Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Θέλω


 

       ΄Ηταν κάποιος που έκλεινε όσα ήθελε σ΄ένα δωμάτιο. Λίγο πιο μεγάλο από ένα δωμάτιο φθηνού ξενοδοχείου, λίγο πιο άδειο από ένα εφηβικό υπνοδωμάτιο. Άνοιγε την πόρτα του δωματίου και άφηνε να πέσουν στο πάτωμα τα θέλω του. Καμιά φορά όταν του περίσσευε χρόνος, έμπαινε για λίγα λεπτά στο δωμάτιο και τα επεξεργαζόταν. Περπατούσε ανάμεσα τους, άνοιγε τα παράθυρα ν΄ανανεωθεί ο αέρας, τα χάιδευε στις γωνιώδεις επιφάνειες τους. Καμιά φορά όταν άρχιζε να ονειροπολεί, νόμιζε πως άφηνε την πόρτα του δωματίου ανοιχτή, και αυτά ελαφρά σαν πούπουλα πετούσαν και γέμιζαν τον αέρα. 
     Ό,τι κι αν γινόταν αυτός άφηνε τα θέλω του στο δωμάτιο. Ακόμα κι όταν ήταν Άνοιξη, ακόμα κι όταν είχε βρει εισητήριο για την συναυλία που πάντα ήθελε, ακόμα κι όταν ήταν Κυριακή. Ακόμα κι όταν πήγαινε λίγες μέρες στο αγαπημένο του νησί. Ακόμα κι όταν είχε γενέθλια
     Μια στιγμή άρχισε να μην αντέχει στην ιδέα πως το δωμάτιο ήταν μέσα στο σπίτι. Αρρώσταινε με την ιδέα πως το δωμάτιο θα γέμιζε κάποτε, κι εκείνος δεν θα είχε που να κλείσει τα θέλω του. Φοβόταν την περίπτωση που τα θέλω φούσκωναν σαν υγρασία τους τοίχους και περνούσαν και στ΄άλλα δωμάτια. Θα χτυπούσαν οι επιθυμίες τους τοίχους σαν προβολή ταινίας βουβού κινηματογράφου. Τα θέλω θα δραπέτευαν και τίποτα πια δεν θα ήταν το ίδιο. 
     Έπρεπε να πάρει γρήγορα απόφαση τι θα κάνει. Να κατορθώσει ξανά να βάλει σε μια σειρά την ζωή του. Να μην χάσει τον έλεγχο πριν είναι πολύ αργά. Έτσι έχτισε την πόρτα του δωματίου με διπλή σειρά τούβλα και τσιμέντο αφού είχε πρώτα αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. Πέταξε ένα στουπί βουτηγμένο στην βενζίνη από το ανοιχτό παράθυρο και έβαλε φωτιά. Τα θέλω λαμπαδιάσαν στο λεπτό. Μέρες σιγόσβηνε η φωτιά. Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα άλλο να καεί. Το σπίτι παρέμεινε σαν βομβαρδισμένο για μήνες. Ένα σαββατοκύριακο το επιδιόρθωσε. Η ζωή σιγά σιγά ξαναπήρε τον κανονικό της ρυθμό. Εκείνος πήγε ξανά λίγες μέρες στο αγαπημένο του νησί, βρήκε ξανά εισητήριο για την συναυλία που ήθελε. Η Άνοιξη ήρθε στην ώρα της και στα γενέθλια του πήρε διάφορα δώρα. Όλα είχαν επανέλθει όπως ήταν πριν. Μονάχα κάποια καλοκαιρινά βράδια, όταν έβγαινε στην βεράντα να ρεμβάσει, τον έπιανε μια βαριά μυρωδιά καμμένου. Έμπαινε μέσα στο λεπτό. Έκλεινε την πόρτα και τραβούσε τις κουρτίνες. Η μυρωδιά έμενε μέρες στα ρουθούνια του. Δεν έβγαινε με το νερό, ούτε με την αλμύρα της θάλασας. Ούτε με την δουλειά, ούτε με τα πολλά του καθήκοντα. Καθόταν στα ρουθούνια του όπως η πρωινή υγρασία στα παντζούρια. Τόσο όμορφη και τόσο υγρή μέσα στην σιγαλιά του πρωινού. Αδύνατον για τον καθένα να την ξεχάσει. 

ζωγραφική Jim Holland








Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Ο καθρέφτης








     Είχε πια ξημερώσει και ο θόρυβος της πόλης εισέβαλε ολοκληρωτικά στο σπίτι. 
Σηκώθηκε μισοκοιμισμένος, σαν ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος. Λίγα λεπτά πριν το σώμα του βρισκόταν ακόμα βυθισμένο στον ωκεανό των ονείρων. Με τα βλέφαρα κλειστά εξοικονομούσε ζωτικές, πολύτιμες δυνάμεις. Μια ολοκληρωτική απουσία οργανικής κατανάλωσης. Μια εντελώς προνομιακή θέση απ΄όπου θα μπορούσε να ζει τεχνητά και χωρίς να καταναλώνει ενέργεια με άλλους ανθρώπους, να λύνει τις εξισώσεις του γραφείου του, να σώζει καταστάσεις, να ισσοροπεί στα δύσκολα. Ένας κόσμος όπου θα μεγαλουργούσε ενεργώντας με τον ίδιο τρόπο όπως και στον πραγματικό κόσμο αλλά χωρίς να εκτείθεται και κυρίως χωρίς να αισθάνεται παρά μονάχα συμπυκνωμένα και πανομοιότυπα συναισθήματα. 
   Αυτά όμως δεν γίνονται. Κινήθηκε μηχανικά προς το λουτρό, επιστρέφοντας στο συμβατικό κόσμο. Σε πενήντα πέντε λεπτά θα έπρεπε να κάθεται ήδη στο γραφείο. Δέκα λεπτά μπάνιο και ξύρισμα. Καφές και τοστ άλλα οκτώ. Διαδρομή με αυτοκίνητο, μικρή κίνηση στο κόμβο της Κατεχάκη. Συνολικά πενήντα λεπτά. Οριακά προλαβαίνει. Τουλάχιστο να κατάφερνε να θυμηθεί με ποιο τραγούδι αποκοιμήθηκε χθες βράδυ. 
     Με τις πιτζάμες μπροστά στο νιπτήρα τώρα. Ένα υπναλέο πρόσωπο, ξεχτένιστο και αξύριστο, τον κοίταξε βαριεστημένα από τον καθρέφτη. Μια παγωμένη ανατριχίλα τον ξάφνιασε. Κάτι παλιό και ξεχασμένο έβρισκε σ΄αυτή την εικόνα. Σ΄αυτό το κουρασμένο πρόσωπο που δεν είχε καλοξυπνήσει. Κάποιον του θύμιζε που όμως είχε πεθάνει και το ήξερε. 
    Άνοιξε το νερό. Το ζεστό νερό τρέχει σαν χείμαρρος ασυγκράτητος και παρεμβάλεται ανάμεσα σ΄αυτόν και στο κρύσταλλο. Ο καθρέφτης θαμπώνει και καταφέρνει να συμφωνήσει με τον δικό του εσωτερικό χρόνο και την θαμπή του όραση. Γέμισε το πρόσωπο του αφρό και άρχισε να ξυρίζεται. Χαμογέλασε. Έβγαλε στον εαυτό του την γλώσσα. Αυτός που έβλεπε στον καθρέφτη είχε μια γλώσσα κίτρινη και γλοιώδη. ''Κάτι θα σε πείραξε'' είπε με μια γκριμάτσα. Έστρωσε τα μαλλιά. Χαμογέλασε ξανά. Του φάνηκε το χαμόγελο του άλλου ηλίθιο. Ήξερε πως έπρεπε να βιαστεί αν δεν ήθελε να δώσει αφορμή για κουβέντες και σχόλια σ΄ένα γραφείο που είχε μετατραπεί σε χώρο βασανιστηρίων. Το σαπουνισμένο του πρόσωπο τον έβγαλε από τα βάσανα του. Το ξυραφάκι ανεβοκατέβαινε με μαεστρία και ο δίδυμος εαυτός του αποκτούσε καθαρές λωρίδες στο πρόσωπο του. 
    Έφθασε στο πιο δύσκολο σημείο, να ξυρίσει την περιοχή κοντά στο αυτί. Δεν υπήρχαν πληγές στο πρόσωπο του, όμως εκεί στον καθρέφτη ο άλλος μάτωνε σιωπηλά. Έψαξε το πρόσωπο του στο αντίστοιχο σημείο, όμως η επιδερμίδα του παρέμενε καθαρή. Μέσα του παρουσιάσθηκε ξανά η ίδια αγωνία. ΄Αλλη μια φορά η αίσθηση της συνείδησης του διχασμού μπροστά σ΄ένα καθρέφτη. 
      Κοίταξε με απορία την πετσέτα. Έκλεισε τα μάτια του, ενώ εκεί στο καθρέφτη ένα πρόσωπο το ίδιο με το δικό του τον κοιτούσε με μεγάλα, σαστισμένα μάτια και με το πρόσωπο χαραγμένο από μια κόκκινη κλωστή. Θυμήθηκε ξαφνικά το τραγούδι από το χθεσινό βράδυ. ''To build a home'' των Cinematic Orchestra, αυτό άκουγε. Το αναζήτησε εκεί επι τόπου να το ακούσει. Ξέχασε την αργοπορία και την καλή εικόνα που ήθελε να δώσει. 
       Κι ένιωσε μια ικανοποίηση. Μια μεγάλη ικανοποίηση που μες στην ψυχή του ένας μεγάλος σκύλος είχε αρχίσει να κουνάει την ουρά του. 


Φωτογραφία Andrew B Myers 

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

To κουκλόσπιτο



     Σαν να νομίζω πως δεν θα ξεχάσω ποτέ την Αμαλία Μουτούση στο ρόλο της Νόρας. Ίσως γιατί η παράσταση τελειώνει και η εικόνα της παραμένει μέσα σου να γυμνάζει κάτι πολύ αόρατο. Κάτι απ΄αυτά που ακόμα και ο χρόνος ο ίδιος δυσκολεύεται. Αφήνει στο πέρασμα της από το σαλόνι προς την πόρτα της σκηνής να δεις εύκολα τα προφανή. Τα δεμένα κλάματα πίσω από τα γέλια, τα τέρατα και σημεία. Σαν να αφήνει να πέσουν δίπλα σου αόρατα γυαλιά να δεις καθαρότερα τα σπασμένα κομμάτια.
     Η σκηνή σε τόνους  πολύ ελαφρύ γκρι- γαλάζιου. Η ταπετσαρία της σκηνής με τον ανάλογο φωτισμό μεταβάλλεται ανάλογα με όσα διαδραματίζονται στο σαλόνι από   τρυφερό, φωτεινό γαλάζιο σε παγωμένο γκρι. Μια απόχρωση που μεταλλάζει την ατμόσφαιρα ενός παιδικού κουκλόσπιτου σε ένα κουκλόσπιτο που ζουν απελπισμένοι  ενήλικες. 
      Μια μικρό σκαμνάκι με το μονόγραμμα ''Ν'' ζωγραφισμένο πάνω του, ένα πιάνο, μια πολυθρόνα με υποπόδιο. Η Νόρα (Αμαλία Μουτούση)  και ο άντρας της Τόρβαλντ Χέλμερ (Άρης Λεμπεσόπουλος) μοιάζουν να ζουν σε κουκλόσπιτο. Η Νόρα διακοσμεί τραγουδώντας το σπίτι, ανέμελα παίζει με τα παιδιά τους, ονειρεύεται αφελώς, σπαταλάει, γελάει αθώα, θυμάται. Τα χρόνια κυλούν σε ζελατίνα φωτεινού γαλάζιου. Η αθωότητα της ραμμένη πάνω στη μπλούζα της με τα φουσκωτά μανίκια σκαλώνει στη σκληρή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα έχει απόχρωση παγωμένου γκρι όπως ακριβώς και η σχέση της με τον άντρα της. Η Νόρα βλέπει το είδωλο της στον σπασμένο καθρέφτη. Η βίαιη ενηλικίωση της θρυμματίζει το κουκλόσπιτο. Η ζελατίνα λιώνει. Η Νόρα απαντά ''Ήμουν χαρούμενη, όχι ευτυχισμένη''.
   Πριν από 137 χρόνια γραμμένο από τον Ίψεν, το ''Κουκλόπσπιτο'' σε μια συντηριτική κοινωνία μιλάει για θέματα γυναικείας καταπίεσης, μη αναγνωρίσιμες ανάγκες του γυναικείου ψυχισμού, τα καθηλωμένα στην παιδικότητα κομμάτια της ανθρώπινης προσωπικότητας. 137 χρόνια μετά, πόσες απ΄αυτές τις αλήθειες έχουμε αλήθεια κατακτήσει. Πόσο έχουμε απομακρυνθεί επί της ουσίας σαν κοινωνία απ΄αυτούς τους συντηρητικούς  λαβύρινθους του κοινωνικού στερεότυπου και της ηθικοπλασίας; Ποιός μιλάει για την ουσιαστική θέση της γυναίκας στην κοινωνία μας;
   








Θέατρο Οδού Κυκλάδων ''Λευτέρης Βογιατζής''
Το κουκλόσπιτο Χένρικ Ίψεν σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκευά
   



Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Αξιός ποταμός 14.3.2016



Χτύπα, δοξάρι μου, και χτίζε,
ο κόσμος γεννιέται από μένα
μέσα στα χέρια μου τα δυό.
Ω γέννα, ω γέννα!
Ο λόγος μήτε, το τραγούδι
μήτε, αναβρύσματα από το στόμα.
Βιολί μου, υπάρχεις εσύ μόνο,
και μια είν΄η γλώσσα, κι ο ήχος είναι,
κι ο πλάστης, και είμ΄εγώ,
κι ο λόγος που θαυματουργεί
κι ο λόγος είναι η μουσική!

Γιατί κι ο κόσμος ο βαθύς
γεννιέται πάντα απόνα πάλεμα
σε δοξαριού σε μια χορδή.

Κ. Παλαμάς

Ο δωδεκάλογος του γύφτου


14.3.2016 ομάδα προσφύγων επιχειρεί να διασχίσει  τον Αξιό για να βρει τρόπο να βρει ελπίδα και να περάσει σύνορα

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Ξενάκια




    Οι εικόνες επαναλαμβάνονται, πάλι. Απελπισμένα βλέμματα, παλάμες που σφίγγουν γερά να λυγίσουν γερά συρματοπλέγματα, παιδιά εγκλωβισμένα σε ανοίκειες λωρίδες γης, άνθρωποι μεταίωροι.
     Βαριά, δυσκίνητη προσφυγιά προχωρά με δυσκολεμένη αναπνοή. Περνά και ξηλώνει σιωπηλά τα σκηνικά στις πόλεις των ανθρώπων. Υγραίνονται με αγωνία οι μέρες, φθάνει η υγρασία την καθημερινότητα μας. Διασταυρώνονται οι δρόμοι μας. Μουδιασμένοι κοιτάμε. Πολλές φορές σιωπούμε. Κάποτε αποστρέφουμε το βλέμμα μας. Να μην ζήσουμε ξανά το σοκ της ακαριαίας αποτύπωσης της τραγωδίας. 
      Ωστόσο ο πόνος δεν αποφεύγεται. Νομίζουμε με την σιωπή πως γλυτώνουμε, όμως δεν είναι έτσι. Όπως δεν μπορείς να μάθεις να γελάς με τις σφαλιάρες και τα χαστούκια, ούτε να μάθεις να χλευάζεις τον πόνο για τον εξευτελισμό και την υποτίμηση. Όσο και να γυρίσεις το κεφάλι να μην δεις, ο ανθρώπινος πόνος θα τρυπώσει και θα σε βρει.  Γι΄αυτό όταν η Σοφία Πομπόλη περιγράφει στην νοηματική γλώσσα το δράμα των μικρών προσφυγόπουλων και ξεσπά σε λυγμούς, ξεσπάς κι εσύ. 
      Η νοηματική γλώσσα κλείνει έξω τον θόρυβο και τους μικροφωνισμούς. Δεν έχει λόγια. Οι λέξεις χάνουν την δύναμη τους. Οι χειρονομίες, οι κινήσεις του σώματος, οι εκφράσεις του προσώπου μεταφέρουν τις ειδήσεις στα συναισθήματα μέχρι να βρουν διέξοδο και να κατανοηθούν. Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ. Αυτό μιλάει πάντα. Εμείς δεν ακούμε. Αυτή η διαδρομή από τα μέσα προς τα έξω είναι η δική μας προσφυγιά. Όταν βγουν τα μέσα έξω να βρουν πατρίδα. 
     Ξενάκι είσαι κι εσύ μην το ξεχνάς. Ξενάκια λέγανε τους ναυτικούς σε όλο τον κόσμο οι ναυτομάνες. Κι αν ακόμα δεν έχεις πρόσφυγα, μετανάστη στην οικογένεια, κι αν κάποτε δεν έζησες κι εσύ κάπου μακριά, κάποτε θα θέλησες να σπάσεις τα σύνορα. Να κόψεις συρματοπλέγματα, κάπου να περάσεις, να σωθείς, σε μια αγκαλιά να ριζώσεις. Γι΄αυτό όταν κλαίει το σώμα, κλαις κι εσύ. 
      Σ΄αυτά τα δάκρυα τρέχουν οι πόνοι και τα βάρη μας. Πέφτουν οι μάσκες, σπάνε οι βιτρίνες που εμποδίζουν τα αληθινά μας βιώματα να βγουν στην φόρα και να ελευθερωθούν. Η ειρήνη που τόσο πολύ επιθυμούμε, ζητάει να γνωρίζουμε. Ζητάει να αποδεχθούμε πως προχωρούμε κι εμείς οι ίδιοι σε  πανανθρώπινο κομβόι προσφυγικό. 
      Εδώ παρακάτω στην γειτονιά μου, στο δρόμο προς το σουπερ μάρκετ, βρίσκεται ένα χαμηλό, φτωχικό σπιτάκι πάντα ανοιχτό. Ένας άντρας κάθεται απ΄έξω και συνήθως διαβάζει τ΄απογεύματα. Η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή. Τα παράθυρα το ίδιο. Μοιάζει σαν να μην χρειάζεται να είναι κάπου μέσα για να βγει έξω, μα ούτε έξω για να μπει μέσα. 
     Πιάνω τον εαυτό μου να αναρρωτιέται ''μα πως ζει αυτός ο άνθρωπος;'' Δεν έχω απάντηση. Θα πρέπει να ζει απ΄αυτά που κάνει, όχι απ΄αυτά που χτίζει και κλείνει. Θα ζει σε φεγγαροβραδιές, σε ανθισμένα δωμάτια Άνοιξης και σε μάλλινες κάμαρες Χειμώνα. Μάλλον όπου βρεθεί θα αφήνει να του πέφτουν κάτω ψιχουλάκια, για να μην χάσει το δρόμο του. Γι αυτό εξακολουθεί και ζει ακόμα. 
   'Ετσι λέω προχωρώντας στην ερημιά του σούπερ μάρκετ. Εκεί που συναντιούνται οι άνθρωποι χωρίς να βλέπονται. Ξεχνώντας να αφήνουν πίσω τους ψιχουλάκια. 

Φωτογαρφία Μάριος Λώλος

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Το κουτί





     Ήταν βράδυ αργά. Δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Περπάτησε στα σκοτεινά μέχρι το παράθυρο του καθιστικού. Σκόνταψε σ΄ένα κουτί τυλιγμένο σε γυαλιστερό χαρτί, δεμένο με κορδέλα και φιόγκο. Το κοίταξε καλά καλά αλλά δεν το αναγνώριζε.  Το πλησίασε, το κοίταξε από κοντά. Στο χαρτί έγραφε με κεφαλαία γράμματα ''το παρελθόν σου''. Ίσως μια άλλη φορά να το άνοιγε αμέσως. Όχι όμως σήμερα που ένιωθε τόσο χαμένος μέσα στην σύγχυση.
    Πήγε στο δωμάτιο να κοιμηθεί. Άντε να κοιμηθείς όμως με το παρελθόν σου τόσο παρόν δίπλα σου, τυλιγμένο με φιόγκο. Γύρισε και το άνοιξε. 
    Σκέφθηκε για μια στιγμή πως το κουτί ίσως να ήταν άδειο και να τον ρούφαγε μέσα του. Σαν την Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων, πάλι αυτός θα έμπαινε στο κήπο των θαυμάτων. Όμως όχι, το κουτί δεν ήταν άδειο. Είχε ένα μικρό μπουκαλάκι που πάνω έγραφε ''μνήμες''. Το άνοιξε και αμέσως απλώθηκε σε όλο το δωμάτιο μια πολύ οικεία μυρωδιά. Πώς χώρεσε ολόκληρη ζωή σ΄ένα τόσο δα μπουκαλάκι, αναρρωτήθηκε. 
     Τίποτα άλλο δεν βγήκε από το μπουκαλάκι. Το άρωμα δεν έγινε άνθρωπος, ούτε μίκρυνε, ούτε μεγάλωσε, ούτε άλλαξε, Κανένα μαγικό δεν έγινε. Κανένα τζίνι δεν παρουσιάσθηκε. Μονάχα η καρδιά μαλάκωσε στην θύμηση της ζωής που άφησε πίσω του. Αυτής της ζωής που κάποτε έμοιαζε και ίσως να ήταν αληθινή. 
   Όχι δεν ήταν αληθινή εκείνη η ζωή. Το ήξερε. Τι ήθελε ο αποστολέας αυτού του κουτιού; Το μόνο που είχε μείνει όρθιο ήταν η εκκρεμότητα, αυτή που είχε αφήσει πίσω του. Αυτή μονάχα είχε μείνει ζωντανή. Αυτή που ήρθε να του θυμήσει πως είναι ακόμα ζωντανός και πως έπρεπε να ζήσει πριν γίνει και εκείνος ανάμνηση. Έτσι ξαφνικά τα κατάλαβε όλα. Το παρελθόν χαμπάρι δεν παίρνει από αστεία. Καμιά φορά μετακομίζει από το χθες σ΄αυτούς που ζουν σήμερα και τους κάνει κουβάρια. Ορκίσθηκε όλα αυτά να μην τα επιτρέψει. Κι ας ήξερε πως δεν θα ήταν εύκολο.
     

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Φάρσα



Να μας θυμίζεις ζωή κάθε στιγμή πόσο μεγάλη φάρσα είσαι. Εμείς να μην σε πιστεύουμε. Να σε ψάχνουμε στα ευτελή και τ΄ασήμαντα. Να σε χάνουμε για τα καλά. Να μας βρίσκεις πάλι εσύ. Θυμάσαι; Να μας ρωτάς. Σαν το κρυφτό που παίζαμε παιδιά. Ο νικητής ήταν αυτός που έφτυνε τους άλλους, στους τοίχους που τα φύλαγε. Τοίχους έφτυνε και κέρδιζε το γέλιο του. 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Ξένος σε ξένη πόλη


 


          Ο αέρας κοντά στα λιμάνια μυρίζει ψαρίλα, μυρίζει φύκια ξεβρασμένα από το κύμα στο μώλο. Στα λιμάνια τις νύχτες επικρατεί μια αλλόκοτη σιωπή. Όταν έρχεται το μπουρίνι, το λιμάνι ξαναπαίρνει  την ανάσα του. Η σιωπή τότε μεταφέρει με ορμή την ανάσα των κοντινών κυμάτων στους ανθρώπους. Τα δρομάκια στις κοντινές γειτονιές διαφέρουν το ένα από το άλλο. Το ένα παραδομένο στην ησυχία, το άλλο πιο πολύ στο κέφι και στον φθηνό έρωτα. Οι φωνές εδώ μοιάζουν να βγαίνουν από το Αόρατο μέσα από υπόγεια μυστικά και στοές κρυφές που κανείς δεν μπορεί να μαντέψει. 
      Είναι ωραία τα δρομάκια κοντά στα λιμάνια σε όλες τις πόλεις. Αυτή η βρώμικη αγορά των παθών, οι στιβαγμένοι μισοκρυμμένοι πειρασμοί για όλους αυτούς που γυρίζοντας από ατέλειωτες νύχτες μοναξιάς σε θάλασσες μακρινές και επικίνδυνες, πάνε εκεί και λαχταρούν να ζήσουν μέσα σε μια ώρα τ΄ αμέτρητα, φιλήδονα όνειρα τους. 
    Θα έπρεπε να μένουν κρυμμένα αυτά τα δρομάκια των λιμανιών στις απόμερες γειτονιές των μεγάλων πόλεων, επειδή ξεδιάντροπα κι απροκάλυπτα λένε αυτό που τα κατάφωτα σπίτια με τα γυαλιστερά τζάμια και τους αξιοπρεπείς ενοίκους τους κρύβουν κάτω από πολλές μάσκες. 
    Στα λιμάνια η μουσική ακούγεται από μικρά μαγαζάκια, οι κινηματογράφοι υπόσχονται με χτυπητές αφίσες μεγαλεία αφάνταστα, φώτα χρωματιστά στριμώχνονται κάτω από υπόστεγα χωρίς να κρύβονται. Οι άνθρωποι χαμογελούν όταν βρεθούν σ΄αυτά τα δρομάκια. Τα σκοτεινά μάτια τους ζωηρεύουν από τις τόσες υποσχέσεις που βλέπουν τριγύρω, γιατί εκεί υπάρχουν τα πάντα, έρωτας, ποτό, θέαμα, περιπέτεια. Η πιο μεγάλη και η πιο ντροπαλή περιπέτεια. Είναι διπλή η γοητεία τους, διπλά ερεθιστική και προκλητική, έτσι που καμώνεται πως κρύβεται την ίδια στιγμή που τα προσφέρει όλα. Ξεχνά κανείς το δρόμο, την πόλη, τον εαυτό του τον ίδιο. Ξένος σε ξένη πόλη, χαμένος, υπέροχα ελεύθερος μέσα στο άγνωστο. 
    Τα δρομάκια αυτά είναι ολόιδια στο Αμβούργο, στην Μασσαλία, στην Λισαβώνα, στην Αβάνα. Όπως ίδιες είναι και οι μεγάλες λεωφόροι της πολυτέλειας. Γιατί τα πάνω και τα κάτω της ζωής παντού μοιάζουν. Τα τελευταία φανταχτερά απομεινάρια ενός εκφυλισμένου κόσμου, που ξεσπάει άγρια και αχαλίνωτα τα ένστικτα του. Είναι τόσο υπέροχα, τόσο απερίγραπτα καλό να νιώθει κανείς καλύτερος, όταν καταβάθος ξέρει πως είναι χειρότερος. Προκλητικοί με όσα δείχνουν, ακαταμάχητοι με όσα κρύβουν. Δρόμοι ανθρώπινοι. 
    Αλλά τα αλλόκοτα αυτά δρομάκια ζούνε μονάχα την νύχτα, τη μέρα φορούν γκρίζες, κρύες μάσκες και μόνο όσοι ξέρουν μπορούν να τα ξαναβρούν. Αυτοί είναι οι ανώνυμοι ποιητές. Θα μπορούσαν να τους λένε παρηγορητές. Αυτοί μπορούν να βρουν τα χαμένα δρομάκια και να τους δώσουν μορφή και σχήμα. Μέσα από την ποίηση οι στιγμές ξαναγεννιούνται και ζουν για πάντα. Δρόμοι και στιγμές που ακριβώς έτσι ουδέποτε υπήρξαν. Μορφές πλασμένες από την ποίηση. Δρόμοι ονειρεμένοι. 


Φωτογραφία 
Lola Alvarez Bravo, 1950    
    

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Για να είσαι μεγάλος


Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ολόκληρος: τίποτα
Από τον εαυτό σου μην υπερβάλλεις ή αποκλείεις.
Να είσαι ολόκληρος εσύ σε κάθε πράγμα. Βάλε τον εαυτό σου
στο μικρότερο πράγμα που κάνεις.
Έτσι και η σελήνη σε κάθε λίμνη λάμπει
Και λάμπει γιατί ζει ψηλά.

14-2-1923
Φερνάντο Πεσσόα

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή



     Φοράει ριγέ, φαρδύ παντελόνι. Φοράει μια πράσινη μάλλινη κάλτσα με μια τρύπα στο μεγάλο δάκτυλο που δεν φαίνεται μέσα από τα μποτάκια και μια άλλη μαύρη αταίριαστη. Κανείς δεν μπορεί να διακρίνει πως οι κάλτσες της είναι αταίριαστες και φθαρμένες. Φοράει την χοντρή, ναυτική ζακέτα της. Όταν ήταν φοιτήτρια την είχε αγοράσει ένα Σάββατο στο Πορτομπέλλο από τους πλανόδιους. Είχε ονειρευτεί τότε πως θα την φοράει και θα ταξιδεύει κατάστρωμα διασχίζοντας ωκεανούς. Θα κρατιέται από την κουπαστή, θα κοιτάει τα κύματα από ψηλά, ο άνεμος θα την κτυπάει στο πρόσωπο, η θάλασσα θα την βρέχει και η αυτή θα ταξιδεύει φορώντας την ναυτική ζακέτα της  με λαχτάρα να γνωρίσει καινούργιους τόπους. Μα τα ταξίδια αργήσαν πολύ κι εκείνη έπαψε να τ΄αναζητά. Φοράει τα γυαλιά ηλίου της. Μελιά και στρογγυλά κατεβαίνουν στα ζυγωματικά και κρύβουν το βλέμμα της. Φοράει την θλίψη της, την καλή την Κυριακάτικη. Φοράει τις συνήθειες όλης της βδομάδας για να την προφυλάξουν από το κρύο. Κρατάει σφιχτά μέσα στα δόντια της την ανάσα της, σαν κάτι πολύτιμο, σπάνιο και σίγουρα όχι δεδομένο. Κρατάει σφιχτά και κάτι άλλο ανάμεσα στα  δάχτυλα του ενός χεριού. Είναι μέσα στο σπίτι της. 
    Κάποια στιγμή αυτό που κρατά σφιχτά στα σκεβρωμένα χέρια της θα γλυστρίσει και θα  πέσει. Όχι επειδή το έριξε ή επειδή δεν πρόσεξε. Ίσως γιατί δεν άντεξε να το κρατά. Ίσως  λόγω βαρύτητας ή κατά λάθος ή ακόμα και κατά τύχη. Θα το κοιτάξει και μην ξέροντας τι άλλο να κάνει μια τέτοια στιγμή θα πει ''Κορόνα ή γράμματα''. Το κρατάει όμως καιρό και δεν θα θυμάται τι ήταν στο ''κορόνα'' και τι στο ''γράμματα''. 
    Μετά θα βγάλει τις συνήθειες, τα ρούχα, τη θλίψη, τα γυαλιά ηλίου και τις αταίριαστες κάλτσες της που είναι μια πράσινη και μια μαύρη. Δεν ξέρω αν θα μείνει μέσα στο σπίτι της ή αν θα βγει έξω να τριγυρνάει σε γνωστούς ή άγνωστους δρόμους. Εκείνη αυτό που έχει αφήσει να είναι απολύτως σαφές είναι πως θέλει να προχωρήσει, κι ας μην της έχει μείνει πια τίποτα από τα γνωστά. 
    Πιστεύω αλήθεια πως θα βγεί. Θα ξεκινήσει. Ίσως ξυπόλητη. Περαστική και διαβατάρισσα σαν άνεμος. Έτοιμη να αντικρίσει τον ήλιο κατάματα κι ας δακρύσει. Θα αρχίσει να βλέπει όλα αυτά που προσπερνούσε. Όλα αυτά που την εμπόδιζαν να ζήσει. Χωρίς να βιάζεται να δημιουργήσει αναμνήσεις ωραίων στιγμών. Θα χρειαστεί λίγο χρόνο να μαλακώσουν τα σφιγμένα δάκτυλα της. Λίγο χρόνο να μάθει να χτίζει κάτι που το λένε ΄΄μαζί ΄΄. 
    Αλλά δεν μπορώ να αποφασίζω εγώ για εκείνη.  Ο καθένας αποφασίζει με τον δικό του ρυθμό. Χάνεται κι έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις η απόφαση. Εκεί που είναι μπροστά σου, δεν την βλέπεις κι έρχεται από τα δεξιά σου. Και εκεί που δεν την νιώθεις, σε σπρώχνει από τα πλάγια.  Σαν άνεμος έρχεται η απόφαση. Ο άνεμος φυσάει, αυτό ξέρει να κάνει κι αυτό κάνει. Τίποτα δεν κρατά και τίποτα δεν αφήνει.
''Ούτε κορόνα, ούτε γράμματα'' είπε και σώθηκε από βέβαιο πνιγμό.





    

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Απουσία




    Tην νύχτα που πέθανε ο ζογκλέρ πετάχτηκαν πολλά πεινασμένα φωνήεντα και κτύπησαν με το ράμφος τους το τζάμι. Και τότε από της μπλούζας το καλοκαιρινό τσεπάκι ανασύρθηκε κατάχλωμη μια οικογενειακή γαρδένια. Πρώτα λιποθύμησε στην αγκαλιά του αλουμινόχαρτου και μετά φώναξε δυνατά: 
- Ήταν περαστικός, ο ζογκλέρ ήταν περαστικός! 
Όχι δεν ήταν περαστικός, αντιστάθηκες με σθένος. Τον συνάντησα, τον είδα με τα μάτια μου εκεί, στημένο, όρθιο. Χόρευε και τραγουδούσε. Στο βλέμμα του αγωνιούσε της αγωνίας η αντανάκλαση. Οι κινήσεις του ήταν απαγγελία νερού. Με λόγια πολλά και ασύνδετα μ΄έκανε πολλές φορές να του εξιστορήσω άλλοτε την ιστορία μου κι άλλοτε την μοναξιά μου. Κάπου είναι, κάπου έχει πάει. 
     Υπάρχει όμως. Μια απουσία φτιαγμένη από χιλιάδες μικρές παρουσίες που δεν έχουν όμως αρκετή δύναμη να προφέρουν ένα όνομα.  Είναι η τσακισμένη σελίδα του αγαπημένου σου βιβλίου που λες πως θα το συνεχίσεις αύριο και δεν τα καταφέρνεις. Είναι τα  ξεχασμένα ρούχα σου πάνω στην καρέκλα. Είναι να συνεχίζεται η μουσική και στην σιωπή. Είναι η λίστα με τα ψώνια του Σαββάτου που δεν έγιναν ποτέ. Είναι που περιμένω ακόμα πως θα σε δω και δεν τα καταφέραμε. Απουσία είναι η συντροφιά της τηλεόρασης. Είναι η βεβαιότητα που καταρρέει με τους τίτλους του τέλους. Είναι που αισθάνεσαι ξεχωριστός και δεν έχεις ποιος να το εκτιμήσει. Είναι ένα τηλέφωνο που κτυπάει σ΄ένα σπίτι που δεν υπάρχει ψυχή. Απουσία είναι που δεν υπάρχει κανείς να ακούσει μαζί σου το αγαπημένο σου cd και εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου με τα χαλασμένα του ρολόγια. Απουσία είναι οι οθόνες με τ΄αντικριστά πληκτρολόγια μέσα στο ίδιο σπίτι. Η διπλωμένη αφίσα της συναυλίας που είχες χρόνια στο εφηβικό σου δωμάτιο και τώρα έκρυψες. Απουσία είναι ο ύπνος στον καναπέ μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα, πριν πας στο σαν άδειο κρεβάτι σου. Είναι η άδεια κούπα στο τραπέζι της κουζίνας, μια άδεια καρδιά. Είναι που δεν ήρθε και την περίμενες. Το άδειο βάζο, τα ξεραμένα από μέρες λουλούδια στα σκουπίδια, το κείμενο που δεν έγραψες, το κορίτσι που δεν φίλησες. Τα χαμένα όνειρα σου. 
      Απουσία είναι ένα σωρό μικροπράγματα που άφησες πίσω σου και δεν θα σε απασχολήσουν ποτέ ξανά. Είναι αμέτρητες μικρές, αδύναμες παρουσίες που δεν έχουν την δύναμη να προφέρουν ένα όνομα. Οι αναμμένοι μας αναπτήρες στην συναυλία. Είναι ο μονόδρομος σου. Απουσία είσαι εσύ και η ολοκαίνουργια διάσταση να σε κατανοήσω καλύτερα. 
         Γι αυτό την  νύχτα που πέθανε ο ζογκλέρ κανείς δεν γέλασε. Γέμισε ο χρόνος από μελαγχολία. Με πράγματα που δεν αντέχεις δεν γελάς. 
     



Φωτογραφία Hengki Koentjoro      

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

11/01/2016




Την νύχτα που πέθανε ο David Bowie άρχισε να νυχτώνει μέχρι την μέση. Όσο πιο κοντός ήσουν άρχιζες να ξημερώνεις. Όλοι μιλήσανε για θαύμα. 
























Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

ΚΤΕΛ







     ΚΤΕΛ, οι σταθμοί που κτυπούν όλες μαζί τις νεανικές σου καρδιές. Ποτέ δεν τους ξεχνάς. Όσο κι αν ξεμακρύνεις, σ΄αυτούς τους σταθμούς ξαναγυρνάς. Δεν χάνεσαι. Από κει ξεκινάς.
     Σε παίρνουν από το χέρι και γίνονται σε δευτερόλεπτα άχρονα στιχάκια δυνατών φίλων. Αντικατοπτρισμοί πρωινών στα νερά της Λιοσίων. Ζωγραφίζεις στο κρύο την άχνα σου. Καντίνες, ξενυχτισμένα βρώμικα, καφέδες, δάση από κεραίες πάνω από το κεφάλι σου, βαλίτσες που σέρνονται στην άσφαλτο, φιλιά αποχωρισμού, ρύποι στην διαπασών, σώβρακα και φανέλες στα μπαλκόνια.
     Τακ, τακ, τακ ήχοι προσδοκίας. Εμείς είμαστε, που μπροστά στα μικρούτσικα, μικρούτσικα κομμάτια του χρόνου, τα δευτερόλεπτα πορευόμαστε στο έλεος της μνήμης. 

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Δώσε!






Δώσε!
Δώσε ευκαιρία νέε χρόνε σε όσους μέχρι τώρα δεν είχαν ποτέ ή την έχασαν.
Δώσε αγάπη!
Δώσε ανθρωπιά!
Φέρε πίσω τον άνθρωπο που έγινε σκόνη.
Μάζεψε αυτόν που κοιμάται στην λάσπη.
Και δώσε υπόσχεση να είσαι φλόγα, πνοή.
Μαζί σου κι εμείς.
Δώσε ζωή!



Καλή μας χρονιά !

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Ο άνθρωπος καλοριφέρ και η παραμονή Χριστουγέννων



    Έχασε τη δουλειά του, έχασε την Μαρίνα και μετά δεν του έμενε πια τίποτα άλλο να χάσει και σταμάτησε να ενδιαφέρεται: ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Σταμάτησε να βλέπει τους φίλους του και μετά σταμάτησε να του λείπουν οι φίλοι του. 
    Σε δυο μέρες ήταν Χριστούγεννα. Εμφανίστηκε κίνηση στους δρόμους, ο κόσμος έτρεχε να αγοράσει δώρα, γλυκά και φαγητά. Τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια στους δρόμους και στις βιτρίνες  έδιναν ζωή στην μισοπεθαμένη πόλη. 
    Εκείνος μην έχοντας τρόπο ν΄αγοράσει δώρα τριγυρνούσε στους δρόμους, κυρίως τους αφώτιστους. Δυο μέρες ήταν για τα Χριστούγεννα κι αυτές οι μέρες δεν περνούσαν με τίποτα. Ώσπου το βράδυ της παραμονής δεν γύρισε στο σπίτι. Τι σπίτι και γιατί; 
    Είχε αρχίσει να ρίχνει χιόνι πυκνό και παχύ. Όσο προχωρούσε ή ώρα οι δρόμοι παραδίνονταν στην σιγαλιά της παραμονής, αφού οι συμπολίτες του έχοντας τελειώσει με τις εκκρεμότητες είχαν πια μπει στο σπίτι τους ή στα σπίτια των φίλων τους, οι συζητήσεις είχαν ανάψει, το φαγητό μύριζε, τα φώτα στο δέντρο αναβόσβηναν, γέλια, μουσικές.
    Εκείνος συνέχισε να περπατάει. Ο αέρας έφερνε παγωμένο χιόνι στο πρόσωπο του. Άρχισε να χαμογελάει. Μοναδική στιγμή συνάντησης του μέσα και του έξω κόσμου του. Δεν είχε κανέναν να μοιραστεί αυτή την αναζωογονητική δροσιά του χιονιού. Όταν κουράστηκε να περπατάει, κάθησε κάτω. Το χιόνι έπεφτε πάνω στο κεφάλι του και σιγά σιγά τον σκέπαζε. Θυμήθηκε τις μουσικές  χιονόμπαλες που του άρεσαν από παιδί. Αυτές που είχαν μέσα σε υγρό μια φιγούρα και όταν τις αναποδογύριζε γέμιζαν χιόνι και η φιγούρα σκεπαζόταν. Αυτός ήταν τώρα εγκλωβισμένος μέσα στην δική του χιονόμπαλα. 
    Ένας παράξενος θόρυβος τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Τίναξε λίγο χιόνι από πάνω του και προσπάθησε να δει από πού ερχόταν. Τι θα μπορούσε να περνάει από εκείνη την ερημιά εκείνη την στγμή. Κάποιος έσπρωχνε ένα καλοριφέρ με ροδάκια. Φαινόταν να το είχε μαζέψει από τα σκουπίδια. Σίγουρα δεν θα δούλευε. Ίσως θα ήθελε να ζεσταθεί.  Θα προσπαθούσε να το επιδιορθώσει, σίγουρα. Έδειχνε πολύ κουρασμένος, ήταν και ανηφορικά. Περνώντας δίπλα του, ο άνθρωπος-καλοριφέρ του έριξε μια ματιά. Όχι μια φευγαλέα ματιά, ούτε μια επίμονη ματιά. 
      Το έχει σκεφθεί πολλές φορές από τότε. Ήταν μια ματιά, ενός ανθρώπου που την ίδια ώρα που αγκομαχάει, την ίδια ώρα αναζητάει, αγωνίζεται, θέλει να βρει κάποιον να πάνε μαζί μια βόλτα, να φάνε μαζί, να γελάσουν μαζί και γιατί όχι να αγαπηθούν. 
Αυτό ήταν. Χωρίς να καταλάβει πώς, σηκώθηκε από το χιόνι, άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα και σκέφθηκε να τηλεφωνήσει στο φίλο του τον Γιάννη να δει που είναι. Κι αν είναι να πάει να τον βρει. Να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα σαν τότε παλιά. Να καταφέρει να ζήσει ξανά, να συνεχίσει ν΄αναπνέει και να μην πεθάνει από ασυμφωνία χαρακτήρων με την εποχή, από ερημιά. 

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Το δέντρο





      Μιλάμε για μια ρίζα. Μια ρίζα ενός αειθαλούς, γερού δέντρου. Ενός δέντρου που φύτρωσε μια στιγμή μόνο του. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη προδιάθεση, ούτε καν αυτής της καλής πρόθεσης. Κάποιος αέρας σήκωσε μια στιγμή ένα σπόρο. Ο σπόρος αγκάλιασε την γη μια άλλη στιγμή και έφερε ζωή.  Στην αρχή το δέντρο είχε  πολύ λεπτό κορμό. Ακόμα και ένα μωρό μπορούσε να το κλείσει μέσα στα χέρια του. Κανείς δεν το πρόσεχε. Όλοι το προσπερνούσαν αδιάφορα χωρίς να του ρίχνουν ούτε ματιά. Στους αγέρηδες λύγιζε δεξιά κι αριστερά. Έλεγες θα σπάσει δεν μπορεί. Δεν θ' αντέξει. Οι βροχές το πότιζαν. Κράταγε τότε όσο περισσότερο υγρασία στη ρίζα του μπορούσε, για να τα βγάλει πέρα στις ξηρασίες. Όταν στέγνωνε και η τελευταία σταγόνα υγρασίας, έκοβε ένα κομμάτι από την ρίζα του και ξεδίψαγε. 
     Η ρίζα ακόμα προχωράει. Άλλοτε σε βάθος και άλλοτε σε πλάτος. Όταν τσιμέντα και πέτρες στέκονται μπροστά και της φράζουν τον ορίζοντα, εκείνη βρίσκει άλλους δρόμους ν΄απλωθεί, να βρει νερό και άλατα να θρέψει το δέντρο. Ν΄ανθίσει, να δέσει καρπό. Όταν στο διάβα της συναντήσει άλλες ρίζες, κάνει χώρο κι άλλες φορές κάνει χρόνο για να δώσει τόπο και σ΄αυτές. Ο κορμός του δέντρου τώρα είναι χοντρός και βαρύς.  Άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να τ' αγκαλιάσει. Μονάχα αν σταθούν δέκα, δεκαπέντε άνθρωποι και δώσουν τα χέρια ο ένας στον άλλον, μπορούν να τ' αγκαλιάσουν. Όμως δεν το κάνουν ποτέ αυτό. Οι άνθρωποι δεν αγκαλιάζουν τα δέντρα. Τα πληγώνουν, όσο κι αν τα χρειάζονται, όσο κι αν χωρίς αυτά δεν μπορούν. 
     Μπορεί να αναμετρούν το μπόι τους και να το βρίσκουν χαμηλό. Μπορεί να αναμετρούν τα χρόνια τους και να τα βρίσκουν λίγα. Το δέντρο στέκει εκεί ακόμα κι όταν αυτοί φύγουν.  Γερνάει, μεγαλώνει, ενώνει πολλές ανάκατες μεμονωμένες στιγμές και βρίσκει ορίζοντες. 'Οταν δεν βρίσκει ορίζοντες, φτιάχνει. Αειθαλές, περήφανο, μιλάει με το χρόνο σαν ίσος προς ίσο. Γνωρίζει τον τελικό νικητή. Γι' αυτό, ούτε λόγος. Θα ήταν αφελές αν πίστευε πως θα νικούσε. 
     Γνωρίζοντας το τέλος, ενώνει τις άπειρες στιγμές που έχει στην διάθεσή του και φτιάχνει νίκες. Δεν φτιάχνει γεγονότα, ζει τα γεγονότα. Δεν σχολιάζει το παρελθόν, ζει το παρόν. Και όταν πρέπει να θυμηθεί, δεν προσποιείται πως θυμάται. Θυμάται. Μιλά με το χρόνο στα ίσια. Γι' αυτό το δέντρο ζει νίκες, γιατί ζει στο παρόν. Όπως και ο χρόνος ολόκληρος, μπορεί να είναι γεμάτος με πρόσωπα και επιλογές από το παρελθόν και από το μέλλον, αλλά είναι ολόκληρος εδώ. Όλα τ' άλλα είναι τα όνειρα μας.

Ζωγραφική Chiara Bautista