Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Ρίσκο λένε το όνειρο




    Τώρα θα ετοιμάζεσαι για την βόλτα έθιμο τέτοιας μέρας. Της μέρας που η στολή μένει στην ντουλάπα. Καφές με μερικούς φίλους στο κέντρο της πόλης. Μιας πόλης φάντασμα του αληθινού εαυτού της. Κοντεύεις να την ξεχάσεις. Τόσα χρόνια την έφτυνες και τώρα που ρήμαξε, την λυπάσαι. Το ίδιο με σένα. Τόσα χρόνια σε ρήμαζαν και τώρα που δεν έχουν τι άλλο να σου πάρουν, σε μισούν. Πέρασμα από τα βιβλιοπωλεία, χάζεμα στις καινούργιες εκδόσεις. Κανένα τσίπουρο στο Θησείο και γραμμή για το σπίτι.
     Λίγες ώρες πριν αλλάξει ο νέος χρόνος τον παλιό. Μπαμ, μπουμ θ΄ανοίξεις την πόρτα και τα παράθυρα να μπει ο καινούργιος αέρας και εσύ θα έχεις ήδη προχωρήσει ένα χρόνο παρακάτω. Θ΄ αρχίσεις τα ''καλή χρονιά'' και τις άλλες ευχές που καταβάθος πιστεύεις πως στερούνται παντελώς λογικής αφού βλέπεις ν΄ απευθύνονται σε διασωληνωμένους  σε χρόνο κατ΄επίφαση ή κατά αναγκαία συνθήκη ''υγιή''. Θες εσύ στις μέρες μας να τον πεις ''υγιή'', πές τον. Τα φυλακισμένα σε εισαγωγικά νοήματα είναι εξακριβωμένο πως πουλάνε πιο πολύ. Σαν το παραμύθι που ο καθένας αποφασίζει μόνος του να αγοράσει. Το τεστάρεις πάνω στον εαυτό σου, χωρίς κανένα άλλο μέτρο σύγκρισης. Χωρίς λόγο ούτε στο σενάριο, ούτε στο casting και φυσικά ούτε στην σκηνοθεσία. 
     Τώρα θα κοιμάσαι ακόμα. Μπορεί το στόμα σου να είναι λίγο ανοικτό και το ένα χέρι σου να είναι ξεχασμένο στο στήθος της κοπέλας σου ή στο δικό σου,  στο μέρος της καρδιάς. Μπορεί μια βραχνή αναπνοή να κυλάει στην άκρη του στόματος. Μπορεί να έχεις αφήσει ανοιχτή μια μουσική από τον υπολογιστή να παίζει σιγά, παρηγορητικά. Το τασάκι δίπλα σου γεμάτο. Πολύ καπνίζεις. 
    Από μεθαύριο πάλι τα γνωστά. Μίζερες εποχές, μίζερα τα λεφτά και οι συνθήκες. Προσπαθείς αλλά με κομμένα τα φτερά. Καλά είναι τ΄αστεία με τους φίλους και αυτά που γράφεις από δω και από κει στο διαδίκτυο με το ξινό κέφι που γεννάει η απελπισία. Κωλοκατάσταση. Μερικοί τα καταφέρνουν, παίρνουν φόρα και φτιάχνουν ένα κόσμο μέσα στον κόσμο. Δικό τους. Είναι λίγοι όμως. Δεν είσαι εσύ απ΄αυτούς. Τουλάχιστον μην καπνίζεις τόσο πολύ μέχρι να δεις τι θα κάνεις. 
      Βρίσκεις τον εαυτό σου λίγο εκτός θέματος. Έτσι που χάνεσαι και ψάχνεσαι πάλι από την αρχή. Το παιχνίδι αυτό είναι παλιό, και εκεί που λες πως τελείωσε, συμβαίνει κάτι και ξαναγυρίζει από κει που ξεκίνησε. Κι αυτό οι σοφοί το λένε ζωή. Καλά θα κάνουμε ν΄αρχίσουμε να το ψιλολέμε και εμείς. Γιατί ζωή δεν είναι μόνο ό,τι ζεις, αλλά κυρίως ό,τι ονειρεύεσαι πως θα ζήσεις ή ακόμα ό,τι σου απαγορεύουν να ζήσεις. Αυτό το ρίσκο το λένε όνειρο. Αυτό το όνειρο είναι τόσο μοναχικό, όσο ο περίπατος δυό αγγέλων με κομμένα φτερά, στην άδεια Πανεπιστημίου, μιας πόλης κλειστής λόγω απελπισίας.

Καλή χρονιά


Φωτογραφία Πέτρος Κοτζαμπάσης

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Βαλσάκι



Βαλσάκι...Όλα αυτά τα μικρά λουλουδάκια μιλούν για μια ζωή που δεν είναι μόνο απλή κατανάλωση του χρόνου αλλά κάτι μυστηριώδες και απίστευτα πλούσιο (μέσα στις αντιφάσεις της). Ένας δροσερός κήπος. Γι΄αυτό κι όταν μπαίνουμε σε ξένους κήπους, ας το χαιρόμαστε σαν μοναδικό προνόμιο. Με κάθε σεβασμό.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά, χρόνια ελεύθερα


Χρόνια πολλά.
Χρόνια ελεύθερα.
Χρόνια αγάπης.

Μετά άμα θέλουμε τραγουδάμε και την Άγια νύχτα.


Φωτεινά παράθυρα



Πόσο ζεστασιά νοιώθεις όταν περπατάς
μέσα στο σκοτάδι και βλέπεις φωτεινά
παράθυρα με μισοτραβηγμένες τις
κουρτίνες και ανθρώπινες φιγούρες
να καλοσωρίζουν την νύχτα.
Κάθε παράθυρο και ένας ολόκληρος
ξεχωριστός κόσμος.
Ο μικρόκοσμος της κάθε οικογένειας.
Αυτά τα φωτεισμένα παράθυρα είναι ίσως
και τα μοναδικά πραγματικά ανοίγματα
προς τον έξω κόσμο.
Την μέρα όλα διαφορετικά το φως τα
σβήνει όλα.

Μαρία Ντούμα


Φωτογραφία Άσπα Μόσχου
Εξάρχεια

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ήταν κάποτε μια



   Ήταν κάποτε μια που είχε στα μάτια κόκκινη φωτιά παγιδευμένων λύκων. Πάνω - κάτω στις ίδιες ατελείωτες διαδρομές, πλάι σε ποινικούς και επαναστάτες. Εξάρχεια-Πατήσια-Μεταξουργείο-Μετς. Μ΄ένα παλιοπαντέλονο. Χιλιόμετρα έρχονταν καταπάνω της οι μέρες. Στα παιδικά της χρόνια κανείς. Ερημιά εκεί. Μπαίναν κρυφά στο σπίτι της, κοιμόντουσαν στο κρεβάτι της, τρώγανε από το φαί της. Όταν βράδιαζε φεύγανε και αφήνανε τα πιάτα άπλυτα. Δεν εξηγείται αλλιώς, έτσι βρόμικος που ήταν  πάντα ο νεροχύτης, έτσι πολλοί που ήταν πάντα οι άνθρωποι. 
   Ανήμερα της γιορτής της, την είδα πάλι. Ν' ανοίγει την πόρτα σιγά σιγά και να μπαίνει. Πρέπει να είχε περάσει καιρός πολύς γιατί τα νύχια της είχαν μακρύνει και η φωνή της ακουγόταν με διακοπές. Κρύωνε τυλιγμένη σ΄ένα ξύλινο παλτό. Από μέσα περασμένα τα ποιήματα, δεμένα σφιχτά στο μέρος της καρδιάς. Εκεί που οι άλλοι κρεμάνε συνήθως ματάκια και μενταγιόν για να ξορκίζουν το κακό. 
    Την κοπάνησα εντάξει; Αυτό μου είπε. Να γλυτώσω από τις διασπάσεις,  την αποτρόπαιη μοναξιά. Τον ανυπόφορο θόρυβο των δρόμων. Να γλυτώσω ρε. Τις ίδιες, ατελείωτες διαδρομές στους δρόμους. Φωτογραφίσανε τον πόνο και βάλανε την φωτογραφία μου, δεν βλέπεις; Μια στάλα σταλαγμίτης απόμεινα, ένα τόσο δα πουλάκι. Κοίτα, χωράω σ΄ένα άδειο  μπουκάλι. Και η ζωή; την ρώταγα εγώ. Θέλω να σε ακούσω. Μην σωπαίνεις. Μην τους κάνεις την χάρη. Μην χάνεσαι τώρα. Μην αφήσεις την ασχήμια που σαν δεν έχει υπόσταση και ζωή, παίρνει δύναμη. 
    Ταυτότητα μια τροβαδούρος του χθες, μέλος μιας απενεργοποιημένης ζωής. Ένα πρόσωπο καθαρό σαν νεράκι και μια ψυχή όμορφη σαν νερού, μοίραζε ποιήματά της χέρι με χέρι. Αμετάκλητες προκηρύξεις μιας μεγάλης διαδήλωσης που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πάει. Αυτό ήταν. 
Να ξανάρθεις. Μ΄ακούς; Εδώ θα είμαι. Κανείς δεν κρίθηκε. Ακόμη. 


Ζωγραφική Lale Mudlur



     
  

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Έρημα σπίτια


Κάθονται ήσυχα, πεθαίνουν αθόρυβα τα έρημα σπίτια.
Δεν διεκδικούν, δεν παραπονιούνται. Κρατάνε μέσα τους όλα όσα έζησαν όσοι έμεναν εκεί.
Τα κρατούν τρυφερά και περιμένουν πότε θα τους ανοίξουν τα παράθυρα και θα μπει μέσα πάλι.
 Ο ήλιος, το φως.
Άλλα θα ξανανοίξουν, θα ξαναγεννηθούν, θα ξαναφορέσουν τα καλά τους. Άλλα όμως είναι καταδικασμένα.
Να πεθάνουν μέσα στην εγκατάλειψη όπως οι άνθρωποι.
Θα ξεθωριάσουν, θα ξεφτύσουν και μια μέρα θα γίνουν άμορφη μάζα υλικών.
Το ξέρουν, το νιώθουν.
Μάταια όμως.


Μαρία Ντούμα

Σ΄ευχαριστώ Μαρία για την εμπιστοσύνη να αναρτηθεί στο μπλογκ

Ζωγραφική Matteo Massagrande

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Ύστατη στιγμή



Ένας άνθρωπος πεθαίνει. Διεκδικώντας με την ζωή του δικαιώματα του. Εμείς νιώθουμε την ανάγκη (κάποιοι) να εστιάσουμε, να διαμαρτυρηθούμε, να κάνουμε επιτέλους κάτι επειγόντως. Πάντα όμως ξεκινώντας με το ΄΄Αν και διαφωνώ με τις απόψεις του''. Λες και έχει κάποια αξία η διαφοροποίηση μας την στιγμή που ένας άνθρωπος πεθαίνει. Το πώς ακούγεται, το πώς φαίνεται, να μην παρεξηγηθώ. Ακόμα και την ύστατη στιγμή... όπως έλεγε ο Π. Σιδηρόπουλος.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Ευθείες μέρες




     Απόγευμα μιας εντελώς τυχαίας καθημερινής βρίσκεται στο καφέ με την μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη. Έχει μόνο μισή ώρα να γράψει, να σκεφθεί, να πιει δυο γουλιές καφέ, πριν φορτωθεί την μεγάλη κόκκινη τσάντα με τα χαρτιά και τις σημειώσεις και φύγει για την δουλειά. Μια απλή καθημερινή που τον αφήνει με την αίσθηση πως μάλλον είναι ένας ανόητος που αφήνει ανήμπορος τον χρόνο να καλπάζει. Που έρχονται γιορτές και δεν ξέρει που πήγαν οι ενδιάμεσοι μήνες. Mια μαύρη οριζόντια γραμμή απλώθηκε και ένωσε αυτόματα τον Αύγουστο με τον Δεκέμβριο.  Μια ευθεία χωρίς καμπύλες και διαλείμματα. Ευθείες μέρες. Δεν του αρέσουν οι ευθείες. Μοιάζουν με το τίποτα. 
    Μπαίνει μέσα στο καφέ και η μυρωδιά του καφέ είναι ανακατεμένη με αυτή του χαρτιού και των βιβλίων. Ανεβαίνει την ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο πατάρι. Στα σκαλοπάτια βρίσκονται βιβλία, βιβλία, βιβλία. Σκέφτεται πως όλες οι σκάλες θα έπρεπε να είχαν βιβλία δεξιά και αριστερά στα σκαλοπάτια. Να σε προσκαλούν να βγάλεις τα παπούτσια σου, να περπατήσεις ανάμεσα στα βιβλία με γυμνά πέλματα για να μην άθελα σου τα πατήσεις. Έτσι ξυπόλητος, θα είσαι για στιγμές ανοχύρωτος. Θα γίνουν οι λέξεις οι ξύλινες σανίδες που πατάς. Οι άνω τελείες θα διακόψουν τις ευθείες σου. 
    Μια γωνίτσα και πέντε έξι λευκά τραπεζάκια όλα κι όλα να κοιτούν την πίσω μεριά της Νομικής. Δεν έχει κόσμο, και αυτό του αρέσει. Έχουν λιγοστέψει τα μέρη με ησυχία στο κέντρο της πόλης. Κάθεται πάντα στο ίδιο τραπεζάκι, δίπλα στο παράθυρο. Στο τραπεζάκι μπροστά ήρθε ξαφνικά μια κοπέλα. Είχε μακριά κυμματιστά μαλλιά και μεγάλα μάτια. Παρήγγειλε ένα καφέ και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Έριχνε κάθε τόσο κλεφτές ματιές προς την πόρτα. Σκέφθηκε πως μάλλον κάποιον θα περίμενε. Το παταράκι ήταν ακόμα άδειο και έτσι η ανυπομονησία της έφθανε ανενόχλητη μέχρι εκείνον. Στο θόρυβο των βημάτων που ακούστηκε στρέψανε και οι δυό το κεφάλι για να δουν ποιος ήρθε. Ένας μελαχρινός νεαρός εμφανίστηκε. Κάθησε δίπλα της και την φίλησε. Ανταλλάξανε λίγες κουβέντες με λόγια και άλλες τόσες με τα μάτια. Είχαν το βλέμμα των ανθρώπων που απολάμβαναν την κάθε στιγμή μεταξύ τους. Σχεδόν ένιωσε άσχημα που άθελα του χαλούσε το κάδρο της στιγμής τους, αν και το πιο πιθανό είναι να μην είχαν προσέξει καν την παρουσία του. Κάποια στιγμή πήραν μια χαρτοπετσέτα και γράψανε κάτι. Ίσως μια ημερομηνία, μια λέξη, ένα συνθηματικό, μια άνω τελεία. Κάτι που μόνο εκείνοι θα μπορούσαν να διαβάσουν. Η κοπέλα πήρε την χαρτοπετσέτα, την δίπλωσε και την έκλεισε στο βιβλίο της. 
    Σηκώθηκαν. Πριν σηκωθούν κοιτάχτηκαν βαθειά μέσα στα μάτια. Κάτι σαν άκαιρος αποχαιρετισμός. Μια έντονη γεύση απώλειας τον πλημμύρισε. Απόμεινε μόνος να χαζεύει το άδειο τραπέζι. Έγινε άθελα του μάρτυρας μιας κοινής ανάμνησης και ενός ιδιαίτερου αντίο δύο αγνώστων.
   Πολλές φορές από τότε σκέφθηκε το άγνωστο ζευγάρι. Τι απέγινε η κοπέλα με το βιβλίο και ο μελαχρινός νεαρός. Ίσως είναι περίεργο, αλλά όποτε περνάει πίσω από την Νομική, έξω από το καφέ σφίγγεται. Ίσως να φοβάται μήπως ξανανιώσει την ίδια αίσθηση απώλειας. Γιατί βαθειά μέσα του ξέρει πως το μόνο που θα μείνει απ΄αυτό το ζευγάρι κάποια στιγμή είναι μια διπλωμένη χαρτοπετσέτα στο βιβλίο της κοπέλας. Και πως ακόμα δεν έχει βρει έναν τρόπο να πετάει στην άκρη τα παπούτσια όποτε θέλει. Να μένει ξυπόλυτος, να ανεβαίνει τα ξύλινα σκαλιά με τα βιβλία. Να βάζει μια ρημάδα άνω τελεία για να διακόπτει την ευθεία. 
   Πριν ο δείκτης δείξει ακριβώς, ήθελε να γράψει πως δεν τον φοβίζουν οι ευθείες μέρες κι ας μην του αρέσουν τόσο. Ακόμα και απ΄αυτές κάτι μαθαίνει, αφού ο πόνος είναι το σπάσιμο του οστράκου που περικλείει τη γνώση σου. 

Ακριβώς.
Έφυγε.


Ζωγραφική Raphael Soyer (1959)
    

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Στην ίδια πόλη ζουν



     Στην ίδια πόλη ζουν, τον ίδιο αέρα αναπνέουν δύο άνθρωποι ξεχωριστοί. Ζουν ολομόναχοι. Δεν κάνουν σπουδαία πράγματα, οι περισσότεροι δεν τους υπολήπτονται. Όμως είναι καλά. Γελούν.
     Ο ένας είναι πολύ ουσιαστικός, σχεδόν κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Είναι πολύ γκρεμισμένος για να τον κάνουν παρέα. Κάποτε χρόνια πριν ήταν σαν όλους τους άλλους. Είχε σαν τους άλλους σπίτι, οικογένεια και δουλειά. Καλό τυπάκι τον λέγανε. Είχε γκρίζο παντελόνι με τσάκιση, άσπρο καθαρό πουκάμισο με κουμπάκια δεξιά κι αριστερά στον γιακά, δερμάτινο πορτοφόλι με λεφτά. Γερνούσε εμβαθύνοντας σ΄αυτό που κρύβεται καλά. Σ΄αυτό που τελικά δεν ήθελε. Γι΄αυτό δεν γέλαγε. Δεν γέλαγε γιατί ένα απόγευμα τυχαία  είδε τον άλλον, τον πραγματικό του εαυτό που τον περίμενε. Αυτός έμενε στην άκρη της πόλης, μέσα σε μια παράγκα, είχε για πόρτα μια κουρελού - περγαμηνή και για παρέα μια γατούλα σουρλουλού. Μια μέρα το πήρε απόφαση. Άφησε σπίτι και δουλειά και πήγε να ζήσει στην παράγκα. Φυσικά κανείς πια στην πόλη δεν τον υπολήπτεται. Όμως δεν τον πειράζει. Ξέφυγε από τον χυλό και την σύγχυση. Βγαίνει και καμιά βόλτα τα βράδια μόνος του και γελάει.
    Ο άλλος άνθρωπος που ξέρω δεν χρειάστηκε να βγει έξω από την κοινωνία, γιατί απλούστατα μια ζωή έξω ήταν. Έξω στους δρόμους ζούσε από παιδί. Oι άλλοι, οι συνάνθρωποι, τον βλέπανε λυπημένο. Λυπημένος ήταν, αυτό είναι αλήθεια. Άλλη εικόνα εκτός από τη λύπη δεν είχε για τον εαυτό του. 'Ωρες περπάταγε στους δρόμους της πόλης φορώντας το μαύρο, τριμμένο του παλτό. Μέχρι που μια νύχτα τον πήρε από πίσω ένα αδέσποτο σκυλί.  Από εκείνη την νύχτα άλλαξε μεμιάς. Έπαψε να ζει στους δρόμους. Έφτιαξε μια παράγκα και πίσω από την παράγκα έφτιαξε μια άλλη πιο μικρή για το σκυλί. Κάθε πρωί του χτυπάει το κουδούνι. Ο σκύλος ξυπνάει και τρέχει κοντά του. Φεύγουν μαζί και κόβουν βόλτες όλη μέρα στους δρόμους της πόλης γελώντας.
     Δεν ξέρω ποιος τελικά είναι η εικόνα του άλλου. Δύο εικόνες του ίδιου νομίσματος. Αφού και η ίδια η νύχτα είναι συνήθως δύο. Αυτή που τριγυρνάει - με όλα τα φώτα αναμμένα - στα δωμάτια.  Και η άλλη, η δεύτερη που ζει μόνιμα μέσα στην άλλη. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος που η πρώτη έχει γίνει υστερική. Εγκαταλείπει προσχήματα και λεπτότητες και κρεμάει όπου τύχει τα σφαχτά της. Καταλαμβάνεται από μια κρίση υστερίας, παίρνει το χάπι της, κλειδώνει δυό φορές την πόρτα, κάτι τελειώς υποκριτικό αφού γνωρίζει πως ο φόβος είναι μέσα, και πάει για ύπνο. Αφήνοντας τον χώρο ελεύθερο για την δεύτερη νύχτα. Με όλα τα δάση και τ΄αγρίμια της, τα σκοτεινά της πλάσματα και τον ερωτισμό των πλυσταριών της.
   Μ΄αυτή την δεύτερη νύχτα τα πάω και εγώ καλύτερα. Κοιτάει καμιά φορά τα γραπτά μου και μου κλείνει το μάτι. Κάτι είναι αυτό για μένα. Αφού ο άνθρωπος που γνωρίζω περισσότερο και λιγότερο απ΄όλους είναι εαυτός μου. Οι άνθρωποι που περιγράφω είναι άνθρωποι που μου μοιάζουν. Νύχτες που μου μοιάζουν. Στο πίσω μέρος του χαρτιού, εκεί στον άδειο χώρο με τα χάσματα του νου, κόβει βόλτες ο κάθε ήρωας μόνος .

Ζωγραφική Troche

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Αποτυπώματα




       Δίπλα στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού ένα μικρό σκυριανό τραπεζάκι. Πάνω ένα σεμεδάκι σταυροβελονιά, σκυριανό και αυτό. Απέναντι από το τραπεζάκι και το άνοιγμα της πόρτας,  η  μακρόστενη, μικρή κουζίνα. Οριακά χωρούσε τέσσερις ανθρώπους, οι δύο καθιστοί. Το τραπέζι κολλημένο στον τοίχο στρωμένο με καρώ τραπεζομάντηλο. Άσπρα κόκκινα τετράγωνα. Παντοτινά ψίχουλα στο πάγκο της κουζίνας. Χιλιάδες κουβέντες μπροστά από την ψωμιέρα και τα κλειδιά στην φρουτιέρα. Στο σκυριανό τραπεζάκι ένα τηλέφωνο γκρι αναλογικό και δίπλα του δύο πήλινα βαζάκια. Το ένα να χωράει ένα στυλό και το άλλο ένα κλωναράκι. Φρέσκο νερό και ένα κλωναράκι γιασεμί ή ζουμπούλι από τις γλάστρες στην βεράντα. Δίπλα στο τραπεζάκι μια καρέκλα. Κάθε φορά που καθόταν στο καρεκλάκι να μιλήσει, τέντωνε τα πόδια της απέναντι στον τοίχο. Αποτυπώματα.
    Σαν όνειρα είναι που βλέπει συχνά πως στέκεται μπροστά απ ΄αυτό το τραπεζάκι, να ψάχνει τ΄αποτυπώματα. Nα προσπαθεί να επικοινωνήσει. Τα χέρια της ψάχνουν τα νούμερα ενώ το τουτ τουτ της τρυπάει το μυαλό. Κάθεται στην καρέκλα και κοιτάζει απέναντι. Από μέσα ακούγεται ο ήχος της τηλεόρασης. Δεν διακρίνει λόγια, μονάχα τον βόμβο της.
    Θυμάται τις κουβέντες τους. Προχωρούσαν στον δρόμο, γύρναγε, την κοιτούσε, της εξηγούσε. Ξενάγηση στα ψυχικά ορυκτά του. Στα λόγια των ανθρώπων υπάρχει πάντα ένα αδιόρατο κενό. Πίσω από τις λέξεις. Πώς άρχισε η συζήτηση, που τελείωσε, ποιός μίλησε τελευταίος; Είπες αυτό που ήθελες να πεις; Μήπως είπες αυτό που δεν ήθελες να πεις; Κι έτσι περνούν οι μέρες σαν σελίδες κιτρινισμένες βαθιά κολλημένες στην ράχη ενός βιβλίου. Κάποτε τα γράμματα σκορπίζουν στο αέρα και γίνονται ζωή, άλλοτε κλείνονται σε τζάμινη, γυαλιστερή προθήκη με ραφάκια για να μπορείς να βλέπεις μέσα και να καθρεφτίζεσαι στις απώλειες σου. Θα της άρεσε πολύ η ιδέα να κατάφερνε να τον ρωτήσει ''εσένα ποιά μέρα τελείωσε η ζωή σου;"
    Επικοινωνία. Συναντήσεις με καθαρά πρόσωπα, απ΄αυτά που τα κουβαλάει κανείς μαζί του είτε σε κουτιά, είτε σε μάτια, είτε σε αισθήματα. Να γίνεται έτσι να μην σε νικά η παραίτηση. Μεγάλη και σπουδαία πράξη η διαίρεση. Κόβεις και κόβεσαι. Νικάς το ένα. Ενοικείς. Στο αυτί ακούει ακόμα την περιστρoφή του μηδέν να ολοκληρώνεται. Δεν ακουμπάει το ακουστικό κάτω και σε όλόκληρο το δωμάτιο απλώνεται σαν από ηχεία η γνώριμη φωνή ''στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι...'' Μέχρι τώρα σε εκείνο το επόμενο τόνο η ώρα ήταν μια παλιά ώρα. Να γίνει καινούργια για να γίνει καινούργιος και ο χρόνος, αυτό θέλει. Στον επόμενο τόνο η ώρα να την αφήσει να νιώσει πως δεν ζει μονάχα για να αφήσει αποτυπώματα αλλά και για να την νιώσουν μέσα απ΄αυτά που άφησε.
     

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Τα σύνορα του κόσμου



   Ένα ταξίδι είχε ξεκινήσει, αυτό ήταν όλο. Ταξίδευε και προχωρούσε. Ξεκολούσαν τα πόδια του από τα τσιμεντωμένα ίδια. Σ΄ένα παραλογισμό στηρίχθηκε, το παραδεχόταν αδιαμαρτύρητα. Είναι ωραίο όμως όταν η πίστη αντί να σε διαψεύδει σε ανταμοίβει. Δεν  ήταν ποιητής. Ωκεανογράφος ήταν. Ένας απλός παρατηρητής των αμέτρητων, καθημερινών θαυμάτων. Ένας εξερευνητής του κοσμικού παραλόγου. 
    Η αναρρίχηση ήταν η πιο συχνή επιλογή του. Ακόμα και όταν δεν ήξερε αν η επιλογή της κατεύθυνσης  ήταν σωστή εκείνος προχωρούσε. Να βρει συντεταγμένες, σύνορα, να γράψει τη θέση του. Τον κόσμο του έψαχνε. Ανακαλύπτοντας ποιός ήταν ο κόσμος του ίσως και να έψαχνε άνοιγμα να φύγει. Προχωρούσε δίνοντας απαντήσεις σε ερωτήσεις που σχεδόν ποτέ δεν κατόρθωσε να διατυπώσει φωναχτά. Με ακατανόητους χάρτες και σκοροφαγωμένα από το χρόνο μισόλογα έψαχνε το κομβικό σημείο ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην υποκειμενικότητα. Ένα σημείο που θα μπορούσε να πάρει μια περισσότερο ακέραιη και λιγότερο χυδαία αναπνοή. Κι ας ήξερε πως ιδανικός κόσμος δεν υπάρχει. 
    Η αίσθηση πως ο κόσμος που είχε μπροστά του όλο και περισσότερο έμοιαζε με το τέλος του δικού του κόσμου, του έδινε βαθιά ελπίδα πως η κατεύθυνση που είχε πάρει ήταν η σωστή. Ξεπερνούσε την κούραση που άρχιζε να φωλιάζει στους λυωμένους μύες του και προχωρούσε. Τα σύνορα του κόσμου μου ψάχνω, έλεγε και συνέχιζε. Για μια στιγμή αισθάνθηκε σαν απειροελάχιστο μικρόβιο που πορεύεται σε μια θάλασσα λευκών αιμοσφαιρίων, αυτά που με αυτοθυσία υπερασπίζονται την ανοσία του δικού τους κόσμου και είναι έτοιμα να σε καταπιούν αμάσητο. ''Τι πιθανότητα έχω να νοιάζεται ο κόσμος για τις προθέσεις μου; σκέφθηκε. Σαν να αναρρωτιόταν τι αξία μπορεί να έχει μια ακόμα γνώμη ανάμεσα σε τόσες άλλες. Ποιός νοιάζεται τι νιώθεις. Άλλωστε αυτή ακριβώς η σκέψη είναι που κάνει πολλούς ταξιδευτές να εγκαταλείπουν και να φθάνουν πριν την ώρα τους στο τέλος του κόσμου τους. 
   Κοιτάζοντας με απόγνωση τον ωκεανό που απλωνόταν στα πόδια του, νόμισε πως για μια στιγμή είδε τα νεογέννητα κύματα να ενώνονται με τα υπερήλικα σ΄ένα αμείλικτο και πανίσχυρο μπλε και τελικά να γλυστρούν μακριά από τον επικείμενο θάνατο τους μετά από μια βίαιη και περιπετειώδη ζωή. Στάθηκε συγκλονισμένος γιατί ήξερε για τα καλά πως αυτό που είδε ήταν μια δική του βιωματική εμπειρία. Κάτι που δεν θα το έβλεπαν όλοι. Ήταν μια δική του αλήθεια, μια προβολή του δικού του ειδώλου. Μια καθόλα πραγματική, δική του εμπειρία που δεν είναι ορατή απ΄όλους. 
   Ήταν η πρώτη στιγμή του ταξιδιού του που χαμογέλασε. Η κορυφογραμμή του φάνηκε ανούσια. Καμιά φορά οι απαντήσεις είναι βάσανα, σκέφθηκε. Άλλοτε έχουν την ρίζα τους στο σπόρο μιας νέας ερώτησης που αναιρεί την ομορφιά της προηγούμενης και άλλοτε μεταμορφώνονται σε σαρκοφάγα που καταβροχθίζουν την αγνότητα των ερωτημάτων που τις δημιούργησε. Άρχισε να συνειδητοποιεί πως τα σύνορα του κόσμου του, του ήταν αδιάφορα. Μπορεί αυτό για έναν ωκεανογράφο να ήταν απαράδεκτο. Δεν θα εξακρίβωνε λοιπόν ποτέ ποιός κινεί τις σκιές πίσω από τον μπερντέ. Παραδέχθηκε πως η μόνη πραγματικότητα που έχει αξία κατοικεί στο χαμόγελο της αγαπημένης του την ώρα που αδιαμαρτύρητα τον περιμένει να γυρίσει από τους νοερούς νυχτερινούς του περιπάτους. 
Ίσως να είχε έρθει η ώρα να γίνει ποιητής. 


Ζωγραφική Paolo Ventura 

Ανυπομονησία


Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Το κουτάκι




    Έτσι απροειδοποίητα και ξαφνικά βρήκε μέσα σε μια στιγμή ένα μικρό κουτάκι ευτυχίας. Το άνοιξε και μπήκε μέσα. Για να παραμείνει ευτυχισμένος τo έκρυψε καλά. Αγώνα έδινε μονάχα για να το βρίσκει εκείνος ο ίδιος. Αν το έχανε ήξερε πως θα ήταν όπως παλιά, τότε που ζούσε σ΄ένα κουτάκι άδειο. Τότε που σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών του και έδειχνε την ευτυχία από μακριά. Έτσι όμως όποιος κάνει, ξεχνάει την ευτυχία του. Τα ήξερε αυτά καλά. Όπως και πως ζήλεια προκαλεί μονάχα στους ομοίους του, γιατί οι ξεχωριστοί έχουν το δικό τους κουτάκι πάνω από το ύψος των ματιών του και δεν τους βλέπει όσο κι αν τεντώνεται.
    Είχε καταλάβει πια πως όσο κι αν τους προκαλέσει να δουν το άδειο κουτάκι του, εκείνοι έχουν κλείσει το δικό τους και δεν ακούν τίποτα. Και ας γύρναγε φωνάζοντας με ντουντούκα στις γειτονιές ''έχω ένα μεγάλο κουτάκι ευτυχίας''. Και ας έγραφε με μεγάλα γράμματα την λέξη ευτυχία. Το κουτάκι μίκραινε και αυτός μαζί. Και όσο πιο πολύ κόσμο μάζευε να δει την ευτυχία του, τόσο πιο μόνος ένιωθε και όλο περισσότερο έμοιαζε σαν δολοφόνος μιας πιθανά μεγάλης ευτυχίας. 
   Το κουτάκι της αληθινής ευτυχίας το βρήκε μέσα στον ίδιο καιρό. Στα καλοπλυμένα και καλοχτενισμένα καθημερινά. Με το ούτε τους περισσότερο, ούτε τους λιγότερο. Με το τόσο τους. Σαν μια στάλα ήταν το κουτάκι. Και αλήθεια μια στάλα είναι τα χρόνια που ζούμε μπροστά σ΄κείνο το επ΄άπειρον που θα θέλαμε να ζούμε. Αυτό που περιμένουμε σαν καθυστερημένη ποθητή είδηση ακόμα και την τελευταία μας στιγμή. 
   Άρχισε να κάνει ησυχία, ν΄αποκτά ισορροπία. Ακόμα και όταν έχανε το δρόμο για την κρυψώνα έκανε πάλι ησυχία. Έψαχνε τότε στους χάρτες που αφήνουν τ΄αλάτια της θάλασσας στα πουκάμισα. Περπατούσε σε μονοπάτια μουσικών λέξεων μέχρι να μπορέσει ξανά να συννενοηθεί με τους άλλους αλλά κυρίως με τον εαυτό του  χωρίς φασαρία. ΄Ηξερε πως οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν κάνουν φασαρία. Δεν γράφουν με μεγάλα γράμματα, δεν κουνούν χέρια και πόδια για να τους προσέξουν. Έχουν συνείδηση της κατάστασης στην οποία βρίσκονται και απλά την σέβονται.
   Η ευτυχία κάνει ησυχία.

Ζωγραφική Kate Pugsley

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Τα στρείδια




Οι καιροί το θέλουν ν΄ανασύρουμε από μέσα μας όσο απόθεμα ομορφιάς διαθέτουμε γιατί απ΄έξω δεν υπάρχει στάλα. Μια δική μας Ανατολή σαν ακριβοδωρεάν δώρο. Να μας μάθει να ενοχλούμε τα στρείδια. Τη λίγη ώρα που τα πετυχαίνεις ανοιχτά είναι πολύ κοινωνικά. Μετά ξανακλείνουν στα μούτρα μας. 

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Στην ταράτσα



     Παρακολούθησε ένα παιδί να ζωγραφίζει. Το παιδί έξυσε το μπλε μολύβι και ύστερα με τα δάκτυλα του το άπλωσε μαλακά μαλακά στο χαρτί. Είναι ωραίο να πιάνεις στα χέρια σου πέλαγος, να χαιδεύεις πέλαγος. Προσπαθούσε να φανεί η θάλασσα όσο το δυνατόν πιο γαλάζια, μα κυρίως όσο το δυνατόν πιο ήσυχη. Ίσως ν΄άρχιζε να ζωγραφίζει την Άνοιξη, ίσως να νοσταλγούσε τα καλοκαίρια. Ίσως να ήθελε να ημερέψει μια μέσα του τρικυμία. 
- Εσύ αν ήσουνα παιδί, πώς θ΄άρχιζες;
-Εγώ, εγώ αν ήμουνα παιδί ... Δεν θα ξερα πώς ν΄αρχίσω.
    Λοιπόν αν ήταν παιδί θ΄άρχιζε από τα μεσημέρια. Εκείνα εκεί τα μεσημέρια που  σκαρφάλωνε στην φαντασία της. Αυτά που βρίσκονται τώρα κλειδωμένα μέσα στην αποθηκούλα μαζί με το εφηβικό γραφείο της, ένα ξύλινο κουτί που το είχε για κομοδίνο και το πορτατίφ με τα αποξηραμένα λουλούδια στην βάση. Αυτό που το έχει φυλάξει για να της θυμίζουν τα αποξηραμένα βήματα της μάνας της στο διάδρομο, το άνοιγμα της πόρτας και την άδοξη διακοπή του σκαρφαλώματος. Να προσπαθεί να βάλει τρεις σκέψεις στη σειρά, πριν τις στείλει στον αγύριστο και το θέμα να καταλήγει στην ακαταστασία της.
     Μετά θα συνέχιζε στα βράδια στην ταράτσα, στο ησυχαστήριο της. Μια σιδερένια, στριφογυριστή σκάλα να την στέλνει σε πλήρη απόσπαση από την παιδικότητα της. Μια φθαρμένη, χαμηλή, βελούδινη πολυθρόνα απ΄αυτές που γλύτωσαν τελευταία στιγμή τη σαβούρα του παλιατζή, να γίνεται σπίτι της. Από κει να ρεμβάζει σε απευθείας μετάδοση  το δάσος των κεραιών της πόλης. Να είναι ο κόσμος της πιο κοντά στον ουρανό παρά στην γη. Να είναι έναστρο το σαλόνι της και οι φίλοι που το επισκέφθηκαν δορυφόροι πλανήτες. 
    Μόνο που αυτά τα μεσημέρια χάθηκαν. Η πλάκα είναι που καλά καλά δεν πρόλαβε να το καταλάβει. Έτσι που τρέχει η ζωή, τι να καταλάβεις. Τώρα περπατά αυτή σ΄ένα παρόμοιο διάδρομο. Αρχίζουν τα δικά της βήματα να γίνονται αποξηραμένα. Τρομάζει που κάνουν κύκλο όλα. Είναι ακόμα σαν να την ακούει να λέει, ''δεν περνάει και κανένας παλιατζής να πετάξω όλη κείνη την σαβούρα από την αποθήκη και την ταράτσα''. Σαβούρα είναι όλα τ΄ανοιξιάτικα μεσημέρια ενός παιδιού μαμά; Και εγώ που νόμιζα πως γινόμαστε ό,τι χάσαμε. 


Φωτογραφία Σοφία Καρούμπα



Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Γεφυρώνοντας




    Ξεθωριασμένες φωτογραφίες από μια εποχή που ο κόσμος θα γινόταν οπωσδήποτε δικός μας. Να βυθίζω τα χέρια μου μέσα στα χρόνια και να βρίσκω Πρωτοχρονιές, κομματάκια πλεϊμομπίλ και μαύρες ξεμαλλιάρες στρουμπουλές κούκλες. Κουβέντες βραδινές στο εφηβικό δωμάτιο, λίγο πριν την μεγάλη αναχώρηση. Μια εφηβεία που έκανε το κάθε τώρα να κοντοστέκεται και ν΄αργοπορεί. Η πρώτη που θα μου έσφιγγε το χέρι στην επιτυχία.  Ήρθε ο καιρός που έφυγα . Θυμάμαι κάτι τάπερ που μου έφερνες στην Πάτρα. Μετά ήρθε ο καιρός που έφυγες εσύ. Ζόρικες φάσεις αλλά ωραίες. Όταν απελπιζόσουν σου έλεγα ''κάνε υπομονή'' μετά διαβάζαμε λογοτεχνία και προτείναμε η μια στην άλλη τίτλους. Αρχίσαμε να χωρίζουμε, τηλέφωνα μέσα στην νύχτα, συζητήσεις η ζωή είναι σκατά, καμιά συναυλία μαζί και καρτ ποστάλ από το Λονδίνο. Μετά η ζωή γινόταν πάλι γαμάτη και σε περίμενα που ερχόσουν για καλοκαίρι. Βέβαια εγώ ήμουν ήδη οκτώ μηνών έγκυος αλλά στα μάτια σου παρέμενα πάντα η ίδια. Νέα και ωραία. Αυτό που μου άρεσε πάντα είναι ο τρόπος που ξεκαρδιζόσουν στα γέλια.
   Σακιά με εικόνες για το δρόμο. Ο φριχτός φόβος για την μοναξιά, την ''μόνωση' όπως καμιά φορά την λέγαμε, ίσως και να ήταν κληρονομικός.  Κι έγραφα ποιήματα. Καμιά φορά σου τα έδινα. Σαν μια πρώτη πρώτη συλλογή πικρών πρωτόλειων ονείρων. Αν περνούσε από το χέρι σου θα τα τύπωνες. Το ξέρω. Εγώ συνέχισα να γράφω. Κι εσύ να εκδικείσαι κάθε κακοτοπιά βάζοντας τα γέλια. Όπως όταν οι κεραυνοί φωτίζουν την νύχτα στην άκρη του ορίζοντα κι ένα ωραίο κόκκινο φεγγάρι σου παίρνει τα μυαλά.  Η διαμαρτυρία μας ένωνε.
    Δεν θα είναι τυχαίο που σε πολλές φωτογραφίες βγαίναμε με το σήμα τις νίκης. Δεν θυμάμαι πια όλους τους λόγους που διαμαρτυρόμασταν. Εμείς πάντα θα φωνάζουμε για το άδικο, σαν να μας δένει μαζί του μια μυστική συμφωνία.  Φάγαμε τα μούτρα μας χιλιάδες φορές και εξακολουθούμε.
   Με μακριά μαλλιά, μετά κοντά, σγουρά ή ίσια με φίλους, περασμένους, νυν και μελλοντικούς. Οι φωτογραφίες κιτρίνισαν λιγάκι. Κιτρινίσαμε και εμείς μέσα στις φωτογραφίες. Αλλά απ΄έξω μένουμε φωτεινές. Όχι νέες και με στυλ, αυτό δεν γίνεται. Πόσο θα ήθελα να στο υποσχεθώ. Οι  υποσχέσεις όμως δύσκολα  κρατιούνται. Αλλά πολύχρωμες.
    Μια μικρή τσάντα είναι μπροστά μου. Μέσα είναι διάφορα αδυνατούλια χαρτιά. Συλλαβίζω τυπωμένο τ΄όνομα μου. Σαν ξένο μου φαίνεται. Ξεφυλλίζω. Διηγήματα. Και μετά κάθομαι  σ΄ένα τραπέζι με μικρόφωνα και ετοιμάζομαι να παρουσιάσω το πρώτο μου βιβλίο. Και ούτε το φουστάνι που φόραγα δεν κράτησα να διαλέξω μόνη μου. Και εσύ από κάτω μιλάς για κάθαρση. Και πάλι υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα κλάψω, αλλά πότε τα κατάφερα εγώ καλά με τις υποσχέσεις για να την κρατήσω και τώρα;
     Είναι μια νύχτα κατανυκτική απόψε. Στριμώχνεσαι σε στοές γκρεμισμένων αναμνήσεων. Από τα παράθυρα των σπιτιών που βλέπουν στο δρόμο, αυτά με τα αναμμένα φώτα και τους ξαναχτισμένους σοβάδες, βλέπεις τους ανθρώπους να λιώνουν όπως τα χρόνια. Και θέλεις να ζητήσεις από ένα σκύλο να τους πει πως αν είναι κάτι που καταφέρνει να διακόψει το τέλος είναι οι σχέσεις μας. Αυτές που ζούμε γεφυρώνοντας.

φωτογραφία Walter Schönenbröcher   

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Κάποιες στιγμές





Είναι και κάποιες στιγμές, λίγες αλήθεια αλλά ευκολοαναγνωρίσιμες, που όλα τα συστατικά της στιγμής μοιάζουν να καταλήγουν σε σένα. Η ζέστη του ήλιου, ο ρυθμός του τραγουδιού που ακούς, το χαμόγελο του συνεπιβάτη. Στιγμές ευτυχίας, διαβατάρικα πουλιά που πριν φύγουν γίνονται πρώτα δικά σου.




Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Στο παζάρι

   


       Για να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή το όνομα του είναι Άλφα. Είναι τριάντα οκτώ χρονών. Ζυγίζει εβδομήντα πέντε κιλά γυμνός μόνο με τις κάλτσες και έχει ύψος ένα ογδόντα οκτώ. Γεννήθηκε σ΄ένα χωριό της Πελοποννήσου αλλά ήρθε στην Αθήνα για να πάει στην Γυμναστική Ακαδημία. Γυμνάζεται καθημερινά. Παίζει ποδόσφαιρο δύο φορές τον μήνα με την ομάδα του Δήμου. Τον ξέρουν όλοι στην γειτονιά. Ψωνίζει στη λαϊκή του Σαββάτου. Υπηρέτησε δεκαοκτώ μήνες στο στρατό. Γνώρισε την γυναίκα του την Μ στο πάρτυ ενός κολλητού. Φλυάρησαν πολύ εκείνο το βράδυ, φύγανε μαζί με την μηχανή και με ένα φεγγάρι νυχάκι που βόλταρε ξάστερο εκείνο το πρώτο βράδυ. Τώρα πια έχει μια κόρη κι ένα γιό. Ζουν απόκεντρα της Αθήνας σ΄ένα σπίτι με αυλή και καστανιές. Του αρέσει ακόμα η Μ. Κάθεται τα καλοκαιρινά βράδια στην βεράντα και την κοιτάζει την ώρα που λικνίζεται σιγοτραγουδώντας ενώ ανακατεύει με την ξύλινη κουτάλα τα μακαρόνια που βράζουν. Κάπως έτσι ενώνονται σκέφτεται ο πόνος και η γλύκα της ζωής. Δουλεύει στο παζάρι, είναι ακροβάτης.
      Στο παζάρι είναι μαζί με άλλους πολλούς. Μουσικούς, χορευτές, ταχυδακτυλουργούς, κλόουν. Ο καθένας έχει το νούμερο και την μοναδική του ιστορία. Συνεργάζονται όμως και  σε μικρές καλά συγχρονισμένες ομάδες σε τεντωμένα σχοινιά, ισορροπώντας σε κρίκους, κυλιόμενους κυλίνδρους και ό,τι άλλο χωράει σε ανθρώπου νου για να παρουσιάσουν τις επιδεξιότητες τους. Φτιάχνουν τ΄ αντίσκηνα, απλώνουν τους πάγκους με τα παιχνίδια και  τα φαγώσιμα. Στήνουν τα ποδοσφαιράκια, τα μπιλιάρδα, τους στόχους της σκοποβολής. Υπνωτίζονται οι φόβοι σχετικά γρήγορα. Το παζάρι έχει πάντα κάτι να γυρνάει. Καμιά φορά δέχονται επίθεση από δυνατούς αρουραίους που ροκανίζουν τους πάγκους και τους στόχους από φελιζόλ. Τους ηρεμεί όμως γρήγορα η γνώριμη μυρωδιά της υγρασίας και της τσόχας των μπιλιάρδων και συνεχίζουν. Τα καλοκαίρια απλώνονται σε νούμερα, τρικ και μαγικά. Ενώ τα φθινόπωρα μαζεύουν τα φύλλα. Γιατί τι μεγαλύτερη απόδειξη μετάνοιας από το να καθαρίζεις το παζάρι από τα φύλλα του φθινοπώρου κάτω από μια χειμωνιάτικη λιακάδα;
     Όταν την βρήκε δεν ήταν ούτε στις μπουκάλες, ούτε στην σκοποβολή. Καθόταν και έτρωγε μηλόπιτες. Αμέσως μετά πήγε στις κούνιες. Ανέβαινε, ανέβαινε όλο και πιο ψηλά και μετά άρχισε να κατεβαίνει όλο να κατεβαίνει, περνούσε από μπροστά του καθισμένη στην σιδερένια κούνια. Συνέχιζε να κατεβαίνει σαν να πεθαίνει. Οι ίσκιοι σαλέψανε και αυτή εκτοξεύθηκε στα αλογάκια. Έτρεξε πίσω της. Τ΄αλογάκια γυρνούσαν γύρω γύρω στο ρυθμό της μουσικής. Όταν η μουσική σταμάτησε, σταμάτησαν και τ΄αλογάκια να γυρνούν γύρω γύρω και όρμησε στο αλογάκι της όμως αυτή δεν ήταν πια εκεί. Την έψαξε μέσα στη σκόνη, πίσω από τις σκιές. Η μουσική εξακολουθούσε να παίζει, τα βέλη να διεκδικούν το στόχο, κρίκοι πέφταν πάνω στις μπουκάλες και τ΄αλογάκια ξανάρχισαν να γυρίζουν. 
      Στο παζάρι την βρήκε και στο παζάρι την έχασε. Ήθελε να φύγει και να μην ξαναπάει στο παζάρι. Εκεί βρίσκει ο ένας τον άλλο και έπειτα χάνονται αναζητώντας. Χάνουν αυτήν που μόλις την είχαν βρει. Τώρα ξεχνά το όνομα της. Την φωνάζει ει, ει, ει. Μέχρι πριν λίγο την λέγανε προσδοκία. Ακριβή λέξη. Ποιός αγοράζει, ποιος πουλά; Τώρα σκέφτεται αλλά δεν κάνει. Χάνεται σε μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στο νοερό και στο απτό και γίνονται τα  μεροκάματα πικρά.
   

Φωτογραφία Jiang Zhi - Love

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν λες κουβέντα


   
      Δεν υπάρχει πλέον άνθρωπος που να μην νιώθει ανασφάλεια, απογοήτευση, θυμό, φόβο. Ζήσαμε δεκαετίες ανάμεσα σε κρυφά σκάνδαλα, παθολογικές καταστάσεις, αυτοκαταστροφικές επιλογές. Χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, γραφειοκρατεία μέχρι τελικού ροκανίσματος της οποιασδήποτε διάθεσης ανάπτυξης, κατασπατάληση και υπεξαίρεση των χρημάτων που αφορούσαν στις κοινωνικές παροχές, πλήρης αναξιοκρατία, παρασκήνιο και είναι ατελείωτος ο κατάλογος. 
    Κατασκευάσαμε μια κοινωνία που αξιολογούσε σαν σημαντικό αυτό που έχεις και όχι αυτό που είσαι. Και τώρα που ήρθε μια άλλη ώρα, να συνειδητοποιήσουμε πως σημασία έχει το τι είμαστε και όχι το τι έχουμε, δεν λέμε κουβέντα. Τι άλλο πρέπει να γίνει έτσι που η κρίση που περνάμε να γίνει αφορμή για να αλλάξουμε σελίδα; Τι μας κάνει να περιμένουμε την σωτηρία να έρθει από κάπου μακριά; H νοοτροπία μας. 
   Η συλλογική δραστηριότητα, η κατανόηση και η αποδοχή του συνανθρώπου μας, η δημιουργία και η διατήρηση καλών ανθρώπινων σχέσεων που θα μας δίνουν χαρά, η συνέπεια, η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η αυτοεκτίμηση δεν είναι έμφυτα χαρακτηριτικά. Είναι ικανότητες που καλλιέργούνται στην διάρκεια της ζωής μας. Δεν μας χαρίζονται, αποκτιούνται. Αυτά είναι η νοοτροπία μας. 
   Μήπως ήρθε η ώρα να συνειδητοποιήσουμε πως άλλος είναι ο δρόμος για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες μας για εργασία, προοπτική, δικαιοσύνη; Δεν έρχονται έτσι τα εσωτερικά καλοκαίρια. Μια τέτοια συνειδητοποίηση θα ήταν ένα τεράστιο επαναστατικό βήμα γιατί πυρπολεί ολόκληρο το πολιτικό οικοδόμημα. Ένα οικοδόμημα που για δεκαετίες πολιτεύεται φορώντας μια την καλή και μια την ανάποδη της ίδιας όμως φορεσιάς με μοναδικό στόχο να κερδίσει και να διατηρηθεί στην εξουσία. 
   Σε σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες σε κάθε χώρο αποφάσεων και δημιουργικής αντιπαράθεσης, η λερναία ύδρα του πολιτικού σκηνικού πνίγει κάθε προσπάθεια αλλαγής νοοτροπίας . 
   Σε όλα αυτό δεν λέμε κουβέντα. Απελπιζόμαστε, τους ξαναψηφίζουμε και ξανά ο ίδιος φαύλος κύκλος. Ρουσφετοραγιάδες. Προσωπικά έχω βαρεθεί τελείως τις στείρες κριτικές και την εξίσωση της πρόσκαιρης παροχής με την ουσιαστική πρόταση. Όλο και περισσότερο κάθε μέρα απομακρυνόμαστε από μια αλλαγή που θα έρθει με τους αγώνες μας. Όλο και περισσότερο η αλλαγή νοοτροπίας θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση ως ουτοπική επιθυμία και άλλα λόγια ν΄αγαπιόμαστε. Και εξακολουθούμε να περιμένουμε έναν Σαμάνο για να σωθούμε από θαύμα.
     Κάποιοι λένε πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Άλλοι πως γεννιόμαστε με τον χαραχτήρα μας. Δεν ισχύουν αυτά. Με προσπάθεια, αγώνα και χρόνο ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του και αλλάζει. Κατ΄επέκταση και η νοοτροπία ενός λαού. Η συμπεριφορά της ενήλικης ζωής έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία και αυτό πλέον καλούμαστε τουλάχιστον να το μάθουμε και να το αποδεχθούμε. Αγνοώντας αυτή την πραγματικότητα δεν μπορούμε να περιμένουμε ν΄αλλάξει τίποτα στην κοινωνία μας αφού θα εξακολουθήσουμε να είμαστε και να γεννάμε συναισθηματικά ανώριμους ανθρώπους. Όλοι μας έχουμε παραδείγματα στον προσωπικό μας κοινωνικό κύκλο, στον επαγγελματικό και οπουδήποτε αλλού οι ανθρώπινες σχέσεις βουλιάζουν μέσα σε ακατανόητες δυσκολίες και απωθημένα συναισθήματα. Γιατί να  μην είμαστε εμείς που θα κάνουμε την αρχή και θα διεκδικήσουμε μια ουσιαστική αλλαγή;
    Το ουσιαστικό εμπόδιο στην αλλαγή νοοτροπίας παραμένει πως αυτή δεν δρομολογείται ποτέ. Ίσως γιατί εμείς οι ίδιοι την φοβόμαστε, ίσως γιατί εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζουμε και δεν αποδεχόμαστε την τεράστια σημασία που έχουν τα συναισθήματα προκειμένου να γνωρίσουμε και να βελτιώσουμε τον εαυτό μας, και παραμένουμε οπαδοί μιας στείρας λογικής. Μιας λογικής που τις περισσότερες φορές την χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε τις ανάγκες και τους φόβους μας. Η υπερβολική εκλογίκευση όμως είναι ενταφιασμός σε υγρές φυλακές. Εκεί που οι ουσιαστικές ανάγκες του ανθρώπου μένουν πάντα στα αζήτητα. Η αλλαγή νοοτροπίας θα βοηθούσε την κοινή γνώμη να στραφεί προς νέα ουσιαστική κατεύθυνση κοινωνικής προόδου και ευημερίας. Αναγκαστικά θα συμβάδιζε και η πολιτεία. Είτε γιατί θα είχε κατανοήσει την καινούργια απαίτηση και διεκδίκηση της κοινωνίας, είτε για την πατροπαράδοτη αναζήτηση ψηφοφόρων. 
    Η αλλαγή νοοτροπίας δεν μπαίνει ποτέ σε κανένα τραπέζι. Όπως δεν μπαίνει και η ριζική αλλαγή του εκπαιδευτικού μας συστήματος με στόχο τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες. Κανείς δεν λέει κουβέντα. Σκεπτόμενοι άνθρωποι υπάρχουν. Πολύ φοβάμαι όμως πως ακόμα και αν κρατούν κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα βρίσκονται για τα καλά στην αφάνεια. Χρειάζεται να πιστέψουν στον εαυτό τους και στην ιδέα πως μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές. Τα άλλα θα έρθουν μόνα τους. 

Φωτογραφία Tommy Ingberg
    

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Δήθεν



      Περπατάνε αγκαλιασμένοι και μιλάνε. Δήθεν μιλάνε. Στην πραγματικότητα φεύγουν, αλλάζουν κόσμο. Εκείνος έχει το χέρι του περασμένο γύρω από την μέση της. Εκείνη περασμένο διαγώνια στην πλάτη του το δικό της, φθάνει τον ώμο του και τον κλειδώνει στην παλάμη της.
    Περπατάνε και μιλάνε. Δήθεν μιλάνε. Υπό τους ήχους της λεωφόρου, της νύχτας, της επιθυμίας, μιας φλούδας φεγγαριού και των περαστικών που βιάζονται να γυρίσουν σπίτι. Βηματίζουν αργά πάνω στα βρώμικα πλακάκια των πεζοδρομίων. Σταματούν στο φανάρι. Περιμένουν το πράσινο για τους πεζούς και συνεχίζουν να περπατούν κάτω από τους λαμπτήρες της ΔΕΗ. Στην πραγματικότητα άλλα φώτα τους φέγγουν και άλλο φεγγάρι τους υποδέχεται. Περπατάνε αγκαλιασμένοι και μιλάνε σαν όλος ο κόσμος να έλιωσε, να έγινε νερό, να τρύπωσε στα ρουθούνια τους και να τους αφιερώθηκε.
   Περπατάνε αγκαλιασμένοι και μιλάνε. Στην πραγματικότητα ο ένας παραιτείται από την ύπαρξη του για να εισχωρήσει μικρός ελάχιστος, εξουθενωμένος στην ύπαρξη του άλλου. Σαν να θέλουν και οι δύο να εκλείψουν.  Γίνεται η φωνή  κύμα και μεταφέρει τον έναν μέσα στον άλλον. Γατζώνονται από το διάχυτο που τους συμβαίνει. 
   Περπατάνε και μιλάνε. Κατευθύνονται προς το όνειρο. Πέφτουν ταυτόχρονα ο ένας στα μάτια του άλλου. Εκείνη γέρνει και ακουμπά το κεφάλι της στο στήθος του. Κλείνει τα μάτια. Δεν κοιμάται. Αφήνει το νου της να παραδοθεί στην ζάλη. Εκείνος την σφίγγει πάνω του πιο σφιχτά. Δένονται να μην χαθούν στην χαώδη επιθυμία. Δήθεν μιλάνε. Ενώ τους έπεισε ο έρωτας να τον ακολουθήσουν. Να δούμε τώρα αν θα τους παρατήσει. Αν θα βρεθούν σε κάποιο κακοτράχαλο, σκοτεινό χωματόδρομο ή στην άκρη μιας έρημης ακτής ένα απόγευμα. Όπου και νάναι από κει ψυχή δεν περνάει για να βοηθήσει. Όποιος θέλει να συνεχίσει, συνεχίζει μόνος του. 
 


art work Rayan Macginley


Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Σαν σήμερα




    Ο ναύτης, στα μακρινά λιμάνια, μαζί με την σερμαγιά εμπορεύεται και τις ιδέες του. Γυρνώντας στην πατρίδα, δεν φέρνει μόνο το καράβι του φορτωμένο πραμάτιες ξωτικές, αλλά και το μυαλό του γεμάτο νοήματα ενός άλλου κόσμου. Πάνω στα κύματα σφυρηλατήθηκε η νοημοσύνη του ανθρώπου. Όποιος έσχισε την θάλασσα έμαθε πολλά. Κι όποιος την κρατάει γερά, κρατάει τα πάντα τούτης της γης στα χέρια του. Αρκεί να δεις ένα ηλιοβασίλεμα στην μέση του πελάγου, για να νιώσεις πολλά κρυφά, μυστήρια αμέτρητα. Η σοφία των λαών ένιωσε βαθειά τούτη την αλήθεια, την στέριωσε , την ανύψωσε σε σύμβολο. Κι ανακήρυξε πατέρα του πολιτισμού τον Οδυσσέα, τον αλήτη των ταραγμένων νερών.

Μ.Καραγάτσης ( σαν σήμερα πέθανε το 1960)

απόσπασμα από το βιβλίο '' Η Μεγάλη Χίμαιρα''

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Μπορείς;



     Στην αρχή δεν του άρεσε το καλοκαίρι. Όταν αυτό τέλειωνε, άνοιγαν τα σχολεία. Φοβόταν την πρώτη μέρα της επιστροφής στα θρανία. Οι άλλοι μιλούσαν για τα ταξίδια, τις διακοπές, που είχαν πάει. Εκείνος για άλλη μια χρονιά δεν είχε πάει πουθενά. ''Πουθενά, πουθενά, πουθενά'',  απαντούσε όταν τον ρωτούσαν τα υπόλοιπα παιδιά που είχε πάει. Λες και η τρεις φορές επανάληψη απέτρεπε οριστικά την επανάληψη της ερώτησης. Τον κοίταγαν με απορία, συχνά με απαξίωση, μετά του γύρναγαν την πλάτη και συνέχιζαν να εξιστορούν τα δικά τους. Ντρεπόταν τότε και ήθελε να τους πει πως δεν πήγε πουθενά, όμως έχει πολλά να διηγηθεί . Δεν το έλεγε όμως.  Καταλάβαινε πως μην έχοντας να πεις τα ίδια με τους άλλους είναι σαν να μην έχεις να πεις τίποτα. Φαίνεται πως αυτοί δεν ενδιαφερόντουσαν για το καλοκαίρι πραγματικά. Εκείνοι ενδιαφερόντουσαν για τις διακοπές. 
     Ήθελε να τους πει πως όταν εκείνοι έφευγαν για τα σπίτια της εξοχής με τους σαγρέ τοίχους, η πόλη είχε άλλο πρόσωπο.  Η γειτονιά δεχόταν επισκέψεις. Ερχόταν η οικογένεια του Αντρέα από την επαρχία να επισκεφθεί φίλους και συγγενείς, και έφερνε αυτό μια γλυκιά αναμενόμενη έκπληξη. Ξαναήρθαν έλεγε και περίμενε από στιγμή σε στιγμή να του κτυπήσει ο Αντρέας το κουδούνι.  Τα ξενοδοχεία γέμιζαν τουρίστες που ανέμελα βολτάρανε στους δρόμους όλη μέρα με τα  ψαθάκια και τα χρωματιστά ρούχα τους. 
    Να τους πει πως έβλεπε τις βεράντες τους να ξεραίνονται από τον ήλιο και πως εκείνος έπαιρνε το πράσινο λάστιχο και κατάβρεχε όπου αυτό έφθανε επίτηδες. Μετά πως έδινε ραντεβού με τον Γιώργο στην στάση και πήγαιναν με το λεωφορείο για μπάνιο στα βραχάκια στο Σούνιο ή στην Σαλαμίνα με το καραβάκι. Ολόκληρη μέρα βουτιές από τα βραχάκια. Γυρνάγανε κατάκοποι το βράδυ. Τρώγανε ένα παγωτό κάτω από την πολυκατοκία και χωρίζανε για ύπνο.
    Θυμόταν κι άλλα πολλά. Πως βλέπανε ταινίες λαθραία στο θερινό της γειτονιάς. Παραφυλούσαν πότε ο τύπος στα εισητήρια θα έφευγε μια στιγμή και τρύπωναν μέσα. Είχαν την γνωστή τους θέση δίπλα στο γιασεμί. Τώρα που το ξανασκέφτεται μάλλον θα το είχε καταλάβει ο τύπος  αλλά δεν τους είχε πει ποτέ τίποτα. Ήταν σαν τα καλοκαίρια να έβρισκε τρόπο να αγαπήσει την πόλη περισσότερο. Γιατί πως στο διάολο γίνεται να ζεις σ΄ένα τόπο μόνο την εποχή που τον μισείς ; 
     Απάντηση όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε. Όταν μετά από χρόνια συνάντησε κάποιους από τους συμμαθητές του,  απ΄αυτούς που είχε να τους δει από τότε που κρεμόντουσαν δίπλα δίπλα στα κάγκελα του σχολείου για να διαβάσουν τα αποτελέσματα των πανελλαδικών βρήκε νομίζει μια απάντηση. Ανταλλάξανε κουβέντες για την δουλειά, για τα παιδιά, για τα αυτοκίνητα, για την μπάλα. Μετά είπε εκείνος για το πώς άλλαξε η γειτονιά, για το θερινό που έκλεισε, για την πίεση της ανεργίας, για την συναυλία στα βραχάκια που οργάνωσαν τα παιδιά του σχολείου, για τα παιδιά που διαλέγουν τι θα σπουδάσουν ανάλογα με το πού θα βρουν δουλειά, για την απελπισία της εποχής. Πως δεν πρέπει να μας πάρει από κάτω. Έλεγε, έλεγε, έλεγε. Όμως δεν άκουγε κουβέντα. Σαν οι άλλοι να μην ήταν από δω.
    Έμαθε σε μια στιγμή πώς είναι να κρατάς ένα καλοκαίρι στην καρδιά σου κι ας μην έχεις πάει διακοπές. Να αφήνεις πίσω σου χειμώνες. Μπορείς; Να είναι ένα νησί τρυπωμένο μέσα σου περικυκλωμένο από άμμο και θάλασσα. Μόλις αρχίζουν να σε καίνε οι πατούσες σου να βουτάς στην θάλασσα. Να σε μετατρέπουν οι βουτιές σε λαθρεπιβάτη της ζωής. Έτοιμο πάντα να πληρώσεις το τίμημα ότι ζεις. Μπορείς; Να αγαπάς τα καλοκαίρια, όχι τις διακοπές. Nα είναι τα καλοκαίρια εργοστάσιο αναμνήσεων και το φθινόπωρο το καταλάγιασμα τους. 
    Να σκέφτεσαι δροσιά. Απαλή δροσιά πάνω σε φθινοπωρινά φύλλα. Καινούργια τετράδια, την μυρωδιά του χαρτιού, πρωτοβρόχια, τις ροδιές φορτωμένες ρόδια, το πρώτο πουλοβεράκι στους ώμους. Να είναι όλα αυτά μια αίσθηση. Να μην εξαρτώνται από συνθήκες. Να ξεκινάς έτσι το φθινόπωρο σαν μαθητής. Μπορείς; 
 

      

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Σκοπός



Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ΄αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.Σκοπός της ζωής μας είναιη αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσα στιγμήν κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων .Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεως μας.


Ανδρέας Εμπειρίκος
Σαν σήμερα  γεννήθηκε το 1901

Ζωγραφική Dogan Eksioglu

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Και όπου έχει κατάληξη -o μπορείς να βάλεις και -η



    Ήταν τότε που ζητούσε επίμονα ένα μεγάλο ξύλινο κουκλόσπιτο γεμάτο δωμάτια με μινιατούρες έπιπλα. Να κάνει στρογγυλά κουλουράκια από χιλιάδες λέξεις πλαστελίνες. Σε ανυποψίαστο χρόνο ν΄απλώνει τα κουλουράκια, να τα κάνει χαλιά. Να βρίσκουν δρόμο να τρέχουν πάνω τους οι διάλογοι του άλλου του μεγάλου σπιτιού. Ήταν τότε που ζητούσε να του αγοράσουν ένα ποδήλατο ισορροπίας. Αυτό με τη σέλα, το τιμόνι και τη μια ρόδα. Όπως αυτό που έχουν οι ακροβάτες. Να μάθει μόνος του να ισορροπεί, στο διάδρομο, στο δρόμο, στην πυλωτή. Να φρενάρει στον πάγκο της κουζίνας, την ώρα που κόβανε την σαλάτα για να διεκδικήσει το δικό του φιλί.  Ήταν τότε που ζητούσε να ντυθεί Super Man και η φίλος του Bad Man. Να τριγυρίζουν όλη μέρα με μπέρτες και δύναμη μαγική. Τα βράδια να βγαίνουν στην πυλωτή να κάνουν κόλπα ζογκλερ με κορίνες, μπαλάκια και στεφάνια. 
    'Ομως τα κουκλόσπιτα ήταν ακριβά και κυρίως δεν ήταν για άντρες. Η μαμά προτιμούσε το κολυμβητήριο και τα αγγλικά από τις μπέρτες και τις κορίνες. Στην πυλωτή αντί για ποδήλατο ισορροπίας φύτρωσε μια μπασκέτα, μόνο και μόνο γιατί έτσι το ήθελε ο μπαμπάς. Στο φίλο του δεν άρεσαν οι ζογκλέρ και εκείνος ήταν πολύ μικρός για να ισορροπήσει μόνος του. Πόσο μάλλον για να διεκδικήσει αγάπες και φιλιά. 
    Περάσαν τα χρόνια. Οι εποχές άλλαξαν. Τώρα μπορεί να παραγγείλει από το εξωτερικό το πιο μεγάλο κουκλόσπιτο μαζί με τις πιο λεπτοδουλεμένες μιανιατούρες έπιπλα. Έπιπλα από αληθινό κέδρο και οξιά. Κουκλόρουχα ραμμένα από κανονικές έμπειρες μοδίστρες. Μπορεί να αποκτήσει το καλύτερο ποδήλατο ισσοροπίας. Μπορεί ν΄ αγοράσει όλα τα τρικ του ζογκλέρ, μαζί και το μαγαζάκι που τα πουλάει. Μπορεί αλλά δεν θέλει. 
    Θέλει μονάχα να εξαφανίσει τις συζυγικές επιθυμίες.  Να μην θυμάται τις παιδικές προσευχές, αφού παράδεισος δεν υπάρχει. Να θάψει βαθιά τα όνειρα των δικών του μικρών. Να μην θυμάται ούτε εκείνος που τα έθαψε για να μην τα βρει όταν του ζητηθούν. Γιατί μια μέρα θα του ζητηθούν, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτό τότε θα είναι ένα τέλος. Ένα τέλος που δεν θα ταιριάζει με την μεγάλη του επιτυχία, ούτε με το γυαλιστερό χαμόγελο του.
     Για την μελαγχολία που τον βασάνιζε δεν μίλησε ποτέ κανείς. Ούτε τότε, ούτε μετά.


Ζωγραφική Liu Yue

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Έχω και τον Αύγουστο

 

    Όλο τον χρόνο έλεγα ''έχω και τον Αύγουστο'' και ο Αύγουστος πάντα ερχόταν στην ώρα του. Μήνας μετά τον Ιούλιο. Κέρδιζε τον Ιούλιο στο πι και φι.  Κάτι σαν αποκορύφωση έφερνε ο Αύγουστος. Κάτι σαν ανατροπή στο καθορισμένο. Αυτός και τα κόκκινα  φεγγάρια του. Τον Αύγουστο τον θυμάμαι στην αρχή από τις κατάμαυρες πατούσες που είχα  όταν  παιδί γύρναγα σπίτι αργά το βράδυ. Αργότερα από τους έρωτές του. Σαν παιδιά  το  τέλος μιας  τεράστιας  μέρας γεμάτης παιχνίδι ήταν ένας μικρός θάνατος, αλλά δεν το παραδεχόμασταν. Η γλύκα της μέρας δεν μας άφηνε τίποτα να αποδεχθούμε πως χάσαμε. Όχι πως είχε καμιά σημασία τότε. Ένα εισητήριο διαρκείας σε καθημερινό παιχνίδι κρατούσαμε στα χέρια μας, και αυτό μας έφτανε.  Τα πρωινά χωριζόμαστε σε αγόρια και κορίτσια και παίζαμε μήλα, κυνηγητό, κρυφτό στα χωράφια, στις αλάνες, στους δρόμους. Ιδρώναμε και συνεχίζαμε με απληστία. Ο καθένας ήταν όλοι οι άλλοι μαζί. Μια παρέα μας φάρδαινε τις ωμοπλάτες χωρίς καν να μας ρωτήσει. Μας μαγνήτιζε το διαφορετικό λαχάνιασμα, η διαφορετική αναπνοή των αγοριών. Και αυτοί το ίδιο κάνανε. Φωνάζαμε δυνατά ''Φτου ξελεφτερία'' και νικούσαμε το χρόνο με την μία.
    Όταν σουρούπωνε, ξεκινάγαμε για την θάλασσα. Ξαπλώναμε ο καθένας με το κεφάλι  πάνω στην κοιλιά του άλλου και κοιτάγαμε τ΄άστρα. Λέγαμε ό,τι ξέραμε από τους αστερισμούς και κάναμε σχέδια. Θα γυρίσω όλο τον κόσμο με ιστιοφόρο. Θα κάνω πολλά παιδιά. Θα πάρω μηχανή. Θα παντρευτώ από έρωτα. Θα φτιάξω δικό μου συγκρότημα. Θα πάω με οτοστόπ στον Ισημερινό. Θα σ΄αγαπώ μέχρι να πεθάνω. Γνωρίζαμε τους άγνωστους   υπογάστριους ήχους και την κινητικότητα των εντέρων μας όταν στηρίζαμε πάνω τους ολόκληρο έναστρο ουρανό μαζί και το φεγγάρι. Μετά αποχωριζόμασταν αποκαμωμένοι. Για να ανταμώσουμε την άλλη μέρα πάλι. Με ανανεωμένα τα σχέδια για τα παιχνίδια και την επιθυμία πιο βαθιά χαραγμένη. Να με σκέφτεται άραγε καθόλου; αναρωτιόμασταν και φεύγαμε ο καθένας για τον προορισμό του. Μήπως κάνουμε και τίποτα άλλο ολόκληρη την ζωή μας; Συναντιόμαστε, γνωριζόμαστε και απομακρυνόμαστε ο καθένας προς τον προορισμό του. Είναι και κάποιοι προορισμοί που στρέφουν τα κεφαλάκια τους προς την ίδια κατεύθυνση. Όμορφα είναι τότε. Η απάντηση όμως στην ερώτηση αν με σκέφτεται άραγε, δεν μπορεί πάντα ν΄απαντηθεί. 
      Πως από τους Αύγουστους περιμένω πάντα τα ίδια, αυτό κατάλαβα. Κι ας μεγαλώνω, εγώ περιμένω αυτό που περίμενα και μικρή. Να πάω ταξίδια, εκδρομές, να φάω καρπούζι, να μπω σε ζωές άλλων, να γίνω και άλλοι. Να βγω από την κανονικότητα. Μάλλον με την σιγουριά πως ο Σεπτέμβρης είναι παρακάτω και θα την ξαναφέρει. Τα ίδια και τώρα. Με την διαφορά πως προχωρώντας γίνεσαι οι άλλοι έτσι κι αλλιώς. Λίγο να μην είσαι συνεχώς απασχολημένος με τον εαυτό σου χωράς και άλλους, κι ας μην είναι Αύγουστος. Σαν να έχει ο καιρός σκορπίσει Αύγουστους τριγύρω και εσύ πλαταίνεις για να τους χορτάσεις. Έτσι που να μπορείς να πεις "έχω και τον Αύγουστο" και να παρηγοριέσαι.


Ζωγραφική - Κολλάζ Irene Bonnevie Obias

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Αύγουστος στεγνώνει στα μανταλάκια




Το Τράνζιτ ταξίδεψε με τις αποσκευές δυό καλών φίλων στα Κουφονήσια. Δεν του έφθασε μονάχα αυτό. Φιλοξενήθηκαν και φωτογραφήθηκαν οι σκέψεις του στα υπέροχα ''Καλάμια''. 'Οταν οι αποστάσεις μικραίνουν και η ανταλλαγή σκέψεων μας κάνει μια μεγάλη παρέα.
Πολλά εγκάρδια ευχαριστώ!


Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Ο Βυθός του Μπικίνι



      Εκείνος ήταν ένας Πάκμαν. Έτρωγε δηλαδή τελίτσες μέχρι να πάρει τα χάπια του.  Τα χάπια δεν ήταν επιλογή αφού μονάχα μετά την κατανάλωση τους μπορεί να νικήσει τα φαντάσματα του.  Εκείνη ήταν και αυτή Πάκμαν  αλλά θηλυκό, Πακμίνα δηλαδή. Αυτή αντί για τελίτσες έτρωγε τρελλίτσες και της άρεσαν πολύ και οι μακαρονάδες. Αν την ρωτούσες τι του βρήκε θα σου απαντούσε το χιούμορ του και την κοινή επιθυμία να ταξιδέψουν στο βυθό του Μπικίνι. 
      Πέρα απ΄αυτά δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό. Αυτός ήταν εντελώς αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε γύρω του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Οι άλλοι δεν τον ένοιαζαν. Τα προβλήματα τους δεν τον ένοιαζαν. Οι απώλειες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα πένθη τους δεν τον ένοιαζαν. Οι ελπίδες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα συναισθήματα τους δεν τον ένοιαζαν και φυσικά οι ανάγκες τους δεν τον ένοιαζαν. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν μόνο ο εαυτός του. Να είναι καλά να φάει τις τελίτσες, και να πάρει τα χάπια του.  Φρόντιζε τον εαυτό του με τρελλή όρεξη και φαντασία χωρίς αναστολές και ντροπές, γι΄αυτό και ήταν πάντα ένας καλογυαλισμένος και ατσαλάκωτος Πάκμαν πλήρως κατειλλημένος από τον εαυτό του .  
        Εκείνη φυσικά δεν τον άντεξε. Τον σιχάθηκε σχετικά σύντομα, αν και η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε να τον έχει σιχαθεί και νωρίτερα. Στα τραπεζάκια έξω από το Γκρι Καφέ του ζήτησε κλαίγοντας και ρουφώντας την μύτη της να χωρίσουν. Δεν άντεχε άλλο την αδιαφορία του, και δυστυχώς δεν θα μπορούσαν έτσι να φθάσουν ποτέ στο Βυθό του Μπικίνι. Εκείνος αν και αρχικά ξαφνιάστηκε και πήγε να δακρύσει, γρήγορα έβαλε σε λειτουργία τους άριστους μηχανισμούς αυτοσυγκράτησης που διέθετε και λίπαινε με τα ακριβότερα λιπαντικά της αγοράς. Είπε ''Ουδόλως με ενδιαφέρει'' και σηκώθηκε να πάει  να φάει ένα σουβλάκι τυλιχτό παρακάτω στον Κάβουρα.
        Εκείνη γύρισε με τα πόδια στο σπίτι ελπίζοντας πως το περπάτημα θα της κάνει λίγο καλό. Έστρεφε με ενδιαφέρον το βλέμμα της σε κάθε περαστικό διαβάτη, περιπατητή ή συνεπιβάτη. Αν διαπίστωνε πως κάτι τον βασάνιζε επέμενε περισσότερο να τον παρατηρεί με ενδιαφέρον. Το βλέμμα της διαδεχόταν χαμόγελα τα οποία οι περαστικοί της ανταπόδιδαν. Έστειλε χιλιάδες χαμόγελα, έσφιξε εκατοντάδες χέρια και απηύθυνε αμέτρητα βλέμματα γεμάτα ειλικρινή έγνοια, παρόλη την αμηχανία τους.  
       Οι περισσότεροι περαστικοί την έπαιρναν τουλάχιστον για παράξενη, αφού δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να συναντάς άνθρωπο που ενδιαφέρεται ειλικρινά όχι μονάχα για τον φίλο και τον συγγενή του αλλά ακόμα και για τον περαστικό διαβάτη.  Παρόλη την αμηχανία και την δυσπιστία τους, το συμπτωματικό της συνάντησης τους μαζί της καθώς και η θέρμη της έγνοιας της τους ξυπνούσε κάτι σχεδόν ξεχασμένο και καλά βυθισμένο στα αχανή της μνήμης. Υπήρχαν πάντα και αυτοί που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ μια τέτοια συμπεριφορά και παρόλα αυτά την καλοδεχόντουσαν. Αργότερα κατάλαβε πως ήταν είτε άνθρωποι που ήξεραν την τέχνη της εμπιστοσύνης είτε άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν την τέχνη της εμπιστοσύνης. 
       Αργά το βράδυ γύρισε στο σπίτι της. Ήταν τόσο κουρασμένη που ξάπλωσε με τα ρούχα και τα παπούτσια στο κρεβάτι. Πεινούσε και στο σπίτι δεν είχε τίποτα να φάει. Άνοιξε το παράθυρο και φώναξε ''Πεινάω''. Τρέξανε οι περαστικοί να της προσφέρουν την αυτοσχέδια μακαρονάδα τους.  Έφαγε, χόρτασε και ένιωσε απίστευτα τυχερή. 
       Κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία. Δεν έχω πολλά νέα της. Κάποιος την είδε τελευταία πάνω σε έναν ιππόκαμπο να ταξιδεύει στα αχανή βάθη του Βυθού του Μπικίνι. 


Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Αύγουστος




Κρέμασες θάλασσες και ουρανούς στους τοίχους.
Αθόρυβα ακύρωσες τα καλοκαίρια.
Κατέγραψες  τελειωμένα βιογραφικά στοιχεία.
Έκλεισες τα παράθυρα.
Καρφίτσωσες μουσικές στο πέτο, σαν εκείνο το κόκκινο τριαντάφυλλο που σου πέταξε γελώντας το κορίτσι στην λαϊκή, δεκαπέντε χρόνια πριν
και ανέβασες πυρετό.
Καίγεσαι από τα όνειρα τα αιωνίως αποκλεισμένα.
Θυμάσαι μονάχα κάθε πρωί να εκφωνείς στάχτες και να ευθύνεσαι κυρίως για τις καθυστερήσεις.
Χωρίς να το καταλάβεις έφτιαξες την αποθήκη σου. Κλείστηκες μέσα.
Όταν έρχονται οι φίλοι τα λέτε. Δεν έχει σημασία τι λέτε. Το άρωμα της πούδρας απολαμβάνεις.
Μετά φεύγουν.
Δεν θα ξημερώσει άραγε ποτέ σ΄άυτή την μουσική;
Αλλιώς μπήκες εδώ μέσα και αλλιώς θα βγεις.
Χωρίς να μπορείς ν ΄αλλάξεις το παραμικρό.
Το πιο αστείο χωρίς να θέλεις ν΄αλλάξεις το παραμικρό.
Η ζωή κάνει την δική της σκηνοθεσία.
Θα ήθελες παρακάτω να υπάρχει ένας ρόλος πιο ενεργός.
Αλλάζουν ποτέ οι άνθρωποι;
Να δουν τον κόσμο με διαφορετικά χρώματα.
Πόσος χρόνος περνά για να γίνουν τα ίδια καθάρματα;
'Ανθρωποι με μεγάλες άπληστες μπουκιές μασουλάνε την ποίηση.
Και ο χρόνος σαν ηλεκτρικό μωρό να γελάει.
Ο καθένας μπορεί να γράφει ποιήματα και μάλιστα καλά. Είτε το παραδέχεσαι, είτε όχι.
Αυτό είπες.
Ακούμπησες με εφηβικό ενθουσιασμό όλες τις βεβαιότητες σου στο κορμό ενός δέντρου.
Έτρεξες να προλάβεις το  πρωινό λεωφορείο.
Κάτι έμαθες. Και αυτό το κάτι δεν είναι αποκλειστικά δικό σου.

Φωτογραφία Πάνος Μιχαήλ

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Μια μπαταρία με πολλές πληροφορίες

 


     Στην μαμά το είχα ζητήσει κατηγορηματικά . Όταν την έβλεπα να καρφώνεται μπροστά στον υπολογιστή , να σκοτώνει τον χρόνο της χωρίς λόγο και αιτία αμίλητη , αναστέναζαν όλες οι παιδικές μου καρδιές. Ο μπαμπάς κάθε απόγευμα πηγαινοερχόταν με το κινητό στο χέρι και τ΄ακουστικά στα αυτιά από οθόνη σε οθόνη και από δωμάτιο σε δωμάτιο  . Τηλεόραση, υπολογιστής , τάμπλετ, κινητό. Αυτό το τελευταίο και στην τουαλέτα. Στην αύρα της οθόνης κλείνανε όλα τα ανοίγματα προς ένα κόσμο πιο γήινο και πιο αληθινό. Είχα ξεχάσει πως είναι να σε κοιτούν και την ίδια ώρα να σε βλέπουν. 
     Αύγουστος ήταν , Κυριακή μεσημέρι όταν αποφάσισα να οπλιστώ με την παιδική μου γενναιότητα και να του δείξω ηρωικά την έγνοια μου. Από νωρίς του είχα ζητήσει μια βόλτα στον Υμηττό. Να πάμε για περπάτημα. Να λαχανιάσουμε παρέα, να μιλήσουμε και να φωτογραφίσουμε θάμνους, πουλιά , δέντρα , την πόλη από ψηλά. Αν έχουμε κέφι και δύναμη να πάμε και σε κανένα θερινό στην επιστροφή. Θα δούμε μου είχε πει. Το θα δούμε στο σπίτι μας σημαίνει όχι. Δεν θυμάμαι ποτέ ''θα δούμε'' να γίνεται ναι. Ίσως ήταν αυτό το σημείο βρασμού που απαίτησε την ανατροπή . Πες μου ένα ναι ή ένα όχι. Μην με πρήζεις με ψεύτικη αναμονή. 
    'Οταν έπεσε για τον μεσημεριανό του ύπνο , έβγαλα την μπαταρία του κινητού , την βούλιαξα σε ένα μπολ με καυτό νερό για μισή ώρα . Την σκούπισα και την έβαλα πίσω στην θέση της με την ελπίδα να την έχω ξεκοιλιάσει πια για τα καλά. Γιατί καυτό νερό μην με ρωτάς. Θυμωμένη ήμουν και όχι μόνο με την μπαταρία.Πρώτα  άκουσα την πόρτα του υπνοδωματίου  ν ΄ανοίγει, την πόρτα του λουτρού να κλείνει , νερό, καζανάκι , σέικερ και παγάκια για τον απόγευματινό καφέ. '' Τι έπαθε το κινητό μου , γιατί δεν ανοίγει ; '' Η μαμά πήγε κοντά του, πήρε το κινητό στα χέρια της , έκανε τις αντίστοιχες κινήσεις για ανοιγόκλειμα του κινητού αλλά κανένα σήμα ζωής. Ήθελα πολύ να προστατεύσω την μαμά , να μην πέσει πάνω της άδικα η μπόρα αλλά παρέμεινα καρφωμένη στη καρέκλα στο βεραντάκι της κουζίνας να κάνω  πως διαβάζω περιοδικό. Είναι οι στιγμές που μαθαίνεις μια και έξω την αξία τς προσποίησης στη ζωή. 
     Η υγρασία της μπαταρίας και ο ξεχασμένος πάνω στον πάγκο της κουζίνας βραστήρας με πρόδοσα. Ο μπαμπάς με είχε δείρει τρεις φορές στην ζωή του. Αυτή ήταν η δεύτερη. Σταμάτησε όταν τα ουρλιαχτά μου τρυπώσανε μέσα από τα ανοικτά παράθυρα στα σπίτια των γειτόνων και προκάλεσαν τις διαμαρτυρίες τους. Απορούσα και αναρρωτιόμουν πως δεν καταλάβαινε πως το έκανα για να μας σώσω και τους δυο από μαι βέβαιη αρρώστια και πως κανονικά θα έπρεπε να με αγαπά περισσότερο. 
     Κάπου ανάμεσα στην παραδοχή της πράξης μου και στα παρακάλια της μαμάς , ομπαμπάς άρχισε να καταλαβαίνει πως το παράκανε. Αποφάσισε να πάμε την βόλτα στον Υμηττό παρόλο που δεν είχα πια καμιά όρξεη. Ο καιρός είχε αρχίσει να αλλάζει σαν να συνηγορούσε με την διάθεση μου . Μας πρόλαβε η βροχή στην μέση του δρόμου. Αμίλητοι συνεχίσαμε και φθάσαμε στο αγαπημένο μου σημείο. Ένιωθα σαν να προδίδω το ξύλινο καθιστικό με την πέργκολα , εκεί που μου άρεσε όσο τίποτα άλλο η θέα της πόλης με τις πράσινες και μπεζ  τέντες , τα βρώμικα  κλιματιστικά στα μπαλκόνια και τα περιστέρια στα καλώδια της ΔΕΗ να περιμένουν σιωπηλά  μια άλλη μέρα καλύτερη από την σημερινή. Η βροχή συνέχιζε αν και πιο αδύναμη.  ''Εσύ δεν ήθελες βουνό και περπάτημα; Περπάτα τώρα. !''
    Βγήκε και η μαμά από το αυτοκίνητο.Έβαλε την κουκούλα της μπλούζας που με προνοητικότητα είχε φορέσει, έσπρωξε τα χέρια της μέσα στις τσέπες του παντελονιού της και άρχισε να περπατά κλωτσώντας χαλικάκια. Ακολούθησα πίσω της κι εγώ. Κρύωνα και ήθελα να γυρίσω πίσω αλλά δεν τολμούσα. Την έφθασα και έπιασα τον ρυθμό του βηματισμού της. Πονούσα ολόκλρο τον παιδικό μου εαυτό αλλά δίπλα της καλύτερα από μόνη.  
     Έδωσα όρκο στον εαυτό μου να μην προστατεύσω ξανά κανέναν μεγάλο από καμιά θανατηφόρα αρρώστια . Συνειδητοποίησα σε δευτερόλεπτα πως για να βάζει ο μπαμπάς τις οθόνες και τις μπαταρίες  πάνω από μένα κάτι παραπάνω θα ήξερε . Άρχισα από την επόμενη κι όλας να μαζεύω το χαρτζιλίκι μου για να αγοράσω κινητό και αμέσως μετά τάμπλετ. Βόλτα στον Υμηττό δεν τους ζήτησα ποτέ ξανά. 
      

     

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Είναι κάποιος που ζει σ΄ένα υπόγειο



        Είναι κάποιος που Ιούλη μήνα  εκεί  που ζει, ανοίγει κλείνει το παράθυρο και τίποτα δεν αλλάζει. Από το σημείο που βρίσκεται  περνούν πολλοί άνθρωποι άντρες και γυναίκες. Λόγω συγκυριών κοιτά τα πόδια τους.Οι συγκεκριμένες συγκυρίες δεν είναι άλλες από το ότι μένει σ΄ένα υπόγειο και αυτό που πέφτει στην αντίληψη του είναι ό,τι συμβαίνει μέχρι τους 30 πόντους πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. Η παρατήρηση του είναι αλήθεια βασίζεται ως επί το πλείστον στην φαντασία και στις υποθέσεις . Φθάνει όμως σε χρήσιμα και εύλογα συμπεράσματα.
      Θα μπορούσε να  πει πως είχε  γίνει  κάτι σαν ειδικός. Ειδικά αν σκεφθείς πως αποφεύγει  να βγει  από το υπόγειο αλλά και να έρθουν  άνθρωποι σ΄αυτό. Έτσι όλα τα συμπεράσματα βασίζονται στην ασχολία της παρατήρησης. Πλεον με ιδιαίτερη ευκολία μπορεί να διακρίνει ένα γρήγορο , ψυχαναγκαστικό βηματισμό, ενός ανθρώπου που δεν έχει χρόνο για χάσιμο και για σκέψη γιατί δεν προλαβαίνει να πληρώσει τους ανοικτούς λογαριασμούς του από  το βηματισμό ενός που περπατώντας ονειρεύεται ποιήματα. Μπορεί να καταλάβει αν τα πόδια που περνούν σέρνονται κουρασμένα προς τον προορισμό τους ύστερα από μια κουραστική και μάταιη μέρα στους δρόμους ή είναι πόδια ερωτευμένου που τρέχουν να πέσουν στην αγκαλιά του δήμιου τους. Σε όλα αυτά αρκεί κανείς να προσθέσει τις πληροφορίες που αντλεί από τα υποδήματα για να καταλάβει την ακρίβεια των παρατηρήσεων του. Τα παπούτσια με απλό τρόπο αφηγούνται το ταξικό περιβάλλον , το κοινωνικό υπόβαθρο, την διαθεσιμότητα, την κινητικότητα, την ανεργία και όλα τα συναφή και συμπαρασύροντα. Όπως και να το κάνουμε άλλα κριτήρια πληρούν δύο ψηλοτάκουνες μη μου άπτου γόβες και άλλα δυό λιωμένες ελβιέλες. 
      Το ερώτημα βέβαια που γεννιέται είναι αφού μπορεί και ξέρει τόσα πολλά , βλέποντας τόσα λίγα και αφού τα συμπεράσματα του είναι αποτελέσματα βαθειάς παρατήρησης και ενδιαφέροντος γιατί δεν βγαίνει έξω να δει την συνολική εικόνα και να ολοκληρώσει την σκέψη του. Λοιπόν μας απαντάει πως αφου μπορεί να διακρίνει τόσα πολλά από κει που βρίσκεται κοιτάζοντας μονάχα τα πόδια των ανθρώπων τρομάζει πολύ στην ιδέα του πόσα πολλά θα μπορούσε να καταλάβει αν κοίταζε βαθειά μέσα στα μάτια τους.



Photo by
Annie Murphy-Robinson

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Η πράσινη βαλίτσα



        Την πράσινη βαλίτσα να την αφήσεις στο τέλος. Αυτή μόνο, με όλα τ΄άλλα να τελειώνουμε. Μιλούσε και τριγυρνούσε ξυπόλητη ανάμεσα στα χαρτόκουτα μ΄ένα χοντρό μαύρο μαρκαδόρο στα χέρια. Έγραφε έξω από κάθε κούτα το περιεχόμενο. Βιβλία, cd, κατσαρολικά, ρούχα, περιοδικά. Όταν κουραζόταν , καθόταν λίγο στον καναπέ ή στο κρεβάτι με το απλανές βλέμμα να ακουμπάει την αδημονία των πραγμάτων και των καταστάσεων. Σηκωνόταν και συνέχιζε. Παράχωνε τις φωτογραφίες που ξεμείνανε μαζί με τα κασκόλ . Σήκωνε το ακουστικό , να τηλεφωνήσει σε κανένα φίλο , άκουγε το πρώτο ντριν και το άφηνε κάτω. 
      Έμπαινε και έβγαινε στα δωμάτια, ορθάνοιχτες οι μπαλκονόποτρες και οι τρυπούλες από τα μισάνοιχτα ρολά να σχηματίζουν το μεσημέρι  στο ξύλινο πάτωμα. Προσπαθούσε να εντοπίσει τα ξεχασμένα αλλά περισσότερο ν΄ ακουμπήσει λίγο ακόμα τα γυμνά της πέλματα , στις φαρδιές τάβλες του πατώματος . Να ακούσει τα τριξίματα του κάτω από το βάρος της και να πει ακόμα εδώ είμαστε.''Πως είναι το πάτωμα στο νέο ;''. Βουτηγμένη στην άρνηση , δεν είχε πάει να το δει ποτέ. ''Πως θέλεις να είναι; ένα σπίτι επαρχιακό είναι. '' Δεν άκουσε την συνέχεια της απάντησης γιατί αρχίσαν τα χρατς χρατς της ταινίας. Ο Νίκος έκλεινε τις κούτες . 
     Ογδόντα τρια διαφορετικά δέματα και η πράσινη βαλίτσα χωρέσανε τα υπάρχοντα τους. Όταν πριν ένα μήνα της είχε πει πως λύση άλλη δεν έβλεπε , έπρεπε να κλείσουν το μαγαζί και να πάνε στο χωριό, δεν ήθελε να το πιστέψει. Ήταν οι φίλοι τους εδώ, ήταν τα μαθήματα, ήταν η ζωή τους . Είχε θυμώσει την πρώτη ώρα που το άκουσε, ξεκόλλησε και το χαρτάκι που είχε αφήσει στο ταμείο '' παραδίδονται μαθήματα Αγγλικών , τιμές πολύ λογικές''. Μέρες της πήρε να  καταπιεί τον θυμό της απώλειας. Εδώ άλλοι φεύγουν  για την Αυστραλία, τι είναι να γυρίσεις στο χωριό. Μέχρι γραφεία βοήθειας μετανάστευσης εέχουν ανοίξει στην Κάνιγγος. Τριγύρω άστεγοι , πρεζόνια και στην μέση τα γραφεία. Είναι εποχή αποφάσεων της είχε πει. Πήρανε τελικά την απόφαση.
      Πάνω από την ταινία έσφιγγαν τις κούτες με σπάγγο. Κυλούσε ο σπάγγος τριγύρω σχηματίζοντας ένα λευκό μονοπάτι. Η ώρα περνούσε, ο χρόνος στην μετακόμιση δεν είναι ο ίδιος μ΄αυτόν του συνηθισμένου ρολογιού. Είναι ο χρόνος ενός διαφορετικού χρονομέτρου  μια ζωής παρελθούσης που  βγάζει την γλώσσα της στο σήμερα. Ογδοντατρία διαφορετικά δέματα και η πράσινη βαλίτσα χωρέσανε όσα ήταν να χωρέσουν . Τα υπόλοιπα, τα γέλια πάνω στο πάγκο της κουζίνας, τα σημάδια στους τοίχους από τα καρφιά ,οι γρατσουνιές στα έπιπλα από τα αναπάντητα, τα δάκρυα στο κεφαλάρι του κρεββατιού για όλα αυτά που ήταν να έρθουν αλλά δεν ήρθαν ποτέ , τα αποτυπώματα  από τα πρωινά της ανεργίας,  κάτι σακβουαγιαζ με ρούχα παλιά που δεν χωράνε πια και δεν το αποδεχθήκανε εγκαίρως μείνανε εκεί ακούνητα. Ιδιοκτησία μιας ζωής που δεν χωρά σε σύνορα. 
      Ήρθαν τα παιδιά της μεταφορικής . Άρχισε να αποκτά ξανά καλύτερη ορατότητα καθώς κατέβαιναν οι στοίβες με τις κούτες. Άναψε ένα τσιγάρο και ακούμπησε την πλάτη της στην συρόμενη πόρτα του γραφείου. ''Αφήστε την πράσινη βαλίτσα τελευταία''. Των γονιών της ήταν η βαλίτσα . Από ένα ταξίδι τους στην Βενετία όταν ήταν ακόμα νέοι. Της είχαν πει πως καθόντουσαν σ΄ενα καφέ στην πλατεία του Αγίου Παύλου και η βαλίτσα ήταν στην βιτρίνα του διπλανού  καταστήματος. Πράσινη, δερμάτινη, φιρμάτη,ολοκαίνουργια και ότι έπρεπε για τα ταξίδια που σκόπευαν να κάνουν. Όταν πήγε να σπουδάσει στο Λονδίνο , πέρασε στην κατοχή της άθικτη.
     Τελευταία έφυγε εκείνη . Τράβηξε τον φθαρμένο ιμάντα και κατέβασε τα ρολά. Έστρωσε την παλιά  πετσέτα μπροστά από τον νεροχύτη στην κουζίνα. Αυτή και μόνο έμεινε. Με την μυρωδιά του απορρυπαντικού από τα τελευταία πλυσίματα ακόμα πάνω της. ''Μη,μη ΄΄φώναξε  στο μεταφορέα που πήγε να πάρει την βαλίτσα. ''Μόνη μου θα την πάρω, έχει  όλο τον Καζαντζάκη μέσα''. Σήκωσε την βαλίτσα, τράβηξε την πόρτα και βγήκε. 
     

Φωτογραφία Ada Hamza

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Βιολί ανάπηρο



     Όρθιος στεκότανε στο σταυροδρόμι μπροστά στη μικρή κάθετο της Μπότσαρη και της Μπουμπουλίνας.Άνοιγε εκεί λιγάκι ο δρόμος , σαν να σχημάτιζε μια νοερή νησίδα. Ακριβώς μπροστά στο γωνιακό  κατάστημα με τις οινοπνευματί προσόψεις.Δίπλα το κατάστημα  με τα πολύχρωμα κουμπιά και  τις χάντρες.Στον παρακάτω δρόμο στην Ρόμβης, πηγαίναμε στο νούμερο 27 μέσα στην στοά και προμηθευόμαστε τα κοστούμια για τις σχολικές γιορτές και για τις παρελάσεις των παιδιών. Στολή Φοίβου και Αθηνάς  τότε με τους Ολυμπιακούς για την γιορτή του νηπιαγωγείου, κορίτσια και αγόρια στο Μεγάλο μας Τσίρκο, παιδιά γενιάς μεταναστών ν' ακούν τα πιο ωραία λαικά  στα  σπίτια με μωσαικά και ''μάνα θα πάω στα καράβια''. Επιλέγεις όποια εποχή θέλεις επισκεπτόμενη τα σχολικά αλμπουμ.
      Όρθιος εκατοντάδες πρωινά στο ίδιο σημείο. Είναι εκεί που στρίβει ο δρόμος και την ώρα του δυνατού ήλιου έχει μια στοιχειώδη  μικρή σκιά από την νερατζιά του πεζοδρομίου. Ο φούρνος απέναντι σκορπά τις μυρωδιές της κάθε εποχής. Κουλουράκια κανέλας και κεικ πορτοκάλι τον  χειμώνα, κουραμπιέδες , μελομακάρονα τις γιορτές, παξιμάδια γλυκάνισου το καλοκαίρι. Θα ζήουμε σου γνέφει ο φούρναρης και τυλίγει την φρατζόλα που του ζήτησες. Στην γωνία είναι το ξενοδοχείο. Μικρό αλλά περιποιημένο, ότι πρέπει για ψαγμένους τουρίστες. Στην είσοδο του ξενοδοχείου γίνονται  οι πιο ωραίες συζητήσες. Ταξιτζήδες περιμένοντας πελάτη, συνατξιούχοι που πάνε στην τράπεζα να δουν αν μπήκε η σύνταξη, υπάλληλοι των τριγύρω μικρογραφείων που ακόμα αντέχουν και δεν έκλεισαν, αναλύουν, συζητούν, λογομαχούν .Όλο το ζουμί και το στίγμα της πόλης .
    Όρθιος  και μπροστά του να  συμβαίνουν  πολλά εποχιακά και εορταστικά . Λαχειοπώλες τάζουν  κέρδη εκατομμυρίων , μαμάδες περνούν  φορτωμένες με της κάθε εποχής τα φορτία, πλανώδιοι απλώνουν τις πιο απίθανες πραμάτιες τους, ανεμιστηράκια, πειρατικά σιντί, ομπρέλες, τρίφτες για τυρί , μαχαίρια για σωστό καθάρισμα πατάτας, σφουγγαράκια σε όλα τα μεγέθη. Όλα made in China που παράξενα και ανελλοιπώς  μας κάνουν  να νιώθουμε λίγο ακόμα περισσότερο  Ευρωπαίοι.
    Θα έλεγες πως είναι  γύρω στα πενήντα. Φοράει παντελόνι και φαρδύ λευκό πουκάμισο,  φθαρμένα αλλά καθαρά, αξιοπρεπή. Παπούτσι πολυφορεμένο ,  δερμάτινο με κορδονάκια. Ένα παπούτσι, το δεξί πόδι από το γόνατο και κάτω δεν υπάρχει. Στην νερατζιά ακουμπησμένη μια πατερίτσα . Μπροστά στο πόδι με το παπούτσι ένα τσίγγινο, πράσινο κουτάκι από καφέ Λουμίδη. Το βιολί αναπαυτικά τοποθετημένο  ανάμεσα στο αριστερό χέρι και στην αριστερή πλευρά του σαγονιού και στο δεξί χέρι το δοξάρι. Πολλές μουσικές κυλούν στο σταυροδρόμι ,από το Yesterday ,  στο Μινόρε της αυγής, με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς. Παγώνει ο χρόνος , θέλεις να χορέψεις κάτω από την βροοχή, έχει  ζέστη  και η μουσική σε σαρώνε από την κορυφή ως τα νύχια σαν δροσερό, θαλασσινό αεράκι. Είσαι  εκεί αλλά τελικά είσαι  αλλού.
     Τα ήξερε όλα αυτά όταν πλησίασε ν' αφήσει το νόμισμα στο κουτάκι. Γνώριζε πως  του όφειλε όλες τις στιγμές της ανάπαυλας, της ανάτασης που εμβολίαζαν τα πρωινά του αφήνοντας του μια γεύση ελευθερίας στα ξερά του χείλη. '' Παίζεται πολύ ωραία κύριε, σας ευχαριστώ'' του είπε καθώς έσκυβε να αφήσει το νόμισμα. Στα τρια βήματα της απομάκρυνσης του , τον βρήκαν τα λόγια του βιολιστή. ''Σας ευχαριστώ, όχι για τα χρήματα , για το ευχαριστώ και που με είπατε κύριο''.
     Η μέρα προχωρούσε ακάθεκτη. Για μια στιγμή του φάνηκε πως ο βιολιστής μετατράπηκε σε πανύψηλο ξυλοπόδαρο που με σβελτάδα προχωρούσε με μεγάλες , χαρούμενες δρασκελιές ενώ  το βιολί του έρενε με μουσικές τους βιαστικούς περαστικούς που έτρεχαν να προλάβουν τα αδυσώπητα προγράμματα τους. Και πως το δοξάρι πάλευε  να νικήσει ένα θεριό που το λένε λήθη.

Φωτογραφία Ανν Λου