Σάββατο 11 Ιουνίου 2022

Ο χρόνος

 



              To πρωί ξεκινούσε στις οχτώμιση για το καφενείο. Του το είχε αφήσει ο πατέρας του. Χαϊμαντά και Παλαιολόγου στο Χαλάνδρι. Ένα τέταρτο, χαλαρό ποδαρόδρομο και ήταν εκεί. Ψηλοτάβανο καφενείο, πράσινη λαδομπογιά στους τοίχους, καμιά δεκαπενταριά παραδοσιακά τραπέζια με μαρμάρινη επιφάνεια και ξύλινα πόδια. Στα δεξιά του πάγκου δέσποζε ο μεγάλος καθρέπτης με χοντρό ξύλινο πλαίσιο, ζωγραφισμένο στο χέρι με ακρυλικά χρώματα, καθρέφτιζε όλη την αντρική γειτονιά που σύχναζε στο καφενείο. Ξύλινες καρέκλες, τρεις δίσκοι ίνοξ, μπλε χοντρές κουρτίνες και ένα βάζο από φθηνό κρύσταλλο με πλαστικά λουλούδια που με τον καιρό είχαν χάσει το χρώμα τους. Το καλοκαίρι έβγαζε τραπεζάκια στη Χαϊμαντά.

Από τότε που πέθανε ο πατέρας του, δεκαπέντε χρόνια τώρα δεν άλλαξε τίποτα στο καφενείο. Δυο φορές μόνο το έβαψε στη ίδια ακριβώς απόχρωση. Και άλλη μια φορά άλλαξε τις λάμπες και έβαλε led για οικονομία. Τα δεκαπέντε λεπτά που του έπαιρνε για να φθάσει στο καφενείο τα περπατούσε αθόρυβα με τα λαστιχένια του παπούτσια και στην πλάτη του κρεμασμένο είχε το μαύρο του σακίδιο. 

Μέσα στο καφενείο παρακολουθεί ό,τι κινείται με βλέμμα ειδήμονα. Έχει μετρήσει αμέτρητες φορές πόσα βήματα απέχει το κάθε τραπέζι από το πάγκο που έχει τοποθετήσει τα μπρίκια και το γκαζάκι. Πόσο απέχει το ψυγείο από το κάθε τραπέζι. Το ψυγείο με τις ντομάτες, τα αγγούρια, τις ελιές, το γαύρο κονσέρβα. Όλα κομμένα και έτοιμα πάνω στα άσπρα μικρά πιατάκια από το πρωί για τη περίπτωση που ζητήσει κάποιος μεζέ. Το ψωμί του το φέρνει η Τασία από τον απέναντι φούρνο, στις εννιά κάθε μέρα. Κατόπιν συμφωνίας φυσικά.

Στο δωματιάκι πίσω από την κουζίνα φυλάει φωτογραφίες και αναμνηστικά. Μια φωτογραφία όπου φαίνεται με τα χέρια γρατσουνισμένα καθώς έχει στραγγαλίσει μια μέρα, ή κρεμασμένη στο τοίχο μια βαλσαμωμένη βδομάδα τόσο ανέκφραστη όσο η στιγμή που της έριξε δυο σφαίρες μεταξύ Τετάρτης και Πέμπτης. Όταν φεύγουν όλοι και μπαίνει μέσα στο δωματιάκι ξαναζεί τον ίδιο κάθε φορά κίνδυνο. Τον ευχαριστεί να ξαναζεί την αίσθηση ότι κάτι επίκειται να συμβεί. Την είχε ανακαλύψει πριν πολλά χρόνια, όταν με το ζόρι μπορούσε να σκοτώσει μια ώρα ή ένα απόγευμα. Μετά ήρθαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες. 

Εξακολουθεί κάθε μέρα ανελλιπώς να προχωράει στην ίδια και απαράλλαχτη διαδρομή. Μέχρι που στο μαύρο του σακίδιο τοποθέτησε ένα πιστόλι σε θέση βολής. Τώρα νιώθει την ένταση της σκανδάλης και ετοιμάζεται για το αιφνιδιαστικό πάντα τίναγμα της εκπυρσοκρότησης. Μαντεύει την ανάσα του θηράματος, την ίδια ώρα που υπολογίζει τις διαστάσεις του. Αναγνωρίζει την ευθύνη και τον κίνδυνο, τον ίλλιγο, τον τρόμο του ότι σε τούτο τον ομιχλώδη τόπο, καθώς αισθάνεται την υγρασία του εδάφους κάτω από τα λαστιχένια παπούτσια του, ή θα πυροβολήσει και θα σκοτώσει το χρόνο ή ο χρόνος θα σκοτώσει εκείνον. 


Φωτογραφία   Robert & Shana ParkeHarrison

Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

Οι ζωές των άλλων

 



      Πώς τη γνωρίζεις αυτή την ιστορία τη ρώταγαν; Την άκουσα στο μπαρ που δουλεύω. Την κοιτούσαν τότε με απορία. Πόσα μπορείς να ακούσεις σερβίροντας ένα ποτό; Πέντε δέκα κουβέντες; Να ακουμπήσεις το ποτήρι, να δώσεις τη χαρτοπετσέτα και τoυς ξηρούς καρπούς. Πόσο κρατάει όλο αυτό για να προλάβεις ν'ακούσεις μια ολόκληρη ιστορία; Δεν έβγαινε. 

     Εκείνη όμως επέμενε πως την είχε ακούσει στο μαγαζί Όταν γύρναγε ξημερώματα στο σπίτι, έλυνε τα αθλητικά της στο ασανσέρ. Τόσες ώρες ορθοστασία είχαν γίνει πια ένα με τα πόδια της. Σκούρα γκρι κορδόνια πάνω σ΄ένα κουρασμένο ζευγάρι αθλητικά με σόλες μαύρες. Κάποτε ήταν πολλά υποσχόμενο για τρέξιμο σε στίβους, για αθλήματα που δεν ασχολήθηκε τελικά ποτέ. Είχε και μια αγάπη για την πυγμαχία, δύσκολο άθλημα για κορίτσια αλλά κάποτε αγαπούσε τα δύσκολα. Τώρα ούτε τα δύσκολα, ούτε τα εύκολα. Τώρα να μην σκέφτεται, αυτό αγαπούσε περισσότερο απ΄όλα. Πετούσε τα ιδρωμένα της ρούχα στην καρέκλα που είχε απέναντι από το κρεβάτι και ξάπλωνε γυμνή, μόνο με το βρακί στο κρεβάτι. Την έπαιρνε ο ύπνος στο λεπτό. Ούτε ανησυχία, ούτε σκέψη να της κολλήσει, ούτε τα λόγια που θυμήθηκε πως της είπαν οι φίλοι της και δεν της άρεσαν. Τα χιλιόμετρα που είχε διανύσει κουζίνα, τραπέζια και πίσω, έκαναν στάχτη τα πώς και τα γιατί. 

       Ξυπνούσε το απόγευμα. Καφές, κάποια μηνύματα στους φίλους. Κάποια ''ναι ρε θα πάμε'' και ''είσαι καλά;'' και δρόμο πάλι για την δουλειά. Έμπαινε πού και πού και στην ομαδική της σχολής. Να δει μήπως βγήκε κάτι για την εξετάστική. Η εξεταστική ήταν το θέμα. Αφού στην σχολή που μπήκε ούτε που ήθελε να μπει, ούτε που ξέρει γιατί την είχε δηλώσει. Τότε θυμάται τις είχε δηλώσει όλες στην σειρά. Αυτό της είχε πει η κυρία του Επαγγελματικού Προσανατολισμού. Και αφού δεν την συγκινούσε έπιασε δουλειά. Αυτή η δουλειά είχε δώσει τη θέση της σε μια άλλη δουλειά, και η άλλη δουλειά σε μια άλλη δουλειά. Όλες σέρβις και μια δυό κουζίνα. Γνώριζε πολύ κόσμο σ΄αυτές τις δουλειές, άκουγε πολλές ιστορίες, τις έλεγε στα παιδιά. Όμως οι άνθρωποι χάνονταν γιατί άλλαζε δουλειά και τις ιστορίες τις έπαιρνε ο άνεμος γιατί δεν υπήρχε πια αρκετός χρόνος για να δει τα παιδιά. Όταν κάποιες φορές της χτυπούσε ο έρωτας την πόρτα, έβρισκε την πόρτα κλειστή γιατί εκείνη έλειπε από το σπίτι για να του ανοίξει. Και τις φορές που δεν έλειπε, κοιμόταν τον βαρύ της ύπνο.

      Τα ρεπό ήταν μια διαφορετική ιστορία. Θα έβγαινε με τα παιδιά. Θα πήγαιναν από δω και από εκεί. Τώρα που καλικαίριασε πάνε και θάλασσα και θερινά. Θα πουν τα τρέχοντα και αυτά που τους απασχολούν. Για τον Δημήτρη που δεν έχει τηλεφωνήσει ακόμα στην Αναστασία, για την Ελπίδα που φεύγει με Erasmus στην Δανία και για την Ληδία που δεν σηκώνει το τηλέφωνο γιατί φαίνεται πως είναι πολύ βαρύ το ακουστικό. Θα ακούσει τις ιστορίες, θα γελάσει, αλλά δεν θα εμπλακεί. Αυτό είναι το πιο ασφαλές. Να μην εμπλακεί για να μην τα βάλει μέσα της. Γιατί αν τα βάλει, θα χαθεί. 

       Καλύτερες είναι εκείνες οι άλλες ιστορίες που ακούει στο μαγαζί. Αυτές που λένε οι θαμμώνες περιμένοντας να τους πάει το ποτό τους. Αυτές που εκείνη είναι ακροάτρια και οι άλλοι οι πρωταγωνιστές. Είναι οι ιστορίες των άλλων. Οι δικές της ιστορίες παραμένουν κουλουριασμένες στο μυαλό της. Όπως τα γατιά έξω από τη πόρτα του σπιτιού. Μικρά κατοικίδια, μεγάλης δύναμης και ορμής που ζουν δίπλα στον άνθρωπο. Κρατούν την ανεξαρτησία τους αλλά δεν φεύγουν για ένα πιάτο φαί και ένα χάδι. Οι σκέψεις της παραμένουν κουλουριασμένες μέσα στην αδράνεια της, ακινητοποιημένες κάτω από βάρη που εν αγνοία της τοποθετήθηκαν μέσα της. 

       Οι θαμώνες θα τη βλέπουν δίπλα τους, γύρω τους να τους σερβίρει. Είναι δεν είναι 22 χρονών, θ΄αλλάζει τα τασάκια. Σαν ηττημένοι θα την παρατηρούν να τρέχει πάνω κάτω. Η μια μέρα της να διαδέχεται την άλλη. Το ξέρει πως καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Είναι σπουδαίο να δουλεύεις. Όταν όμως έχεις χρόνο να σκέφτεσαι, να συνδέεσαι, να ονειρεύεσαι, να ερωτεύεσαι. Όλα αυτά που είναι η δική σου ζωή. 


Κυριακή 24 Απριλίου 2022

Μεγάλη Τρίτη

 



   Πρωί πρωί του τηλεφωνεί να του πει πως έμεινε από λάστιχο. Πως ξεφούσκωσε στα καλά καθούμενα το μπροστινό δεξί και δεν μπορεί να κουνηθεί. Εκείνος καταφθάνει γεμάτος νεύρα, σκύβει να δει τι συμβαίνει και ο αέρας μέσα σε δευτερόλεπτα γεμίζει φωνές, βρισιές, Xριστοπαναγίες. Όλα μα όλα στοχευμένα και στο β' ενικό. Πετάει πέτρες, κλωτσάει τ' αυτοκίνητο, φτύνει σάλια.

   Από το πίσω κάθισμα, σε μια ανύποπτη στιγμή βγαίνει έντρομο ένα μικρό παιδί. Φοράει ακόμα τις πιτζάμες του. Στέκεται ακούνητο, αμίλητο, κολλημένο στο φτερό του αυτοκινήτου. Μια ύστατη προσπάθεια να εξαϋλωθεί, να μην βρίσκεται εκεί, να γίνει ένα με την λαμαρίνα και να πάψει να υπάρχει. Πού να πήγαιναν άραγε με τη μάνα του πρωί πρωί; Τα σχολεία είναι κλειστά. Μήπως να αγοράσουν κάτι από το κοντινό παντοπωλείο που τους χρειάστηκε τελευταία στιγμή; Ή μήπως κάτι από το φαρμακείο;

    Εκείνη του λέει με χαμηλή φωνή κάτι που δεν ακούγεται.Ίσως τον παρακαλεί να σκεφθεί το παιδί που τους βλέπει, να τον ικετεύει να σταματήσει γιατί του κάνουν κακό, ίσως να του ζητάει συγνώμη που τον έφερε σε τόσο δύσκολη θέση με την ανικανότητα της. Ίσως απλά να κλαίει ή να προσπαθεί να συγκρατήσει την αναπνοή της. Εντελώς άχρηστα τα δάκρυα, αφού το σώμα της αρκεί. Ένα ζαρωμένο, στεγνό κόμμα για να συνεχίζει ακάθεκτος τη βαρβαρότητα του, αυτό ήταν όλο κι όλο. Ίσως πάλι να μην μιλάει σ΄αυτόν, ίσως να παραμιλάει στον άλλο της εαυτό. Αυτόν που δεν την έχει αφήσει να κάνει ποτέ αυτό που θέλει ή τουλάχιστον δεν της έχει επιτρέψει να είναι ικανή να αλλάζει μόνη της λάστιχα. Τον γνωρίζει πολλά χρόνια τον άλλο της εαυτό. Δεν αναγνωρίζει πια πολύ καλά αυτά που της απαντάει στα συνεχόμενα παράπονα της. Σχεδόν δεν αναγνωρίζει ούτε τις αναμνήσεις της. Είχε συμβεί σιγά σιγά, στην αρχή σχεδόν δεν είχε επίγνωση πως κάθε φορά που ένα πράγμα δεν λεγόταν την στιγμή που έπρεπε να ειπωθεί, αυτό εξαφανιζόταν χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Η πραγματικότητα απομακρυνόταν, διέφευγε από εκείνη τη στιγμή και για πάντα. Για εκείνη ο μόνος τρόπος να θυμάται είναι να ξεχνάει. Και αν κάποτε κάποιος την πίεζε να θυμηθεί, τότε ήταν που θα προτιμούσε να ξεχάσει τα πάντα. Αφού δεν ήταν ελεύθερη ν' αλλάξει τον κόσμο της, να φτιάξει κάτι νέο μέσα σ΄αυτόν, καλύτερα να ξεχνάει.

    Όλα αυτά γίνονται έξω από το Δημοτικό γήπεδο της γειτονιάς και ενώ άνθρωποι περπατούν, τρέχουν, αθλούνται προσπαθώντας να ζήσουν μια καλύτερη, πιο ανθρώπινη ζωή. Κάποιοι ακούν τις φωνές αλλά δεν πλησιάζουν. Δεν αναμειγνύονται. Συνεχίζουν αλλά στην πραγματικότητα όχι σαν να μην υπήρξαν μάρτυρες άλλης μιας ιστορίας βίας. Σε λίγο ο χρόνος θα σβήσει απ΄όλους, όπως ο αέρας το σημάδι στην άμμο, απ΄όλους αυτό που μόλις είχε συμβεί. Όλα θα απωθηθούν στα βαθειά, σκοτεινά νερά της λησμονιάς. Και ενώ το ημερολόγιο θα γράφει Μεγάλη Τρίτη, ο πραγματικός χρόνος θα έχει σταματήσει σε μια ζωή που έχει γίνει ώρες που απλά διαδέχονται η μια την άλλη. Ώρες που βίαια αδειάζουν μόλις τελειώσουν οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα, αφήνοντας μόνη δυνατότητα τη σιωπή. 

   

Ζωγραφική joseph Lorusso

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2022

Αυτή που γιορτάζει κάθε μέρα

 

                                               

       Είδα αυτήν που γιόρταζε χθες, πρωί πρωί στο σούπερ μάρκετ. Φορούσε μπότες φθαρμένες αλλά καλογυαλισμένες και ψώνιζε βιαστικά. Είχε δεμμένα τα μαλλιά αλογοουρά μ' 'ενα καφέ λαστιχάκι.  Έβαζε μέσα στο καλάθι της όσα της χρειαζόντουσαν για το βραδινό αλλά και για το αυριανό μεσημεριανό . Αυτά που θα τα μαγειρέψει ταυτόχρονα , όταν γυρίσει το απόγευμα από την δουλειά.

     Την συνάντησα και στο μετρό. Κουβαλούσε μια θηριώδη τσάντα. Είχε μέσα διάφορα χαρτιά για τη δουλειά, κλειδιά, ένα παραφουσκωμένο πορτοφόλι , γεμάτο χαρτάκια, αποδείξεις, κάρτες και δυο φωτογραφίες με τα παιδιά. Ο συρμός έτρεχε γρήγορα εκείνη όρθια, κρατιόταν σφιχτά από τα χερούλια. Παρόλα αυτά κατάφερνε να διατηρεί μια τέλεια ιρορροπία. Κατέβηκε στην στάση Πανεπιστήμιο . Την είδα να τρέχει στην αποβάθρα, να σκύβει μια δεξιά και μια αριστερά προσπαθώντας να μην χτυπήσει άθελα της κάποιον άλλο επιβάτη. Την είδα να τρέχει στις κυλιόμενες σκάλες. Ν' ανεβαίνει δυό δυό τα σκαλιά, σχεδόν σαν να καλπάζει,  από την αριστερή πλευρά τα σκαλιά για να μην αργήσει αλλά και για να αποφύγει τον προιστάμενο της που δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να της χωθεί με τα ηλίθια , δήθεν αστεία του. 

     Την είδα και στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς , να αγοράζει το μπλοκ ζωγραφικής και τις νερομπογιές της μικρής και το μοιρογνωμόνιο του μεγάλου. Να ψάχνει τα γομάκια , να διαλλέγει τρια χρωματιστά και δυο αυτοκόλλητα έτσι για την παραπανίσια , την αναπάντεχη χαρά. 

   Την είδα να περπατάει και να μιλάει στο τηλέφωνο. Η ζώνη από το παλτό της να γλύφει τα βρώμικα πλακάκια του πεζοδρομίου,  αλλά εκείνη να μην το έχει καταλάβει. Να της φωνάζει , να της λέει να προσέξει λίγο παραπάνω τι της λέει γιατί άλλο δεν την αντέχει έτσι απόμακρη που στέκει στο κόσμο της , απορροφημένη συνεχώς από τα θέματα των παιδιών και τα δικά της και πως να τον λάβει πολύ στα σοβαρά γιατί θα πάρει τα μέτρα του . Τα μέτρα του. Τα μέτρα του. Τα μέτρα του. Και θυμάται πως ήταν την τελευταία φορά όταν είχε πάρει τα μέτρα του. 

           Την είδα και σήμερα αυτήν που γιόρταζε χθες . Θα την δω και αύριο , αυτήν που γιορτάζει κάθε μέρα.









 Ζωγραφική Alejandra Cabarello

  https://www.artsper.com/us/contemporary-artists/spain/5584/alejandra-caballero

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

Καλός υπάλληλος

 


      


      Είναι πια μεγάλος. Ύστερα από τριανταπέντε χρόνια υπηρεσίας έχει διατρέξει όλους τους βαθμούς που θα μπορούσε. Γραμματέας στο πρωτόκολλο. Πάντα έκανε τη δουλειά του ευσυνείδητα, σχεδόν με κέφι. Σκυμμένος στην αρχή στο παρθενικό βιβλίο του και κάποια χρόνια  αργότερα στον υπολογιστή του, περνούσε τις εγγραφές, τα εισερχόμενα, τα εξερχόμενα, τους αριθμούς. Αντέγραφε τις περιλήψεις των υποθέσεων σχεδόν με ευλάβεια. Όπως θα έκανε αν οι υποθέσεις αυτές ήταν τα παιδιά του και ήθελε να τα προστατέψει, να τα υποστηρίξει. Να κάνει γι΄ αυτά ό,τι περνά από το χέρι του. Μόνο που δεν είχε παιδιά. Ούτε γυναίκα είχε. Στα νιάτα του είχε αγαπήσει πολύ μια Μαρία. Όμως η Μαρία δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και τελικά παντρεύτηκε έναν φίλο της γιατρό. Αν παρατηρούσε κάποιος το πρόσωπο του την ώρα που δούλευε, θα διάβαζε την ιστορία του καλού υπαλλήλου. 

   Ανεξίτηλη είναι χαραγμένη στην μνήμη του η πρώτη μέρα που μπήκε στην υπηρεσία. Χαμογέλασε αμήχανα στους συναδέλφους του. Θυμάται πως κάθησε στην καρέκλα του από τύχη και έμεινε εκεί. Άλλοι έφυγαν, άλλοι ήρθαν. Κάποιοι πέθαναν. Εκείνος έμεινε αμετακίνητος. Είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία, εξειδίκευση σ΄ένα τομέα με υποθέσεις ευαίσθητες που φέρνουν τις περισσότερες φορές φασαρίες και προβλήματα στην Υπηρεσία. Οι προϊστάμενοι, είτε έρχονταν είτε παρέρχονταν, τον θεωρούσαν απαραίτητο. Τίμιος άνθρωπος, ευσυνείδητος και ιδεολόγος. Παρόλο το περιορισμένο του εισόδημα, φροντίζει την εμφάνιση του. Είναι  πάντα καλοντυμένος. Τα τελευταία χρόνια, κάποιο πρόβλημα στην μέση του τον ανάγκασε να κρατάει μπαστούνι. Διάλεξε ένα ξεχωριστό που είχε για λαβή το πρόσωπο ενός πιστού σκύλου φτιαγμένο από κόκκαλο. 

       Ένα πρωί ο προϊστάμενός του του μίλησε κάπως φιλικότερα. Xάρηκε τότε, πήρε θάρρος, του απάντησε στον ενικό, γέλασε μάλιστα ανοιχτόκαρδα και τον χτύπησε στον ώμο. Ο προϊστάμενος μ΄ένα παγωμένο βλέμμα τον κάρφωσε πάλι στην θέση του. Και έμεινε εκεί. 

          Τώρα, βγαίνοντας κάθε μέρα από την Υπηρεσία, περπατάει μέχρι το μετρό πολύ βιαστικά. Σηκώνει ψηλά το μπαστούνι του γράφοντας κύκλους μέσα στο άπειρο σαν μια απόπειρα λυτρωμού και μετά το χτυπάει αλύπητα στα βρώμικα πλακάκια του πεζοδρομίου. Τρώει μόνος του σε μια ταβέρνα της γειτονιάς του πριν γυρίσει σπίτι. Πίνει σταθερά δυο μικρά ποτηράκια κόκκινο κρασί από τα βαρέλια της ταβέρνας. Κοιτάζει εκστατικός μπροστά του. Το δεύτερο ποτηράκι γίνεται κρουαζιερόπλοιο, με το οποίο ταξιδεύει σε θαυμαστούς, άγνωστους τόπους με χρωματιστά σπίτια, με περιποιημένες πλατείες με ψηλά δέντρα και γεφυράκια που διευκολύνουν τους περαστικούς. Από τα ψηλά δέντρα, πουλιά τον χαιρετάνε. Είναι ευτυχισμένος. 

       

    

        

         

  

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

Στο κρεοπωλείο

 




      Τον συνάντησε έξω από το κρεοπωλείο. Φορούσαν και οι δυο την μάσκα τους. Εκείνος έβγαινε, εκείνη έμπαινε. Κοντοστάθηκαν ταυτόχρονα, μπροστά στην αυτόματη πόρτα. Εκείνη του χαμογέλασε εγκάρδια. Απ΄αυτό το πλατύ χαμόγελο, το χαμόγελο πίσω από την μάσκα, ό,τι σώθηκε στάθηκε στα μάτια της. Δυο χαμογελαστά μάτια ανέλαβαν να μεταφέρουν το μήνυμα. Εκείνος δεν την αναγνώρισε. Την κοιτούσε, κάτι του θύμιζε αλλά δεν την αναγνώρισε. Παρόλα αυτά κοντοστεκόταν ευγενικά. Σαν να ήθελε ο αέρας να του μαρτυρήσει έναν τρόπο να καταλάβει κάτι που δεν θυμόταν. Σαν να ήθελε μια μικρή βοήθεια τέλος πάντων από το κοινό. Εκείνη κατάλαβε. Όπως πάντα καταλάβαινε χωρίς να ζητάει αποδείξεις και ονόματα. Πες το διαίσθηση, πες το ανοιχτωσιά, εκείνη κατέβασε λίγο την μάσκα της. Μέχρι λίγο κάτω από τη μύτη. Όπως παλιότερα ήταν λίγο μεγαλύτερο το χαμόγελο,  ή το λακκάκι στο λαιμό πιο ενθαρρυντικό. 

        Και τότε εκείνος αμέσως την αναγνώρισε. Χαμογέλασε τόσο πλατιά που το χαμόγελο άνοιξε διάπλατα το βλέμμα του, τα μάτια μεγάλωσαν και γέλασαν και χάρηκαν πολύ. Είπαν δυο κουβέντες απλές. Νομίζω για το κρεοπωλείο, χαιρετήθηκαν και απομακρύνθηκαν σιγά.  Όπως χαιρετιούνται οι άνθρωποι μέσα σε μια μικρή αλλά απέραντη στιγμή. Μια στιγμή που ξέρει για αυτούς πολύ περισσότερα ακόμα και από πολλές, πολλές, πολλές ώρες μιας ζωής που παραμένουν να αγνοούν, αφού δεν έχουν ακόμα κατορθώσει ν' αναγνωρίσουν την ουσία της.  

            



         

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

Επ΄αφορμή

 


O συγγραφή είναι μια από τις ανθρώπινες δραστηριότητες που κινητοποιούνται από την έλλειψη , από την απώλεια, από την απουσία. Δεν θα γράφαμε αν δεν υποφέραμε απο τα πένθη μας για την απώλεια. Όπως και δεν θα ζωγραφίζαμε, δεν θα σμιλεύαμε την πέτρα και το μάρμαρο.

Απώλεια χρόνου, απώλεια αγαπημένων οικείων προσώπων, απώλεια πατρίδας, υγείας. Ο άνθρωπος μπαίνει στο πένθος για την απώλεια,  από την αρχή της ζωής του. Από την στιγμή που μετά από εννέα μήνες που ζει και μεγαλώνει στη μήτρα της μητέρας του , ξαφνικά μέσα σε μια στιγμή πρέπει να χάσει τη γαλήνη, τον ενδομήτριο παράδεισο, το ‘’είμαι εδώ εγώ για σένα μωρό μου και τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σε βλάψει ‘’ και να βγει έξω από την μήτρα , στο μέχρι τότε ανίκειο και ξένο κόσμο.

Kαι όπως με τη μήτρα  αργότερα στη ζωή μας, θα μπορούμε να επαναλάβουμε την σφοδρότητα της ματαίωσης, της απώλειας χάνοντας μια πατρίδα, χάνοντας έναν αγαπημένο τόπο σπουδών , χάνοντας έναν άνθρωπο, χάνοντας μια συνθήκη υγείας, ειρήνης, εργασίας, μέχρι την τελική απώλεια της ίδιας της ζωής μας.

Τρία βασικά πένθη έχει ο άνθρωπος. Το πένθος της θνητότητας του. Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα της φύσης που κάθε μέρα ξέρει πως είναι θνητός, κάποια στιγμή θα πεθάνει. Το πένθος που του φέρνει η συνειδητοποίηση πως δεν είναι παντοδύναμος.Πως υπάρχουν πολλά στη ζωή που δεν μπορεί να τα κερδίσει όσο κι αν αγωνιστεί. Το πένθος της διαφορετικότητας του. Πολύ θα θέλαμε να είναι όλοι ίδιοι με μας. Όμως δεν είναι . Ο καθένας είναι διαφορετικός . Στο μητρικό όμως τόπο είμαστε αθάνατοι, παντοδύναμοι και μοναδικοί. Γι΄αυτό και η απώλεια του μητρικού τόπου είναι η μέγιστη απώλεια.

Αποτελεί η απώλεια ένα τραύμα; Ένα ψυχικό τραύμα; Κάθε βίαιη αλλαγή στην ζωή μας αναζωπυρώνει ασυνείδητα την νοσταλγία της πρώτης πρώτης απώλειας που είναι ο εξωρισμός μας από τον μητρικό τόπο. Ο κόσμος μεταμορφώνεται για κάποιο διάστημε σε ένα κόσμο άγνωστο, ξένο και επικύνδινο. Αρχίζουμε τότε να νοσταλγούμε αυτό που χάσαμε. Και όπως η ίδια λέξη νοσταγία προστάζει από τα συνθετικά της νόστος-άλγος ( πόνος) αρχίζουμε να πονάμε ψυχικά.

Τα διηγήματα μου περιγράφουν απώλειες. Όχι μόνο σ΄αυτή τη τελευταία συλλογή αλλά και στο Τράνζιτ και στην νουβέλλα Ιώδιο. Η απώλεια πάντα με κινητοποιούσε. Με έκανε να μπορώ να  γράψω όσα δεν θα μπορούσα αν δεν ήταν ορατές γύρω μου και μέσα μου οι ματαιώσεις και οι απουσίες. . Η νοσταλγία, η ένταση που τα συναισθήματα φέρνουν είναι μια συνθήκη που σε πλουτίζει , σε κάνει δημιουργικό. Η τέχνη σε κάθε της μορφή είναι μια υγιειής  αντίδραση στα πένθη.

 Πράγματα που δυστυχώς αγνοούμε αφού δεν μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα μας ,τα αγνούμε και άρα δεν μαθαίνουμε απ΄αυτά. Αντίθετα από μικρά παιδιά, μας μαθαίνουμε να δαμάζουμε τα συναισθήματα, να τα θάβουμε,να τα κρύβουμε κάτω από το χαλάκι, να σιωπούμε. Μετατρεπόμαστε τότε σε σιωπηλούς μάρτυρες ενός δράματος που μας αφορά και μας συμπεριλαμβάνει. Όμως δαμάζονται τα κύματα; Δεν δαμάζονται. Μόνο να μάθεις να ταξιδεύεις με τα κύματα μπορείς , όχι όμως να τα δαμάσεις. Αν προσπαθήσεις να τα δαμάσεις και μάταιο θα αποδειχθεί και ανθυιγεινό.

Η συγγραφή είναι για μένα τρόπος απελευθέρωσης. Ένας τρόπος να ενωθώ με όλους τους άλλους ανθρώπους που και αυτοί όπως κι εγώ πενθούν τις δικές τους απώλειες, τις δικές τους μαατιώσεις, ελλείψεις. Μέσα από την λογοτεχνία, τη ποίηση, δεν μένει κανείς μόνος του σ΄αυτή την ιστορία. Μια πανανθρώπινη πατρίδα όπου το πένθος του ενός ενώνεται με το πένθος του άλλου έτσι που να διευκολυνθεί η επεξεργασία του και να επιτευχθεί η διαχείρηση του.

Η ποίηση , η πεζογραφία όπως έλεγε και ο Paul Celan είναι πάνω απ΄ολα μια υπόθεση κοινωνική.

 

Τρίτη 31 Αυγούστου 2021

Αύγουστος

 



       Γυρνώντας χθες βράδυ στο σπίτι, είδα μια παρέα απο δεκαπεντάχρονα παιδιά αγόρια και κορίτσια. Περπατούσαν και είχαν πιάσει σχεδόν όλο το δρόμο απ΄άκρη σ΄άκρη. Δεν ξέρω που πήγαιναν. Μάλλον ούτε κι αυτά ήξεραν ακριβώς που πήγαιναν. Ίσως στην παραλία να ξαπλώσουν. Να βλέπουν τ΄άστρα και να τα μετρούν. Μιλούσαν δυνατά άλλοτε συμφωνούσαν και άλλοτε διαφωνούσαν και γέλαγαν και ξεκαρδίζονταν. Τα μαλλιά του ανέμιζαν ελεύθερα στον αέρα, τα χέρια του κουνιόντουσαν δεξιά κι αριστερά σαν να ήταν πολλοί μαέστροι μαζί και σήκωναν αόρατες μπαγκέτες διευθύνοντας  μια ιδιότυπη συμφωνική ορχήστρα. Όταν διασταυρωθήκαμε, έκαναν ένα ευγενικό άνοιγμα για να περάσω ανάμεσα τους. Γύρισα και τους κοίταξα. Χαμογελούσα ασυναίσθητα , λουσμένη σε όλη αυτή τη χαρούμενη φλυαρία τους. 

Για μένα αυτός είναι ο Αύγουστος. Παιδιά με χέραρια ελεύθερα να γελούν, να φλυαρούν. Παιδιά ερωτευμένα με την ζωή, με βλέμματα ελεύθερα. Παιδιά μακριά από τάμπλετ και πισιά. Παιδιά σαν την ανατολή του ήλιου. 



Φωτογραφία από το λιμάνι των Καραδμύλων

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

Βάστα καρδιά μου

 

     



Την προηγούμενη μέρα ίσως να είχε ποτίσει τα λουλούδια και τους βασιλικούς της. Ίσως να περίμενε τα εγγόνια της να επιστρέψουν από τη θάλασσα για να φάνε το μεσημεριανό. 'Ισως τα μαύρα τα φορούσε γιατί πρόσφατα είχε χάσει κάποιον δικό της από κάτι ανίατο ή ξαφνικό και ακόμα δεν ήθελε να τα βγάλει, αναζητώντας να βρει την παρουσία , μέσα στην απουσία.  Ίσως ποτέ να μην θελήσει να τα βγάλει. Οι άνθρωποι είχαν εδώ και καιρό αρχίσει να αραιώνουν στην ζωή της. Τα παιδιά μεγάλωσαν και έφυγαν το καθένα για όπου έπρεπε. Οι συνομίληκοι της είχαν αρχίσει να φεύγουν λίγο λίγο κι αυτοί. Ο κόσμος της γινόταν όλο και πιο μικρός. Το σπίτι όμως ήταν εκεί. Ίδιο ήταν το σπίτι. Ίδιο αλλά της φαινόταν πιο μεγάλο. Σαν οι δυο τοίχοι του να είχαν μεγαλώσει στην φαντασία της, για να χωρούν τα παιδιά που μπαινόβγαιναν άλλοτε σαν επισκέπτες και άλλοτε σαν ένοικοι,  για να της αφήσουν τα εγγόνια της για τις καλικαιρινές βδομάδες Το είχε αποφασίσει. Θα ζούσε αυτά τα μικρά , τ' απλά που γέμιζαν όμως την ζωή της ελπίδα. Μέσα σ΄ένα κόσμο που γινόταν κάθε μέρα όλο και περισσότερο διαφορετικός απ΄αυτόν που ήξερε. 

Θα της πουν πως θα πάρει λίγο χρόνο και θα γίνει ξανά. Όμως θα δυσκολευτεί να το πιστέψει. Καίγονται άραγε οι αναμνήσεις ; Καίγεται η ελπίδα; 

Βάστα καρδιά μου. 

Κυριακή 20 Ιουνίου 2021

Το συνεργείο

 




         Σύννεφα καταιγίδας μαζεύονταν στον ορίζοντα όταν ο πατέρας της μπήκε στο συνεργείο. Ένα συνεργείο επισκευής βαρέων οχημάτων, απ΄αυτά που επισκευάζουν τις ζημιές στα λεωφορεία, στις μπουλντόζες, στα σκαπτικά μηχανήματα ακόμα και στα στρατιωτικά. Της το είχε δώσει ο πατέρας της. Όλα ίσα τους τα είχε μοιράσει ανάμεσα σ΄αυτή και στον αδερφό της. Το συνεργείο η Κάλια, το σπίτι στο Λουτράκι ο Αργύρης. Το χωράφι στην Αιδηψό η Κάλια, την αποθήκη στην Καλλιθέα ο Αργύρης. Δίκαιη μοιρασιά. Για να μην έχουν να λένε πως αδίκησε κανέναν από τους δυο. Σκληρή δουλειά για κορίτσι, αλλά η Κάλια είχε τιμήσει την επιλογή του πατέρα της. Με σειρά μπήκε στους Μηχανολόγους Μηχανικούς στο ΕΜΠ. Το συνεργείο το αγαπούσε, την δουλειά της την έτρεχε με μεράκι. Είχαν να το λένε οι οδηγοί. Πάνω στην δουλειά της ήταν η Κάλια. Έβγαζε τα προς το ζην και μάζευε και κάτι στην άκρη για τα παιδιά. Μόνο που κουραζόταν. Δεν είναι λίγο πράγμα να είσαι μητέρα, εργαζόμενη και νοικοκυρά. Έφευγαν οι ώρες της μέρας και δεν τις ένιωθε. 

          Κανένας άλλος δεν ήταν εκείνη την ώρα στο συνεργείο. Τα ήξερε αυτά ο πατέρας της και πρόσεχε. Ιδιαίτερα όταν είχε κάτι να της ζητήσει. Κάτι απ΄αυτά τα δύσκολα που θα την αναστάτωναν και μπορεί να της έφερναν σκέψεις και να του αρνιόταν. Ενώ εκείνος ήθελε μόνο να έχει δίκαιη την μοιρασιά, και όλα ίσα και τακτοποιημένα. Κανείς να μην μείνει μετέωρος και μόνος και δυσκολευτεί. Η Κάλια το έπιασε στον αέρα όταν τον είδε να μπαίνει. Για μια στιγμή σκέφτηκε να κάνει αμέσως αναστροφή και να προσποιηθεί πως εκείνη την ώρα έφευγε. Όμως κάτι πανίσχυρο την κράτησε και να την έκανε να μείνει και να τον ακούσει. Μια παράλογη συμπεριφορά που σκοπό είχε να γεμίσει ένα κενό από πολύ παλιά φτιαγμένο. Όταν όμως κάτι γίνεται για να καλυφθεί ένα κενό από παλιά φτιαγμένο, δεν μπορείς να περιμένεις και πολλά παραπάνω. Πόσα να δώσεις για να νικήσεις τη μοναξιά;

           Λίγες εβδομάδες νωρίτερα η Κάλια είχε ζητήσει στην Μαρία τη γυναίκα του αδερφού της να σταματήσει τη μερική απασχόληση που είχε στο συνεργείο. Ήθελε να βρει κάποια για πλήρη απασχόληση, έτσι που να  έμενε και σ΄αυτή χρόνο να ξεκινήσει εκείνα τα μαθήματα Βιομηχανικού Σχεδίου στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Να κρατάει το συνεργείο όταν έλειπε, να κλίνει τα ραντεβού, να προγραμματίζει τη σειρά των επισκευών για να μην χρειάζεται να είναι από το πρωί μέχρι το βράδυ εκείνη. Το πράγμα δουλεύει και με λίγες λιγότερες ώρες εργασίας από την ίδια.

              Ο πατέρας της όμως είχε αντιρρήσεις. Που ήθελε να βάλει ξένο άνθρωπο στο βιός της, αλλά κυρίως που έβγαλε τη Μαρία και που τώρα το εισόδημα της οικογένειας του αδερφού της θα μειωθεί και που αυτό θα φέρει ανατροπές. "Κάλια με καταλαβαίνεις; Τι θέλω να σου πω με καταλαβαίνεις; Η Μαρία μπορεί να βρει αλλού δουλειά, γιατί δεν τους φθάνουν τα λεφτά. Και αν βρει άλλη δουλειά και δουλεύει πιο πολλές ώρες, ποιος θα προσέχει τα παιδιά, ποιος θα μαγειρεύει, πάει το σπίτι του αδερφού σου, καταστράφηκε. Μετά, αυτός δικηγόρος στην καπνοβιομηχανία του Σακέλλη, δεν ξέρεις πόσες ώρες απαιτεί η δουλειά του να είναι εκεί; Ποιος θα είναι με τα παιδιά στο σπίτι ρε Κάλια; Και αν μετά βρει εραστή η Μαρία στην άλλη δουλειά, πάει η οικογένεια του αδερφού σου, τελείωσε. Και αφού ξέρεις πως ο αδερφός σου έχει τις ιδιοτροπίες του και είναι οξύθυμος και νευρικός και σηκώνει και το χέρι του καμιά φορά και χάνει τα λογικά του, τι θέλεις να γίνει κανένα κακό, να τρέχουμε και ναι μην φθάνουμε; Ή να τον παρατήσει σύξυλο η Μαρία και να του πάρει και να παιδιά, τα έχεις σκεφθεί όλα αυτά ρε Κάλια;''

   Όχι ρε πατέρα είπε μέσα της η Κάλια, δεν τα έχω σκεφθεί όλα αυτά. Δεν είχα σκεφθεί πως όταν μιλούσες για δίκαιη μοιρασιά αυτό που εννοούσες ήταν πως θα είμαι αναγκασμένη να σκάβω στις λάσπες να βρίσκω το φαί μου. Πως θα είμαι οριστικά αναγκασμένη να πάψω να ονειρεύομαι πως πετάω αετούς και πως αυτή η σιγουριά, ίσως και όπως κάθε σιγουριά τελικά είναι η παρηγοριά των αδυνάτων. Και πως όπως τα φθινοπωρινά απογεύματα θυμίζουν πολλές φορές στον άνθρωπο τον θάνατο, έτσι και η καλοστημένη σιγουριά και σταδιοδρομία ανεβάζει τον ανθρώπινο νου στο μεγαλεπίβολο άρμα της επίγειας θεότητας, θάνατος και παρηγοριά και άλλα συναφή που όμως εγώ δεν είμαι. 

     Αυτά ήθελε να πει η Κάλια. Όμως δεν τα είπε, τουλάχιστον όχι εκείνη τη φορά. Μπορεί να μην ήταν η ώρα της ακόμα. Μπορεί να ήταν λόγια που έπρεπε να ειπωθούν όταν θα είχε φυσήξει ο σφοδρός άνεμος της Εαρινής Ισημερίας, που πάει να πει πως ο ήλιος σύντομα θα έλαμπε στον ορίζοντα. 'Όπως κι αν ήταν, το μετέωρο είχε πια εξαφανιστεί.

                            


 Ζωγραφική Liz Gribin





Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

Το σπίτι που ονειρεύεται

 


       Μόνο που πριν φύγει για την εκδρομή δεν ενημέρωσε τη Σοφία. Έξι χρονών η Σοφία και της έπεσε βαρύ όταν γύρισε από το σχολείο την Παρασκευή να μην βρει την μάνα της στο σπίτι. Ήταν τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια, θα γυρνούσε και ο πατέρας της το απόγευμα, όμως αυτό δεν την παρηγορούσε. Τα αδέρφια της ήταν πολύ μεγάλα και ο πατέρας της είχε πάντα πολλές δουλειές. Την προηγούμενη μέρα είχαν κοιμηθεί με την μάνα μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Έτσι έκαναν από τότε που ο πατέρας πήγε να κοιμηθεί στον καναπέ. Αδιάφορο της ήταν το γιατί της δικής του μετατόπισης. Το σπίτι ήταν μικρό και η Σοφία δεν είχε δικό της δωμάτιο. Αυτά είναι πράγματα των μεγάλων. Γιατί δεν της είπε πως θα έφευγε; Κι αφού έφυγε χωρίς να της πει κάτι, θα γύρναγε ξανά; 

        Όχι, δεν παρηγορήθηκε όταν γύρισε ο πατέρας της και της πρότεινε να πάνε για σουβλάκια στην πλατεία. Ούτε όταν της είπε να πάρουν κάποιο τηλέφωνο τη μαμά. Όχι, δεν ήθελε να της τηλεφωνήσει. Και όταν ήρθε το βράδυ και έπεσε να κοιμηθεί, τράβηξε το σεντόνι μέχρι πάνω από το κεφάλι της. Κλείστηκε μέσα σε μια δική της φωλιά και έμεινε εκεί ακούνητη μέσα σ΄ένα σκοτάδι αδιαπέραστο. Τα πάντα να έχουν αλλάξει θέση, μορφή και απόχρωση και αυτή να μην έχει να μιλήσει ούτε το λίγο που συνήθιζε. 

         Γιατί είναι αλήθεια πως στο σπίτι μιλούσαν λίγο και μόνο για τα απαραίτητα. Ο καθένας βυθισμένος στις ασχολίες και στα θέματα που τον απασχολούσαν. Τα βερνίκια στα νύχια της μάνας της να αλλάζουν αποχρώσεις ανάλογα με τις ορέξεις και την εποχή του χρόνου. Πολλές ήταν οι φορές που η Σοφία καταλάβαινε την διάθεση της μάνας από τα βερνίκια των νυχιών. Αν ήταν κόκκινο θα έβγαινε πάλι βράδυ και ίσως να αργούσε να γυρίσει. Αν ήταν ροζ έγραφε πολλά μηνύματα στο κινητό και βιντεοκλίσεις. Για όσο χρόνο η Σοφία θα έμενε μόνη, είχε την οθόνη και το πληκτρολόγιο της να της κάνουν παρέα. Τα χεράκια της έπεφταν πάνω στα πλήκτρα όμορφα και θλιμμένα, να σβήσουν το κενό της μοναξιάς σε μια σειρά, σε ένα παιχνίδι, σε ένα επεισόδιο.  Θα έκλεινε το φως στις δώδεκα, καμιά φορά ακόμα αργότερα, όταν τα μάτια της είχαν πια πονέσει.Ένα παιδί που έμοιαζε περισσότερο με πρόωρη γυναίκα, ένας ολόλευκος κύκνος, να πνίγεται στο γαλαζοπράσινο χρώμα μιας οθόνης υπολογιστή. Έμενε έτσι ώρες πολλές.

        Την άλλη μέρα ο πατέρας της απροσδόκητα της πρότεινε πολλά. Να πάνε στο ζωολογικό κήπο, να πάνε στο κέντρο να περπατήσουν, να πάνε στην Ακρόπολη. Σε όλα έλεγε όχι, δεν ήθελε, δεν είχε όρεξη. Ο υπολογιστής της, αυτός έφθανε. Όταν όμως άκουσε την πρόταση να πάνε να κάνουν ποδήλατο μαζί, τα πράγματα άλλαξαν. Ναι, ήθελε. Δεν του το είχε του πατέρα της. Ο πατέρας για την Σοφία ήταν ένας σχεδόν απόμακρος άνθρωπος, πάντα λίγο πολύ δυσαρεστημένος με όλα και όλους, και κυρίως με τον εαυτό του. Ταγμένος στην διαδρομή σπίτι-δουλειά δουλειά- σπίτι, με εξαίρεση οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να αυξήσει τα πενιχρά τους έσοδα. Ένας νευρικός άνθρωπος που ανέκαθεν περισσότερο φώναζε παρά μίλαγε. 

         Μήπως δεν ήταν όμως μόνο αυτά ο πατέρας της; Πήγανε και για πίτσα. Την άλλη μέρα πήγανε και στον Εθνικό κήπο, ταΐσανε τις πάπιες, μείνανε ώρες στις κούνιες. Η βόλτα τους τελείωσε στην Πινακοθήκη. Ένας πίνακας του Μιχάλη Οικονόμου ''Το σπίτι που ονειρεύεται'' της έκανε μεγάλη εντύπωση. Ένα σπίτι χαμηλό στο πουθενά, μια πόρτα δυο παράθυρα και μια κατακόκκινη κουρελού να ανεμίζει στον αέρα. Στην επιστροφή, μέσα στο μετρό, σχολιάζανε τον πίνακα. 

- Το βράδυ πριν κοιμηθώ κάθησε λίγο μαζί μου. 

- Ναι, βέβαια. 

- Όταν με πάρει ο ύπνος να φύγεις. Δεν είμαι μωρό. 

- Ναι παιδί μου, θα φύγω. 

Την επόμενη μέρα η μητέρα της γύρισε. Η Σοφία της ζήτησε να μην κοιμούνται μαζί. Ας της βάζανε ένα ντιβάνι στο σαλόνι. Ας κοιμόταν στο χωλ. Όταν γύρισε ο πατέρας της από την δουλειά του έδωσε μια ζωγραφιά. Τι είναι, τον ρώτησε; Καταλαβαίνεις; Εκείνος μπερδεμένος ξανά από τα καθημερινά, της είπε χαμηλόφωνα, πως δεν καταλάβαινε τι ήταν. 

-Το σπίτι που ονειρεύεται. 

Από εκείνη την ημέρα η Σοφία έκανε τα μαθήματα της στο τραπεζάκι του μικρού σαλονιού τους, δίπλα στον πατέρα της. Έκρυψε το τεράστιο πληκτρολόγιο στο πατάρι. Μια αντάρτισσα λυσσαλέα, της οικογενειακής θλίψης μέγιστη εχθρός. 



Ζωγραφική Μιχάλης Οικονόμου 

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Αγρίμια

 



       Yπάρχουν άνθρωποι που θέλεις να τους ρωτήσεις από ποιόν πόλεμο έρχονται. Στο βλέμμα τους έχουν σπασμένα κρύσταλλα, στα μαλλιά τους σκόνη. Περπατούν βιαστικά τις συνηθισμένες καθημερινές διαδρομές τους ενώ δίπλα τους πέφτουν καρφιά. Κάποια τους πετυχαίνουν, τους τραυματίζουν, κάποια τα γλυτώνουν την τελευταία στιγμή. Εκείνοι συνεχίζουν, προχωρούν, δεν χάνουν λεπτό. 

     Άνθρωποι που τα ρούχα τους έχουν κολλημένα πάνω τους ξεραμένα αίματα, τις περισσότερες φορές δικά τους. Επιζούν σε πολύ δύσκολες συνθήκες γιατί το έχουν συνηθίσει από την πρώτη μέρα της ζωής τους. Άνθρωποι αγρίμια. 

            

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Δεν

 



        Σκέφτομαι πως χλευάστηκε ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, έμπορος, όταν του προτάθηκε να παραδώσει τα κλειδιά της επιχείρησης του, αφού δεν τα κατάφερε με τα επιδόματα των αναστολών να βγεί. Σκέφτομαι πως για να μπορείς να χλευάσεις αυτόν τον άνθρωπο σημαίνει πως ΔΕΝ καταλαβαίνεις τι σημαίνει η αγωνία να κρατήσει την δουλειά του όπως την έφτιαξε, και μαζί μ΄αυτή και τους εργαζόμενους. 

       Σκέφτομαι πως χλευάσθηκε και λοιδωρήθηκε ο νέος που δεν ήθελε την αστυνομία στο Πανεπιστήμιό του, όταν τον ειρωνεύθηκαν απεικονίζοντας τον σε εικόνες βανδαλισμών, σε φωτογραφίες που τον έδειχαν τρεις κι ο κούκος, όταν τον αποκαλούσαν ειρωνικά "για καμαρώστε ένα ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα''. Ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν πέντε, ούτε δέκα, ήταν εκατοντάδες μέσα και χιλιάδες έξω. Και ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν ούτε οι γνωστοί - άγνωστοι ασύλληπτοι, ούτε οι κομματοκινούμενοι. Σκέφτομαι πως για να μπορείς να χλευάσεις αυτόν τον νέο, τον ένα από τους χιλιάδες που έλιωσαν τα παντελόνια τους για να βρεθούν σε εκείνο εκεί το Πανεπιστήμιο και που δεν θέλουν να το δουν σε παγκόμια πρώτη να φυλάσσεται από την αστυνομία, αυτό σημαίνει πως για σένα η ελευθερία στεριώνει με το ξύλο. Και πως μάλλον ΔΕΝ έχει η σκέψη σου άλλο τρόπο να την υπηρετήσεις, διαφορετικά ΔΕΝ θα τα επέτρεπες όλα αυτά, ΔΕΝ θα τα υποστήριζες. Θα πρότεινες και θα αγωνιζόσουν για άλλους τρόπους. 

      Σκέφτομαι πως στην εποχή που θεριεύει και κυβερνά ο φόβος για την ζωή, αν ήσουν πράγματι με τον Άνθρωπο, αν τον συναισθανόσουν, δεν θα έσπερνες κι άλλο φόβο. Θα ήθελες να καλλιεργήσεις ένα περιβάλλον ασφάλειας και θαλπωρής, ένα περιβάλλον που να ανακουφίσει τον πόνο, ικανό να κρατήσει την αγωνία, να υποστηρίξει τις αντοχές και όχι να τερματίσει τις ανθρώπινες δυνάμεις. Ένα περιβάλλον ικανό να ευδοκιμήσει τις κοινωνικές αλλαγές που ευαγγελίζεσαι. 

        Αν όμως συναισθανόσουν τον δίπλα σου, κι αν επειδή τον συναισθανόσουν, τον συμπονούσες. Αν όμως αν... Γιατί μέχρι τότε ισχύει το ΔΕΝ. 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

Γύρω στις τέσσερις κάθε μεσημέρι

 



    Ο άντρας έχει ήδη μια βδομάδα που ζει στο διαμέρισμα. Μετακόμισε σ΄αυτή την γειτονιά του κέντρου που αγαπούσε από την εφηβική του ηλικία. Από την πρώτη μέρα, ενώ άνοιγε τις κούτες της μετακόμισης, βρήκε την ευκαιρία να παρατηρήσει την πρόσοψη του απέναντι κτιρίου. Δεν εντόπισε τίποτα το πρωτότυπo: γλάστρες με μαραμένα λουλούδια, ένα στρογγυλό  σιδερένιο τραπέζι με τέσσερις καρέκλες, κάποια απροσδιόριστης χρήσης κιτρινισμένα σημαιάκια και  πού και πού κάποιον που έβγαινε να καπνίσει ένα τσιγάρο.  

    Παρ΄όλα αυτά, την ώρα που έβαζε τις κουρτίνες, είδε μια γυναίκα με μάτια κλειστά να τρέμει και να κουνάει τους ώμους με τρόπο ρυθμικό και την ίδια στιγμή δραματικό. Είχε τα μαλλιά της δεμένα αλογοουρά, με μια μωβ κορδέλα. Τρελαίνεται για την μωβ κορδέλα. Όταν ανάβλυσαν τα πρώτα δάκρυα της (ο άντρας χρειάστηκε να τα φανταστεί γιατί η απόσταση ήταν μεγάλη για να τα διακρίνει), η ανάσα της έγινε πιο ταραγμένη και αφού κούνησε τα χέρια της λες και λογομαχούσε με κάποιον ο οποίος στεκόταν σε ένα μέρος του δωματίου που βρισκόταν εκτός του οπτικού του πεδίου, κάθησε για να συνέλθει. 

    Η σκηνή επαναλαμβανόταν κάθε μέρα γύρω στις τέσσερις και κρατούσε γύρω στα εννιά ή δέκα λεπτά. O άντρας κάνει διάφορες υποθέσεις για το ποιές μπορεί να είναι οι αιτίες του κλάμματος. Τίποτα όμως δεν τον ικανοποιεί. Αφού κλαίει πάντα την ίδια ώρα αποκλείεται να πάσχει από κατάθλιψη. Όπως αποκλείεται ο άνθρωπος που είναι εκτός οπτικού του πεδίου να είναι καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, προς τον οποίο εκείνη απευθύνεται με οργή και σφοδρότητα κάθε μέρα, γύρω στις τέσσερις.

    Ο άντρας που ζει εκεί ήδη μια βδομάδα αρχίζει να αμφισβητεί την εξυπνάδα του. Ο φιλειρηνικός, εσωστρεφής και κάπως γκρίζος άνθρωπος τα βάζει με τον εαυτό του. Θυμώνει, εκνευρίζεται, έρχεται σε εσωτερική σύγκρουση, η ένταση της οποίας ανεβαίνει. Με νευρικές κινήσεις συνεχίζει τις επόμενες μέρες να βγάζει πράγματα από τις κούτες. Κάνει διαλόγους φωνάζοντας. Ανεβασμένος στη σκάλα για να κρεμάσει το φωτιστικό χειρονομεί με ένταση έναντι του εαυτού του. 

   Όπως κάθε απόγευμα, η γυναίκα έχει σκοπό να αρχίσει να κλαίει στις τέσσερις. Προηγουμένως είχε ζεστάνει τη φωνή της και ετοιμαζόταν να κλείσει τα μάτια για να συγκεντρωθεί στο έργο που κάνει πρόβα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, σε κάποιο από τα παράθυρα του απέναντι κτιρίου είδε ένα άνδρα ανεβασμένο σε μια σκάλα, να προσπαθεί να κρεμάσει ένα φωτιστικό. Παρατήρησε πως έκανε νευρικές κινήσεις και φώναζε σε κάποιον που δεν ήταν στο οπτικό της πεδίο. Είδε πως κουνούσε τους ώμους του με  τρόπο ρυθμικό και δραματικό. Με το που ανάβλυσαν τα πρώτα δάκρυα του (χρειάζεται να τα φανταστεί γιατί βρίσκεται πολύ μακριά για να τα διακρίνει) νιώθει να θέλει να ξεσπάσει σε λυγμούς. Συνεχίζει να τον κοιτά και τις επόμενες ημέρες.

     Υπάρχει μεταξύ τους μια μυστική συννενόηση. Κι ας μην χρειάστηκε να κοιταχτούν ποτέ. Τέσσερις το απόγευμα είναι η ώρα που αρχίζουν να ερωτεύονται μεταξύ τους. Εισπνέουν και εκπνέουν μαζί, αργά και κρυφά πίσω από τα παράθυρα. Σε λίγο μια μικρή κοινή τρεμούλα. Με την άκρη του ματιού γνωρίζει όλο του το σώμα μέχρι την άκρη από το καφέ, κοτλέ παντελόνι του. Τρελαίνεται με το κοτλέ του ύφασμα και χρειάζεται προσπάθεια να το αποχωριστεί. Με δυσκολία προχωράει να κλείσει το βράδυ τα πατζούρια. Αποστρέφοντας το πρόσωπο της, ασφαλίζει τον μεντεσέ με δύναμη, κάνει την καθημερινή ιεροτελεστεία και πέφτει για ύπνο. 

    Το έργο ανεβαίνει σε τρεις βδομάδες. Η γενική πρόβα γεμίζει όλους με χαρά. Γυρίζει με το λεωφορείο στο σπίτι. Από τη στάση μέχρι το σπίτι περπατάει βιαστικά. Φθάνει λαχανιασμένη και περνάει πρώτα από το απέναντι κτίριο. Ρίχνει στο κουτί μια πρόσκληση. Στο φάκελο έχει γράψει ''Γύρω στις τέσσερις κάθε μεσημέρι''.


Ζωγραφικό έργο Βασίλης Σελιμάς

https://biblionet.gr/προσωπο/?personid=115910