Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Περί εκλογών ΙΙΙ



Χρόνος: Σάββατο απόγευμα, καταμεσής της μεσημεριάτικης ραστώνης.

Τόπος: Παραπλεύρως νεκροταφείου, εκεί που έχει άπλα και πέφτει ο ήλιος δυνατός πάνω στους τσιμεντόλιθους. Εκεί που την Τετάρτη γίνεται μια ωραία λαϊκή και μια καντίνα με ''βρώμικα'' επιμένει να θυμίζει πως θα έρθει και η ώρα να πάμε σε καμιά συναυλία.

Πρωταγωνιστές: Πασίγνωστος πολιτευτής, λαλίστατος, πρωτοκλασσάτος, κάθε μέρα, όλη μέρα στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις. Δέχεται τις εντατικές υπηρεσίες μακιγιέρ, πέφτει σύννεφο η πούδρα και το μεϊκ απ στα καλοθρεμμένα του ρόζ μάγουλα. Φοράει κολαριστό, μαύρο παντελόνι, λευκό επίσης κολαριστό πουκάμισο. Δέχεται όρθιος, στητός τη φροντίδα του κομμωτή του. Μαλλιά λίγο επιμελλώς ανέμελα να μην φοβίζουν αλλά και να σ΄ αφήνουν να φαντασιωθείς το δυναμισμό του πολιτευτή. Αγέλαστος, ακούνητος, απαθής συνεχίζει τις προετοιμασίες του στον προεκλογικό του τόνο. Μπροστά του περνούν περαστικοί, διερχόμενοι, πιθανοί ψηφοφόροι. Οι διερχόμενοι του είναι αδιάφοροι. Οι πιθανοί ψηφοφόροι τώρα που ακόμα απλά διέρχονται, που ακόμα δεν ψηφίζουν του είναι αόρατοι. Δυο τρεις φωτογράφοι με δυνατές μηχανές, βιντεολήπτες, αναμένουν ανυπόμονα να αρχίσουν την φωτογράφηση. 
Κασκαντερ δεν υπάρχουν, ούτε κομπάρσοι να βγουν σε μια στιγμή που η ταινία το απαιτεί να φωνάξουν όλοι μαζί ''γιατί βάφεις τα μούτρα σου μωρέ; ''. 
Μονάχα ο καντινάς κλείνει την καντίνα του αθόρυβα. Βγαίνει και λέει στους φωτογράφους ''πάτε λίγο παρακάτω ρε παιδιά''. Οι φωτογράφοι μαζεύουν όσα ακουμπούσαν πάνω στη καντίνα του και πάνε παρακάτω. 

    Ο καντινάς φεύγει μόνος του, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μακριά από τα μακιγιάζ. Είχε ένα καλό λόγο να σπάσει την δωδεκάωρη ορθοστασία του. Να πάει μια φορά να φάει μεσημεριανό καθιστός σε τραπέζι. Είχε ένα λόγο καλό να πάει να φάει σαν άνθρωπος. 


Περί εκλογών ΙΙ






   Θυμάμαι πάντα με νοσταλγία τον παππού μου να φοράει το κουστούμι του κάθε φορά που ήταν εκλογές για να πάει να ψηφίσει. Και μια γραβάτα λεπτή, μονόχρωμη και σκούρη σαν  αυτές που νομίζω έχω δει να φοράει και ο Lou Reed. Άνθρωπος απλός, Κωνσταντινουπολίτης, ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τα τρία αδέρφια και τον πατέρα τους γύρω στο 1922. Εγκαταστάθηκαν σ΄ένα χωριό της Χίου, ψηλά σε μια βουνοπλαγιά ν΄αγναντεύουν την θάλασσα. Η μάνα του έμεινε θαμμένη στην Πόλη. Την αποχωρίσθηκε μια και καλή 8 χρονών. Έπιασαν μικρά παιδιά σκληρή δουλειά για να τα βγάλουν πέρα. 
- Μα φοράς τα καλά σου για να πας να ψηφίσεις; με απορία τον ρωτούσα. 
- Ναι μου απαντούσε, φοράω τα καλά μου. Γιορτάζει η Δημοκρατία μας σήμερα. Και να ξέρεις πως δεν ψηφίζουν σε όλα τα μέρη οι άνθρωποι. 
Τόσο απλά και τόσο κατανοητά, μου άφησε το ίχνος του μέσα στην καρδιά μου ο παππούλης μου.


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Περί εκλογών Ι




    Τελειώνοντας πολύ αργά από τη δουλειά αποχαιρετώ στο σταθμό του Μαρουσιού έναν φίλο μου στις 24:10. Η νύχτα αρχίζει να θυμίζει καλοκαίρι. Περπατώ ανάμεσα στις καφετέριες μέχρι που τη προσοχή μου κεντρίζει ένα πορτοκαλοκόκκινο σακάκι, ένα πορτοκαλοκόκκινο παντελόνι, οι δωδεκάποντες γόβες και το κινητό με τα στρας. Η σύζυγος του υποψηφίου περιφερειάρχη συζητά μεγαλόφωνα με ένταση στο κινητό ενώ κάθεται στη καρέκλα σκηνοθέτη μιας εκ των καφετεριών. 
  Αρχίζω να παρατηρώ καλύτερα την πλατεία. Πολύ λίγες παρέες στις καφετέριες. Καθημερινή και αργά, σκέφτομαι. Λίγο παρακάτω τα παγκάκια. Στο πρώτο κάθεται μόνος ένας άντρας στα πενήντα plus, έχει ανοίξει δίπλα του ένα πετρόλ τρανζιστοράκι και ακούει μουσική. Στο δεύτερο παγκάκι ένας άντρας μπορεί και διακόσια κιλά, κοιτά απλανώς τα κορδόνια του. Στο τρίτο παγκάκι ένας αδύνατος, ξερακιανός άντρας, με μαύρα ρούχα γυρνά την πλάτη του στους άλλους και μιλά χαμηλόφωνα στο κινητό του.
  Προχωρώ, περνώ μπροστά από μια γιγάντια, φωτισμένη αφίσα χαμογελαστού, κολλαριστού υποψηφίου που θέλει να καθαρίσει την πόλη. Γυρίζω άλλη μια φορά προς τα παγκάκια. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όλοι είναι στις ίδιες ακριβώς θέσεις. Ακίνητοι, βαριοί κι ασήκωτοι. Το τρανζιστοράκι συνεχίζει να παίζει χαμένο κορμί με φωνάζεις κι αλήτη. 
Άλλος με τη βάρκα μας;



Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

Συλλεκτικό







   Δεκαπεντάχρονη περπατάει αμέριμνη στο Μοναστηράκι, Παρασκευή, νωρίς το απόγευμα μετά το σχόλασμα. Έχει στην backpack της τα βιβλία της Α' Λυκείου, τα όνειρα, τους  φόβους, τις επιθυμίες, τις αφηρημάδες, τις ορμές,  τους έρωτες, του θυμούς της ηλικίας της. Περνά μπροστά από ένα βιβλιοπωλείο παλιών βιβλίων. Στα μανταλάκια κρέμονται παλιά Ρομάντζα, Εστίες, Απογευματινές, Μίκυ Μάους, Ιστορίες. Στο πάγκο τοποθετημένα με φροντίδα παλιά και νέα βιβλία περιμένουν επίδοξους αναγνώστες. Την προσοχή της κερδίζει ένα βιβλίο τοποθετημένο σε πλαστική, διάφανη σακκούλα. Γιούγκερμαν, χαρτόδετο, εκδόσεις Εστία. Το ανοίγει. Το ξανακλείνει. 
- Πόσο κάνει, ρωτάει. 
- 60 ευρώ απαντά ο βιβλιοπώλης 
- 60; επαναλαμβάνει με απορία.
- Ναι, είναι συλλεκτικό.
Δεν ρωτάει γιατί. Δεν ξέρει γιατί μπορεί να είναι συλλεκτικό. Ξέρει μόνο ότι είναι ο Γιούγκερμαν. Ξέρει ότι το έγραψε ο Καραγάτσης. 
- ΄Εχω μόνο 20. 
Δεν λέει ότι είναι όσα έχει για πολλές μέρες. Ο βιβλιοπώλης στέκεται λίγο αναποφάσιστος. Τελικά αποφασίζει. 
- Πάρτο μικρή. Λίγα παιδιά στην ηλικία σου θα το ήθελαν.
Τον ευχαριστεί. Φεύγει. Πηγαίνει στους φίλους της.
Επιστρέφοντας σπίτι της καταλαβαίνει γιατί είναι συλλεκτικό. Έχει την υπογραφή του Καραγάτση με στυλό φαρδιά πλατιά! Πω ρε φίλε, μονολογεί. 
Χαμογελάς Καραγάτση; 
Καλά κάνεις. Κι εγώ χαμογελώ. 
Η ελπίδα μέσα μας. 


Ζωγραφική Keith Rothko



Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

Σκέψεις




     Από μικρή όταν έβλεπα θέατρο, ηθοποιό πάνω στην σκηνή συγκλονιζόμουν. Τότε δεν καταλάβαινα γιατί. Ο Ρασκόλνικοφ, ο χαμογελαστός άνθρωπος, η Στέλλα, η Νόνα, η Ρόουζ, η Φόνισσα, η Τζασμίν έπαιρναν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μου. Ξεκολλούσαν από τις σελίδες του βιβλίου, έπαιρναν μια, δυο, τρεις χιλιάδες αναπνοές, κοκκίνιζαν τα μάγουλα τους, σηκώνονταν οι τρίχες της κεφαλής τους, το βλέμμα τους ζωντάνευε μπροστά μου, ο βηματισμός, το γέλιο, τα δάκρυα έτρεχαν όπως οι χείμμαροι των διαχρονικών λέξεων κυλούσαν από το ανθρώπινο στόμα τους. 
   Έμπαινε κι έβγαινε ο ηθοποιός στο πετσί τους κάθε νύχτα. Νύχτα γίνονται αυτές οι δουλειές. Το πρωί το πετσί του άλλαζε. Πήγαινε να πληρώσει τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, να στρώσει το κρεβάτι, να βάλει πλυντήριο, να φτιάξει φαγητό για το μεσημέρι, να κολλήσει γραμματόσημα, να κατουρήσει. 
       Το βράδυ θα ξαναγινόταν η Ρόουζ, η Έλενα, ο άγριος σπόρος, η Μαρία Μπράουν, εσύ, εγώ. Θα μπαινόβγαινε από το ένα πετσί στο άλλο σαν να 'ταν όλα ένα το δικό του. Ένας άνθρωπος με χιλιάδες δέρματα. Κι αυτό θα γινόταν όπως εδώ και στη Μαδρίτη, και στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στην Λυόν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ξέρουν να αλλάζουν οι άνθρωποι δέρματα και να μιλούν μια γλώσσα, την ίδια γλώσσα αυτή που τους ενώνει, αυτή που δεν τους χωρίζει, αυτή που τους γνωρίζει τον ίδιο τον εαυτό τους σε όλες τους τις μορφές, αυτό είναι το θέατρο. 
     ΄Οσο μεγαλώνω ο θαυμασμός μου για το θέατρο και τον ηθοποιό μεγαλώνει. Ίσως φταίει που συνειδητοποιώ ή που το δέρμα μου σπάει. 





Σκέψεις μετά την παράσταση ''170 Τετραγωνικά (Moonwalk)''
        

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Είναι κάποια που ζει σ΄ένα υπόγειο







         Ζει δυο χρόνια τώρα σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα στην οδό Ιθάκης. Είναι κάθετη στην Πατησίων στο ύψος της Εφορίας. Η καλύτερη δουλειά που μπόρεσε να βρει μετά από τρια χρόνια συμπαγούς ανεργίας είναι στην γραμματεία ενός μεγάλου δικηγορικού γραφείου. Μεσολάβησε ο θείος της ο Βασίλης, ο αδερφός της μάνας της για να την πάρουν. Με τον όρο γραμματεία σύντομα κατάλαβε πως εννοούσαν την χαμαλοδουλειά του γραφείου.   Χαρτόσημα, εφορίες, υποθηκοφυλακείο, υπηρεσίες αλλοδαπών οκτώ με δυόμιση το ωράριο της. Πάλι καλά, είχε τουλάχιστον ένα μισθό. 
      Από το παράθυρο της βλέπει ό,τι περνάει και ό,τι στέκεται τριάντα πόντους πάνω από την επιφάνεια του πεζοδρομίου. Συνήθως δηλαδή γυμνές γάμπες, πατζάκια, παπούτσια, γατιά, σκυλιά, ρόδες και περιστέρια. Όταν νοίκιασε το σπίτι, ο ιδιοκτήτης παραξενεύθηκε που ήταν Ελληνίδα. Χρόνια τώρα στα υπόγεια στοιβάζονται Αφγανοί, Πακιστανοί, Σύριοι, ξένοι γενικώς. Και ο αέρας δεν σταματά ποτέ να μυρίζει κάρυ, κόλιαντρο και σκόρδο. Τα οικονομικά της δεν άφηναν περιθώρια. Οι λίγες οικονομίες που κατόρθωνε να μαζέψει  ήταν ο μόνος τρόπος να κλείσει το υπόγειο καμιά βδομάδα τον Αύγουστο. Κι αυτό δεν το διαπραγματευόταν. Τουλάχιστον όχι ακόμα τώρα που ήταν τριάντα. 
     Έμαθε  να διακρίνει τους περαστικούς από τους βηματισμούς πάνω στο πεζοδρόμιο, όπως ο ψαράς διαβάζει τις φάσεις του φεγγαριού για να προβλέψει τη ψαριά του. Διακρίνει το γρήγορο, θυμωμένο βηματισμό του κακοπληρωμένου υπαλλήλου που κτυπά τις βρώμικες πλάκες όπως η βελόνα της ραπτομηχανής τρυπά το ύφασμα. Διακρίνει το φιλήδονο περπάτημα μιας γυναίκα με ψηλοτάκουνες γόβες που πάει να χορτάσει φθηνούς έρωτες. Το χαρούμενο, γοργό των αθλητικών με τα λυτά κορδόνια. Μέχρι στοίχημα βάζει πως αν βγει την ίδια στιγμή θα δει την πλάτη ενός φοιτητή που μόλις πέρασε έξω από το υπόγειο της με την τσάντα του στην πλάτη και τρέχει να συναντήσει το κορίτσι του. Ίσως για να πάνε σινεμά ή για να περπατήσουν αγκαλιά μέχρι την σχολή. Έμαθε να διακρίνει τις γερόντισσες που σέρνουν τα βήματα τους δίπλα στη ξένη που τις φυλάει τώρα που η ζωή τους γέμισε άνοια και τα παιδιά τους δεν προλαβαίνουν να τις φροντίσουν. Την αλλοδαπή μάνα που περνά γρήγορα επιστρέφοντας από την δουλειά στα βόρεια προάστια και τρέχει να συναντήσει τα παιδιά της που ξεροσταλιάζουν μόνα τους. Το τρεμουλιαστό βήμα αυτού που πίνει πρωί και βράδυ και δεν την παλεύει. Όλα τα διακρίνει.
        Το ερώτημα που γεννιέται είναι πως, αφού διακρίνει τόσα πολλά βλέποντας τόσα λίγα και αφού τελικά τα συμπεράσματα της είναι αποτέλεσμα βαθειάς παρατήρησης και ενδιαφέροντος, γιατί δεν βγαίνει έξω να δει την συνολική εικόνα; Κάποιος μπορεί να έλεγε πως δεν βγαίνει γιατί είναι αντικοινωνική. Πως όλα αυτά με το υπόγειο και τα οικονομικά είναι μια δήθεν πρόφαση και πως φοβάται, έχει κρίσεις πανικού και πως ενδεχομένως θα έπρεπε να μάθει να ζει μ΄αυτές. Πως έχει φόβο θανάτου και πως βλέπει σ΄όλα ένα τέλος και πως από εκεί προκύπτει όλη η μελαγχολία της. 
       Λοιπόν μας απαντάει πως αφού μπορεί να διακρίνει τόσα πολλά απο κει που βρίσκεται κοιτάζοντας μονάχα τα πόδιια των ανθρώπων τρομάζει πολύ στην ιδέα του πόσα πολλά θα μπορούσε να διακρίνει αν κοίταζε βαθειά μέσα στα μάτια τους.


Φωτογραφία από την ταινία ''Roma'' του Alfonso Cuaron

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Ο φάρος

 


     Τα καλοκαίρια πήγαινε στο νησί. Ήταν απ΄αυτούς που ξεχνιόταν περπατώντας χαράματα με τα χέρια στις τσέπες.Έφθανε μέχρι τον Φάρο, στο πιο απομακρυσμένο άκρο του νησιού. Χρόνια τώρα ο φάρος είχε πάψει να φωτοβολεί. Ένας απόκρημνος, σιωπηλός, ήρεμος μοναχός απέναντι στις διαθέσεις της θάλασσας. Κάθε φορά που περνούσε από το Φάρο ήλπιζε πως θα βρει την πόρτα ξεκλείδωτη και θα μπορούσε να μπει μέσα, να φθάσει στο τελευταίο επίπεδο, στον κλωβό και από εκεί να δει τη θάλασσα. Η κάθε δοκιμή έκρυβε μια ανεξήγητη ελπίδα. Ο φάρος όμως από τότε που μετέθεσαν τον φαροφύλακα στην υπηρεσία μιας αποθήκης υλικών της ΔΕΗ παρέμενε πάντα κλειστός. 
        Όταν μαζεύονταν οι μέρες και έπρεπε να επιστρέψει στο κλεινόν άστυ, πετούσε τα ρούχα του ανακατεμένα στην βαλίτσα και έφευγε. Ήθελε όταν επέστρεφε και άνοιγε τη βαλίτσα, η αταξία της να πιάσει όλο το σπίτι, να βγει στη βεράντα, να ξεφύγει σε όλη τη γειτονιά, στους ανθρώπους, στα περίπτερα, στις συνειδήσεις τους. Μαζί να ελευθερωθεί και η μυρωδιά του νησιού, τα πρωινά κελαϊδίσματα των πουλιών, των τζιτζικιών, ο παφλασμός των κυμάτων, τα χρώματα της ανατολής, της έναστρης νύχτας. Να μυρίσει η γειτονιά ντομάτα, βασιλικό, γιασεμί και γαύρο με κρεμμυδάκι τηγανιτό. Να συμπαρασυρθούν μέσα στην αταξία όλες οι διαφορές, να μηδενιστούν οι αποστάσεις, να γίνουν τ΄αδύναμα δυνατά. Να μάθουν όλοι οι γείτονες τα πάντα για το νησί, για το φάρο και τη θάλασσα. Να τα μάθουν όλα από την αρχή έτσι που να βρίσκουν ελεύθερη είσοδο οι μυρωδιές, οι γεύσεις και τ΄αερικά να εισχωρούν στο βάθος τους. Να έχει  ο κάθε χειμώνας το καλοκαίρι του.
     Λίγες μέρες πριν φύγει το αποφάσισε. Μάζεψε τα εργαλεία που του χρειάζονταν, και ένα βράδυ με μεγάλο φεγγάρι άνοιξε την πόρτα του φάρου με κατσαβίδι.Ήταν πολύ πιο εύκολο απ΄όσο είχε φαντασθεί. Η πόρτα άνοιγε μέσα σ΄ένα μικρό, απλό δωμάτιο με άσπρους σοβαντισμένους τοίχους. Ένα ξύλινο τραπέζι κολλημένο στο τοίχο και τριγύρω τρεις καρέκλες. Στον απέναντι τοίχο ένα ντιβάνι εκστρατείας με μια μαύρη μάλλινη κουβέρτα. Πάνω στο τραπέζι μια κιτρινισμένη εφημερίδα του τοπικού τύπου, μια κασετίνα Καρέλια, ένα άδειο σταχτοδοχείο, ένα τρανζιστοράκι και ένας μικρός Άι Νικόλας. Στην άκρη του δωματίου κολλημένη στο τοίχο  μια ξύλινη, βαμμένη με οινοπνευματί λαδομπογιά σκάλα, χωρίς κουπαστή. Έφθασε στο κλωβό. Εδώ ανάμεσα στα κάτοπτρα, τους φακούς και τους λαμπτήρες κτυπούσε η καρδιά του φάρου.
     Τι έφταιγε και ο φάρος είχε πάψει να φωτοβολεί; Έριξε μια ματιά τριγύρω. Δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν στην θέση τους. Άνθρωπος όμως δεν υπήρχε ν΄ανάψει τον φάρο. Τα καινούργια συστήματα των ηλιακών φάρων ανάβουν μόνα τους, δεν χρειάζονται ανθρώπινο άγγιγμα. Ρύθμισε  το συρματόσχοινο με το βαρίδι που αποτελούσε το βασικό μηχανισμό περιστροφής και ο φάρος άναψε.  Ρυθμικές αναλαμπές ξεχύθηκαν ξανά στο λιμάνι. Βγήκε έξω στον μικρό εξώστη, ακούμπησε στα κιγκλιδώματα κι ανάσανε βαθιά. Έφθασε το ιώδιο μέχρι το συκώτι του.
       Όταν οι κάτοικοι του νησιού είδαν τον Φάρο να δουλεύει δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Ο φαροφύλακας έλειπε χρόνια, θαύματα δεν γίνονται, κι αν γίνονται αυτοί δεν τα πιστεύουν. 'Οπως δεν πιστεύουν τα καράβια την υπόσχεση που τους δίνει ένα λιμάνι. Πως όταν επιστρέψουν από τα μακρινά ταξίδια τους, η καρδιά του θα κτυπάει ακόμα γι αυτά με ρυθμικές αναλαμπές από το πιο ψηλό σημείο του φάρου. Και πως θα μπορέσουν να αγκυροβολήσουν στο λιμάνι με ασφάλεια. Όχι σαν σύμβουλος, ούτε σαν καθοδηγητής, αλλά σαν πατρίδα. Η θύελλα να έρχεται, να σκεπάζει τα παράθυρα αφρός, τα πουλιά να χιμούν στο φανάρι, όλος ο τόπος να σείεται και ο φάρος να στέκεται εκεί ακούραστος φρουρός. 
      Αυτό ήθελε. Με μια ακατάστατη βαλίτσα στο χέρι ξεκίνησε για τον επόμενο χειμώνα του.
 

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Στον επόμενο τόνο






      Στο χωλ, δεξιά από την πόρτα, σ΄ένα ξύλινο σκυριανό τραπεζάκι ακουμπούσε το γκρι αναλογικό τηλέφωνο. Δίπλα στο τραπεζάκι, με τη ράχη ν΄ ακουμπά στον τοίχο μια ψάθινη, φθαρμένη καρέκλα. Πάνω στο τραπεζάκι είχε στρωμένο ένα δικό της εργόχειρο. Το είχε φτιάξει με το βελονάκι, τις μέρες που περίμενε την Μαρία να γυρίσει από τη σχολή. Είχε φτιάξει πολλά εργόχειρα. Κουρτινάκια, τραπεζομάντηλα, πετσέτες με τα μονογράμματα, όλα φτιαγμένα την ίδια εποχή που πήγαινε στο Μπάρι να δει τη Μαρία. Τους τα μοίρασε δίκαια. Κράτησε κι αυτή δυο τρια. Δίπλα στο τηλέφωνο είχε βάλει δυο ολόιδια βαζάκια. Μπλε με άσπρα λουλουδάκια από φίνα γερμανική πορσελάνη. Στο ένα έβαζε ένα στιλό, στο άλλο ένα λουλουδάκι. Παλαιότερα είχε γλάστρες στη βεράντα της κουζίνας. 
     Απέναντι από το χωλ ήταν δυο πόρτες πάντα ανοικτές. Η μια οδηγούσε στη κουζίνα και η άλλη στο καθιστικό. Όταν καθόσουν στο τραπεζάκι του χωλ είχες ανεμπόδιστη θέα και στα δυο δωμάτια. Στο καθιστικό, σε δεσπόζουσα θέση βρισκόταν η τηλεόραση. Παλιό μοντέλο, τώρα με τα αναλογικά κανάλια είχε ξεπεραστεί. Είχε περάσει ο γείτονας ο Θόδωρος και είχε προσπαθήσει να τη προσαρμόσει στα νεα δεδομένα. Είναι λίγα τα ψωμιά της, της είχε πει και πως πρέπει να την αλλάξει. Ακουμπισμένη χρόνια τώρα στην ίδια θέση, πάνω στην κασέλα που έφεραν με τον Παναγιώτη από το χωριό. Καθώς δεν έπιανε παρά ένα δυο κανάλια όλα κι όλα, την άφηνε ανοικτή να ακούει τον υπόκωφο και συνεχή ήχο της. Δεν πειράζει, ας μην έπιανε κανάλια. 
     Στο κέντρο της κουζίνας ήταν το τετράγωνο τραπέζι με το καρώ τραπεζομάντιλο και το πήλινο βάζο από τα Χανιά. Εκείνο το καλοκαίρι που πήγαν διακοπές στα Χανιά είχαν μάθει πως ο Γιώργης είχε μπει στην Κτηνιατρική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Μια φορά να μην έχει ψίχουλα ο πάγκος της κουζίνας δεν θυμάται. Τα παξιμάδια, τα κουλούρια, τα τσουρέκια, τα τοστ, απογεύματα και πρωινά, στα όρθια και στα βιαστικά όλα εκεί στο πάγκο κοβόντουσαν. Μετά τα παιδιά έπιασαν δικά τους σπίτια και έφυγαν. Στο πάγκο της κουζίνας τα ψίχουλα λιγόστεψαν. 
     Σαν όνειρο βλέπει καμιά φορά να στέκεται πάνω από τον ίδιο πάγκο να μαζέψει τα ψίχουλα πάλι. Να κάθεται ο Παναγιώτης στο τραπέζι κι αυτή να τον ρωτά. Είπες αυτό που ήθελες να πεις; Μήπως είπες αυτό που δεν ήθελες να πεις; Στα λόγια των ανθρώπων υπάρχει πάντα ένα ανεπαίσθητο κενό. Ο Παναγιώτης πέθανε πριν δυο χρόνια χωρίς να το περιμένει. Οι μέρες άρχισαν να κυλούν σαν κιτρινισμένες σελίδες βαθιά κολλημένες στη ράχη ενός βιβλίου.
     Κάθεται στην ψάθινη καρέκλα του χωλ. Ακουμπάει τα πόδια της στον απέναντι τοίχο. Οι πατούσες της αφήνουν αποτυπώματα. Σηκώνει το ακουστικό. Σχηματίζει το νούμερο. Στο αυτί ακούει ακόμα τη περιστροφή του μηδέν να ολοκληρώνεται. Ακουμπάει το ακουστικό κάτω και σε ολόκληρο το δωμάτιο ακούγεται σαν από ηχείο η γνώριμη φωνή ''στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι..'' Μέχρι τώρα σ΄εκείνο τον επόμενο τόνο η ώρα έχει κολλήσει σε μια παλιά ώρα. Τον χρόνο δεν μπορεί να τον κάνει καινούργιο. Αυτό το ξέρει. Τουλάχιστον ας είναι να μπορέσει ν΄απαντήσει σ΄εκείνη εκεί την ερώτηση που είχε κάποτε δει γραμμένη σ΄ένα τοίχο, στο δρόμο. Εσένα ποιά μέρα τελείωσε η ζωή σου;
      
Ζωγραφική Κazuhiko Fukuoji

http://www.thraca.gr/2019/01/blog-post_29.html