Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

'Ο,τι μας κάνει καλύτερους







Παιδεία είναι να ξέρεις να ακούς τον συνάνθρωπο σου όταν μιλάει.
Παιδεία είναι να αναγνωρίζεις πως η ζωή είναι πολύτιμη.
Παιδεία είναι το ευχαριστώ στο δάσκαλο του παιδιού σου. 
Παιδεία είναι να σέβεσαι τον εργαζόμενο που σου δίνει τον πρωινό καφέ σου, την καθαρίστρια του γραφείου σου, την κοπέλα στο ταμείο. 
Παιδεία είναι να κρατάς το έξω σαν να είναι το μέσα, το σπίτι σου. 
Παιδεία είναι η μουσική που ακούς, τα βιβλία που διαβάζεις. 
Παιδεία είναι ο τρόπος που μιλάς,  που κοιτάς, που ερωτεύεσαι, που ζητάς, που ρωτάς, που χαιρετάς που απαντάς, ο τρόπος που εύχεσαι, που κάθεσαι, που απευθύνεσαι, που σχολιάζεις, που οδηγείς, ο τρόπος που ευχαριστείς, που προσφέρεις, ο τρόπος που λαμβάνεις. Τι λαμβάνεις. Ο τρόπος που αγωνίζεσαι. Ο τρόπος που ονειρεύεσαι. Τι ονειρεύεσαι. 
Παιδεία είναι να είσαι χωρίς να παριστάνεις.
Παιδεία είναι να είσαι, έχεις δεν έχεις. 
Παιδεία είναι η αξιοπρέπειά σου.
Παιδεία είναι να κρατάς τη σειρά σου. 
Παιδεία είναι να δίνεις τη σειρά σου. 
Παιδεία είναι να καταλαβαίνεις τα παιδιά σου.
Παιδεία είναι να παραβλέπεις, να μην παίρνεις προσωπικά, να μην παρεξηγείσαι. 
Παιδεία είναι η σχέση που έχεις με τα παιδιά σου.
Παιδεία είναι η ελευθερία.
Παιδεία είναι η Δημοκρατία.
Παιδεία είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας.
Παιδεία είναι η δικαιοσύνη.
Παιδεία είναι η ευγένεια.
Παιδεία είναι να αναγνωρίζεις πως οι άλλοι έχουν τις δικές τους ανάγκες και τα δικά τους ισότιμα δικαιώματα. 
Παιδεία είναι η καλημέρα το πρωί, η πόρτα που κρατάς να μπει ο άλλος στην είσοδο, το νερό στο αδέσποτο που διψάει, το ανεμπόδιστο μπράβο, το ευχαριστώ στη νοσοκόμα που σου αλλάζει τον ορό, το χαμόγελο στο συνάδελφο που άλλαξε το χαρτί στο φωτοτυπικό, τα σκουπίδια που πας στην ανακύκλωση. 
Παιδεία είναι ο εθελοντισμός.
Παιδεία είναι να γνωρίζεις μέχρι που προχωράς, που σταματάς. 
Παιδεία είναι οι λέξεις σου, η γλώσσα, η αισθητική σου.
Παιδεία δεν είναι τα πτυχία, οι θέσεις, οι καρέκλες, τα μεταπτυχιακά. Παιδεία δεν είναι τα αξιώματα, τα χρήματα, οι γνωριμίες, οι άκληροι πληθυντικοί. Δεν είναι τα αποτελέσματα των πανελλαδικών, δεν είναι οι βαθμοί. 
Παιδεία είναι μια μικρή ανεξίτηλη κουκίδα μέσα μας. Ζει στον απόηχο της κατανάλωσης, αγαπάει την ποίηση. Έχει πολλές φορές μουτζουρωμένα χέρια από την δουλειά. Άφοβη, ατρόμητη, ικανή να γράφει την προσωπική μας ιστορία γλιστρώντας ανενόχλητα μέσα στο χρόνο, από το παρελθόν προς το μέλλον κάνοντας στάσεις στο παρόν.
Παιδεία είναι ό,τι μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.


Το κείμενο έχει αναπτυχθεί πάνω στην αρχική ιδέα ενός παλαιότερου κείμενου της Δώρας Μαργέλη, το οποίο στάθηκε πηγή έμπνευσης.

https://www.eyedoll.biz/single-post/2017/01/29/%CE%A0%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%8C%CF%87%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CF%80%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B1

Φωτογραφία Katerien De Blauwer

http://www.katriendeblauwer.com

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Το ψυγείο






           Γύρω στις τέσσερις το πρωί ανοιγοκλείνει σχεδόν πάντα το ψυγείο. Το ψυγείο περιέχει τα συνήθη. Όλα αυτά τα απλά και απαραίτητα της στιγμής. Στο γυάλινο τάπερ ό,τι απέμεινε από το φαγητό της ημέρας. Πέντε τελευταία σύκα, θυμίζουν τις καλοκαιρινές διακοπές.  Μια βδομάδα έχουν που γυρίσανε και θυμίζει μήνα. 
       Ίσως να μην είναι το περιεχόμενο. Ίσως να αρκεί η συνήθεια. Για να είναι ειλικρινής δεν ξέρει τι αρκεί και τι όχι. Όμως το φως που βγαίνει από το ψυγείο τον βοηθά. Τώρα που το σκέφτεται, καθησυχάζει όλα όσα νυχτιάτικα τρώνε το κεφάλι του. Έτσι λευκό και παγωμένο που ξεγλυστρά από τα ράφια εξισορροπεί τον φόβο και το παράπονο για όσα τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα στο χρόνο. Είναι αυτή η υποβόσκουσα υπόσχεση να κρατηθούν ζωντανά όσα ελεύθερα εκθέτονται. Τα χρώματα, οι πτυχώσεις, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες, οι νίκες - ψεύτικες και αληθινές, τα καλοκαίρια που έφυγαν τόσο γρήγορα. Μαζί μ΄αυτά και η φωτογραφία με τη Μαρία που το μαγνητάκι κρατά ζωντανή είκοσι χρόνια τώρα.  
      Κάποιες φορές έχει καθίσει στη καρέκλα να κοιτάζει προς το ψυγείο. Λες και περιμένει να παίξει μαζί του. Μια επικοινωνία μ' ένα άψυχο αντικείμενο ξέρει πως δεν είναι ακόμα εφικτή. Είναι πέρα από κάθε λογική. Από την άλλη όσο ανοιγοκλείνει η πόρτα, το ψυγείο του ρίχνει το κρυούτσικο, λευκό του φως. Το περιεχόμενο του μιλάει για τη μέρα που πέρασε και για τη μέρα που καταφθάνει. Όλα αυτά είναι υπαρκτά, συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του. Σαν ο θόρυβος από τον ανεμιστήρα του ψυγείου να γίνεται ένα με τη φωνή εντός του.
     Το ξέρει πως θα υπάρξουν πολλά βράδια γύρω στις τέσσερις που θα σηκωθεί ξανά. Θα ανοιγοκλείσει το ψυγείο. Μια, δυο, τρεις φορές. Θα καθίσει στην καρέκλα απέναντι του. Θα λουστεί με το παγωμένο, λευκό φως του. Είναι η δική του λευκή καταιγίδα. Ξέρει ακόμα, όσο κι αν δεν το παραδέχεται, πως παρόλο που προσπαθούσε να διατηρήσει τον έλεγχο στα πάντα, αυτό ήταν ψευδαίσθηση. Τουλάχιστον τώρα το ξέρει. 
   Όπως επίσης ξέρει πως παραμένει αναπάντητο ακόμα το ερώτημα μέσα του για το πού στο διάολο πάνε τα καλοκαίρια του. 
       

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Ένα τσαφ




    Οι άνθρωποι πεθαίνουν, καίγονται, πνίγονται. Τίποτα δεν μένει απ΄αυτούς. Μένουμε αμήχανοι μπροστά σε όλη αυτή την παροδικότητα. Όλα στ΄αλήθεια είναι παροδικά. Κανείς μας δεν διαθέτει κάτι περισσότερο από μια φωτεινή στιγμή κάτω από τον ήλιο. Σ΄αυτή τη σκέψη στέκομαι ξανά και ξανά πάρα πολλές φορές και κάθε φορά με συγκλονίζει. 
   Άνθρωποι δικοί σου, διπλανοί σου, άνθρωποι σαν να τους ξέρεις χρόνια, που είχαν κορδωθεί, που είχαν καταβροχθίσει το χρόνο μεγαλουργώντας, γράφoντας, διδάσκοντας, χτίζοντας, οργώνοντας και τώρα δεν υπάρχουν πια. Επέστρεψαν στο χώμα. Άνθρωποι που εργάζονταν σαν καλοκουρδισμένες μηχανές στις 6000 στροφές ασταμάτητα, χωρίς να σβήνουν ποτέ. Άνθρωποι ακούραστοι χωρίς καλοκαίρια και χειμώνες, γιατί ακόμα και τα καλοκαίρια ήταν προσμονές του επερχόμενου χειμώνα. Άνθρωποι με τα ελάχιστα καταφύγια στα ξέφωτα των μοναδικών ξεχωριστών τους κόσμων. Κόσμοι που τους συναντάς μόνο στα εφηβικά ημερολόγια, στα οικογενειακά άλμπουμ, στις ερασιτεχνικές λήψεις. Ένας κόσμος αναμνήσεων όλων αυτών που δεν υπάρχουν παρά μόνο στην μνήμη μας. Και όταν εμείς παύουμε να υπάρχουμε παύουν να υπάρχουν και οι αναμνήσεις. 
     Οι αναμνήσεις μου, συνειρμοί σαν αστέρια που πέφτουν χωρίς να προλάβω να πω μια ευχή για όλους αυτούς που θέλω να σωθούν. Αδιέξοδη προσπάθεια να νικηθεί το μέλλον με προγραμματισμούς και σκληρή εργατικότητα. Το μέλλον βλέπεις ουδέποτε νικήθηκε, ούτε κατακτήθηκε. 'Ενα τσαφ κάνει κι εμείς μένουμε μεταίωροι. Μονάχα εκείνος ο δύσκολος ελιγμός στο παρόν.  Η χαρά στο χρόνο του εδώ και του τώρα.  Τα παχουλούτσικα μπουτάκια σου στα πρώτα σου βήματα, τα μάτια του, οι κουβέντες με τον πατέρα, οι παρτίδες της μονόπολης που σε κέρδισα, τα βότσαλα, η αλμύρα που έγλειφα στα μπράτσα σου, το βεραντάκι που μύριζε σιτρονέλα, τα φωτάκια από το απέναντι χωριό, το ζακετάκι που μου 'ριξες μια νύχτα στο κατάστρωμα γυρνώντας από τη Σύμη, η μυρωδιά του πανοφωριού της μητέρας μου, το γράψιμο, η ζωγραφική, τα παλάτια στην άμμο, η βραδινή ντοματόσουπα με το τυρί, ο Σταυρός του Νότου που μου 'δειχνες στην Μάνη, οι βουτιές από την βάρκα, το ξεκαρδιστικό σου γέλιο μια μέρα στη αυλή, το κλάμμα σου όταν πρωτοαντίκρυσες το παιδί σου.
    Με πιάνει ρίγος γιατί συνειδητοποιώ πως όλα είναι στιγμές. Τα αστέρια που πέφτουν χωρίς τελικά ποτέ να προλάβεις να κάνεις την ευχή. Βροχή από πεφταστέρια. Aς μας περιμένει μπόρα.
Ας φθάσει η βροχή μέχρι το μεδούλι. Να μουλιάσουμε. Να μπορούμε να πούμε, όταν έρθει η στιγμή, ''πέρασα ωραία''.
Ίσως να είναι αυτή η μόνη νίκη. Η μόνη δυνατή νίκη. 
     
   
    
     Ζωγραφική Valeria Puzzovio

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

Η κάμαρη






     Το ελαφρύ τράβηγμα στην πόρτα νωρίς το πρωί για να μην ξυπνήσεις από τους θορύβους της μέρας που ξεκινά. Ο καφές στο μπρίκι που φουσκώνει, το ψυγείο που ανοιγοκλείνει τρίζοντας, από τα χρόνια χάνουν λίγο τα λάστιχα του, μια, δυο, τρεις και τέσσερις φορές. Το νερό στο λουτρό. Η μυρωδιά του ίδιου σαπουνιού. Πόσα χρόνια μετρά άραγε η όσφρηση; O παλιός γνώριμος ήχος του κλειδιού στο ξεκλείδωμα της εξώπορτας. Χωρίς ξεκλείδωμα το κλειδί απλά παίζει το ρόλο του πόμολου. Δεν κλειδώνεται η πόρτα. Απλά κλείνει για το βράδυ. 
     Βγαίνουν κατεβαίνουν στο περιβόλι. Κάτω από τις μανταρινιές, τις ροδιές και τις πορτοκαλιές. Ανάμεσα στα φούλια, στο χιώτικο γιασεμί και στους βασιλικούς. Ανάμεσα στους καλυβίτες τους. Σιγανές κουβέντες για τα χθεσινά και τα σημερινά. Καφές και σύκα. 
- Πότε θα ξυπνήσει; 
- Δεν ξέρω, άστην είναι κουρασμένη. 
- Θέλω να της πω.
- Θα της πεις.
Η μέρα μεγαλώνει. Περνάει ο τυροπιτάς. ''Τυρόπιτες ζεστές, μασουράκια, αμυγδαλωτά, ο τυροπιτάς!" Τα σεντόνια με τις ίδιες γαλάζιες ρίγες, με την ίδια μυρωδιά, την ίδια υφή. Πόσα χρόνια άραγε μετράει η αφή; 
     Κάποιος μπαίνει ελαφρωπατώντας στο σπίτι. Να μη σε ξυπνήσει. Να μη σε ταράξει. Για κάποιους είσαι ακόμα παιδί. Η κόρη, στην κάμαρή της. 



Φωτογραφία Ανν Λου

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Nα πιστεύεις στα θαύματα





    Υπάρχει ένα είδος ταξιδιού που δεν θέλει βαλίτσες, ούτε εισητήρια. Ταξιδεύεις έτσι χωρίς να το καταλάβεις σε χώρες ονειρικές, αν πιστεύεις στα θαύματα. Εκεί που οι άνθρωποι ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον.  Εκεί που όταν ο ένας χάνει, ο άλλος συνθλίβεται. 
     Σ΄αυτές τις χώρες μπαίνεις από πόρτα μυστική. Μια κουβέντα φθάνει. Καμιά φορά μια εικόνα ή ένα βλέμμα. Έχω δει άνθρωπο να μπαίνει και από λυγμό. Το βλέμμα της κοπελιάς που κάθεται απέναντι στο τρένο. Ένα αγόρι που περνώντας τη διάβαση του παίρνει ο αέρας το εισητήριο. Δυο μονογράμματα χαραγμένα με σουγιά στο παγκάκι της πλατείας. Μια ιστορία που θα ακούσεις από το παλικάρι που αναπάντεχα βρέθηκε στο νοσοκομείο. Η παραφουσκωμένη τσάντα της που δεν αδειάζει ποτέ. 
    Έχει το ταξίδι μια τάξη, δυο τρεις φίλους, κάμποσα παθήματα μαθήματα, έχει ξεγελάσματα και τρίπλες απότομες, κοφτές, έχει χαστούκια στα μάγουλα, σκισίματα στα μπράτσα. Έχει πέρα - δώθε, γέλια μέχρι δακρύων, έχει στρατιωτάκια ακούνητα αγέλαστα και φτου ξελεφτερία για όλους. Έχει φάλτσα και σωστά, έχει λακούβες, καραμπόλες, έχει ένα σ΄αγαπώ να κρατάει μια ώρα, μια μέρα, μια πόλη. Έχει εσένα κι εμένα. 
      Είναι το ταξίδι άσκηση δύσκολης γεωμετρίας. Θέλει κότσια, γαστρικά υγρά, μυαλό και χέρι σίγουρο.  Θέλει γήπεδο αλλά κι αν δεν βρει ολόκληρο, φθάνει μια πλατεία, μια σέντρα. Θέλει λόγια που δεν λέγονται ποτέ. Θέλει βήματα μετέωρα, διφορούμενα και ασαφή, απ΄αυτά που λες για να συμπεριλάβεις, για να μην ξεχάσεις την λαλιά τ΄ανθρώπου. Όπως  απλά την μιλούσαν κάποτε στα καπηλειά. Θέλει ισημερινούς, κάθετες και παράλληλες συντεταγμένες να τις μετράς με το κουμπάσο και να χαράζεις πορείες. Ν΄αλλάζεις πορείες. Θέλει το άλμα, το πέταγμα, θέλει να δώσεις αίμα στα λόγια. 
    Το ταξίδι αντέχει εφτασφράγιστα μυστικά. Κρατάει υποσχέσεις. Δίνει όρκους, γράφει ιστορίες. Σβήνει ιστορίες.  Ταξιδεύεις και αφήνεις το κλειδί στην γλάστρα με τα λουλούδια του διαδρόμου.  Ο έρωτας είναι αιώνιος όσο κρατάει.  Κι εσύ δεν ξέρεις πως είναι η πόλη χωρίς αυτόν. Στο τέλος μαθαίνεις. Το ταξίδι ούτε τα ''ναι'', ούτε τα ''όχι'' αγαπάει. Δεν βάζει διλήμματα. Αυτά είναι για μουσκεμένα πουλάκια μελλοθανάτων ή έστω μελλοζώντανων που αναζητούν απαντήσεις.        
     Το ταξίδι θέλει το χρόνο του, θέλει τον πόνο του. Θέλει κι εσένα να πιστεύεις στα θαύματα.


Φωτογραφία Ανν Λου

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Κωπηλάτης του καιρού




       Σε μια παρουσίαση ποιητικής συλλογής , το σημαντικότερο είναι η γνωριμία με τηνν  ποίηση, Έτσι κι αλλιώς είναι απολύτως αδιάφορη η ηλικία, το φύλο, η εθνικότητα του ποιητή. Η γνωριμία με την ποίηση του είναι αυτό που ενδιαφέρει και αυτή γίνεται πάνω στη γεωγραφία του στίχου. Από εκεί και πέρα όλα είναι εμβάθυνση αυτής της γνωριμίας. 
       Στην ποίηση του Ευάγγελου Ρήγα συνάντησα όλα αυτά που καθιστούν την ποίηση μια υπόθεση κοινωνική. Ποιήματα που δεν κλείνουν αλλά  ανοίγουν δρόμους. Μπορείς να τα φανταστείς να γίνονται μικρά μονόπρακτα στο θεατρικό σανίδι ή να μετουσιώνονται σε λογοτεχνικές αφηγήσεις. Δεν είναι εσωστρεφείς, κρυπτικές αφηγήσεις που αποσκοπούν να ενισχύσουν τις εσωτρικές αμυντικές διεργασίες. Ο Ρήγας κυριολεκτεί περισσότερο απο την κυριολεξία. Με την ποίηση του κουβαλά περισσότερα φορτία απ' όσα είναι απο την αρχή ορατά. Δεν δημιουργεί απλά εικόνες. Θέτει προυποθέσεις και όρους στις εικόνες που δημιουργεί. Όρους σκηνοθεσίας, όρους ευκρίνειας και μεταμόρφωσης. Γράφει στο ''Για να αντέξουμε'':

 ''Για να αντέξουμε
  χωρίσαμε το χρόνο σε κομμάτια
  Την ίδια την ζωή μας χωρίσαμε
  σε μικρά ταξίδια
  και τα είπαμε χρόνια.'' 

Ο κωπηλάτης του καιρού με το δικό του τρόπο συνδιαλλέγεται με το χρόνο την ίδια ώρα που κωπηλατεί στην άχρονη και αταξική θάλασσα των συναισθημάτων  περνώντας  απο βλέμμα σε βλέμμα και από ανάγνωση σε ανάγνωση. 
Ο κωπηλάτης μετρά μαζί σου όσα έφυγαν και όσα προσδοκάς ή φοβάσαι πως θα έρθουν. Αναμετρίεται τίμια με την εικόνα της "αγαπημένης" αλλά ακόμα πιο τίμια με την εικόνα της "αγαπημένης" όπως την έφτιαξες εσύ ο αναγνώστης στην σκέψη σου αφού έτσι κι αλλιώς στη ζωή αυτό που αγαπάμε στον άλλο είναι αυτό που εμείς νομίζουμε πως είναι και όχι αυτό που πραγματικά είναι. Ο κωπηλάτης νοσταλγεί μια άλλη ζωή πολύ πιο ανθρώπινη απ΄αυτή που ζούμε. Ο κωπηλάτης μιλά για όλα αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν παρά μόνο με την ποίηση. Μια ξεχασμένη ακροθαλασσιά οι στίχοι του , απάνεμη από τον εδώ και τώρα χρόνο μας. 

Στην Αγαπημένη γράφει:

Να διασχίζω 
Να 'εχει καιρό
Να ταξιδεύω με όλες τις θάλασσες.
Αγκαλιά με την ορφάνια των ματιών σου. 
Να διασχίζω τις γραμμές του θριάμβου.
Μολυβιά το κορμί.
Πόση αγάπη μπορεί να χωρέσει 
μια καρδιά στο χαρτί ;

Η ποίηση του Ε.Ρήγα είναι ποίηση της εμπειρίας. Το ταξίδι γίνεται ποιητικός χώρος και η θάλασσα ουτοπία. Αναφορές στα απολύτως ανθρώπινα, του έρωτα, της υπαρξιακής μοναξιάς, των χρόνων του ανθρώπου. Πορτρέτα άγνωστων αλλά τελικα γνωστών σε όλους ανθρώπων . Μέσα στον κωπηλάτη ο ποιητής μοιάζει να σβήνει τον εαυτό του. Στο ''Αίμα'' ψάχνει για ίσκιους μέσα στα γεγονότα . Έρχονται οι στίχοι πάλι στο μθαλό ζητώντας μας να σκεφθούμε ξανά όσα ξεχάσαμε. Να ξαναδούμε τι μπορεί να σημαίνει η ζωή κι εμείς μέσα σ΄αυτήν. 

''Για πόρνες γράψε , γι΄αυτά που έζησες
Για πόρνες  γράψε, για φυλακισμένους, για άστεγους, 
Απόκληρους,
για πρόσφυγες που γνώρισες,
για τις ψυχές που κλείνουν μέσα τους,
τον πόνο και της καρδιάς το βάσανο.
Γράψε και διάβαζε 
Μόνο για αυτούς, μόνο αυτούς
Η ύπαρξη στο ακρωτήρι του βυθού κάνει σινιάλο. ''

Εδώ σ' αυτό το σημείο νομίζω αξίζει να αναρρωτηθούμε γιατί κάποιος να θέλει να γράψει ποίηση. Σίγουρα όχι για να συστηθεί σε κάποιον που πρωτογνωρίζει και να πει'' Γεια σας , είμαι ο Ευάγγελος Ρήγας , είμαι ποιητής''. Όχι γιατί δεν το θεωρεί σημαντικό, ούτε γιατί δεν είναι ικανοποιημένος από την ικανότητα του αλλά γιατί ακόμα και σήμερα η φιγούρα του ποιητή ακολουθείται απο κοινωνικά κλισέ και στερεότυπα.  Ο ποιητής ακόμα και στις μέρες μας θεωρείται ονειροπαρμένος, παράξενος, ένας άνθρωπος που ασχολείται με κάτι ομιχλώδες, ιδιόρυθμο, φθάνουν ακόμα σε περιπτώσεις να το θεωρούν αλκοολικό. Έτσι έξηγουν  οι άνθρωποι όσους διαφέρουν. Κι ας έχουν προηγηθεί γενιές ολόκληρες σπουδαίων ποιητών  που άλλαξαν στις εποχές τους την εθνική μας αφήγηση και θεμελίωσαν μια νέα αισθητική . Ποιητές που τους συναντάς από τα θέματα των Πανελληνίων και τους λόγους που εκφωνούνται  στις σημαντικές εθνικές στιγμές, εως τις αναρτήσεις το φβ. Ευτυχώς στη πράξη όλα αυτά τα μυστηριώδη δεν συμβαίνουν στη ζωή ενός ποιητή. Ο ποιητής τρώει, κοιμάται  και πίνει όπως κάθε  άνθρωπος. Ακολουθεί μόνο τη δική του γλωσσική δίαιτα που αφορά και τα  δικά σου γαστικά υγρά.  Ο αληθινός ποιητής δεν διαβάζει ποτέ τα ποιήματα του με στόμφο. Τα διαβάζει απλά , με την κανονική του αναπνοή , σαν να μιλά στο φίλο του. 

Ο ποιητής γράφει για να γράφει. Γράφει σαν να αναπνέει. Γράφει για να αναπνέει. Γράφει για να χτίσει , για να οικοδομήσει ένα κόσμο καλύτερο απ΄αυτό που μας περιβάλλει. Γιατί η αγάπη  για κάτι μεταδίδεται  πιο εύκολο ακόμα και από την διδαχή . 

''Όταν σκύβεις πάνω από ένα άδειο χαρτί είσαι όπως τυφλός που κρατάει το μπαστούνι του. Μια διαδρομή βημάτων ανάμεσα στο παιχνίδι της αθωότητας και στο βάσανο της αστάθειας. Ξεφλουδίζεις τις μέρες σου σ΄ένα έναρθρο αγκομαχητό. 
Αυτή την ποίηση που ξεφεύγει που ξεφεύγει από τη γραμματική και το συντακτικό των ημερών , των βιβλίων , των περιοδικών. Μια ποίηση που βγαίνει από το αίμα, γίνεται λέξη , στίχος και ξαναγυρνά στο αίμα για να συνεχίσει το ταξίδι . Το υπαρξιακό αυτό συναίσθημα που αποφεύγει την ερώτηση '' Τι είναι ποίηση''. Το αφηρημένο σκάλισμα της μνήμης. Το δροσερό νεράκι που πέφτει να σε δροσίσει την ώρα που καίγεσαι.'' Γράφω στο Τράνζιτ.

Γι ΄αυτή την αναπνοή που φέρνει η ποίηση στη ζωή μας, για το κάθε τραύμα που μπορεί να επουλώσει και την κάθε ρωγμή που μπορεί να κλείσει, σαν μια πράξη βαθειά επαναστατική , σας συστήνω να διαβάζετε καλή ποίηση.  Για αυτό σας παροθσιάζω σήμερα τον ''Κωπηλάτη του καιρού'' και σας συστήνω να το διαβάσετε.



Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Κάσου και Ρόδου γωνία




         Φοιτήτρια ζούσα σ΄ένα σπίτι που δεν κλειδώναμε την πόρτα ποτέ. Βγαίναμε να πάμε στη σχολή κι αφήναμε την πόρτα ανοικτή. Έβαζε όποιος ήξερε το χέρι του ανάμεσα στο τζάμι και στη καγκελιά, τράβαγε το σύρτη, στρογγυλοκαθόταν στο ριγέ, ολίγον ξεχαρβαλωμένο καναπέ και τη μοναδική πολυθρόνα που είχε το σπίτι και μας περίμενε να γυρίσουμε. Εμένα και την συγκάτοικο την γιατρίνα. 
Κρύο νερό είχε πάντα το ψυγείο. Ένα δυο γεμιστά που ξέμειναν και φέτα. Είχαμε πολλά χρωματιστά κεριά στο τραπέζι. Το χειμώνα ανάβαμε τα κεριά και το δωμάτιο πλημμύριζε από λεπτές μυρωδιές κέρινης λεβάντας. Στερεώναμε τα κεριά σε γυάλινα βαζάκια από μέλι.  Δάκρυζαν τα κεριά σε χρωματιστά δάκρυα και γέμιζαν τα γυάλινα βαζάκια αρωματικά  δάκρυα. Για μια ζωή  που κοιτάζαμε κατάματα χωρίς φόβο, μόνο με πάθος. Για μια ζωή που απλωνόταν μπροστά στα πόδια μας τεράστια, πολύχρωμη, υγρή. Έτοιμοι να την διαβούμε με την ορμή της νεανικής μας καρδιάς να πάλλεται στη διαπασών.  Το λουτρό μας, κάτω από την σκάλα του πάνω διαμερίσματος, μας υποδεχόταν για ντουζ μόνο σκυφτές και τους ιδρώτες μας με ένα λάστιχο κήπου που έπαιζε το ρόλο του τηλεφώνου.  'Εκτοτε έχω βρεθεί σε πολλά πολυτελή λουτρά, με απαστράφοντα πλακάκια και είδη υγειινής. Μονάχα εκείνο το 2 τετραγωνικά λουτρό αναγνωρίζω. 
         Στις εξεταστικές περνούσαν οι φίλοι να ξελαμπικάρουν. Καθόμασταν στα σκαλάκια. Κάσου και Ρόδου γωνία το σπίτι στη Πάτρα. Στην Ρόδου τα σκαλάκια. Τρια τα σκαλάκια, πολλοί οι φίλοι. Δεν χωράγανε όλοι, καθόντουσαν και στα περβάζια των παραθύρων. Στο διάδρομο αυτού του σπιτιού γέννησε η Παρδάλω τα γατάκια της. Εννιά ώρες γεννούσε, πέντε γατάκια στη χαρτόκουτα υπό την φροντίδα της συγκατοίκου. Το τελευταίο γατί το ονομάσαμε ''Αυτόνομο'' γιατί γεννήθηκε χωρίς σπρωξιά από την αποκαμωμένη μάνα του. Έτσι μ΄ένα μπλουμ και γκουχ βγήκε αυτόνομα. Μόνο όταν πια είχε βγει, γύρισε η μάνα του και του έδωσε ένα ξέπνωο φιλί γλυψίματος και καλωσορίσματος σε τούτο τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα. Μιλάγαμε για πολιτική τότε. Είχε το όραμα νόημα. Είχε χώρο η καρδιά.  Δεν δεχόταν τις αδικίες. Γελάγαμε μέχρι δακρύων και τρώγαμε σε μαγειριά. 
         Τα καλοκαιρινά βράδυα που είχε πανσέληνο τραβάγαμε το τραπεζάκι στο αδιέξοδο και διαβάζαμε για την εξεταστική. Διαβάζαμε κάτω από την Πανσέληνο με ερωτευμένες, πυρακτωμένες καρδιές. Εκείνη Ουρολογία και εγώ το ''Ένα παιδί μετράει τ΄΄άστρα'' και  τις ένα και δυο και τρια τότε Ωκεανογραφίες. Ακούγαμε από το κασσετόφωνο το Ederlezi, Cure, την Εκδίκηση της Γυφτιάς, Cave και Βαμβακάρη. 
         Πήραμε πτυχία με ξεκλείδωτες, φεγγαρολουσμένες καρδιές. Ακριβώς γιατί σπουδάσαμε στην επαρχία. Και αποφύγαμε. Γιατί αλήθεια είναι πως για να μεγαλώσεις με κάποιο τρόπο πρέπει να φύγεις. Να αποφύγεις. 



Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Tα έτοιμα

     





       Είναι ένας άνθρωπος αρκετά θλιμμένος. Από απόσταση φαίνεται κοινωνικός και φιλικός με όλους. Όμως όταν τον πλησιάσεις και γίνεις φίλος του καταλαβαίνεις πόσο μοναχικός είναι. Έχει φίλους, κάνουν παρέα, κουβεντιάζουν, γελάνε πολύ, θλιμμένοι όλοι και μοναχικοί. Οι θλιμμένοι γελούν και οι μοναχικοί έχουν φίλους. Αυτό είναι πλέον τόσο συχνό που το βρίσκεις αυτονόητο. 
      Ο αρκετά θλιμμένος άνθρωπος ζούσε σ΄ένα δικό του κόσμο που τον ικανοποιούσε κάπως. Νιώθει ασφάλεια μέσα σ΄αυτόν. Δεν του αρέσουν τα έτοιμα. Σαν μαγεμένο το μυαλό του φτερουγίζει. Του αρέσει να διαβάζει, να βλέπει ταινίες, να ακούει μουσικές, να σκέφτεται, να αγαπάει τους ανθρώπους. 
      Δούλευε σ΄ένα μαγαζί με υφάσματα στο τέλος της Ερμού. Στο μαγαζί μπαινόβγαιναν κυρίως γυναίκες μεγαλούτσικες. Αγόραζαν λίγα μέτρα φθηνό ύφασμα για να ράψουν ρούχα ή κουρτίνες ή καλύματα για τον καναπέ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις διάλεγαν πιο ακριβά υφάσματα για να καλύψουν τις ανάγκες τους για κάποιο γάμο ή βάφτιση ή για καλά τραπεζομάντηλα. Ο αρκετά θλιμμένος άνθρωπος ήξερε τα υφάσματα σαν την παλάμη του. Έδινε χρήσιμες συμβουλές, ποιό ύφασμα είναι ανθεκτικό στο χρόνο, στα πλυσίματα. Ποιό ράβεται εύκολα για κουρτίνες. Ποιό κάνει τέλειο κοστούμι. Εκεί μέσα είχε την δική του υπόσταση και οι πελάτες τον αναζητούσαν. Μια μέρα που έβρεχε πολύ ήρθαν κάτι εργάτες και ανέβασαν έξω από το μαγαζί κάτι σκαλωσιές. Το μαγαζί έγινε ένα με τον επάνω όροφο. ΄Εγινε διώροφο και άρχισε να πουλάει έτοιμα ρούχα.  Περισσότερος κόσμος έμπαινε τώρα. Έμπαινε, έπαιρνε φθηνά έτοιμα ρούχα, άφηνε  τα λίγα του λεφτά και έφευγε. 
      Ο αρκετά θλιμμένος άνθρωπος πίσω από τις τζαμαρίες κρυμμένος πήγαινε να σκάσει ή να ξεράσει.  Δεν έσκασε όμως, γιατί αυτός που ήταν μέσα του έφθανε μέχρι τον στόμα του έτοιμος να ξεράσει και γλυστρούσε πάλι μέσα στην κοιλιά του. 
    Και τότε έπεσε μαύρο. Όχι στη τηλεόραση, έτσι κι αλλιώς την άνοιγε πολύ σπάνια.  Την κράταγε μέσα στο σπίτι εθιμικά ας πούμε. Άλλωστε η τηλεόρση πρόβαλλε όλο αυτό που δεν τον αφορούσε. Το μαύρο το έριξαν παντού, σε όλες τις άλλες οθόνες, σε όλες τις άλλες πλευρές και γωνιές. Σε κάθε μικρό κομμάτι της δικής του αισθητικής. Το μαύρο έπεσε με τέτοιο τρόπο που απέδειξε πως δεν ζούσε σε Δημοκρατία, και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για τον αρκετά θλιμμένο άνθρωπο που με όλα αυτά που είχε διαβάσει, δει, σκεφθεί, ακούσει, δεν μπορεί παρά να ήθελε Δημοκρατία.
     Εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος αρκετά θλιμμένος. Τώρα είναι επιτέλους θυμωμένος. Κυκλοφορεί κάθε μέρα δίπλα μου, δίπλα σου. Αλλά αν αυτός ο άνθρωπος απογοητευθεί δεν θα έχουμε καμιά ελπίδα.

     

Ο μπιντές




                                          Φωτογραφία Jack Welpott 1953
                                     

         Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με την θέληση μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά την γνώμη μου, ή που, κι αν είναι χρήσιμα, πανάθεμά τα, δεν αξίζουν, όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι, κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κωλόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στυμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για έναν μπιντέ. 
       Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν άναπνεύσω λιγάκι, ν΄ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος από τα αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς -πλατς σκέπαζε κάθε βοή. Έστησα αυτί και κατάλαβα.Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ΄έναν απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθήσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια, χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδο μας.

Μάριος Χάκκας
Ο Μπιντές
1970
Εκδόσεις Κέδρος






Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Ο ακροβάτης





     Δεν σε γνώριζα προσωπικά. Σε γνώρισα όμως μέσα από τους φίλους σου, γιατί είχες φίλους πολλούς. Είχες μεγάλη καρδιά μου είπαν και γέλιο τρανταχτό. Είχες χέρια δυνατά. Ήσουν ακροβάτης στα τεντωμένα σχοινιά. Ήξερες να τιμάς τους φίλους σου με αλήθεια. Ν΄αγαπάς το κορίτσι σου. Ήξερες να μην κρύβεσαι. Να έχεις ένα πρόσωπο.
     Εσύ δεν πυροβολούσες με ψέμματα. Κι όταν καμιά φορά πέθαινες ήταν αλήθεια. Ήσουν ένα παιδί που ήξερε από την αρχή πριν ακόμα ακούσεις όλο το παραμύθι, πως ο Βασιλιάς είναι γυμνός. 
   Έπεσες από μαχαιριά. Είπαν ότι τρεις σε μαχαίρωσαν, εσένα τον έναν. Το αίμα σου έβαψε τα αγαπημένα σου σκαλάκια. Εκεί που καθόσουν μέρες και μέρες με φίλους και γνωστούς. Στη πλατεία Ηρώων. Έχει η κάθε εποχή τους δικούς της ήρωες. Ξημερώματα Κυριακής, τη ώρα που η μέρα κέρδιζε την νύχτα. Τέτοια ώρα οι περισσότεροι κοιμούνται, κάποιοι άλλοι γυρνούν από τις διασκεδάσεις με σκόνη στ΄αυτιά και κάποιοι άλλοι ψάχνουν στα σκουπίδια για λίγο φαγητό ή για λίγη αγάπη. 
   Αύριο σε αποχαιρετάμε. Τα παιδιά σου έχουν αφήσει λουλούδια και σημειώματα στα σκαλάκια. Οι κηλίδες του αίματός σου είναι ακόμα ζωντανές. Τις επόμενες μέρες θ΄αρχίσουν να ξεθωριάζουν κάτω από τα βήματα των βιαστικών περαστικών. Μεθαύριο σ΄αυτό το ίδιο σημείο θα στηθεί η εξέδρα των επισήμων. Οι επίσημοι θα βγάλουν τους λόγους της εθνικής μας περηφάνιας. Ο Δήμαρχος θα έχει επιμεληθεί τον καλωπισμό της πλατείας Ηρώων. Τα συνεργεία καθαρισμού θα πλένουν με λύσσα, να ξεκολλήσουν τα ίχνη, να σβήσουν τις σκιές, τους παρίες της κοινωνίας μας. Θα έχουν γίνει όλα τα απαραίτητα προκειμένου όλα να δείχνουν σωστά. Να δείχνουν όμως. Όχι να είναι. Γιατί στη πλατεια όταν πέσει το βράδυ το σκηνικό αλλάζει. Βασιλεύει η βία και ο θάνατος. Kαι όσο εμείς θα  μείνουμε να διαβάζουμε και ν΄αναρρωτιόμαστε για τους δαίδαλους της εφηβικής ψυχής των δεκαεννιά σου χρόνων και θα πέφτουμε σε βαριά ληθαργική μνήμη και θα φωνάζουμε τι μεγάλο πράγμα που είναι το ασυνείδητο κι άλλα τέτοια πολλά, εσύ θα κάνεις το τελευταίο σου ακροβατικό.
   Πέταξες. Ήταν η στιγμή που κοίταξες τον καθρέφτη στο σημείο μηδέν και έσπασε. Κι ενώ εμείς μέσα στο καθρέφτη θα ψάχνουμε το καπάκι για να κλείσουμε μέσα στο μπουκάλι το τραύμα, την ντροπή και το πένθος, εσύ θα μιλάς για αντικατοπτρισμούς. Για όλα αυτά που είναι ολέθριο σφάλμα να τα κλείσεις μέσα και να κάνεις πως δεν υπήρξαν ποτέ. Για κήπους θα μιλάς, για μια ζωή χωρίς κελιά. 
    Ποτέ άλλοτε δεν θα μπορούσα να πω με περισσότερη σιγουριά: Nα την η εποχή των δολοφόνων. Χθες μέσα στο λεωφορείο, εκεί που κολλάει ο ένας άνθρωπος στον άλλο. Εκεί που δεν ξέρω τι κρύβει ο καθένας μέσα στις τσέπες και στα μυαλά του. Εκεί που δεν σε αντέχω και δεν με αντέχω, μέσα σε τόσα χρόνια θαμμένα στα ψέμματα και στα αίματα. Εκεί που με έσπρωχναν, που έπεφτε το ξένο σώμα πάνω στο δικό μου σαν μάρμαρο βαρύ και κοφτερό, σαν τάφου μάρμαρο, ξαφνικά άκουσα κλαρίνο. Απο μέσα μου θα είναι, είπα. Οι καρδιά μου που τρέμει θα είναι, σκέφθηκα. Οι καρδιές μας που κλαίνε.
Για σένα.



Στο Θωμά



      
         

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Μαριονέτα






       Aφουγκράζεται τους σφυγμούς του. Βρίζει, μετανιώνει, ερωτεύεται, προδίδει. Επιτίθεται από συνήθεια όπως τα αγρίμια και έπειτα παραλύει στην σκέψη πως σ΄αυτό που έπραξε ήταν αυτός. Αμφιβάλλει για οποιοδήποτε ψήγμα καλοσύνης υπάρχει γύρω του. Η αλυσίδα τον κάνει να ασφυκτιά, τον εμποδίζει να κοιμηθεί να φάει.
      Αρνείται, δέχεται, συμφωνεί, διαφωνεί χωρίς να κατανοεί την ουσία της ερώτησης που του γίνεται. Πεθαίνει μέρα με την μέρα σίγουρος πως παραμένει ζωντανός και ζει πλαστές αναστάσεις, γιατί η ύπαρξη τους του είναι αναγκαία. Πάσχει από άνοια σε σχέση με το παρελθόν, αλλά το χρησιμοποιεί για να αποδείξει πως θα δικαιωθεί αυτό που ισχυρίζεται για το μέλλον. 
    Ο χρόνος του είναι φασίστας. Του σιγοψυθιρίζει στο αυτί φόβους για να τον υπονομεύσει και να ελαττώσει το θάρρος του. Το θάρρος που χρειάζεται για να δημιουργήσει μεγάλα και υπέροχα πράγματα. Τρώει, πίνει νερό, βάζει τις πιτζάμες του. Κάνει ανακοινώσεις με τα μάτια του. Κάποιες φορές χάνει την αυτοκυριαρχία του και είναι τόσο τρομακτικό όταν το μόνο που θέλει είναι να παραμένει ψύχραιμος. Συντρίβεται και δεν γνωρίζει την αιτία. Μουδιασμένος, καθυστερεί να πάρει ακόμα και την πιο απλή απόφαση, όπως σε ποιο σημείο του τραπεζιού να καθήσει. Με τα μάτια και μόνο μπορεί να ανακοινώσει ποια είναι που επιτρέπεται και ποια αυτά που δεν επιτρέπεται να κάνει. Εύκολα θα μπορούσε κάποιος να τον πει τρελό. Αν δεν ήταν το πιο λογικό και αληθινό κομμάτι της ζωής. Όρθιος σε μια γωνιά ενός δωματίου θα αναζητά την πιο έντονη στιγμή της ζωής του. Και ό ήρωας που με τόση επιμέλεια θα είχε δημιουργήσει σ΄ένα λευκό χαρτί θα είναι τώρα απέναντι του. Ακριβώς όπως τον είχε ονειρευτεί, σχεδιάσει, σκαλίσει στο κεφάλι του. Η τρέλα έρχεται ψύχραιμα.  Τις περισσότερες φορές ανακαλύπτεται τυχαία. 
    'Οταν φοβάσαι χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Δεν μπορείς να αντιληφθείς αν πηγαίνει πολύ γρήγορα ή αργά. 
  Οι άνθρωποι δεν θέλουν στην πραγματικότητα να γίνουν καλά. Θέλουν μόνο να εκλογικεύσουν. 

Φωτογραφία Ferdinando Scianna

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Αναρριχώμενο φυτό






       Μια μετρίου αναστήματος γυναίκα, γύρω στα σαρανταπέντε σπρώχνει ένα καρότσι με τρόφιμα στο σούπερ μάρκετ. Φοράει καφέ παλτό, μαύρες μπότες, μπλε πλεκτό κασκόλ στο λαιμό. Τα ρούχα της είναι λίγο φθαρμένα αλλά καθαρά. Τα μαλλιά της δεμένα σε αλογοουρά. Πού και πού πέφτει ένα τσουλούφι στα μάγουλά της και το περνάει πίσω από τ΄αυτί. Tα χείλη της λίγο ξερά. Κινείται στους διαδρόμους με απόλυτη ακρίβεια. Ξέρει που είναι ακριβώς τι. Δεν χασομεράει. Είναι επτά το απόγευμα. Έχει έρθει για ψώνια μετά τη δουλειά.
     Σίγουρα στο σπίτι θα την περιμένουν ένα, δυο παιδιά. Ίσως να την περιμένει και ο άντρας της αν έχει τελειώσει από την δική του δουλειά. Όταν επιστρέψει με τα ψώνια μπορεί να μαγειρέψει το αυριανό τους φαγητό. Ίσως μπορέσει να κάνει κάποιο βραδινό στα παιδιά. Μπορεί να προλάβουν να καθήσουν όλοι μαζί στο τραπέζι και να μιλήσουν για την μέρα τους. Εκεί ανάμεσα στις κουβέντες θα της κλείσει το μάτι και εκείνη θα σκάσει στα γέλια. Ίσως όμως αυτό να μην είναι εφικτό. Ίσως δεν προλάβει να μαγειρέψει τίποτα.  Ισως φάνε κάτι πρόχειρο για το βράδυ, έτσι που να της μείνει ο χρόνος για να προετοιμάσει το φαγητό της άλλης μέρας. Αυτά που θα λέγανε γύρω από το τραπέζι ίσως δεν προλάβουν να τα πουν. Ισως δεν προλάβουν ποτέ να τα πουν. Ποτέ να μην μάθουν πώς πέρασε ο καθένας την μέρα του. Τι φοβήθηκαν και τι αγάπησαν σήμερα.
     Η  κομψή γυναίκα με το φθαρμένο και καθαρό παλτό στο ένα χέρι της κρατά το καρότσι και στο άλλο το κινητό της. Διαλέγει ένα προιόν από το ράφι, κτυπάει την αξία του στην αριθμομηχανή του κινητού και προχωράει στο επόμενο. Όταν είναι κάτι πιο ακριβό, κάτι που την πετάει έξω από τις οικονομικές της αντοχές το βγάζει έξω και προχωράει παρακάτω.
Ψωμί,
δύο γάλατα,
ένα απορρυπαντικό,
300 γραμμάρια γαλοπούλα για τοστ,
ένα κοτόπουλο,
ντοματοχυμό,
χαρτί τουαλέτας,
καφέ,
τυρί για τοστ,
φακές,
αυγά εξάδα,
αλεύρι.

     Ανοίγει το πορτοφόλι της, ξαναμετράει. Όχι δεν θα πάρει σήμερα τις μπανάνες, θα προτιμήσει ένα δίχτυ πορτοκάλια. Να φτιάξει καμιά πορτοκαλάδα στα παιδιά. Να έχουν μαζί με το κέικ το πρωί. Όμως της φθάνουν τα χρήματα να πάρει λίγη μυζήθρα, να φτιάξουν μυζηθροπιτάκια που αρέσουν  στο Κατερινάκι.
Προχωράει αγέρωχη και αξιοπρεπής προς το ταμείο. Σε κάποιες άλλες εποχές οι άνθρωποι έγραφαν βερεσέ στον μπακάλη. Τώρα κάποιοι μιλούν για νίκες, για του έθνους ξανά την τιμή.
Για νίκες που το μέλλον θα φέρει.
    Βγάζει ένα-ένα τα πράγματα από το καρότσι. Η ταμίας τα κτυπά στην ταμειακή. Το σύνολο είναι με μαθηματική ακρίβεια αυτό που υπολόγισε. Αυτό που ήξερε από πριν. Τόσο όσο να μην πέσει. Τόσο όσο να δώσει σε όλους μια μικρή χαρά. Όχι για να τους ξεγελάσει, αλλά για να τους πει πως τους θυμάται. Πως δεν τους ξεχνά ποτέ. Δεν τους αφήνει ποτέ.  Δεν βγαίνουν από την καρδιά της.
     Κι αύριο που θα ξυπνάει έξι και μισή για να φύγει για τη δουλειά, τα παιδιά θα έχουν  γάλα, πορτοκαλάδα ακόμα και κέικ. Θα μυρίζει φρέσκος καφές στην καφετιέρα. Το φαγητό θα περιμένει έτοιμο στη κατσαρόλα την επιστροφή στη χελιδονοφωλιά. Εκείνη θα φοράει το ίδιο φθαρμένο αλλά πεντακάθαρο παλτό. Τις ίδιες φθαρμένες, καλογυαλισμένες μαύρες μπότες και το μάλλινο κασκόλ. Η ζωή θα έχει κυλήσει μια μέρα ακόμα μπροστά. Άλλη μια μέρα μάχης και αγώνα θα απλώνεται μπροστά της. Η αξιοπρέπεια θα λάμπει στα κρυστάλλινα  βλέφαρα της. Το φιλί στη πόρτα θα μετατρέψει την στιγμή σε αναρριχώμενο φυτό.
    Εκείνη θα ανοίγει την πόρτα αγέρωχη και αποφασισμένη να πέσει στη μάχη ξανά. Να μην την βάλει κανένας στο χέρι. Ο καρδιακός παλμός της θα συντονίζεται με το δικό του. Οι δυο τους θα αντέχουν ακόμα.
Όλα θα μοιάζουν ίδια.
 Όλα;


Φωτογραφία

Vincenzo Balocchi 

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Τζιμάκος





     Πάει μια βδομάδα που έμαθα για το θάνατο σου. 
Κοίτα σύμπτωση. Μόλις είχα βγει από μια ομάδα που μιλούσαμε για το θάνατο. Ξέρεις τι κάνουν οι άνθρωποι μπροστά στο θάνατο; Σκύβουν τα κεφάλια και ενώνονται για να περάσει από μπροστά τους η σορός. Σκύβουν τα κεφάλια τους και ενώνονται για να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τον εκλιπόντα και μαζί του τα περασμένα χρόνια τους που έφυγαν και δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ. Αυτό κάναμε με εκείνη την ομάδα πριν μια βδομάδα. Ένα βιβλίο ήταν η αφορμή, αλλά εμείς σκύψαμε για να περάσει η ανάμνηση. Χωρίς να το ζητήσει κανείς από κανένα , αυτοβούλως όπως λέγεται θυμηθήκαμε τη κόρη, την αδερφή, την μάνα, το πατέρα, το φίλο που χάσαμε. Τι έκπληξη, κανείς δεν έλειπε από το προσκλητήριο. 
      Φεύγοντας πέρασα από την Απόπειρα να πω καμιά κουβέντα, ήταν όμως κλειστά. Σάββατο απόγευμα και οι δρόμοι στο σούρουπο έχουν μια παράξενη σιγαλιά. Μια προσωρινή ηρεμία, μια αφανή προετοιμασία για ένα Σαββατόβραδο που ίσως φέρει χαρές και συναντήσεις ή ίσως απλά προσπεράσει και ενωθεί με άλλα ανεπίδοτα Σάββατα και προστεθεί σε ένα ιδιότυπο βουναλάκι που στέκει αμήχανα και αυξητικά μεγαλώνει με όλα αυτά που θέλαμε αλλά δεν καταφέραμε, ενώ τα χρόνια περνούν αμείληκτα. Ο χρόνος το Σάββατο έχει περισσότερο ανθρώπινο ρυθμό.
     Στο αυτοκίνητο άνοιξα το ραδιόφωνο και στο ύψος της Αλεξάνδρας λίγο πριν τον Άγιο Σάββα έμαθα για τον θάνατο σου. Συμπεριφέρθηκα όπως μάλλον πάντα κάνω σε τέτοια ξαφνικά. Είπα δυνατά ένα '' Άντε ρε αλήθεια; " και μετά πάγωσε η εικόνα. Η εικόνα μέσα μου. Δεν μίλησα μέρες για σένα. Διάβαζα όσα πολλά γραφόντουσαν. Μου έκανε εντύπωση πως γράφτηκαν και αρνητικά. Δεν μου έκαναν τόσο εντύπωση τ΄αρνητικά αλλά να ρε παιδί μου, η όρεξη που έχουν άνθρωποι να γράφουν αρνητικά λίγες ώρες μόλις ο άλλος έχει πεθάνει. Που δεν σκύβουν το κεφάλι να περάσει η σορός. 
       Η εικόνα μέσα μου άρχισε να ξεπαγώνει μετά απο μέρες. Έλιωσε σε πολλές στρογγυλές, κρυστάλλινες, διαυγείς και διαφανείς υγρές μπάλλες, μικρής, ακριβής διαμέτρου. Μου έκανε εντύπωση πως η διαδρομή τους ήταν εσωτερική και δεν θέλησαν καθόλου να βγουν στον αέρα. Στην αρχή σκέφθηκα θα είναι που έχω μεγαλώσει και μπορώ να κρατηθώ, αλλά μετά  γρήγορα κατάλαβα πως είναι ένας διάλογος με αυτό που άφησες πίσω σου. Εσύ συνήθως δεν απαντούσες με λόγια. Ό,τι ήταν να πεις το έκανες στάση ζωής. 
      Η πρώτη κρυστάλλινη μπαλίτσα με έφθασε χρόνια πολλά πίσω. Εγώ κατά την διάρκεια ενός εκκλησιασμού  που ανήκε στο ετήσιο σχολικό πρόγραμμα. Εγώ να λύνω στα σκοτεινά τα μαθηματικά της επόμενη ώρας μεσούσης της μυρωδιάς του λιβανιού και υπό τον ήχο του ψαλμού του ιερέα. Εγώ να προσπαθώ να πιάσω την κασετίνα μου που πέφτει θορυβωδώς στο μωσαϊκό της εκκλησίας και την καθηγήτρια της οικειακής οικονομίας να σκύβει να την πιάσει. Ο έντεχνος κότσος της κόμμωσης της καθηγήτριας να πάλλεται από θυμό καθώς διαβάζει τους στίχους του Eρωτικού γραμμένους με στυλό στη κασετίνα.  Εγώ στο γραφείο της διευθύντριας. Με διήμερη αποβολή στα χέρια. 
     Πίσω στο γυμνασιακό δωμάτιο μου. Με το γουόκμαν στα αυτιά να ακούω το Ερωτικό στην διαπασών. Με κόκκινα μάγουλα από την χαρά που τότε δεν ήξερα να εξηγήσω. Την μάνα μου να φωνάζει για τα χάλια μου που δεν ξέρει πού θα καταλήξω. 
  Κατέληξα. Να μπορώ να παίρνω αποβολή για όσα αγαπώ και επιλέγω, για όσα υπερασπίζομαι χωρίς να με νοιάζει. Να μπορώ να διαχωρίζομαι για όσα υποστηρίζω ανεξαρτήτως κόστους και συνθηκών. Έτσι μεγαλώνουν οι άνθρωποι μέσα σε μια ζωή που δίνει πολλές και άδικες αποβολές. Κι αν σήμερα μου λείπεις είναι γιατί μου θυμίζεις όλα αυτά. 
Αφού μέσα στα χρόνια είναι πολλά αυτά που σε κάνουν να ξεχνάς, σε δυσκολεύουν, σε εμποδίζουν και τελικά κάποιες φορές σε κερδίζουν.
Χρειάζεται ένα Ερωτικό να σου θυμίζει όλα αυτά που ξεχνάς ενώ είναι εκεί. Μας το άφησες αυτό. Εδώ χάμω μέσα στα χέρια μας να το κάνουμε ό,τι γουστάρουμε και ό,τι αγαπάμε. 
Σ' ευχαριστώ!
        
     

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Πρωτοχρονιά






     Ένας όσο δεν πάει άλλο αγαπημένος μου άνθρωπος, πολύ μεγάλος σε ηλικία και άλλο τόσο και ακόμα πιο μεγάλος σε καρδιά και πνεύμονες για να αναπνέει θαλασσινό αέρα ακόμα και σε στεριές και να μένει στεγνός ακόμα κι όταν βρέχει πρόκες, σήμερα μου αποκάλυψε το μυστικό που τον διατηρεί στην πρώτη γραμμή της ζωής παρά τα χρόνια του. ΄΄Δίνω τη σωστή προτεραιότητα στα παράπονα μου''. Αυτό μου είπε μέσα σε μια στιγμή, τόσο απλά, τόσο αληθινά και συνάμα τόσο αλλόκοτα μακρινά. "Ούτε δεν περιμένω τίποτα, ούτε δεν θέλω τίποτα, ούτε δεν φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Το χρόνο ειδικά και όσα αυτός μπορεί να φέρει."
Σιγά σιγά όσο τον άκουγα απλώθηκε μέσα μου μια βελούδινη ηρεμία. Αυτό είναι! Αυτή είναι η καλύτερη ευχή που μπορώ σε όλους να κάνω. Να δώσετε τη σωστή προτεραιότητα στα παράπονα σας. Δεν είναι καθόλου όλα το ίδιο σημαντικά. Γιατί αν είναι, είναι σαν όλα όσα συμβαίνουν να μας δίνουν την ίδια χαρά. Σαν να τα έχουμε όλα την ίδια ανάγκη ή σαν να μην συνειδητοποιούμε καν τι έχουμε ανάγκη. Αυτό όμως δεν συμβαίνει γιατί το καθετί που συμβαίνει στην ζωή φέρνει και αναλογεί στη δική του χαρά. 
     Έγειρα το κεφάλι μου λίγο μπροστά σε μια ιδιότυπη υπόκληση μπροστά του. 
      Τελικά τον Άγιο Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπά. 


  Ζωγραφική Eric Puybaret