Φρέσκο , ζουμερό μπράβο Δανάη!
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012
Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012
Τον φόβο σου να νικάς
Τρέχεις, πέφτεις , ξανασηκώνεσαι. Λαχανισμένος στρίβεις στο δρομάκι και ακουμπάς το χέρι σου στην μάντρα. Σκασμένος σοβάς, στην ώχρα του χρόνου και ένας φύκος στην άκρη, αδύνατον μέσα άνθρωπος να δει. Μπαίνεις ακροπατώντας στην άγνωστη αυλή. Νύχτα βαθιά και οι άλλοι, όλοι κοιμούνται. Κάθεσαι στο τραπέζι της αυλής . Απόλυτη σιωπή και ακούς τους κτύπους της καρδιάς σου . Κτύποι δυνατοί, απελπισμένοι, μέσα εκεί στην πρωτόγνωρη γη. Φόβος είναι και το ξέρεις . Εσύ μ' αυτόν τον φόβο παρέα γεννήθηκες , παρέα μεγάλωσες και παρέα του εξακολουθείς. Φόβος ακλόνητος, φοβάσαι να μην φοβάσαι. Μέσα σου φόβος κατοικεί.
Κάθεσαι στο τραπεζάκι της αυλής. Ανάβεις τσιγάρο, ρουφάς τον καπνό και αποκοιμιέσαι. Εκεί μέσα στην άγνωστη αυλή. Εσύ και ο φόβος σου κοιμόσαστε μαζί καθιστοί στην καρέκλα, πάνω στις σπασμένες πλάκες , μέσα στα γεράνια, τα ζουμπούλια και τους βασιλικούς.
Ξημερώνει, ξυπνάς απ' την φωνή της και ξαπλώνει ο φόβος σου , απάνω σε τούτη την στιγμή.
Ποιός είστε;
Βελούδινη που είναι η φωνή της. Και το χαμόγελο της. Τα μάτια της , καρφωμένα πάνω σου. Σου φτιάχνει καφέ και λουκουμάδες και αρχίζετε να μιλάτε. Ανακάθεσαι στην καρέκλα σου , ξεγραμμένα τα είχες εσύ όλα τούτα.
Το επόμενο λεπτό ξαναθυμάσαι και ψάχνεις τον φόβο σου. Τον μεγάλο αδερφό σου. Τον φόβο που σε έφερε , τον φόβο που σε σκεπάζει και σε ξεδιψά. Τον άγνωστο φόβο σου.
Για το κορίτσι αυτό που σου μιλά δεν ξέρεις τίποτα. Για την στιγμή που ζεις δεν ξέρεις τίποτα, για αυτούς που σε κυνηγούν δεν ξέρεις τίποτα. Όπως ακριβώς δεν ξέρεις τίποτα και γιατί ποτέ δεν κατάφερες κάπου να μείνεις , να πιστέψεις και έτσι φεύγεις. Φοβάσαι να μην φοβάσαι. Θέλεις να την ξαναδείς. Κοκκινίζει και σε ρωτά γιατί. Μια απάντηση να βρεις , πρέπει να βρεις μια απάντηση να της δώσεις.
Πως να της μιλήσεις, πως θα της δώσεις να καταλάβει τι σε έκανε να νιώσεις για πρώτη φορά. Είναι κάτι που γεννιέται μέσα μας , όταν χαράζει και πέφτουν τα σκοτάδια.
Για να σε ευχαριστήσω που με δέχθηκες στην αυλή σου , ξένο άνθρωπο, απαντάς.
Σε πάει μέχρι την πόρτα, τραβάει τον σύρτη , σου κάνει χώρο να περάσεις. Φεύγεις.Ένας κόμπος η χαρά σου, μην σου φύγει το δώρο που το κορίτσι σου έφερε και σου χάρισε. Να μην χαθεί και ξεμάθεις το κεφάλι σου χωρίς να χαμηλώνεις , χωρίς τα μάτια να κατεβάζεις , ευγνωμονώντας , τον φόβο σου να νικάς.
Φωτογραφία : Πολυδεύκης Κιρλίδης από την ταινία του Φίλιππου Τσίτου
Άδικος Κόσμος
http://www.myfilm.gr/7285
Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012
Τις τρύπες στα τρυπόξυλα να κλείσουμε
Σκουριασμένοι μεντεσέδες. Σύρτες σκεβρωμένοι.
Ψηλοτάβανο , τοίχοι πέτρινοι χοντροί , γέμισαν υγρασία. Μυρίζει μούχλα. Πού και πού και καμιά αράχνη στο ταβάνι. Τρίζει το πάτωμα. Τρέχουν τα ποντίκια , ροκανίζουν και κρύβονται στα τρυπόξυλα. Μεγάλα, θεόκλειστα πατζούρια, παλιωμένα. Τέτοια πατζούρια δεν συναντάς πια. Αυτό το είπες και στον μεσίτη. Στα τρια χωρισμένα , μπορείς να τ' ανοίξεις κομματιαστά . Να μπει όσο φως θέλεις και αγαπάς. Λίγο για το μεσημέρι, περισσότερο το δειλινό.
Όπου και να καθήσεις σηκώνεις σκόνη , τώρα. Μεταξύ τραπεζαρίας και καθιστικού η βαριά κονσόλα. Αυτή η πολίτικη , με το τζαμάκι το μπακλαβαδωτό και την διπλή σκωτία στα τέσσερα τελειώματα. Τέχνη της εποχής. Σήμερα δεν γίνονται τέτοια πράγματα και να θέλεις. Δεν έχει ο άνθρωπος τέτοια μεράκια και κουράγια να τα φτιάξει . Εκεί μέσα τα κρύβατε όλα. Μεγάλα και μικρά ενθύμια από ταξίδια , από τα χρόνια τα μαθητικά , τις δουλειές, τα οικογενειακά όλα. Στην μέση ένα μικρούλης μαρμάρινος παρθενώνας , ενθύμιο από το σχολειό και ένα τσολιαδάκι από την πρώτη εκδρομή στο Ναύπλιο. Άλμπουμ με χιλιάδες φωτογραφίες. Ριζόχαρτα χωρίζουν κόμπους και καημούς , χρονολογίες και περιόδους. Μια ζωή γεμάτη. Μια μεγάλη ιστορία. Προγόνοι, γονείς, παιδιά, συμφοιτητές , φίλοι, συνάδερφοι . Άλλοι αγαπημένοι , άλλοι βαριά αγαπημένοι και άλλοι να μην τους θυμάσαι καλύτερα που πρόδωσαν και πούλησαν , που δεν ανέλαβαν εκείνο που τους έτυχε και λιποτάκτησαν. Όλους τους θυμάσαι. Ίσως και να είναι πρόβλημα, πολλά θυμάσαι , ας ήταν και να ξέχναγες κάτι, ίσως και να ήταν καλύτερα τώρα. Ίσως .
Κοιτάς τα μάτια της Στέλλας στην φωτογραφία. Ξεθώριασε και δεν θυμάσαι το χρώμα τους. Να και η φωτογραφία με τα παιδιά από την πρώτη δουλειά. Από αυτή την πρώτη δουλειά κράτησες και την βιβλιοθήκη . Με τα χεράκια σου την είχες φτιάξει. Για σένα ήταν έργο τέχνης. Καρφιά, κλωστές , γράμματα, στοιχεία, διευθύνσεις, ονόματα. Αυτή η γωνιά για το τότε, η άλλη για το πιο τώρα. Μα το τότε πιο μεγάλο. Τότε γινόντουσαν σκέφτεσαι πιο πολλά. Μετά αρχίσαμε και μαλώναμε και έγινε αλλιώς ο χρόνος. Απογοητευθήκαμε. Μας λείψανε και τα λεφτά. Μετά ήρθαν απότομα και αυτά, αμάθητοι εμείς, μας πέσανε βαριά και χάσαμε το κουμάντο.
Να ξέρεις έχει μαρμάρινο νεροχύτη η κουζίνα. Μαρμάρινο και βαθύ. Μάρμαρο κοκκιναρά, ξέρεις απ' αυτά φίλε μου; Και δέκα πόντους σοβαντεπί και κάτι τάβλες στο πάτωμα , φαρδιές. Και που τρίζουν τι ; και η καρδιά μου τρίζει μα δεν την ξεριζώνω.
Την αράζεις στο καναπέ , μπροστά στην τηλεόραση. Να βγει άραγε κανείς να πει απόψε καμιά κουβέντα κάτι να καταλάβουμε ; και να μην βγει, θα κοιμηθείς με το γαλανό της οθόνης. Ένα περίεργο πράγμα , με το που αρχίζουν τα μεγαλεπίβολα , σου έρχεται ένα νανούρισμα, σαν εκείνο της μάνας σου και κοιμάσαι , στο άψε σβήσε.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Βρέθηκε λέει αγοραστής .
'' Ζωηρό ενδιαφέρον Κύριε Σωτήρη μου, πολύ ζωηρό, θα σωθείτε! Επείγεται ο κύριος , να περάσουμε να το δει ; Το θέλει το ζητάει , του αρέσει και με την κονσόλα , να μην έχετε να την κουβαλάτε ! όλα τα σκέφθηκε και με το αζημίωτο! Να περάσοουμε κύριε Σωτήρη;''
Κλείνεις το τηλέφωνο , δεν καλοθυμάσαι τι απάντησες. Κοιτάς το πάτωμα . Χάσκει το δάχτυλο σου από την τρύπα της κάλτσας.
΄Οχι να μην περάσετε! Δεν το πουλάω! Ακούτε ;
Μονάχα έλατε να ανοίξουμε τα παντζούρια και τα παράθυρα, να μπει φρέσκος αέρας και ήλιος! Να ξεραθούν οι υγρασίες και να ξεμουχλιάσει. Να το βάψουμε , να το σοβαντίσουμε, να κλείσουμε τις τρύπες. Θέλει δουλειά. Μα εγώ μια φορά το σπίτι δεν το δίνω, ούτε τον χωρισμό που μου γραψες εγώ τον αναλαμβάνω έτσι που θες. Μα θα γυρέψω λύση. Ακούς; Έτσι να πεις τ' αγοραστή. Θα προχωρήσουμε τώρα με τ'αδέρφια μου μαζί. Άσε τα παλιά και τα μουσεία. Καλές οι μνήμες και οι κονσόλες με τα αναμνηστικά και τα βαριά βραβεία, μα το σήμερα θέλει σήμερα, θέλει δουλειά και συννενόηση. Και τώρα πάμε για το σήμερα και για το αύριο. Όλους τους δικούς μου θα τους φωνάξω να με βοηθήσουν, τις τρύπες στα τρυπόξυλα να κλείσουμε. Να πεις τ' αγοραστή να πα να βρει αλλού θύμα. Δεν είναι και για θάνατο, ό,τι έκανα.
Μονάχα άνοιξε το παράθυρο να μπει φως. Ήλιος να μπει.
Ζωγραφική Τάσος Χώνιας
http://choniastasos.blogspot.com
Σύνταγμα 20: 00 μμ 12/2/2012
Έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ήδη στους γύρω δρόμους , οι σωματώδεις εκπαιδευμένοι κουκουλοφόροι που καίνε και σπάνε ταυτόχρονα σε 9 σημεία της Αθήνας. Οι διαδηλωτές αρχίζουν και φεύγουν και να υποχωρούν
Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012
Μου κλέβουν χρόνο
Λες και ήταν χθες.
Σβήνω πια αργά την νύχτα τον ήχο και κρατώ μονάχα την οθόνη, άλλωστε τα λόγια ήταν πάντα τα ίδια ακόμα και στην άλλη προφορά τους.
Οι χειρονομίες, τα χείλη ανεβοκατεβαίνουν, τα μάτια χαμηλώνουν. Τα δικά μου. Οι συνηθισμένοι πρωταγωνιστές.
Μου κλέβουν χρόνο και δεν θέλω πια να τους αφήνω. Δεν θέλω να ξεχνώ. Δεν θέλω να επιτρέπω όσα δεν με προχωρούν. Όσα με κολλούν σε φουσκωμένους εγωισμούς. Δεν θέλω να ανέχομαι χειριστικούς και καιροσκόπους που με πατούν.
Μισώ να τους βλέπω να αγωνίζονται για τα μεγαλοπρεπή τους αξιώματα και να γίνομαι μάρτυρας των εγκλημάτων που διαπράτουν στον αγώνα τους αυτό.
Δεν έχω χρόνο για μετριότητες. Δεν έχω χρόνο για ανθρώπους που δεν μεγαλώνουν ανάλογα με την ηλικία τους και παραμένουν στην αιώνια εφηβία, κάθε φορά με άλλα χρώματα . Δεν ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που ζουν εις βάρος άλλων.
Οι άνθρωποι ξεχνούν πια να ειναι άνθρωποι. Κοιτούν όλο και περισσότερο τα ιδιοτελέστατα κίνητρα τους και τα ανάγουν σε ιδεολογία. Με ενοχλούν οι άνθρωποι που φθονούν και υποτιμούν τον ικανότερο, για να πάρουν φως και να οικειοποιηθούν το πλεονέκτημα του. Οι άνθρωποι δεν σκέπτονται, δεν συζητούν, δεν ακούν τον συνομιλητή τους με την καρδιά τους αλλά μονάχα με τα αυτιά τους. Μπες βγες. Φωνάζουν και αμύνονται , σε ένα κόσμο που φαντάζονται γεμάτο εχθρούς. Μισώ να είμαι αποδέκτης της σκόνης που σηκώνουν περιφέροντας το ανούσιο , άδειο της ψυχής τους.
Μου κλέβουν χρόνο.
Θέλω να ζήσω με την ουσία, το περιεχόμενο. Θέλω να ζω δίπλα σε ανθρώπους που μιλούν την ανθρώπινη γλώσσα . Που δεν γέμισαν μίσος από τα μεγάλα χτυπήματα της ζωής και για αυτό δεν ψάχνουν θύματα. Σε ανθρώπους που δεν λιποτακτούν απέναντι στις ευθύνες τους . Σε ανθρώπους που σέβονται το μεγαλείο της ζωής. Που δεν φοβούνται να επιμένουν και να διεκδικούν. Που θέλουν να επιλέγουν το ουσιώδες , σαν αυτό που αξίζει τον κόπο στην ζωή. Που με συνέπεια αγωνίζονται, χωρίς να θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό πριν την ώρα τους. Θέλω να ζήσω με ανθρώπους που έμαθαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. Θέλω να ζω με ανθρώπους που βαδίζουν μαζί με την αλήθεια, την ειλικρίνεια . Mε ανθρώπους που σέβονται και υποστηρίζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Βιάζομαι. Ναι βιάζομαι. Να θεμελιώσω και να ζήσω την ζωή μου με χρώματα και εντάσεις , αλλά με χρώματα και εντάσεις που η ωριμότητα μονάχα μπορεί να σου δώσει. Να θεμελιώσω την ζωή μου στην αγάπη.
Θα αγωνιστώ σκληρά. Θα παλέψω σε όλες τις αντίξοες συνθήκες για να φθάσω στην ικανοποίηση και να απολαύσω τους αγαπημένους μου . Σκοπός μου να φθάσω μέχρι το τέλος.
Ζωγραφική Diego Rivera
http://en.wikipedia.org/wiki/Diego_Rivera
Θέλω
Θέλω να ζήσω με ανθρώπους που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Και που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων. Άνθρωποι που τα σκληρά κτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.Βιάζομαι να ζήσω με ανθρώπους που δεν επαίρονται, που δεν θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό , πριν την ώρα τους. Με ανθρώπους που δεν αποφέυγουν τις ευθύνες τους. Που το ουσιώδες για αυτούς , αξίζει τον κόπο στην ζωή.
Η μέρα εκείνη που θα τους συναντήσω είναι για μένα η τέλεια μέρα. Σκοπός μου είναι να φθάσω μέχρι το τέλος.
Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012
Προδιαγεγραμμένη συνάντηση
Μόνη της ήρθε μια μέρα και σου συστήθηκε. Αγέρωχη. Παράφορη. Συνηθισμένη μέρα ήταν γλύστρισε και φώλιασε σε θέση ολόδικη της και ξεχωριστή , που την περίμενε μέσα σου. Σαν γνώριμη από παλιά.
Προδιαγεγραμένη συνάντηση . Θα πονέσει σκέφτεσαι και κατεβάζεις τα μάτια. Όμορφο κορίτσι που είναι , και πως σε κοιτά ολόισια στα μάτια. Έχεις ταχυπαλμία και αυτή σου κλέβει αναπνοές. Μα τέτοια γλυκιά φωνή , δεν θυμάσαι από πότε έχεις να ακούσεις ξανά. Σε μεθά , λύνεσαι , μιλάς για όλα και αφήνεσαι.
Παραζάλη. Μια η πραγματικότητα και μια αυτή που ζεις. Θα πονέσει ξανασκέφτεσαι και ξεχνιέσαι.
Σαν τότε που μικρό παιδί πάλευες να κάνεις την πιο όμορφη ζωγραφιά, στην μάνα σου να δείξεις και να την ευχαριστήσεις. Τότε που σαν δυνάμωσε λιγάκι το κορμάκι σου και από μωρό έγινες παιδί , άρχισες την γη τούτη από λιγάκι πιο ψηλά να βλέπεις και να νομίζεις πως έγινες παντοδύναμος βασιλιάς. Έτσι που καμάρωνες και από το ένα δωμάτιο πήγαινες στο άλλο και τρύπωνες και ξετρύπωνες στις κρυψώνες σου. Χίλιες εικόνες τρύπωναν στο μυαλό σου και εσύ χιλιες δυό ζούσες. Τα γέλια, τα παιχνίδια σου, πυργάκια στην άμμο , κύβοι , τα ξύλάκια στο πάτωμα . Με όλα να παίξεις , με όλα να την χαρείς και με όλα να την κερδίσεις. Την ζωή σου προχωρούσες κάθε φορά που σήκωνες το βλέμμα σου και έψαχνες το δικό της. Κι αν ήταν το βλέμμα της εκεί συγκεντρωμένο, και σε έβλεπε , σε καμάρωνε και σου χαμογελούσε , ήσουν ξανά ο παντοδύναμος βασιλιάς. Ένα εσύ και αυτή . Χανόταν ο φόβος τότε .Έφευγε και τρύπωνε μέσα στο σεντούκι του προπάππου σου και από κει τίποτα να σου κάνει δεν μπορούσε. Όχι να τον συναντήσεις , απο κει ούτε την φωνή του φόβου σου , να ακούσεις δεν μπορούσες.
Της μνήμης σου το κρεμμύδι ξεφλουδίζεις. Το βλέμμα της , προσπαθείς να θυμηθείς. Πως ήταν τα μεγάλα μαύρα μάτια της, πάνω σου όταν σταματούσαν ; Γελούσαν άραγε τα μάτια της ; κοκκίνιζαν τα μάγουλα της έτσι χαρούμενο και στρογγυλό που σ' αντίκρυζαν ; Χωρίς γωνιές , χωρίς κοψίματα. Λείος, βελούδινος , πανίσχυρος βασιλιάς του χαρτοπόλεμου και της κερομπογιάς. Να θυμηθείς παλεύεις , την σύσπαση της χαράς στο πρόσωπο της κάθε που αντίκρυζε τα παχουλούτσικα γυμνά σου πέλματα , τα πρώτα βήματα σου να πατούν στις αμμουδιές και χαρταετούς να φτιάχνουν τα χεράκια σου. Παλεύεις να θυμηθείς, μα σκοντάφτεις , δεν τα καταφέρνεις και ντρέπεσαι.
Πέφτουν φλούδες από το κρεμμύδι και κοκκινίζουν τα μάτια σου. Το χρώμα της μάσκας που φορούσε αρχίζεις να θυμάσαι.Μια μέρα που το μάγουλο της ξεχάστηκες και χάιδεψες, έρχεται μπροστά σου φευγαλέα εικόνα. Παγωμένο που ήταν. Ένα όμορφο άγαλμα. Μαρμάρινο. Ταράζεσαι. Τσούζουν τα μάτια σου . Ίδιο το κορίτσι που σου συστήθηκε προχθές. Αυτό με την βελούδινη φωνή.Αυτό που μονάχος σου , αγάπησες με τις δυο πρώτες ματιές και του αφιέρωνες από την πρώτη στιγμή τραγούδια και λόγια όμορφα. Αυτό που μέρα δεν ξεκίνησε χωρίς την καλημέρα σου , πρώτα σ' αυτή να πεις. Η πριγκιπέσσα σου.
Ήρθε ξανά και έπεσε πάνω σου , όλης της γης η σκόνη σαν σεντόνι. Και αυτή την φορά σου ξαναέκλεψε την καρδιά . Εσύ ο ξένος μια ζωή , το ξενάκι. Μικρός νιώθεις , σαν να σε πατούν στα αλήθεια . Προσπαθείς να δεις ποιός είναι και που σε πατά και βλέπεις τα πόδια σου τα ίδια. Σήκω ψυχή μου. Βρες την δύναμη και θυμήσου το όνομα που σου είπε όταν σου συστήθηκε προχθές. Θυμάσαι; Ματαίωση με λένε σου είπε. Και εσύ τι της απάντησες ; Θυμήσου !
Ξεχνώ το όνομα σου , της είπες παράφορα. Άλλη παρέα εγώ ποτέ δεν είχα. Και έφταξες με τον πόνο γλύκα. Για άλλη μια φορά.
Στην φωτογραφία η Vanessa Paradis στην ταινία The girl on the Bridge
http://www.youtube.com/watch?v=OaamZLKRul0
Στην φωτογραφία η Vanessa Paradis στην ταινία The girl on the Bridge
http://www.youtube.com/watch?v=OaamZLKRul0
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012
Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012
Καλώς την νέα στιγμή!
Χειμωνιάτικο παγωμένο πρωινό. Βαριές και κρύες οι πρώτες σκέψεις. Ανύπαρκτες οι λέξεις. Λίγες γουλιές καφέ και στο δρόμο.
Τελειώνοντας και η υπόθεση που τώρα έχεις, ξανοίγεσαι στο άπειρο απέραντο τίποτα. Το τηλέφωνο έχει πια πάψει να κτυπά για δουλειά. Η Μαρία μονάχα και το κοριτσάκι σου, οι φίλοι , καμιά παλιά υπόθεση, άντε και καμιά νομομοποίηση. Σε λίγο λες οι τοίχοι του γραφείου θα κτυπούν τους κτύπους της καρδιάς σου. Το γραφείο , το σκαρί σου. Μαζί σαλπάρατε για ταξίδια πολλά. Κι αν είχε κουβαλήσει στα αμπάρια του δουλειές και σχέδια, και έργα. Και στην κουβέρτα του , εκεί καταμεσίς στα άλμπουρα από κάτω, φορτίο οι προσδοκίες σου απο αυτή την ζωή, που την υπηρετούσες και σε υπηρετούσε τίμια και καθαρά.Εσύ στο τιμόνι της ζωής σου , και η πλώρη έσκιζε κύματα και προχωρούσε στην χώρα της ικανοποίησης και της δημιουργίας . Δούλεψες ακούραστα και τίμια χρόνια τώρα.Και είχαν να το λένε είναι καλός και τίμιος , αυτόν να πάρετε.
Το κατώφλι του γραφείου , μήνες έχει να το δρασκελήσει καινούργιος πελάτης. Χρωστάς και δυό νοίκια. Τι τα θες , τι τα ρωτάς και να δούμε τι έχει παρακάτω. Σε στρόβιλο ανέμου βρεθήκαμε καλέ μου , σου ψιθυρίζει η Μαρία σου κάθε μέρα. Και εσύ προβάρεις να χωρέσεις την ανυπαρξία λίγο πριν την συναντήσεις. Μην μπερδευτείς και την φορέσεις όπως πολλοί συνδερφοί σου και γίνεις και εσύ αόρατος . Εσύ ποτέ δεν χώνεψες την αυταπάτη .
Προχθές σε ξαναδείξανε και για σένα μιλούσαν στις ειδήσεις των 9. Σαν να έπεσε σε σένα ο κλήρος ξανά. Με το δάχτυλο σηκωμένο , λέγανε πως πρέπει με σένα να ξεμπερδεύουνε τελικά. Μονόδρομος η λύση και τα νούμερα πρέπει να βελτιωθούν.
Διψάς, λευκό πανί υψώνεις. Ξέρεις . Σε πνίγει το παράπονο . Μια ζωή δούλεψες , το πάλεψες , πως έγινε και είσαι εσύ τώρα ο παρίσακτος, ο άχρηστος , αυτός που πρέπει να φύγει . Δεν καταπίνεται αυτό. Δεν είναι μονάχα η ανυπαρξία που προβάρεις να χωρέσεις , τα μέτρα σου
παίρνουν και για την απελπισία . Ντρέπεσαι.Πως θα κοιτάξεις τα μάτια της.Καταβλισμός ονείρων εκτός σχεδίου.
Σταματάς σε μια μια βιτρίνα. Το πρόσωπο σου ψάχνεις να βρεις στο τζάμι. Τα μάτια σου τα μελιά, εκεί που σε ψάχνουν και σε κοιτάνε το παιδί σου, οι φίλοι σου και το κορίτσι σου. Η Μαιρούλα σου το καμάρι σου. Κάτι θα βρεις και σήμερα να τους πεις και να τους ηρεμήσεις. Από ένα αθώο βλέμμα να πιαστείς και να φύγει και τούτη η μέρα. Σε λίγες ώρες θα έχεις τα χεράκια της μέσα στα δικά σου . Θα ξαναμπείτε στο καινούργιο παραμύθι και στο κουκούλι και θα ζεσταθείτε. Ξέρεις τι χάνεις και προσπαθείς να το αφήσεις απο την αγκαλιά σου σιγά σιγά. Στο χώμα να το απιθώσεις γλυκά γλυκά όπως του άξιζε μια ζωή που σ' οδηγούσε. Και να το θάψεις πετώντας του γιασεμάκια. Λίγο σεβασμός και αξιοπρέπεια ρε παιδιά. Αποχωρώ . Και μην ξεχνάτε πως η φωτιά και με δυο κούτσουρα ξανα ανάβει και θεριέβει. Μια παράσταση τελειώνει, λίγη ησυχία. Μα για δες τι σου είναι η ζωή. Όσο πιο κοντά στο χώμα το πλησιάζεις στην τελική του κατοικία , το όνειρο, σαν να γίνεται δύναμη και να κυλά στις φλέβες σου . Μια δύμαμη αυτή και μια η άλλη απο τα χεράκια της, σε ζεσταίνουν καλά και γερά. Για δες, και ούτε που το περίμενες. Καλώς την νέα στιγμή!
φωτογραφία από την ταινία του Francois Truffaut la Nuit Americaine
http://en.wikipedia.org/wiki/Day_for_Night_(film)
Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012
Οι λαστιχένιες τιράντες σου
Λιώνει το κραγιόν στα χείλη σου σιγά σιγά. Πέρασε η ώρα. Είχες βάλει σήμερα το σμαραγδί και έχει παλιώσει. Κομματάκια ξεραμένης μάσκαρας κολλημένα στις κόγχες των ματιών σου. Λες να θέλουν να κλείσουν τον δρόμο στα δάκρυα σου, έτσι που καθώς δεν θα έχουν διέξοδο, να παραμείνουν επιτέλους εκεί και να μετατρέψουν τα μάτια σου σε δυο λιμνούλες, μικρές , ασημένιες και αληθινές ;
Πόσες και πόσες φορές δεν το είχες ονειρευτεί αυτό ; Σχεδόν μετά από κάθε σου παράσταση, βαθειά , βαθειά αυτό παρακαλούσες. Εκεί στο τέλος του χειροκροτήματος, εσύ αυτές τις δυό λιμνούλες ονειροπολώντας ζητούσες. Ξεθώριασε και το μολύβι στα μάτια σου. Γέρασα και πιο γρήγορα περνά η μπογιά του, σκέφτεσαι. Αστείο πράγμα, έχουν αυτά τα πράγματα , σχέση με την ηλικία ; Που πας και κολλάς . Τι παράξενος που είσαι. Δυό ελάχιστες γκρι γραμμούλες τρέχουν στα μάγουλα σου, από το μολύβι που ο ιδρώτας σου λιώνει. Μουτζουρώθηκες παλιάτσε μου ! Και πρέπει να τα μαζεύεις σιγά σιγά και να φεύγεις , θα προδωθείς.
Την κόκκινη , φουσκωτή σου μύτη , πόσο την ζήλευα και την θαύμαζα όταν έλαμπε , φωτεινή και γυαλιστερή , πολλά υποσχόμενη στην έναρξη της κάθε σου παράστασης, μικρέ Θεέ μου. Όταν πρωτόβγαινεις στα φώτα της ράμπας και με βαθειά υπόκλιση, στεκόσουν μπροστά μας, έτοιμος να μας δώσεις και να μας διασκεδάσεις. Σαν να ήταν η απόλαυση , φρατζόλα και εσύ έκοβες φέτες και μοίραζες με την ψυχή σου, την ψυχή σου. Εγώ , από μικρή , λάτρης σου ήμουν. Απέξω ήξερα τα νούμερα σου. Ήξερα πόσες ρίγες είχε το φθαρμένο παντελόνι σου. Μπλέ και μωβ ρίγες . Τις κεντημένες χάντρες στο πουκάμισο σου και τα γυαλιστερά κουμπιά που συγκρατούσαν τις λαστιχένιες τιράντες σου. Μουρλάθηκες μωρέ και φορούσες λαστιχένιες τιράντες ; που το είχες ξαναδεί πάλυ αυτό . Και άμα σου λέω λάτρης σου, πίστεψε το. Λάτρης σου και όχι μονάχα εγώ.
Τα μάτια μου απο πάνω σου δεν έπαιρνα. Και τα έχανα με τον τρόπο που έβαζες τρικλοποδιές στον εαυτό σου και έπεφτες φαρδύς πλατύς εκεί μπροστά μας, για να ξανασηκωθείς αμέσως , σαν να μην είχες πέσει. Με τα βήματα σου τα μεγάλα και τα τρανταχτά σου γέλια, να ισορροπείς στα σχοινιά ανεβασμένος και από θηλιά σε θηλιά να περνάς το κεφάλι σου μέχρι να σου κοπεί η αναπνοή και αυτό να φέρει γέλιο μέχρι δακρύων σε μας. Σε μας που η ακριβής και μόνη καταβολή του αντιτίμου , στάθηκε ικανή και αναγκαία συνθήκη , για να ονομαστούμε και να αποτελέσουμε το δια βίου κοινό σου . Παλιάτσε μου ! Όλα τα νούμερα σου τα αγάπησα και κανένα δεν ξεχώρίζα. Σε όλα τα ίδια ρουφούσα και έγλειφα. Εκτεθειμένος και ελάχιστος εκεί μπροστά μας έπεφτες και εμείς σωζόμασταν. Γλυστρούσες , καιγόσουν και εμείς χαιρόμασταν και γελούσαμε που μείναμε απέξω και δεν καήκαμε. Και εσύ σηκωνόσουν και συνέχιζες . Εσύ ο στραπατσαρισμένος πάνω στην σκηνή, που σαν άλλο πεδίο βολής , ικέτευε και για άλλες και άλλες και άλλες σφαίρες.
Μετά αλλάξανε λιγάκι τα πράγματα. Ίσως να φταίει που μεγάλωσα και είχα δει και άλλα πολλά θεάματα. Μα δεν άντεχα πια να σε βλέπω να πέφτεις και πάλυ. Δεν μου έβγαινε το γέλιο το παλιό . Όλο και πιο λίγο. Και ξαφνικά , στην τελευταία σου παράσταση δεν γέλασα καθόλου. Το μόνο που ήθελα είναι να έρθω πάνω στην σκηνή , να σε αγκαλιάσω. Και για το χθες και για το σήμερα. Να ουρλιάξω σε όλους ΄΄πάψτε επιτέλους, είναι ένας δικός μας! ΄΄. Και να σκουπίσω τα μάτια σου με το μαντήλι μου, που λύπη για τον εαυτό σου δεν κράτησες όλα αυτά τα χρόνια. Και σκορπίστηκες εδώ μπροστά στα αδηφάγα μάτια μας και γέρασες μονάχος. Και τώρα σε δείχνουν με το σηκωμένο τους δάχτυλο και σε υπονομεύουν. Παλιάτσε μου, αδερφέ μου!
Ζωγραφική Francis Bacon
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










