Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Χρόνια πολλά

   

      Δεν έχω φωτογραφία του να σας δείξω. Το θυμάμαι όμως τόσο καθαρά, σαν να το βλέπω τώρα.  Ήταν κοντό. Και κόνταινε περισσότερο όσο εγώ μεγάλωνα. Είχε ξύλινα παιχνιδάκια και γυάλινες πολύχρωμε μπάλες. Είχε γιρλάντες , χρυσόσκονη, είχε και στολίδια από ασημόχαρτο φτιαγμένα. Είχε φώτα μεγάλα και  σταθερά όχι αναβοσβηνόμενες ψειρούλες. Στεκότανε καμαρωτό κάπου κοντά στην τηλεόραση , μπροστά στην μπαλκονόμπορτα και κοιτούσε προς την τραπεζαρία με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.
     Τριγυρνώ μέρες τώρα, χρόνια ανάμεσα σε δέντρα υπερπαραγωγές με στολίδια γυαλιστερών προσδοκιών . Με περιοδική  προγραμματισμένη φωτεινότητα ανάλογα με τις τρέχουσες μόδες. Και όλα αυτά με στέλνουν πίσω, στο δέντρο των παιδικών μου αναμνήσεων .
   Από εκεί , σας εύχομαι χρόνια πολλά. Με αγάπη να απολαμβάνετε τους αγαπημένους σας και με δύναμη να ανοίγετε και να δίνετε.

2 σχόλια:

  1. Μια όμορφη εικόνα σχηματίστηκε στο μυαλό μας!
    Χρόνια πολλά και σε σένα Ανν Λου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. …τρείς δρόμους πιο πάνω, στο δικός μας μαχαλά, απ’ όπου κι αν περνούσες χανόσουν στα σοκάκια των μυρωδικών, κανέλα, γαρίφαλα, βανίλιες και βουνά άχνης μας άνοιγαν την όρεξη. Οι χαρτοσακούλες με τα ολόκληρα καρύδια ήταν η δική μας συμμέτοχη στις ετοιμασίες των λιχουδιών. Με ένα καρυοθραύστη στο χέρι στη καλύτερη περίπτωση, γελούσαμε με τα τσόφλια που πεταγόντουσαν ή με τον κόπανο από το γουδί να σημαδεύουμε απρόσεχτα μια το καρύδι και μια τα δάχτυλα μας. Τα γυάλινα στολίδια του δέντρου ήταν πολύ προσεκτικά τυλιγμένα σε παλιές εφημερίδες, αυτό όμως ήταν το κομμάτι της μάνας μας, ήδη είχα σπάσει μερικά από δαύτα και μου τα είχε ψάλει για τα καλά, ακόμα και σήμερα μου το λέει “έρε τζαναμπέτη γιέ μου”. Ελέγχαμε ποια φωτάκια δεν λειτουργούσαν, τα ξεβιδώναμε και σβέλτα στου κυρ Ηλία τον ηλεκτρολόγο της γειτονιάς να μας τα αλλάξει. Τοποθετούσε ο πατέρας μας το δέντρο μακριά από την σόμπα μη πιάσουμε καμιά φωτιά έλεγε, τελευταία μάλιστα μακριά και από την ασπρόμαυρη τηλεόραση, την προηγούμενη χρονιά είχα ρίξει ολόκληρο το δέντρο άτσαλα από πάνω κάτω στο πάτωμα στη προσπάθεια μου να βγάλω το στολίδι της κορυφής για να παίξω μ’ αυτό. Με έγχρωμα γυαλιστερά χαρτόνια, φτιάχναμε έλατα και αστεράκια για τα παράθυρα και τον ογκώδη συγκάτοικο μας. Εγώ, ο ατάλαντος, δεν μπορούσα να κόψω ένα άστρο της προκοπής, όλο κουτσουρεμένο μου έβγαινε και η αδερφή μου με κορόιδευε. Περσινές και προπέρσινες ευχετήριες κάρτες τοποθετούνταν κάτω αλλά και στα κλαδιά του δέντρου, τότε οι γονείς μας ανταλλάζανε ακόμη χριστουγεννιάτικες κάρτες, τηλέφωνο δεν είχαμε για επαφή με τους συγγενείς, ο πατέρας μου δεν το ήθελε στο σπίτι λόγω δουλειάς και μάλλον από τότε μου’ μεινε το κουσούρι της αλληλογραφίας. Η οικογένεια ντυνόταν στα καλά της αφού είχαν τελειώσει όλα και αποθανατίζαμε τις στιγμές, παραδοσιακά από το χέρι του πατέρα μου τραβηγμένες, με μια καφετί φωτογραφική μηχανή σε σχήμα κύβου, αλλά πάντα μα πάντα… όλες κουνημένες!
    ΥΓ. Θέλω να σου ζητήσω μια μεγάλη-μεγάλη χάρη και να μεταφέρεις αυτολεξεί τα λόγια μου στην αγαπημένη φιλενάδα σου, δεν έχω την πολυτέλεια να τα γράψω κάπου αλλού γι’ αυτό, σε παρακαλώ πολύ, να της τα πεις όπως σου τα γράφω. Οποιαδήποτε στιγμή νιώσει, έστω και με το παραμικρό ίχνος, ζορισμένη από τις αράδες μου να μου το πει και πάραυτα θα σταματήσω. Από καρδιάς, μιλιούνια χαμογελαστές ευχές για σένα και ακόμη περισσότερες για την πολυτάλαντη φιλενάδα σου και του ανθρώπους της. Να μου την προσέχεις, ακούς;
    Σπύρος Τ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή