  Στο μέρος αυτό που ονομάζει '' γραφείο'' και είναι το πιο μικρό απ΄όλα τ΄άλλα γειτονικά. Αλλά έχει θέα από το αστεροσκοπείο μέχρι τον Πειραιά. Όλη η πόλη στα πόδια σου που λένε. Βλέπει τα φώτα της πόλης να ανάβουν ένα ένα. Τα κτίρια να φωτίζονται. Στους απένατι δρόμους  τ΄αυτοκίνητα να κινούνται πέρα -δώθε . Οι άνθρωποι περπατούν   κάτω από τις ομπρέλες τους.
        Είχαν δεν είχαν περάσει  δυό ώρες που την ξανακοίταξε με εκείνη την βαθιά του ματιά . Μ' αυτή που της έλεγε '' σαν να μην πέρασε μια μέρα''. Κι ας άσπρισαν δυό τρίχες. Κι ας τους χτύπησε και ο φόβος της αρρώστιας.  Τρώγανε και όπως πάντα κοιτούσαν μαζί  προς την ίδια κατεύθυνση , λέγανε τα πάντα χωρίς να λένε τίποτα.
- Σε μισή ώρα φεύγω για την δουλειά.
- Τηλεφώνησε μου αν θέλεις να έρθω να σε πάρω από την στάση , το βράδι.
        Το βλέμμα χάνεται στα φώτα της πόλης, οι σκέψεις στο δικό τους βιολί. Αναρωτιέται τι θα γινόταν  αν έμπαινε σ΄ένα τραίνο για να κυνηγήσει κάποια όνειρα που δεν μπόρεσε ποτέ να πραγματοποιήσει . Να κυνηγήσει συναισθήματα που δεν μπόρεσε να ανταμώσει. Το φθινόπωρο σκέφτεται είναι μια εποχή να την ζει κανείς μόνος του. Την ίδια ώρα ξέρει πολύ καλά πως λέγοντας το αυτό , ψάχνει το ΄΄άλλο της φθινόπωρο''. Μεγάλωσε και το άλλο της φθινόπωρο δεν ήρθε. Και όταν ήρθε εκείνη βρισκόταν ήδη κάπου αλλού και δεν συναντήθηκαν.
      Η ζωή θέλει πάντα να αποζητούμε ό,τι δεν έχουμε, σκέφτεται . Είναι μεγάλη υπόθεση η συνειδητοποίηση του τι δεν έχουμε. Είναι δύσκολο να σταθείς και να παραδεχτείς στον εαυτο σου , ότι ξέρεις τι είναι αυτό που λείπει από την ζωή σου. Να πεις,  δεν έχω αυτό.
Και μετά να το ζυγίσεις.  Μήπως είναι αερικό ; Ένα φτερό που το κυνηγάει ο αέρας μεσα στην βροχή ;
     Βρέχει ακόμα . Ο άντρας στο απέναντι παράθυρο φέρνει το τσιγάρο στο στόμα του. Το κρατάει ανάμεσα στα δάχτυλα. Οι σταγόνες στο παράθυρο το κάνει να λάμπει. Ο ήλιος στα χέρια σου που λένε.
     Γυρίζει , φτιάχνει λίγο τα χαρτιά πάνω στο γραφείο . Έξι παρά τέταρο. Σε λίγο θα έρθει το πρώτο ραντεβού. Πίνει μια γουλιά τσάι . Την πιάνει ξανά η μυρωδιά του μελλισόχορτου. Θυμάται την μυρωδιά του στον καναπέ , όταν της έλεγε να μην φοβάται τις αστραπές και την φιλούσε απαλά στα δάχτυλα.
Από το ραδιόφωνο ξεπηδάει η μελωδία του  Djiango Reinhardt   στο  '' Tea for two'' .
Στην τελική δεν θα το έλεγες ακινησία αυτό.


     
      

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Γενέθλια







     Αγάπησα την βροχή πολύ. Πάντα περισσότερο απο τον ήλιο την πίστευα. Αγάπησα τον άνεμο. Τα αδέσποτα σκυλιά. Τα τραγούδια που μιλάνε για αλήτες, φεγγαρολουσμένους. Αγάπησα τις ασπρόμαυρες στιγμές και τις πολύπλοκες μυρωδιές της μνήμης. Αγάπησα τον άνεμο , τα όμορφα και σιωπηλά παιδιά που χάνονται στην νύχτα. Πιο πολύ αυτά εμπιστεύθηκα. Αγάπησα τα μάτια που μοιάζουν με κρασί. Τους δρόμους που με παίρνουν για να ξεχνώ την πίκρα. Αγάπησα την βροχή πολύ. Μου φαινότανε πάντα πιο αληθινή. Ένιωθα πως θα κρατούσε περισσότερο. Αγάπησα τα όνειρα και ας τα ξεθώριαζε καμιά φορά η ζωή. Αγάπησα τους ναυαγούς που αρνήθηκαν  σε στιγμές ενήλικες να γίνουν. Και όταν φοβήθηκα  φοβήθηκα προσπάθησα να κρατήσω τις ματαιώσεις δίπλα στα όνειρα.
Ζηλεύει καμιά φορά η ζωή τα όνειρα, δεν τα προχωρά , τα κρατά , τα σφίγγει στη φούχτα της, τα πνίγει. Γνωρίζουμε ήττες τότε και ζούμε αδιέξοδα, ανατροπές και ματαιώσεις. Πόρτες κλειστές και γέφυρες κομμένες. Της πικροδάφνης τα λουλούδια στα δάχτυλα μας.
      Αγάπησα τις διπλανές  μου πολλές, γνωστές και άγνωστες αναπνοές . Μωβ αναπνοές. Αυτές που στέκονται και  περιμένουν να νυχτώσει και άλλο η νύχτα μήπως έρθει στο τέλος η παρηγοριά. Τις περισσότερες φορές οι πιο  μεγάλοι πόνοι κλαίνε σιωπηλά.
      Αγάπησα τα κείμενα που γεμίζουν αναμνήσεις μιας  κοινής ζωής. Αυτά πάντα έψαχνα. Αυτά θαύμαζα. Άλλωστε δεν είναι  παρά αποκλειστική υπόθεση του μέλλοντος. Τα κείμενα που περιγράφουν με συγκλονιστικά ακριβή λεπτομέρεια αυτό που ζήσαμε όλοι μαζί , όταν ακόμα μπορούσαμε να εννοήσουμε ένα κάποιο όλοι μαζί , όταν μπορούσαμε να το βιώσουμε έστω στις άκρες του , όταν ακόμα αυτό έδινε εικόνες και τροφή στη ζωή του καθενός . Αυτά που χαράζουν γραμμές και συνθήκες που δίνουν σχήμα σε μια  ζωή που ονειρευόμαστε να ζήσουμε . Σ' αυτή την ζωή όμως και όχι σε μια άλλη , ματαιωμένη.
       Αγάπησα τις λέξεις των μικρών αφηγήσεων. Τις ελλειπτικές, αυτές που αφήνουν τον καθένα μας να διεκδικήσει τον δικό του χώρο , στο κοινό βίωμα. Τις αφηγήσεις που ματώνουν τις ματαιώσεις μας , που ηχούν σκληρά στις κεραίες μας και μας ξεβολεύουν . Τα λόγια που η ηχώ τους δεν γίνεται συνήθεια , που δεν επαίρονται ότι δίνουν εξηγήσεις πάντοτε  και σε όλα, αλλά που προσπαθούν να μάθουν να ζουν. Μέχρι που το καταφέρνουν και ζουν. Ελαφρά και την ίδια στιγμή επώδυνα. Και πάντοτε εντός μας.
      Όλα αυτά είναι οι δικές μου προβολές και σκέψεις . Εδώ και δύο χρόνια τις έβαλα σε μια ηλεκτρονική σελίδα και τις ταξιδεύω. Μια σελίδα που μου χάρισε το δώρο να μην κουβαλώ την χαρά με ενοχή. Να μπορώ να παραδίνομαι στο καυτό ήλιο του μεγάλου καλοκαιριού άνευ του φόβου της έκθεσης. Και γι ' αυτά τα δώρα σας ευγνωμονώ. Τους γνωστούς, τους άγνωστους φίλους που περνάτε από δω.  Γιατί χωρίς εσάς δεν έχει  κανένα νόημα.