Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

To επώνυμο








O χρόνος είναι μνήμη
Ο πόνος είναι μνήμη
Ο φόβος είναι μνήμη
Ο έρωτας είναι μνήμη
Η θλίψη είναι μνήμη
Η τύψη είναι μνήμη
Η στιγμή είναι μνήμη
Η σιωπή είναι μνήμη
Το πάθος είναι μνήμη
Το λάθος είναι μνήμη
Το χρώμα είναι μνήμη
Το άρωμα είναι μνήμη
Η μνήμη έχει επώνυμο : Aθανασία

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου

''Το Άλφα του Κενταύρου'' εκδόσεις Μανδραγόρας

Φωτογραφία Manuel Alvarez Bravo ''The Mexican''

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Αγνώστου συνθέτη





       Έμενε σε μια σοφίτα έξω από την επικαιρότητα. Έπαιζε πιάνο στην αρχή σ' άγνωστα μπαρ, απ΄αυτά που μυρίζουν υγρασία και φθηνό ουίσκι. Αργότερα έπαιζε σε στέκια επωνύμων στο κέντρο. Η μελαγχολία του κρατούσε αιώνες, γι΄αυτό και οι νότες του ήταν λυπημένες. Στη σοφίτα δεν είχε θέρμανση. Είχε όμως πιάνο. Φορούσε παλτό και σκούφο και ζεσταινόταν παίζοντας. Στα μπαρ φύσαγε μοναξιά, κι αυτός εξακολουθούσε να φοράει παλτό και σκούφο. Τις νύχτες έγραφε βιαστικά τις μελωδίες του στο πεντάγραμμο. Στην βιασύνη του πάνω ξέχναγε να γράφει το όνομα του. Σε κάποιους άρεσε η μουσική του και τον καλούσαν στα επίκαιρα σαλόνια τους να παίξει πιάνο. Τον επιδείκνυαν σαν συλλεκτικό κομμάτι αποκτημένο στις νυχτερινές τους εξορμήσεις. Κάποιοι τον έλεγαν αλήτη, ρέμπελο, τεμπέλη, άλλοι του ζητούσαν παραγγελιές κομμάτια που μισούσε κι άλλοι του μιλούσαν, τον εκτιμούσαν, τον αγαπούσαν αλλά πάντα τον άφηναν απ΄έξω. Ξημερώματα όταν τελείωνε αποσυρόταν στην αξιοπρέπεια και στην σιωπή του. Η σιωπή του κουβαλούσε τόνους δυναμίτη.
    Με τα χρόνια σιγά-σιγά ξεχάστηκε. Πέθανε με χαρτί απορίας στο Γεννηματά. Στην κηδεία του πήγαν κάποια φιλαράκια από τα παλιά. Από τους επίκαιρους σπουδαίους φίλους του δεν παρουσιάσθηκε κανείς. Ήταν εργάσιμη μέρα και δύσκολη ώρα η κηδεία και είχαν δουλειές.  Προχθές τον άκουσα τυχαία στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ο μουσικός παραγωγός είπε πως ήταν  έργο αγνώστου συνθέτη.  Όμως νομίζω  πως τον ήξερα. Σαν να έμενε στον παρακάτω δρόμο. Σε μια απ΄αυτές τις σοφίτες που μένουν άνθρωποι που ενώ τους ξέρουμε σαν άλλοι δικοί μας σοφοί και άγιοι δεν τους γνωρίζουμε ποτέ. Πάντα οι ήρωες είναι άγνωστοι.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Τα κορίτσια



Αγάπησαν και πίστεψαν σε λόγια τραγουδιών. Κοιμήθηκαν σε παραλίες. 
Δάγκωσαν τα χείλη που είπαν ψέματα, άλλοτε αινιγματικές κι άλλοτε απρόσιτες.
Τώρα τα βράδυα μένουν μέσα. Τώρα το πρωί κάποιες δουλεύουν, κάποιες όχι. Μετά σκουπίζουν, μαγειρεύουν, ξεσκονίζουν μ΄ανοικτό ραδιόφωνο. Είναι ουδέτερες. Αργά το βράδυ, πριν κοιμηθούν κοιτιούνται στο καθρέφτη. Είναι όμορφες και επιθυμητές, ίσως γι΄αυτό και ακόμα πιο μόνες. Η μια βεβαιότητα σιγουρεύει την άλλη. Κουβαλούν τόσα πρέπει και συμβουλές απο αρχαίους νόμους που ίσως και να μην υπήρξαν ποτέ.
Στο λουτρό πριν κοιμηθούν μπαίνει λίγο σαπούνι στο μάτι, το δάκρυ γίνεται ατμός και η εικόνα θολώνει.


Φωτογραφία Francesca Woodman






https://youtu.be/cNpCx_TDO24

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Το δέντρο





Η μητέρα κάτω κλαίει
κλαίει, κλαίει.
Κάποτε ξαπλωμένος στα γόνατα της,
στο πεθαμένο δέντρο
της έμαθα να χαμογελάει
να κρατάει τα δάκρυα της
να καταλύει την ενοχή της
να γιατρεύει τον θάνατο μέσα της
να της δίνω ζωή.
'Ηταν η ζωή μου.

D.Winniccot

Μετάφραση Πάνος Αλούπης

Ζωγραφική Μίλτος Παντελιάς

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια



Σκίτσο Κώστας Κηλαηδόνης


Ο κύβος
    O χώρος όπου βρισκόμουνα, ήταν καμωμένος από τέσσερα μεγάλα τζάμια, σαν κύβος. Μόνο το πάτωμα και το ταβάνι δεν ήταν γυάλινα. Απο κει μέσα έβλεπα τους άλλους που ήταν κι αυτοί κλεισμένοι σε ίδια γυάλινα κουτιά. Το ταβάνι και το πάτωμα ήταν κοινό για όλους μας. Το ένα κουτί από το άλλο απείχε μισό μέτρο. Ήταν μια τεράστια αίθουσα και ήταν γεμάτη με  τέτοια κουτιά. Ο ένας τοίχος της μεγάλης αυτής αίθουσας δεν υπήρχε. Εκεί το πάτωμα ενωνόταν με μια αμμουδιά και έβγαινε στην θάλασσα. Όλοι όσους έβλεπα ήταν γνωστοί. Πώς βρεθήκαμε εκεί, πώς αναπνέαμε, πώς τρώγαμε δεν ξέρω. Στο πάτωμα υπήρχε μια λεπτή άσπρη σκόνη. Όλοι κοιτάζαμε προς την θάλασσα. Εγώ με κάποιο τρόπο βγήκα χωρίς να σπάσει το γυαλί και άρχισα να κυκλοφορώ στα τέσσερα, στους γυάλινους διαδρόμους.

Από την συλλογή διηγημάτων του Λουκιανού Κηλαηδόνη '' Υδράργυροι ''.
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Αύγουστος 1975


Αντίο Λουκιανέ με τα κάτασπρα, αγέρωχα μαλλιά. Το πάρτυ τελείωσε.





Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Miles και Μπέτυ




      Από το ταβάνι δεν πέφτουν αστέρια. Κι αυτός δεν είναι πια ούτε τόσο μικρός για να χωράει στα παιδικά δωμάτια αλλά ούτε τόσο μεγάλος για να μην θυμάται, για να ξεχνάει ό,τι είχε ζήσει μέσα σ΄αυτά. Κάποιος του είπε πως αν δεν τον καλύπτει κάτι πρέπει να επινοήσει κάτι άλλο μόνος του για να προχωρήσει.
   Επινόησε μια φανταστική οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Μiles Davis. Μαύρος, τρομπετίστας, υπερβολικά ταλαντούχος. Έχει ένα ζεστό χαμόγελο όπως η ανάσα του στον καθρέφτη. Τα χέρια του χαιδεύουν την τρομπέτα του όπως εκείνος χαιδεύει την γάτα του την Αβάνα κάθε φορά που μπαίνει τρέμοντας και βρεγμένη μέσα από το παράθυρο. Ο Miles είναι πάντα τόσο ευτυχισμένος και δυνατός πάνω στην σκηνή που νομίζεις πως δεν έχει πονέσει ποτέ. Ιδρώνει πολύ κάτω από τα φώτα. Είναι μόνος του ολόκληρη ορχήστρα. Το σώμα του γίνεται τόξο και βέλος μαζί για να πετάξει έξω όλο το εσωτερικό του φως. Είναι περήφανος που είναι ο πατέρας του. Για μάνα του διάλεξε τη Μπέτυ Λιβανού. Η πρώτη γυναίκα που του μίλησε για τον έρωτα ήταν η Μπέτυ. Της άρεσαν τα αστεία του. Δεν του ζήτησε να κουρευτεί ποτέ. Τον παρακαλούσε να μείνει ασυμβίβαστος. Όχι να γίνει φυγάς. Ποιητής να γίνει ή συγγραφέας. Να γράφει για την ελευθερία του. Φοιτητές ακόμα στο  δωμάτιό του είχαν δει με την Άννα την ταινία με τον Σιδηρόπουλο και την Μπέτυ και έμαθε λέει ''να μ΄αγαπάς''. Έτσι έμαθε να προσέχει το χαμόγελο περισσότερο ακόμα κι από το βλέμμα. Μέχρι τότε δεν ήξερε. Κάθε νύχτα η Μπέτυ ανοίγει ακόμα παράθυρα στους  τοίχους του.  Ένιωθε τυχερός που η Μπέτυ ήταν μάνα του. 
    Εδώ και χρόνια δεν πετάει απλά στα σύννεφα. Κρατιέται απ΄αυτά. Πιο παλιά ένιωθε άσχημα που πέταγε στα σύννεφα. Το έκανε όμως συνειδητά για να συναντήσει πότε-πότε αυτούς που αγαπούσε. Άλλωστε γιατί θα έπρεπε να νιώθει άσχημα; Πρώτα-πρώτα δεν ήταν ο μόνος και ύστερα γιατί τα σύννεφα αυτά του ουρανού του είχαν τις ρίζες τους χωμένες βαθειά μέσα στη γη. Εκτός από την φανταστική του οικογένεια δεν χρειάσθηκε να επινοήσει τίποτα άλλο. Η Μαρία στην ζωή του ήρθε μετά από λίγους μήνες. 
    Αυτό που είχε μόνος του καταλάβει με τα χρόνια είναι πως η καρδιά δεν μπορεί παρά πριν στρογγυλέψει στις πάνω άκρες, πριν μαλακώσει, να ήταν τετράγωνη και σκληρή για να χωράει την λογική του συναισθήματος. Έτσι εξηγούσε πως ακόμα και η δική της καρδιά τον πλήγωνε τόσο. Κι ας ήταν μες στην οθόνη του μυαλού του το μόνο πράγμα που 'χε μείνει όρθιο στο κόσμο να είναι αυτή. Αφού το ''να μ΄αγαπάς'' και το όσο μπορείς απέχουν τελικά απόσταση.



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Οι γάτες του φωταγωγού



     Από το παράθυρο μου βλέπω την Αθήνα της νύχτας που όλο και περισσότερο θαμπώνει. Σήμερα κάποιος γίνεται εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, σαρανταοκτώ. Κάποιος θα νιώθει πιο ζωντανός ανάμεσα στους ζωντανούς. Κάποιος πιο πεθαμένος ανάμεσα στους πεθαμένους. Και κάποιος θα φωνάζει θαύμα τελειώνοντας όσα δεν μπόρεσε ποτέ ν΄αρχίσει. Πόση τύχη έφεραν άραγε όλα αυτά τα χρόνια; Πόσο αργά σκορπίζεται η τύχη όταν κάνει βουτιά από τον έκτο στην αχρωματοψία; Οι γάτες του φωταγωγού δεν ξέρουν ν΄απαντήσουν. Κοιτούν όμως προς τα πάνω περιμένοντας να τους στείλει κάτι από ψηλά κάποιος μακρινός τους ξάδερφος.