Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Έχω και τον Αύγουστο

 

    Όλο τον χρόνο έλεγα ''έχω και τον Αύγουστο'' και ο Αύγουστος πάντα ερχόταν στην ώρα του. Μήνας μετά τον Ιούλιο. Κέρδιζε τον Ιούλιο στο πι και φι.  Κάτι σαν αποκορύφωση έφερνε ο Αύγουστος. Κάτι σαν ανατροπή στο καθορισμένο. Αυτός και τα κόκκινα  φεγγάρια του. Τον Αύγουστο τον θυμάμαι στην αρχή από τις κατάμαυρες πατούσες που είχα  όταν  παιδί γύρναγα σπίτι αργά το βράδυ. Αργότερα από τους έρωτές του. Σαν παιδιά  το  τέλος μιας  τεράστιας  μέρας γεμάτης παιχνίδι ήταν ένας μικρός θάνατος, αλλά δεν το παραδεχόμασταν. Η γλύκα της μέρας δεν μας άφηνε τίποτα να αποδεχθούμε πως χάσαμε. Όχι πως είχε καμιά σημασία τότε. Ένα εισητήριο διαρκείας σε καθημερινό παιχνίδι κρατούσαμε στα χέρια μας, και αυτό μας έφτανε.  Τα πρωινά χωριζόμαστε σε αγόρια και κορίτσια και παίζαμε μήλα, κυνηγητό, κρυφτό στα χωράφια, στις αλάνες, στους δρόμους. Ιδρώναμε και συνεχίζαμε με απληστία. Ο καθένας ήταν όλοι οι άλλοι μαζί. Μια παρέα μας φάρδαινε τις ωμοπλάτες χωρίς καν να μας ρωτήσει. Μας μαγνήτιζε το διαφορετικό λαχάνιασμα, η διαφορετική αναπνοή των αγοριών. Και αυτοί το ίδιο κάνανε. Φωνάζαμε δυνατά ''Φτου ξελεφτερία'' και νικούσαμε το χρόνο με την μία.
    Όταν σουρούπωνε, ξεκινάγαμε για την θάλασσα. Ξαπλώναμε ο καθένας με το κεφάλι  πάνω στην κοιλιά του άλλου και κοιτάγαμε τ΄άστρα. Λέγαμε ό,τι ξέραμε από τους αστερισμούς και κάναμε σχέδια. Θα γυρίσω όλο τον κόσμο με ιστιοφόρο. Θα κάνω πολλά παιδιά. Θα πάρω μηχανή. Θα παντρευτώ από έρωτα. Θα φτιάξω δικό μου συγκρότημα. Θα πάω με οτοστόπ στον Ισημερινό. Θα σ΄αγαπώ μέχρι να πεθάνω. Γνωρίζαμε τους άγνωστους   υπογάστριους ήχους και την κινητικότητα των εντέρων μας όταν στηρίζαμε πάνω τους ολόκληρο έναστρο ουρανό μαζί και το φεγγάρι. Μετά αποχωριζόμασταν αποκαμωμένοι. Για να ανταμώσουμε την άλλη μέρα πάλι. Με ανανεωμένα τα σχέδια για τα παιχνίδια και την επιθυμία πιο βαθιά χαραγμένη. Να με σκέφτεται άραγε καθόλου; αναρωτιόμασταν και φεύγαμε ο καθένας για τον προορισμό του. Μήπως κάνουμε και τίποτα άλλο ολόκληρη την ζωή μας; Συναντιόμαστε, γνωριζόμαστε και απομακρυνόμαστε ο καθένας προς τον προορισμό του. Είναι και κάποιοι προορισμοί που στρέφουν τα κεφαλάκια τους προς την ίδια κατεύθυνση. Όμορφα είναι τότε. Η απάντηση όμως στην ερώτηση αν με σκέφτεται άραγε, δεν μπορεί πάντα ν΄απαντηθεί. 
      Πως από τους Αύγουστους περιμένω πάντα τα ίδια, αυτό κατάλαβα. Κι ας μεγαλώνω, εγώ περιμένω αυτό που περίμενα και μικρή. Να πάω ταξίδια, εκδρομές, να φάω καρπούζι, να μπω σε ζωές άλλων, να γίνω και άλλοι. Να βγω από την κανονικότητα. Μάλλον με την σιγουριά πως ο Σεπτέμβρης είναι παρακάτω και θα την ξαναφέρει. Τα ίδια και τώρα. Με την διαφορά πως προχωρώντας γίνεσαι οι άλλοι έτσι κι αλλιώς. Λίγο να μην είσαι συνεχώς απασχολημένος με τον εαυτό σου χωράς και άλλους, κι ας μην είναι Αύγουστος. Σαν να έχει ο καιρός σκορπίσει Αύγουστους τριγύρω και εσύ πλαταίνεις για να τους χορτάσεις. Έτσι που να μπορείς να πεις "έχω και τον Αύγουστο" και να παρηγοριέσαι.


Ζωγραφική - Κολλάζ Irene Bonnevie Obias

3 σχόλια:

  1. Υπέροχο κείμενο!! Αφήνει υποσχέσεις να μας θρέφουν στην καλοκαιρινή πλάνη.
    Καλώς σε βρήκα. Σε έχω θαυμάσει πολλές φορές στην bibliotheque να ξέρεις!!
    Πειράζει λοιπόν να λέμε '' έχω και τον Σεπτέμβρη;''
    Σε φιλώ, Μαριλένα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι που συναντηθήκαμε ! Καλως βρεθήκαμε !

      Διαγραφή
  2. Μείνε ακίνητη, κλικ χρατς χρουτς, μια ακόμη, μα δεν θέλω μόνη μου Νίκη έλα και εσύ. Μας συγχωρείτε κύριε θα μας βγάλετε μια φωτογραφία; Ναι βεβαίως, κλικ χρατς χρουτς! Δύο τέτοια κλικ γλίστρησαν στη μνήμη μου, η Νίκη και εγώ, η παιδική φίλη των καλοκαιριών μου και κάτοικο των μονάκριβων οστράκων μου. Κοντούλα, αδύνατη με ευαίσθητο παρουσιαστικό και με μια φωνή γονιού να της λέει επίμονα σε διαφορετικές εντάσεις, «φόρα το καπέλο σου, Νίκη μου», η καημενούλα φυσούσε ξεφυσούσε και στο τέλος γινόταν πάντα το δικό τους. Ήθελε να ξεφύγει από τα προαποφασισμένα μελλούμενα της έλεγε και μούτρωνε, λίγο σιγοντάριζα και εγώ σαν διαβολάκος που ήμουν και γινόταν μπαρούτι η φιλενάδα μου. Μετά, βόλτες, πολλές βόλτες και προσχέδια ονείρων με το ποδήλατο μου, μπρος εγώ και πίσω η Νίκη να κρατάει το καπέλο ψηλά να αγγίξει τα αστέρια κάνοντας την ακήρυχτη επανάσταση της. Τα χρόνια πέρασαν, η Νίκη μεγάλωσε και το καπέλο μια το φορούσε και μια το πέταγε στην άκρη, είχε δίκιο η ενήλικη φωνή που την συμβούλευε, μα και εγώ το ήξερα, η έκθεση στον ήλιος την ενοχλούσε. «Ελπινίκη Φακιδομύτη» την προσφωνούσε το έσω διαβολάκι μου και μου βγάζε την γλώσσα κι έκλεινε τα μάτια της με μια δόση ευτυχίας.
    Χαρά Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή