Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η καραβίδα


 
     Τι μπορεί να κάνει μαι καραβίδα να φοβηθεί ένα γουρούνι ;
Αυτό αναρρωτιόταν η καραβίδα ενώ προχωρούσε ανάποδα για να μην δαγκώσει άθελα της κανέναν και για να αποφύγει πάση θυσία να σταθεί οτιδήποτε άλλο εκτός από ακούσια φταίχτρα. Αυτό το ήξερε η ίδια όπως το ήξεραν και τα άλλα ζώα του βασιλείου όπως και κάμποσοι άνθρωποι  απ΄αυτούς που ήταν οι καλύτεροι φίλοι των ζώων.
  Εκείνη ακριβώς την στιγμή διασταυρώθηκε μ΄ένα γουρούνι. Το γουρούνι μπερδεμένο με το πίσω μπρος γύρισε και την κοίταξε υποτημιτικά. Για την ακρίβεια γύρισε και είδε τα οπίσθια της υποτημιτικά αφού όπως είπαμε η καραβίδα προχωρούσε ανάποδα.
- Δεν νομίζεις μικρή πως αυτό δεν αρμόζει σ΄ένα γουρούνι ; ρώτησε με αναίδεια.
- Κύριε του απάντησε στο λπετό αυτή, όπως είμαστε τώρα είναι η πιο καταλλήλη σχέση ανάμεσα μας. Ένας υπερβολικά δουλοπρεπής έχει πάντα μέσα στα μάτια του τον άλλο σαν γουρούνι.
   Είπε και συνέχισε άθικτη τον αραχνιασμένο δρόμο της.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Part time




     Έμαθα πως τελειώνει το καλοκαίρι.  Βγήκα να σκουπίσω τη σκόνη που άφησε πίσω του. Μαζί μ΄αυτή και τις ηλιοκαμμένες , μποτοξεκολλημένες αγένειες προς τα παιδιά που έτρεχαν πάνω κάτω να φέρουν τους καφέδες και τα μοχίτα στις ξαπλώστρες, Τα χαρτάκια του εφτάψυχου λαιφσταιλ και τα κομματάκια όλων αυτών που άλλο ήθελαν να είναι στην ζωή και άλλο είναι γιατί ποτέ δεν τόλμησαν. 
     Ενώ θα σκουπίζω , πίσω από ένα βράχο θα βρω ένα πεταμένο ζευγάρι παλιά παπούτσια φαγωμένα. Θα τα μαζέψω κι αυτά κρίμα είναι να ενοχλούν τις πεταλίδες. Θα αναρρωτηθώ αν τo πέταξε κάποιος γιατί πέρασε η μόδα  του ή αν τέλειωσε  η ζωή του άδοξα παλεύοντας ηρωικά το χρόνο που δεν καταλαβαίνει και δεν εξαγοράζεται. .
    Το φάγωμα της σόλας ίσως μαρτυρήσει την αλήθεια. Αν είναι άγρια φαγωμένα ίσως ανήκουν σ΄έναν από αυτούς τους ανθρώπους που δουλεύουν και στέκονται όρθιοι  ή περαπτούν πολύ ή πάνε κι έρχονται από το ένα σημείο στο άλλο. Αν είναι λίγο φαγωμένα , μπορεί να ανήκουν σε κάποιον που κάνει δουλειά γραφείου, καθιστική. Μπορεί ακόμα να ανήκει σε κάποιον που πήδηξε σ τελευταία στιγμή στο νερό για να σωθεί , να κολυμπήσει μέχρι την απέναντι ακτή, για μια νεα πατρίδα, για μιαν Ελένη ή τουλάχιστον  για μια part time δουλειά. Όπως και να ναι, είναι δεν είναι φαγωμένα  θα έπρεπε κανονικά να βρίσκονται αλλού και όχι στην ακτή. 
     Θα τελειώσω την σκούπα και θα ξέρω πως όσα καλοκαίρια κι αν περάσουν , τ΄όνειρα μας μουλιάζουν στα φθινόπωρα.
      

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Η κολυμβήτρια



         Καίει ο ήλιος, η ζέστη απλώνεται, κυλάει ο ιδρώτας σου. Αφήνεις κάτω το σακίδιο σου, γδύνεσαι, πετάς τα ρούχα σου δεξιά κι αριστερά. Είναι η στιγμή που μπαίνεις στη θάλασσα μετά από έναν ολόκληρο χρόνο. Βήμα βήμα από τη φτέρνα στον αστράγαλο και το γόνατο, προχωράς. Τα πόδια βουλιάζουν στο νερό. Ξεπλένονται με αλάτι. Αρχίζεις να πιστεύεις πως το καλοκαίρι ήρθε και για σένα. Ο αέρας γεμίζει υπόσχεση. Είσαι τώρα στη μέση. Εδώ σταματάς μερικά παραπάνω δευτερόλεπτα, εδώ είναι ακουμπισμένα πολλά βαρίδια. Έτσι εξηγείται που σε πονά η μέση ανεξήγητα όλο το χρόνο κάποιες στιγμές. Το σήμερα μπλέκει με το χθες. Οι σημερινές υποσχέσεις με τις παλαιές σαν το υποβρύχιο στο νερό. 
      Δώδεκα χρόνια πριν στην Αμοργό μεθυσμένη, στην Φολέγανδρο ερωτευμένη, στην Ίο έγκυος. Πιο παλιά στην Χίο φρέσκια, ξεκούραστη με κοντά μαλλιά, μέλος της παρέας που σ΄έμαθε να φτιάχνεις τα πέλματα της ανεμελιάς σε όλους τους ισημερινούς της γης. Να πιστεύεις στα θαύματα, να μιλάς με τα φεγγάρια και τ΄αστέρια. Στα Κύθηρα πρόπερσυ περισσότερο πρόσφατα εσύ. Περισσότερο συγκεντρωμένα εσύ. Εσύ και το δευτερόλεπτο της ζωής. 
    Ακολουθούν οι ωμοπλάτες. Εκεί φυτρώνουν τα φτερά, όταν ο άνθρωπος γίνεται πουλί. Θα πρόσεξες πόσο δυνατά είναι τα κόκκαλα στις ωμοπλάτες. Είναι για να αντέχουν να σχίζουν τους αιθέρες. Οι ωμοπλάτες δεν κουβαλούν τόσο βάρη, όσο σχοινιά. Είναι δεμένες με χοντρά καραβόσχοινα. Κρατούν δεμένα σφιχτά τα θέλω. Σε κάνουν να απεύχεσαι. Να αρνείσαι, να φοβάσαι.  Να ξεχνάς πως έχεις θέση για φτερά και να ζητάς σωσίβια. Ψέματα -σωσίβια. Να σκύβεις για να περάσει ανεμπόδιστος ο αναμενόμενος εαυτός σου. 
   Έφτασε η ώρα. Μπαίνεις ολόκληρος στο νερό. Βουλιάζεις το κεφάλι σου. Μυρίζει ιώδιο παντού. Επουλώνεσαι. Σηκώνονται όρθια τα μαλλιά σου. Χάνεται ο χρόνος, ενώνεσαι αβίαστα με το βυθό, ενώνεσαι με το ρευστό, το ακαθόριστο. Κινείσαι με τον μοναδικό σου τρόπο και γίνεσαι μέρος του όλου. Από κάπου μπαίνει ένα φως, σκορπίζοντας ελπίδα σε όλο το χρόνο. Η ελπίδα εγκόλπωμα του χρόνου. Μέσα σε δευτερόλεπτα είσαι ξανά μέσα στην μήτρα. Από εκεί ακριβώς που ξεκίνησες.
     Την στιγμή που βγήκες στην επιφάνεια, στις ωμοπλάτες σου νόμιζες πως φύτρωσαν φτερά. Η ακτή ήταν ίδια αλλά εσύ είχες αλλάξει. Σαν να πέρασε ένας περιοδεύων θίασος μ΄έναν ιπτάμενο ακροβάτη που πέταξε αρκετές φορές βουίζοντας πάνω από τους κολυμβητές, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία γιατί δεν είχαν ξαναδεί ιπτάμενο ακροβάτη και δεν ήξεραν να ξεχωρήσουν αν τα φτερά ήταν από άγγελο ή από ιπτάμενο δεινόσαυρο ή από διαστημικό αλογάκι της θάλασσας.
     Γι΄αυτό κι όταν γίνονται θαύματα και βγάζει κάποιος κολυμβητής ή κολυμβήτρια φτερά, οι υπόλοιποι νομίζουν πως τρελάθηκε και συνεχίζουν να τον βλέπουν με απορία ή με αδιαφορία. Ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή τους βασανίζει ο θόρυβος των αστεριών που η νύχτα θα φέρει στην ακτή που έγινε το θαύμα.



Ζωφραφική Priscilla Watkins
    

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Σκέψεις καλοκαιριού









Σκέψεις καλοκαιριού που επιμένει χειμώνες καλοκαίρια.

Από εκείνη την ημέρα και μετά για αρκετές βδομάδες η μυρωδιά παρέμεινε στη θάλασσα. Πότισε τα ξύλινα πατώματα, το νερό, τα τρόφιμα και άνθρωπος δεν μπορούσε να σταθεί χωρίς να την νιώθει.






Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Το πιάνο έχει κάνει φτερά



     Προχωράς χωρίς να κάνεις θόρυβο. Αν και δεν ξέρεις τι μπορεί να συναντήσεις, δεν φοβάσαι, γιατί μπορείς να προαισθάνεσαι τους κινδύνους. Στο σάκο σου κουβαλάς ένα εγχειρίδιο και ένα πιστόλι. Κρατάς τις φωτογραφίες και τ΄αναμνηστικά από τις εξορμήσεις και τα ταξίδια σου σ΄ένα τετράδιο, μ΄ένα τριανταφυλλάκι σε απόχρωση σάπιου μήλου που ζωγράφισες μόνος απ ΄έξω. 
     Εκπλεπτυσμένες πόζες, κουβέντες και καμώματα ανακατεμένα και πεταμένα μέσα στο   τετράδιο. Ξεχωρίζεις μια φωτογραφία μέσα από το σωρό. Φαίνεσαι με τα χέρια γρατσουνισμένα καθώς έχεις στραγγαλίσει μια ολόκληρη μέρα. Στο τοίχο είναι κρεμασμένη από μια πρόκα μια ξέπνοη βδομάδα τόσο τελειωμένη όσο την στιγμή που της έριξες μια rσφαίρα στο κεφάλι μεταξύ Τετάρτης και Πέμπτης.
      Κρατάς σφιχτά την αίσθηση πως κάτι επίκειται να συμβεί.  Πολύ παλιά γνωστή αυτή η αίσθηση. Από εκείνα τα πρώτα ακόμα χρόνια που είχες την ικανότητα να σκοτώνεις με το ζόρι μια ώρα μέσα σ΄ένα απόγευμα ή ακόμα και ολόκληρο τ΄απόγευμα. Μετά ήρθαν μέρες, μήνες, ακόμα και χρόνια που ξέκανες πριν την ώρα τους. Τώρα τελευταία μπορείς να εξολοθρεύεις και ολόκληρες εποχές. Δυο τρεις τις κράτησες βαλσαμωμένες για να τις θυμάσαι με πρώτη ευκαιρία. Συνήθισες το κρύο άγγιγμα το πιστολιού, την ένταση της σκανδάλης, το σταθερό πάντα τίναγμα της εκπυρσοκρότησης. Αφουγκράζεσαι την ανάσα  του θηράματος την ίδια ώρα που υπολογίζεις τις διαστάσεις του.  Όμως η στιγμή κυλάει. Κυλάει μέσα από τα χέρια σου και εσύ μένεις να την κοιτάς να χάνεται. 
     Όπως και νάναι, αργά ή γρήγορα καθώς προχωράς αναγνωρίζεις την ευθύνη και τον κίνδυνο μέσα σ΄αυτό το θολό, βραδινό τοπίο με τους πολλούς γνωστούς αγνώστους   τριγύρω. Κάποτε υπήρχε ένα πιάνο σ΄αυτό το παράξενο θίασο. Όμως το πιάνο τώρα έχει κάνει φτερά. Στο λευκό χαρτί σε περιμένουν οι άδειες γραμμές. Είναι οι άδειες στιγμές. Η ζωή χωρίς. Άγραφες μπροστά σου οι αχνές γραμμές μοιάζουν με μονοπάτια που θα μπορούσαν να σε οδηγήουν σε μια ζωή μαζί. Αρχίζεις να αισθάνεσαι την υγρασία του εδάφους κάτω από τις αρβύλες σου και τότε ή πυροβολείς και σκοτώνεις το χρόνο ή ο χρόνος σκοτώνει εσένα.



Buster Keaton στην ταινία ''Τα φώτα της ράμπας''
Τα Φώτα της Ράμπας


     
              

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Μικρή εικόνα



     Σήμερα τον πήρε ο ύπνος στο μετρό λίγο πριν φθάσει. Λεπτά ήταν. Ανάμεσα σ΄εκείνα τα λεπτά πρόλαβε και είδε εκείνο το αγόρι που έστειλε μια συλλογή ποιημάτων σ΄έναν εκδότη ενώ ήταν ακόμα πρωτοετής φοιτητής με την ελπίδα, με την πίστη πως θα τα καταφέρει. 
    Τινάχθηκε από το φόβο μήπως πέρασε την στάση. Είχε χρόνο ακόμα. Έσταζε ιδρώτα μέσα στο βαγόνι. Ακούμπησε το χέρι του στο παράθυρο και ξαναέκλεισε τα μάτια του. Ο συρμός ξεκίνησε πάλι. Σαν να χάθηκε ξανά ο χρόνος, σε μια απειροελάχιστη κίνηση από την μια στην άλλη στιγμή βούλιαξε ξανά σ΄εκείνον τον παιδικό του εφιάλτη. Εκείνος έμενε μόνος στο λεωφορείο και κατέβαινε η μητέρα με τον αδερφό του. Σαν κάτι να γλυστρούσε προς τα πίσω και κάτι την ίδια στιγμή να ξέφευγε προς τα μπρος, οι δυνάμεις τους να ήταν ίσες και έτσι αυτός να μένει στο παρόν. Σαν ακίνητος. 
     Πετάχθηκε την τελευταία στιγμή και πρόλαβε να βγει στην σωστή στάση. Τι γίνονται όλα αυτά που δεν έζησε ποτέ; Που κατοικούν μονάχα στα όνειρα του; Που έφυγαν προς τα πίσω μια ανείπωτη στιγμή; Ένα βουναλάκι ολόδικων του εμπειριών που συνεχώς αυξάνεται. 
      Έσκυψε να δέσει τα αιωνίως άλυτα κορδόνια του. Ιούλης μήνας και η ζέστη δεν έπεφτε ούτε την νύχτα. Λίγα τα χρήματα για διακοπές. Και εκεί όπως ήταν σκυμμένος πάνω σε μια σπιθαμή ζεματιστού πεζοδρομίου σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό. Ένα δειλό που του έμοιαζε αστέρι κρυβόταν πίσω από ένα αχνό σύννεφο, και ήταν αυτό κάτι που άξιζε να κοιτάει. Κυρίως για να μην χαθεί ο αέρας ο κοπανιστός όπως του άρεσε να λέει.
     Όπως ακριβώς μέσα στις φλέβες κυλάει αίμα γεμάτο, όχι μετάνοια αλλά λαχτάρα και θέληση για εκεί που δεν έχει φθάσει ακόμα. Έστω κι αν δεν υπήρξε ούτε στιγμή η πιθανότητα που θα μπορούσε να είχε φθάσει. Όσο θα μπορεί να κοιτάει κάτι παραπέρα, θα υπάρχει ακόμα στην ανοιχτή θάλασσα εκείνη η τόσο μικρή σπιθαμή που δεν βούτηξε ακόμα. 



Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

15/6/1994


23/10/1925 - 15/6/1994

Όμως εκείνος κουβαλούσε μέσα του τόση αγάπη που δεν αφέθηκε να επηρρεαστεί ή να φοβηθεί από το θαύμα παρά έζησε και έγραψε με την μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, για να δώσει αντί να πάρει , για να μας δείξει ο ίδιος την Οδό Ονείρων.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Αόρατος






              Ούτε όταν γεννήθηκε έκλαψε. Μ΄ένα πόνο ξεκόλλησε από την μάνα του. Τον πήρε η μαία όπως ήταν μέσα στα αίματα, τον έβαλε κάτω από το χλιαρό νερό της βρύσης και τον επέστρεψε στην μάνα του καθαρό. Κάτω από τα μεγάλα φώτα του χειρουργείου έγινε η πρώτη τους συνάντηση. Αυτός ακούμπησε μια φλέβα του λαιμού της, βρήκε παλμό κι αποκοιμήθηκε. Έτσι ήθελε πάντα να περνά απαρατήρητος.
             Διαμαντόπετρα τον φώναζε η γιαγιά του. ''Όπου τον ακουμπάω  μένει'', έλεγε. Καμιά φορά έβαζε τα κλάμματα.Ένα κλάμμα διαφορετικό από τα άλλα. Ασυνεχές και ήρεμο.Έτσι που να μην προκαλεί ούτε άγχος, ούτε συναγερμό στο σπίτι. Οι γονείς του τον κοίταζαν με περηφάνια. Απολάμβαναν τα πλεονεκτήματα του να έχουν παιδί χωρίς να υφίστανται τις συνέπειες. Έτρωγε καλά, άντεχε τις χιονοστοιβάδες των υποκοριστικών, πήγαινε για ύπνο μόνος του χωρίς να ενοχλεί ζητώντας παραμύθια και κουβέντες. Έμαθε να μιλάει, να περπατάει για να μην απογοητεύει τις προσδοκίες του περιβάλλοντος. Το σχολείο ήταν ένας θρίαμβος. Ανάμεσα σε πελάγη αφηρημάδας, ελλειματικής προσοχής, τρεχαλητού και γύψων εκείνος άπλωνε ένα σεντόνι ήρεμης κανονικότητας σε όλα. Κρατούσε για τον εαυτό του πάντα τον λιγότερο χώρο, τον ελάχιστο χρόνο. Ένας αόρατος άνθρωπος. 
          Χωρίς τραύματα πέρασε την γέφυρα από την παιδικότητα στην εφηβεία. Ούτε ακμή δεν παρουσίασε. Οι βαθμοί του στο απολυτήριο ακριβώς μέτριοι. Όσο έπρεπε για να γλιτώσει τους γονείς από την απογοήτευση της αποτυχίας αλλά και από την αμετροέπεια της επιτυχίας. Αργότερα έκανε και σχέση. Περισσότερο από την προσπάθεια του να έχει, να δείχνει παρών και να κρατάει ισορροπίες. Όταν εκείνη του ζήτησε να χωρίσουν το δέχθηκε αδιαμαρτύρητα.Ήταν ένας τρόπος κια αυτός να ξεφύγει ανώδυνα σχεδόν από τα δύσκολα διλήμματα των σχέσεων. Να ζήσεις δυστυχής με κάποια που αγαπάει υπερβολικά ή ευτυχής με κάποια που δεν αγαπάει αρκετά; Ιδιαίτερα όνειρα για σπουδές δεν είχε. Τον βοήθησε ευτυχώς και το εκπαιδευτικό σύστημα σ΄αυτό. Χώθηκε σε μια σχολή, όπου νάναι. Τελείωσε κι αυτή η εκκρεμότητα. Εκείνη την χρονιά έμαθε και πεταλούδα στο κολύμπι. 
         Βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία εισαγωγής ιατρικών μηχανημάτων. Περιβάλλον απαιτητικό όπου όλοι δρούσαν ανταγωνιστικά. Εκείνος ήταν στην τιμολόγηση των παραγγελειών. Είχε εφαρμόσει ένα τέλειο και γρήγορο σύστημα εύρεσης της τιμής και της αναπροσαρμογής του κάθε εξαρτήματος. Τελείωνε έτσι γρήγορα και αποτελεσματικά, έχοντας χρόνο να χαθεί στις αποθήκες ξεφυλλίζοντας περιοδικά, κατά προτίμηση τσόντες. 
        Όταν πέθαναν οι γονείς του δεν κατόρθωσε να κρύψει από τον εαυτό του την σκέψη πως πλέον δεν θα υπήρχε λόγος να τους ενοχλήσει ποτέ ξανά. Αμέσως μετά πήρε την πρώτη εθελούσια που του προσφέρθηκε και με το μικρό του κομπόδεμα αποσύρθηκε στο χωριό. 
        Να αυτοκτονήσει δεν σκέφθηκε ποτέ. Οι απρόβλεπτοι βλέπεις θάνατοι αφήνουν πάντα ένα ίχνος που κάποιος πρέπει να καθαρίσει. Του το απαγόρευε ο χαρακτήρας του, ούτε υπερβολικά τολμηρός, ούτε υπερβολικά δειλός. 
        Γέρασε πιο γρήγορα  από όσο είχε υπολογίσει με έντονη τριχόπτωση, διαστολή ενός κορμιού που κατέρεε ολοφάνερα και κάποιες αυξανόμενες μεταπτώσεις από την ευφορία στην μελαγχολία και από την οργή στην απάθεια Μια μέρα που ο ήλιος ήταν αδυσώπητος και έμπαινε από παντού στο σπίτι αποφάσισε να γίνει αόρατος. Κάθησε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, συγκεντρώθηκε, παραμένοντας εκεί σχεδόν ακίνητος στην ιδέα. Άρχισε να ανακτά σιγά σιγά την ψυχική του ισορροπία. Στην αρχή έγινε δυσδιάκριτος, αργότερα διάφανος και στο τέλος αόρατος. Έτσι όταν πέθανε, κανένας, ούτε καν ο ίδιος δεν το κατάλαβε.


Ζωγραφική Gustave Courbet


       

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Ονειροπαγίδα




        Κάθε φορά που κατηφορίζει την Ιπποκράτους έχει την αίσθηση που είχε έφηβος όταν έμπαινε με το ποδήλατο σε μια μεγάλη κατηφόρα. Τότε που έτρεχε κόντρα, όρθιος πάνω στην σέλα με τα πόδια και τα χέρια τεντωμένα, ακλόνητα πάνω στο τιμόνι, τα μαλλιά να τα παίρνει ο αέρας και τα πνευμόνια να γεμίζουν χαρά. Χαρά για εκείνη ακριβώς την στιγμή αλλά και για άλλες τόσες που θα ερχόντουσαν. Ήταν η εποχή της ακμής, των ονειρώξεων και των οιδιπόδιων συμπλεγμάτων. Ήταν τότε που εκείνη του είπε να ''διακόψουν'', ρήμα της μόδας τότε, και εκείνος καταπίεσε κάθε είδους δραματική αντίδραση για να μην την κάνει να νιώσει ένοχη. 
      Δεξιά κι αριστερά υψώνονται γκρίζες και ψηλές πολυκατοικίες που του κρύβουν τον ουρανό. Πάντα του έκρυβαν τον ίδιο ακριβώς ουρανό. Όλα είναι γνωστά και δικά του πολλά χρόνια τώρα. Τα καταστήματα του μοντελισμού, το βιβλιοπωλείο με τις τράπουλες ταρώ, το ωδείο, το τυροπιτάδικο γωνία Ναυαρίνου, τα χαρτοπωλεία, το μαγαζάκι με τα ινδικά και τις ονειροπαγίδες. Το λεωφορείο με τις απανωτές στάσεις. Το Φωταέριο βέβαια έκλεισε όπως και το βιβλιοπωλείο Ζαχαρόπουλος & Σια άλλα δεν μπορούν όλα να παραμένουν τα ίδια όπως κάποτε τα είχες γνωρίσει.
     Αυτό το γνωρίζει. Η μέση του τώρα πονάει κάποιες φορές. Τα μαλλιά του είναι πιο κοντά. Πήρε κάποια παραπάνω κιλά. Τον κυνηγά η ώρα πιο πολύ. Οι άνθρωποι που βλέπει να περπατούν γύρω του έχει την εντύπωση πως είναι πάνω στην ίδια ηλικία μ΄αυτόν. Πώς γίνεται διάολε αυτό; Όλοι μαζί μεγαλώνουμε; Ή μήπως δεν είναι τα χρόνια που μετράνε;
      Σήμερα όταν κατηφόριζε την Ιπποκράτους σκέφθηκε να τα γράψει όλα αυτά στο χαρτί. Μπήκε στο χαρτοπωλείο και ζήτησε ένα τετράδιο. Ο άντρας που τον εξυπηρέτησε είχε θλιμμένη έκφραση. Την στιγμή μάλιστα που του έδινε τα χρήματα έβαλε τα κλάματα. Δεν ήξερε στα αλήθεια αν έπρεπε να φύγει ή να μείνει να τον παρηγορήσει. Ποια ονειροπαγίδα  δεν λειτούργησε σωστά και έχασε ο άνθρωπος την υπόσχεση, αναρρωτήθηκε. Ποια θα μπορούσε να είναι η αιτία τόσο ασυγκράτητου και υπερβολικού θρήνου. Ήξερε βέβαια πως από μια ηλικία και πάνω έχεις ίσως περισσότερους λόγους να κλαις παρά να γελάς. Για μερικά δευτερόλεπτα έμειναν σιωπηλοί ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο άνθρωπος έβγαλε έναν αναστεναγμό. Τον ρώτησε αμήχανα αν νιώθει καλύτερα. Εκείνος είπε ναι, αν και ήξεραν και οι δυο πως έλεγε ψέματα.
        Με το τετράδιο στα χέρια βγήκε από το χαρτοπωλείο. Ιδέα δεν είχε για το τι μπορεί να έκανε τον άνθρωπο να κλαίει. Ιπποκράτους και Ακαδημίας τον περίμενε εκείνη.  Τα μαλλιά της αλογοουρά, φορούσε ένα τζιν μπουφάν, και όπως ήταν γυρισμένη φαινόταν ο άσπρος της λαιμός πάνω από το γιακά. Λόγος να μην γερνάς πιο γρήγορα απ όσο έχεις υπολογίσει και ο αέρας να μυρίζει υπόσχεση. 
    

Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Καλή Ανάσταση

  





    Η Ανάσταση είναι για τον καθένα κάτι διαφορετικό. Απέχεις απ΄αυτή διαφορετικό χρόνο, έχει διαφορετική οσμή, χρώμα, γεύση. Μπορεί να είναι αιώνες μακριά σου. Μπορεί μονάχα ένα λεπτό μακριά. Όσο περνούν τα χρόνια και προσπαθώ να μην χαθώ, να συνεχίσω να είμαι εδώ και να παλεύω, να επιμένω, επιμένει κι αυτή. Σαν να στέλνει μια αδιόρατη υπόσχεση πως πλησιάζει όσο εσύ θέλεις. 
    Η θλίψη σου είναι γνωστή. Έχει αφήσει τα χνάρια της, γι΄αυτό την αναγνωρίζεις εύκολα. Όπως όμως ο χρόνος φυσά, το ίδιο όπως μας φύσαγε πάντα κι εσύ παλεύεις να κρατηθείς, να δουλεύεις όλα αυτά που αγαπάς σιωπηλά με επιμονή, να μην σε καταπίνουν τα κενά, να υπάρχεις και για τους άλλους, όλους αυτούς τους ανθρώπους ανοιχτές πληγές, να γίνεσαι όλο και πιο απλός, πιο ανθρώπινος, οι φίλοι σου ν΄αντιλαμβάνεσαι πως είναι οι τροφοδότες σου και εσύ να μαθαίνεις πιο καλά ν΄αγαπάς, αυτή πλησιάζει γιατί εσύ πλησιάζεις. Συνειδητοποιείς τότε πως μπορεί να έχεις μια ζωή αληθινή και απλή αλλά σπουδαία χωρίς μεγαλοστομίες και πόζες. Καμιά φορά φθάνει ένα λεπτό. Καμιά φορά απέχει αιώνες. 

Καλή Ανάσταση
Ζωγραφική Χρήστος Μποκόρος

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Exit

  






       Ξεφυλλίζοντας το κουτί με τις φωτογραφίες βρήκα τα εισητήρια από την συναυλία της Μόνικα στο Λυκαβηττό τον Ιούνη του 2009. Ήταν το τελευταίο που κάναμε πριν με χωρίσεις. Πάντα μου άρεσε να κρατάω τέτοιου είδους χαρτιά. Αποδείξεις πως είχαμε περάσει κι εμείς από δω. Γι αυτό δεν αιφνιδιάστηκα που βρήκα τα εισιτήρια. Μονάχα που το ένα είχε ακόμα τα γράμματα σου πάνω να γράφουν exit, το αγαπημένο σου άλμπουμ και κόλλησα.
    Θυμήθηκα πως είχες επιμείνει πολύ να πληρώσεις τα εισιτήρια, πιθανόν γιατί είχες προετοιμάσει το τέλος και μάλλον θεωρούσες αναξιοπρεπές να έπρεπε από πάνω να πληρώσω εγώ.  Το ότι κράτησα ακόμα κι αυτό το εισιτήριο δεν μου προκάλεσε καμιά έκπληξη. Παρά το βάρος του μου φάνηκε σημαντικό να το φυλάξω, ίσως σαν μια αδιάψευστη απόδειξη ενός τέλους. Η αλήθεια είναι πως η επιλογή μιας συναυλίας ως ουδέτερου εδάφους με πόνεσε σχεδόν όσο και εκείνο το ‘’χάθηκε’’ που αποφεύγοντας το βλέμμα μου, ανακοίνωσες.
     Κοιτάζοντας τα γράμματα σου πάνω στο εισιτήριο χαμογέλασα. Θυμήθηκα πως λίγα λεπτά πριν χωρίσουμε, φιληθήκαμε. Θυμήθηκα πως είχες τα μαλλιά σου δεμένα αλογοουρά και περνούσες κάθε τρεις και λίγο δυο τούφες που ξέφευγαν πίσω από το αφτί. Για μήνες προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί. Υπολογίζαμε τις μέρες γονιμότητας, τις φάσεις της Σελήνης, τη βασική θερμοκρασία σώματος και τα πλεονεκτήματα συγκεκριμένων στάσεων. Κάναμε έρωτα με αθλητική πειθαρχία λόγω της σπουδαιότητας του σκοπού μας. Αν και τα ντοκουμέντα δεν διευκρίνιζαν τι ένιωθε ο καθένας μας εκείνη την στιγμή, είναι εύκολο να το συμπεράνει κανείς από την έκβαση.
         Όταν χωρίζεις από ένα εκατομμύριο πράγματα που είναι μια πόλη, γίνεται για σένα ένα. Ένα μεγάλο ένα. Αρρώστησα λίγο τις επόμενες μέρες. Σπάσανε τα νεύρα μου και έπεφτε η πίεση μου. Στη εκπομπή δεν ήθελα να μιλάω. Έβαζα συνέχεια τραγούδια και προσφορές. «Όποιος μου τηλεφωνήσει πρώτος θα του χαρίσω δύο βιβλία» έλεγα.  Όμως δεν μου τηλεφωνούσε κανείς. Η εκπομπή πήγαινε στην αρχή κατά διαόλου. Μετά τα πράγματα άλλαξαν. Ανήμπορος να λειτουργήσω εγκατέστησα ένα τέλειο λογισμικό που διαχειριζόταν και προετοίμαζε όλα για την εκπομπή στην αρχή και αργότερα για μένα. Από εκείνη την εποχή έχουν μείνει συνεντεύξεις, ψαγμένες επιλογές τραγουδιών, βίντεο, λίστα καλεσμένων, αρχειοθέτηση εκπομπών. Το λογισμικό είχε τα πάντα, ακόμα και φωνή. Εγώ και το λογισμικό είμαστε αχώριστοι εδώ και χρόνια. Σκέφτεται για μένα, απορεί, μαθαίνει, προετοιμάζει και κυρίως αρχειοθετεί για μένα. Επέλεξα την φωνή του ανάμεσα σε διάφορες επιλογές που είχα. Μια ερωτική γυναικεία φωνή να μου θυμίζει. Η μνήμη να ξέρεις είναι κανίβαλος. Κάποιες φορές το λογισμικό με αφήνει για λόγους αναβάθμισης. Όμως επιστρέφει σύντομα.
       Το θέατρο στο Λυκαβηττό έπαψε για λίγα χρόνια να λειτουργεί. Και μετά που λειτούργησε εγώ δεν ξαναγύρισα εκεί ποτέ γιατί δεν έτυχε συναυλία που ήθελα να πάω. Και επίσης γιατί, αν και έχουν περάσει χρόνια δεν θέλω να διακινδυνεύσω να πέσω πάνω σου και να πρέπει να σε χαιρετήσω, να σε ρωτήσω πώς είσαι, κι εσύ εμφανώς αμήχανη να πρέπει να με συστήσεις με έντονη χειραψία στον καινούργιο σου άντρα ή ακόμα χειρότερα στα παιδιά σου, φτυστά εσύ, που θα έπρεπε να είχαμε αποκτήσει. Η πόλη να είναι ένα εκατομμύριο πράγματα και για μένα να παραμένει ένα. Ένα μεγάλο ένα.


Ζωγραφική Duy Huynh      

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Θέλω


 

       ΄Ηταν κάποιος που έκλεινε όσα ήθελε σ΄ένα δωμάτιο. Λίγο πιο μεγάλο από ένα δωμάτιο φθηνού ξενοδοχείου, λίγο πιο άδειο από ένα εφηβικό υπνοδωμάτιο. Άνοιγε την πόρτα του δωματίου και άφηνε να πέσουν στο πάτωμα τα θέλω του. Καμιά φορά όταν του περίσσευε χρόνος, έμπαινε για λίγα λεπτά στο δωμάτιο και τα επεξεργαζόταν. Περπατούσε ανάμεσα τους, άνοιγε τα παράθυρα ν΄ανανεωθεί ο αέρας, τα χάιδευε στις γωνιώδεις επιφάνειες τους. Καμιά φορά όταν άρχιζε να ονειροπολεί, νόμιζε πως άφηνε την πόρτα του δωματίου ανοιχτή, και αυτά ελαφρά σαν πούπουλα πετούσαν και γέμιζαν τον αέρα. 
     Ό,τι κι αν γινόταν αυτός άφηνε τα θέλω του στο δωμάτιο. Ακόμα κι όταν ήταν Άνοιξη, ακόμα κι όταν είχε βρει εισητήριο για την συναυλία που πάντα ήθελε, ακόμα κι όταν ήταν Κυριακή. Ακόμα κι όταν πήγαινε λίγες μέρες στο αγαπημένο του νησί. Ακόμα κι όταν είχε γενέθλια
     Μια στιγμή άρχισε να μην αντέχει στην ιδέα πως το δωμάτιο ήταν μέσα στο σπίτι. Αρρώσταινε με την ιδέα πως το δωμάτιο θα γέμιζε κάποτε, κι εκείνος δεν θα είχε που να κλείσει τα θέλω του. Φοβόταν την περίπτωση που τα θέλω φούσκωναν σαν υγρασία τους τοίχους και περνούσαν και στ΄άλλα δωμάτια. Θα χτυπούσαν οι επιθυμίες τους τοίχους σαν προβολή ταινίας βουβού κινηματογράφου. Τα θέλω θα δραπέτευαν και τίποτα πια δεν θα ήταν το ίδιο. 
     Έπρεπε να πάρει γρήγορα απόφαση τι θα κάνει. Να κατορθώσει ξανά να βάλει σε μια σειρά την ζωή του. Να μην χάσει τον έλεγχο πριν είναι πολύ αργά. Έτσι έχτισε την πόρτα του δωματίου με διπλή σειρά τούβλα και τσιμέντο αφού είχε πρώτα αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. Πέταξε ένα στουπί βουτηγμένο στην βενζίνη από το ανοιχτό παράθυρο και έβαλε φωτιά. Τα θέλω λαμπαδιάσαν στο λεπτό. Μέρες σιγόσβηνε η φωτιά. Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα άλλο να καεί. Το σπίτι παρέμεινε σαν βομβαρδισμένο για μήνες. Ένα σαββατοκύριακο το επιδιόρθωσε. Η ζωή σιγά σιγά ξαναπήρε τον κανονικό της ρυθμό. Εκείνος πήγε ξανά λίγες μέρες στο αγαπημένο του νησί, βρήκε ξανά εισητήριο για την συναυλία που ήθελε. Η Άνοιξη ήρθε στην ώρα της και στα γενέθλια του πήρε διάφορα δώρα. Όλα είχαν επανέλθει όπως ήταν πριν. Μονάχα κάποια καλοκαιρινά βράδια, όταν έβγαινε στην βεράντα να ρεμβάσει, τον έπιανε μια βαριά μυρωδιά καμμένου. Έμπαινε μέσα στο λεπτό. Έκλεινε την πόρτα και τραβούσε τις κουρτίνες. Η μυρωδιά έμενε μέρες στα ρουθούνια του. Δεν έβγαινε με το νερό, ούτε με την αλμύρα της θάλασας. Ούτε με την δουλειά, ούτε με τα πολλά του καθήκοντα. Καθόταν στα ρουθούνια του όπως η πρωινή υγρασία στα παντζούρια. Τόσο όμορφη και τόσο υγρή μέσα στην σιγαλιά του πρωινού. Αδύνατον για τον καθένα να την ξεχάσει. 

ζωγραφική Jim Holland