Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Tίποτα




     Ένα δυο τρια, γέμισε το δωμάτιο τίποτα. Δεν είναι εύκολο να γεμίσεις το χώρο με τίποτα. Δεν είναι εύκολο να γεμίζεις το χώρο με πολλά τίποτα. Μετά από τόσα χρόνια όμως που παρακαλούσε για κάτι αληθινά ανατρεπτικό, κάτι πρωτότυπα επανασταστικό που θα ένωνε το ανέφικτο με το αδύνατον, τα τίποτα πλημμύρισαν την ζωή του. Μόνος του τα έφερε δηλαδή, να μην ζητάει και τα ρέστα. 
      Φαντάστηκε τώρα ένα χώρα γεμάτο τίποτα. Έβαλε και στη διάσταση του χώρου τίποτα. Χαμός. Χωρόχρονος τίγκα στο τίποτα. Όμως το τίποτα δεν φαίνεται. Αν ήθελε να δει το τίποτα θα έπρεπε να μεταβεί σε μια άλλη διάσταση. Να φύγει από το υλικό σύμπαν γιατί εδώ ο χώρος και ο χρόνος έχουν όρια. Όχι πως έξω απ΄ αυτό το κόσμο ο χρόνος ή ο χώρος είναι περισσότεροι ή μεγαλύτεροι ή ακόμα και άπειροι. Απλά δεν υπάρχουν. Ό,τι έβλεπε λοιπόν σ'αυτό το κόσμο δεν μπορεί να ήταν τίποτα. 
       Αφού όμως το τίποτα δεν φαίνεται, γιατί δεν βλέπει; Είναι μάλλον αυτό. Είχε γεμίσει τη ζωή του με τίποτα. Όμως ήξερε πως το τίποτα δεν φαίνεται. Ο χωρόχρονος του λοιπόν είχε γεμίσει με τίποτα και ούτε που το είχε πάρει χαμπάρι. Προφανώς θα ήταν και άλλοι σαν κι αυτόν και δεν θα είχαν ούτε κι αυτοί καταλάβει τίποτα. Κανείς δεν μπορεί να δει το τίποτα. Γι΄αυτό και κανείς πια δεν βλέπει. 

Η καντίνα


     
       Τι σημασία έχει τι όνομα να του δώσει. Έχοντας περάσει τρεις μέρες μέσα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στη Θεσσαλονίκη δεν ήθελε να δει άνθρωπο. Εντελώς ξαφνικά δεν είχε την παραμικρή διάθεση να βρεθεί κοντά τους. Ό,τι στο διάολο και αν το έλεγαν αυτό. Βέρτιγκο, ανθρωποφοβία, ίλιγγο. Την τρίτη μέρα αργά το βράδυ άνοιξε την πόρτα δειλά και αφού σιγουρεύτηκε πως δεν κυκλοφορούσε ψυχή, βγήκε να περπατήσει. Στο δρόμο αγόρασε με συνοπτικές διαδικασίες από μια καντίνα μια μπύρα. Πέρασε άλλες δυο μέρες να μετράει τις τετράγωνα της μοκέτας. Έκτοτε για ολόκληρες εποχές νόμιζε πως δεν ζει. 
    Μέχρι που κάποια στιγμή είπε: To έζησα κι αυτό. 

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Ένα χάδι στο λόφο

You are my man 
Tώρα και πάντα



'Ενας άγιος είναι κάποιος που έχει εκπληρώσει ένα ενδεχόμενο που οι υπόλοιποι άνθρωποι έχουν αμυδρές πιθανότητες να πετύχουν. Είναι αδύνατον να πει κάποιος ποιο είναι αυτό το ενδεχόμενο. Νομίζω ότι σχετίζεται με την ενέργεια της αγάπης. Η επαφή με αυτή την ενέργεια καταλήγει στην επιβολή ενός είδους ισορροπίας στο χάος της ύπαρξης. Δεν πιστεύω πως ένας άγιος μπορεί να διαλύσει το χάος. Αν είχε τέτοια δύναμη, ο κόσμος θα είχε αλλάξει από καιρό. Δεν πιστεύω ότι ένας άγιος μπορεί να διαλύσει το χάος ούτε για τον ίδιο του τον εαυτό, γιατί υπάρχει κάτι αλλαζονικό και πολεμοχαρές στην ιδέα ενός άντρα να βάζει τάξη στο σύμπαν. Το μεγαλείο ενός αγίου έγκειται στο ότι επιτυγχάνει μια μορφή ισσοροπίας. Γλυστράει πάνω στους χιονόλοφους σαν αδέσποτο έλκηθρο. Η πορεία του είναι ένα χάδι στο λόφο.

"Υπέροχοι απόκληροι" - εκδόσεις Κέδρος

Leonard Cohen




Show me the place, where you want your slave to go
Show me the place, I've forgotten I don't know
Show me the place where my head is bend and low
Show me the place, where you want your slave to go
Show me the place, help me roll away the stone
Show me the place, I can't move this thing alone
Show me the place where the word became a man
Show me the place where the suffering began
The troubles came I saved what I could save
A shred of light, a particle away
But there were chains so I hastened to the hay
There were chains, a lot of chains
Like a spade
Show me the place, where you want your slave to go
Show me the place, I've forgotten I don't know
Show me the place, where you want your slave to go
The troubles came I saved what I could save
A shred of light, a particle away
But there were chains so I hastened to the hay
There were chains so I loved you like a slave
Show me the place
Show me the place
Show me the place
Show me the place, help me roll away the stone
Show me the place, I can't move this thing alone
Show me the place where the word became a man
Show me the place where the suffering began

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Ένα μεγάλο παιδί


   


     Όταν κάποιος τολμά να μην πάρει τον εαυτό του πολύ σοβαρά. Να μην κάνει αστεία  αλλά να είναι αστείος, να κοροιδεύει τους σοβαροφανείς, να μην είναι απελπισμένος, να αντέχει να αμφισβητήσει ακόμα και την ίδια την πραγματικότητα αφού μπορεί να μεταμφιεστεί σε κάποιον άλλον διαφορετικό από τον ίδιο του τον εαυτό, ενώ όλοι γύρω του είναι σπουδαιοφανείς και αγέλαστοι, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι ένας Τόνι Έρντμαν. Είναι άραγε ένας κλόουν;
Ίσως. Είναι ένας μεγάλος κλόουν. Απ΄αυτούς που δεν διστάζουν να τσαλακώσουν τον εαυτό τους και να γίνουν καραγκιόζηδες, όχι από μοναξιά αλλά γιατί είναι μεγάλα παιδιά που παίζοντας ζουν.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Φθινόπωρα


   
       Μέσα στον ύπνο της είχε όλο φθινόπωρα. Νεκρά φύλλα γέμιζαν τα όνειρα της. Άδεια πάρκα, μισοκλεισμένες τέντες, αδιάβροχα, βοριάδες που ρίχνουν ξερά φύλλα. Για να καταλάβει καλύτερα τα φθινόπωρα έκανε ησυχία. Μέσα στην ησυχία μπορούσε ν΄ακούει το ανεπαίσθητο θόρυβο που κάνουν τα φύλλα όταν πέφτουν, τις σταγόνες των πρώτων βροχών που κυλούν στα σκονισμένα τζάμια. Χαμήλωνε το θόρυβο που χρειάζεται η ζωή για να επιβεβαιωθεί όπως χαμηλώνεις το volume στο ραδιάκι του αυτοκινήτου και αφηνόταν στα φθινοπωρινά τοπία.
     Τα φθινοπωρινά τοπία σπάνια έχουν ανθρώπους. Συνήθως είναι όλοι απόντες από εκεί και τα ίχνη τους έχουν μείνει μετέωρα για να ζωντανέψουν μια άλλη εποχή. Ίσως να μην ξαναζωντανέψουν κάποια άλλη εποχή, όμως αυτή δεν το ξέρει. Τα φθινόπωρα της είναι γεμάτα απουσίες και για αυτό την εξοικειώνουν με την απώλεια. Συχνά κάθεται πάνω σε βουνά ξερών φύλλων και ξεφυλλίζει άλμπουμ με φωτογραφίες χθεσινών μορφών που τις κατάπιε ο χρόνος. Άλλοτε πάλι σηκώνεται και φτυαρίζει τα ξερά φύλλα για να τα πετάξει μακριά. Να καθαρίσει ο τόπος. Ν΄αλλάξει ο χρόνος δέρμα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αποδεχθεί την απώλεια. Η αποδοχή της απώλειας είναι πάντα κάτι μεγάλο και σπουδαίο που φέρνει μια νέα αρχή.  
     Ο ουρανός του φθινοπώρου την περιέγραφε. Αποφασισμένα, ασημένια σύννεφα που ταξίδευαν ψηλά στον ουρανό, κατέβαιναν όμως και έφεραν συχνά βροχή. Η βροχή έμπαινε μέσα στα παπούτσια της, έβρεχε και διαπερνούσε τα ρούχα της μέχρι που έφθανε στο μεδούλι  έτσι όπως συνήθως την έβρισκαν απροστάτευτη.  
     Φυσικά για κάποιο σκοπό γινόντουσαν όλα αυτά. Τα σύννεφα την περίμεναν πάντα έτοιμα. Σαν ένας τρόπος να μετρά αυτά που έφυγαν προς τα πίσω σχηματίζοντας ένα συνεχώς αυξανόμενο βουναλάκι.  Μαζί μ΄αυτά στο ίδιο βουναλάκι έβαζε κι όλα αυτά που ήθελε ν΄αλλάξει κατά καιρούς και ακόμα δεν τα είχε καταφέρει. Καθώς λοιπόν κατανοούσε όλο και περισσότερο κάθε φορά τα φθινόπωρα, πλησίαζε όλο και κοντύτερα εκείνο το πολυπόθητο ''δεσμεύομαι''.
        Δεσμεύομαι μονολογούσε πως ακόμα κι αν η συνατγή δεν είναι συναρπαστική αλλά αντίθετα λίγο πολύ μονότονη ή ακόμα και βολική, θα σφουγγίζω με τα σύννεφα την επιδερμίδα του χρόνου για να μπορούν να κυλούν ανεμπόδιστα οι εποχές και να ξεσκεπαστούν όλες οι αυταπάτες, να πάψει να τις παίρνει σοβαρά. Να κρατήσει μόνο μια. Όταν βλέπω την βροχή, το ένα μισό μου μισό να νομίζει πως είναι θαύμα. Ενώ το άλλο μισό μου, αυτό που δεν  πιστεύει στα θαύματα, να πιστεύει στο τυχαίο.

Φωτογραφία Anna Morosini


Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα




      Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα ζούσαν απλά. Τον χειμώνα όταν γυρνούσαν από την δουλειά ρίχναν στη σόμπα ξύλα και μαλάκωναν το κρύο. Τηλεόραση στα βαγόνια δεν υπήρχε. Αν ήθελαν θα μπορούσαν να ρίξουν μια μπαλαντέζα, να πάνε να βρουν μια γεννήτρια και να πάρουν ρεύμα. Όμως δεν ήθελαν. Τους αρκούσε που μάθαιναν τα νέα ο ένας του άλλου. Καθόντουσαν γύρω από ένα κύκλο τα βράδια και λέγανε τα νέα τους. Γέλαγαν, εξηγούσαν, περιέγραφαν, ρωτούσαν. Με δυο λόγια συζητούσαν. Καμιά φορά έκλαιγαν για κάτι θλιβερό που είχε συμβεί και έδιναν ο ένας χαρτομάντηλα στον άλλο. Πιάνανε κουβέντα και μαλάκωναν την μοναξιά. 
     Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα διάβαζαν πολλά βιβλία. Ο ένας δανειζόταν βιβλία από τον άλλο, γι΄αυτό είχαν κάνει μια συμφωνία να μην σημειώνουν ποτέ με μελάνι πάνω στα βιβλία. Να σημειώνουν μονάχα με μολύβι και μόνο αν ήταν μεγάλη ανάγκη, γιατί θα περνούσε το βιβλίο από πολλά χέρια, πολλά μάτια θα μελετούσαν τις σελίδες του και χρειαζόταν να αφήσουν χώρο και για τους υπόλοιπους. Διάβαζαν βιβλία και μαλάκωναν τον φόβο. 
    Στα τραίνα έπαιζε τα βράδυα μουσική. Οι ένοικοι είχαν φτιάξει διάφορα σχήματα εγχόρδων,  πνευστών και κρουστών. Εναλλάσσονταν οι μουσικές και κάποιες φορές παύαν τα σχήματα και μονοπολούσε την μουσική ένα και μόνο όργανο. Ήταν η μέρα του, η στιγμή του, ήταν τότε που ο μουσικός έσκαβε μόνος του μέχρι τους άλλους ενοίκους. Ήταν τότε που και οι άλλοι ένοικοι έσκαβαν, μέχρι αυτόν. Έξω από το τραίνο, κάτω από ένα υπόστεγο υπήρχε ένα πιάνο. Αυτό σηματοδοτούσε πιο μεγάλες γιορτές τότε που ερχόντουσαν ένοικοι από άλλα τραίνα πιο μακρινών περιοχών. Γνώριζαν άγνωστους μέχρι τότε ανθρώπους. Μεγάλωνε ο κόσμος τους και ήταν αιτία αυτό για μεγάλη γιορτή. Παίζανε μουσική και μαλάκωναν τον χρόνο. 
      Οι άνθρωποι που έμεναν  στα τραίνα χόρευαν. Παίζαν μουσική και χόρευαν. Έδιναν στον εαυτό τους μια ευκαιρία να ξεμουδιάσει το σώμα τους. Σαν μωρό να ακουμπήσει λίγο πιο κοντά στους παλμούς της καρδιάς και να ηρεμήσει. Χόρευαν άλλες φορές σε γρήγορους, χαρούμενους ρυθμούς και άλλες φορές σε αργούς, μελαγχολικούς. Ο ρυθμός αυτός είχε να κάνει λίγο με την εποχή του χρόνου. Σε φθινοπωρινή εποχή διάλεγαν πιο χαμηλούς ρυθμούς. Τα καλοκαίρια διάλεγαν γρήγορους, διεγερτικούς. Χόρευαν και μαλάκωναν τον πόνο. 
      Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα ονειρευόντουσαν. Όχι μια καλύτερη ζωή, αλλά να κρατήσει κι άλλο το τραγούδι του τριζονιού στην σιγαλιά της ήρεμης νύχτας. Να κρατηθεί κι άλλο ο παφλασμός του κύματος στην αγαπημένη ακτή. Να μείνει για πάντα ζεστό το χέρι του όταν κρατάει το δικό της, και τα μαλλιά της να ανεμίζουν ανέμελα στο αεράκι της Άνοιξης. Οι βάρκες να  μεταφέρουν ταξιδιώτες που ψάχνουν να γνωρίσουν κι άλλες γωνιές της γης, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Τα όνειρα αυτά δεν σταματούσαν. Το ένα διαδεχόταν το άλλο, όπως η μια στιγμή την άλλη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στα τραίνα ζούσαν αληθινά. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που δεν ήταν πολλοί. Οι άνθρωποι είναι δύσπιστοι στην αλήθεια.
     Έτσι τους γνώρισε η Μαρία τις μέρες που έζησε μαζί τους. Απλούς και αληθινούς. Ήρθε όμως η μέρα που έπρεπε να φύγει. Έπρεπε ήθελε δεν ήθελε να επιστρέψει στην άλλη, την κανονική της ζωή. Πήρε το πρώτο αεροπλάνο και γύρισε. Από τις αφίξεις πήγε κατευεθείαν στη στάση του λεωφορείου. Σε μια ώρα το πολύ θα ήταν σπίτι. Σε κάθε στάση επιβάτες έμπαιναν και άλλοι έβγαιναν. Οι περισσότεροι με βαλίτσες στο χέρι και σακίδια στους ώμους επέστρεφαν από ταξίδια. Η ώρα περνούσε, πλησίαζε σχεδόν στην μέση της διαδρομής. Το λεωφορείο σταμάτησε στο φανάρι, έξω από ένα φούρνο. Η Μαρία κοίταξε από το παράθυρο. Δεκάδες μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα στο δρόμο. Οι οδηγοί μέσα στα αυτοκίνητα μιλούσαν στα κινητά και χειρονομούσαν νευρικά. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν βιαστικά από τις ηλεκτρικές πόρτες στο φούρνο κρατώντας σακούλες με ψωμιά και κουλούρια, και άλλοι προσπαθούσαν να παρκάρουν για να πάνε στις δουλειές τους. Σε ότι τέλος πάντων ονόμαζαν δουλειές τους. Καλύτερα θα ήταν να έλεγαν στα κομμάτια που σπάγανε την ζωή τους. 
       Η Μαρία κοίταζε έξω από το παράθυρο. Σε τίποτα απ΄όλα αυτά δεν κολλούσε. Το ήξερε. Θα είναι αργά σκέφτηκε για μια στιγμή να ξεκουμπιστεί να φύγει, να γυρίσει πίσω στα τραίνα.  Να δώσει μια να ξεκολλήσει. Κάτι περίμενε να συμβεί, που θα της έδινε την λύση. Κάτι, οτιδήποτε. Να ανάψει το φανάρι, ν΄ανοίξει η πόρτα, να προσγειωθούν στην οροφή του λεωφορείου εξωγήινοι και να κάνουν κατάληψη. Κάτι να μηδενίσει το κοντέρ. Να ξαναρχίσει ο χρόνος να μετρά θαύματα.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η καραβίδα


 
     Τι μπορεί να κάνει μια καραβίδα να φοβηθεί ένα γουρούνι;
Αυτό αναρρωτιόταν η καραβίδα ενώ προχωρούσε ανάποδα για να μην δαγκώσει άθελα της κανέναν και για να αποφύγει πάση θυσία να σταθεί οτιδήποτε άλλο εκτός από ακούσια φταίχτρα. Αυτό το ήξερε η ίδια όπως το ήξεραν και τα άλλα ζώα του βασιλείου, όπως και κάμποσοι άνθρωποι απ΄αυτούς που ήταν οι καλύτεροι φίλοι των ζώων.
  Εκείνη ακριβώς την στιγμή διασταυρώθηκε μ΄ένα γουρούνι. Το γουρούνι μπερδεμένο με το πίσω μπρος γύρισε και την κοίταξε υποτιμητικά. Για την ακρίβεια γύρισε και είδε τα οπίσθια της υποτιμητικά, αφού όπως είπαμε η καραβίδα προχωρούσε ανάποδα.
- Δεν νομίζεις μικρή πως αυτό δεν αρμόζει σ΄ένα γουρούνι; ρώτησε με αναίδεια.
- Κύριε, του απάντησε στο λεπτό αυτή, όπως είμαστε τώρα είναι η πιο καταλλήλη σχέση ανάμεσα μας. Ένας υπερβολικά δουλοπρεπής έχει πάντα μέσα στα μάτια του τον άλλο σαν γουρούνι.
   Είπε και συνέχισε άθικτη τον αραχνιασμένο δρόμο της.

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Part time




     Έμαθα πως τελειώνει το καλοκαίρι.  Βγήκα να σκουπίσω τη σκόνη που άφησε πίσω του. Μαζί μ΄αυτή και τις ηλιοκαμμένες , μποτοξεκολλημένες αγένειες προς τα παιδιά που έτρεχαν πάνω κάτω να φέρουν τους καφέδες και τα μοχίτα στις ξαπλώστρες, Τα χαρτάκια του εφτάψυχου λαιφσταιλ και τα κομματάκια όλων αυτών που άλλο ήθελαν να είναι στην ζωή και άλλο είναι γιατί ποτέ δεν τόλμησαν. 
     Ενώ θα σκουπίζω , πίσω από ένα βράχο θα βρω ένα πεταμένο ζευγάρι παλιά παπούτσια φαγωμένα. Θα τα μαζέψω κι αυτά κρίμα είναι να ενοχλούν τις πεταλίδες. Θα αναρρωτηθώ αν τo πέταξε κάποιος γιατί πέρασε η μόδα  του ή αν τέλειωσε  η ζωή του άδοξα παλεύοντας ηρωικά το χρόνο που δεν καταλαβαίνει και δεν εξαγοράζεται. .
    Το φάγωμα της σόλας ίσως μαρτυρήσει την αλήθεια. Αν είναι άγρια φαγωμένα ίσως ανήκουν σ΄έναν από αυτούς τους ανθρώπους που δουλεύουν και στέκονται όρθιοι  ή περαπτούν πολύ ή πάνε κι έρχονται από το ένα σημείο στο άλλο. Αν είναι λίγο φαγωμένα , μπορεί να ανήκουν σε κάποιον που κάνει δουλειά γραφείου, καθιστική. Μπορεί ακόμα να ανήκει σε κάποιον που πήδηξε σ τελευταία στιγμή στο νερό για να σωθεί , να κολυμπήσει μέχρι την απέναντι ακτή, για μια νεα πατρίδα, για μιαν Ελένη ή τουλάχιστον  για μια part time δουλειά. Όπως και να ναι, είναι δεν είναι φαγωμένα  θα έπρεπε κανονικά να βρίσκονται αλλού και όχι στην ακτή. 
     Θα τελειώσω την σκούπα και θα ξέρω πως όσα καλοκαίρια κι αν περάσουν , τ΄όνειρα μας μουλιάζουν στα φθινόπωρα.
      

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Η κολυμβήτρια



         Καίει ο ήλιος, η ζέστη απλώνεται, κυλάει ο ιδρώτας σου. Αφήνεις κάτω το σακίδιο σου, γδύνεσαι, πετάς τα ρούχα σου δεξιά κι αριστερά. Είναι η στιγμή που μπαίνεις στη θάλασσα μετά από έναν ολόκληρο χρόνο. Βήμα βήμα από τη φτέρνα στον αστράγαλο και το γόνατο, προχωράς. Τα πόδια βουλιάζουν στο νερό. Ξεπλένονται με αλάτι. Αρχίζεις να πιστεύεις πως το καλοκαίρι ήρθε και για σένα. Ο αέρας γεμίζει υπόσχεση. Είσαι τώρα στη μέση. Εδώ σταματάς μερικά παραπάνω δευτερόλεπτα, εδώ είναι ακουμπισμένα πολλά βαρίδια. Έτσι εξηγείται που σε πονά η μέση ανεξήγητα όλο το χρόνο κάποιες στιγμές. Το σήμερα μπλέκει με το χθες. Οι σημερινές υποσχέσεις με τις παλαιές σαν το υποβρύχιο στο νερό. 
      Δώδεκα χρόνια πριν στην Αμοργό μεθυσμένη, στην Φολέγανδρο ερωτευμένη, στην Ίο έγκυος. Πιο παλιά στην Χίο φρέσκια, ξεκούραστη με κοντά μαλλιά, μέλος της παρέας που σ΄έμαθε να φτιάχνεις τα πέλματα της ανεμελιάς σε όλους τους ισημερινούς της γης. Να πιστεύεις στα θαύματα, να μιλάς με τα φεγγάρια και τ΄αστέρια. Στα Κύθηρα πρόπερσυ περισσότερο πρόσφατα εσύ. Περισσότερο συγκεντρωμένα εσύ. Εσύ και το δευτερόλεπτο της ζωής. 
    Ακολουθούν οι ωμοπλάτες. Εκεί φυτρώνουν τα φτερά, όταν ο άνθρωπος γίνεται πουλί. Θα πρόσεξες πόσο δυνατά είναι τα κόκκαλα στις ωμοπλάτες. Είναι για να αντέχουν να σχίζουν τους αιθέρες. Οι ωμοπλάτες δεν κουβαλούν τόσο βάρη, όσο σχοινιά. Είναι δεμένες με χοντρά καραβόσχοινα. Κρατούν δεμένα σφιχτά τα θέλω. Σε κάνουν να απεύχεσαι. Να αρνείσαι, να φοβάσαι.  Να ξεχνάς πως έχεις θέση για φτερά και να ζητάς σωσίβια. Ψέματα -σωσίβια. Να σκύβεις για να περάσει ανεμπόδιστος ο αναμενόμενος εαυτός σου. 
   Έφτασε η ώρα. Μπαίνεις ολόκληρος στο νερό. Βουλιάζεις το κεφάλι σου. Μυρίζει ιώδιο παντού. Επουλώνεσαι. Σηκώνονται όρθια τα μαλλιά σου. Χάνεται ο χρόνος, ενώνεσαι αβίαστα με το βυθό, ενώνεσαι με το ρευστό, το ακαθόριστο. Κινείσαι με τον μοναδικό σου τρόπο και γίνεσαι μέρος του όλου. Από κάπου μπαίνει ένα φως, σκορπίζοντας ελπίδα σε όλο το χρόνο. Η ελπίδα εγκόλπωμα του χρόνου. Μέσα σε δευτερόλεπτα είσαι ξανά μέσα στην μήτρα. Από εκεί ακριβώς που ξεκίνησες.
     Την στιγμή που βγήκες στην επιφάνεια, στις ωμοπλάτες σου νόμιζες πως φύτρωσαν φτερά. Η ακτή ήταν ίδια αλλά εσύ είχες αλλάξει. Σαν να πέρασε ένας περιοδεύων θίασος μ΄έναν ιπτάμενο ακροβάτη που πέταξε αρκετές φορές βουίζοντας πάνω από τους κολυμβητές, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία γιατί δεν είχαν ξαναδεί ιπτάμενο ακροβάτη και δεν ήξεραν να ξεχωρήσουν αν τα φτερά ήταν από άγγελο ή από ιπτάμενο δεινόσαυρο ή από διαστημικό αλογάκι της θάλασσας.
     Γι΄αυτό κι όταν γίνονται θαύματα και βγάζει κάποιος κολυμβητής ή κολυμβήτρια φτερά, οι υπόλοιποι νομίζουν πως τρελάθηκε και συνεχίζουν να τον βλέπουν με απορία ή με αδιαφορία. Ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή τους βασανίζει ο θόρυβος των αστεριών που η νύχτα θα φέρει στην ακτή που έγινε το θαύμα.



Ζωφραφική Priscilla Watkins
    

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Σκέψεις καλοκαιριού









Σκέψεις καλοκαιριού που επιμένει χειμώνες καλοκαίρια.

Από εκείνη την ημέρα και μετά για αρκετές βδομάδες η μυρωδιά παρέμεινε στη θάλασσα. Πότισε τα ξύλινα πατώματα, το νερό, τα τρόφιμα και άνθρωπος δεν μπορούσε να σταθεί χωρίς να την νιώθει.






Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Το πιάνο έχει κάνει φτερά



     Προχωράς χωρίς να κάνεις θόρυβο. Αν και δεν ξέρεις τι μπορεί να συναντήσεις, δεν φοβάσαι, γιατί μπορείς να προαισθάνεσαι τους κινδύνους. Στο σάκο σου κουβαλάς ένα εγχειρίδιο και ένα πιστόλι. Κρατάς τις φωτογραφίες και τ΄αναμνηστικά από τις εξορμήσεις και τα ταξίδια σου σ΄ένα τετράδιο, μ΄ένα τριανταφυλλάκι σε απόχρωση σάπιου μήλου που ζωγράφισες μόνος απ ΄έξω. 
     Εκπλεπτυσμένες πόζες, κουβέντες και καμώματα ανακατεμένα και πεταμένα μέσα στο   τετράδιο. Ξεχωρίζεις μια φωτογραφία μέσα από το σωρό. Φαίνεσαι με τα χέρια γρατσουνισμένα καθώς έχεις στραγγαλίσει μια ολόκληρη μέρα. Στο τοίχο είναι κρεμασμένη από μια πρόκα μια ξέπνοη βδομάδα τόσο τελειωμένη όσο την στιγμή που της έριξες μια rσφαίρα στο κεφάλι μεταξύ Τετάρτης και Πέμπτης.
      Κρατάς σφιχτά την αίσθηση πως κάτι επίκειται να συμβεί.  Πολύ παλιά γνωστή αυτή η αίσθηση. Από εκείνα τα πρώτα ακόμα χρόνια που είχες την ικανότητα να σκοτώνεις με το ζόρι μια ώρα μέσα σ΄ένα απόγευμα ή ακόμα και ολόκληρο τ΄απόγευμα. Μετά ήρθαν μέρες, μήνες, ακόμα και χρόνια που ξέκανες πριν την ώρα τους. Τώρα τελευταία μπορείς να εξολοθρεύεις και ολόκληρες εποχές. Δυο τρεις τις κράτησες βαλσαμωμένες για να τις θυμάσαι με πρώτη ευκαιρία. Συνήθισες το κρύο άγγιγμα το πιστολιού, την ένταση της σκανδάλης, το σταθερό πάντα τίναγμα της εκπυρσοκρότησης. Αφουγκράζεσαι την ανάσα  του θηράματος την ίδια ώρα που υπολογίζεις τις διαστάσεις του.  Όμως η στιγμή κυλάει. Κυλάει μέσα από τα χέρια σου και εσύ μένεις να την κοιτάς να χάνεται. 
     Όπως και νάναι, αργά ή γρήγορα καθώς προχωράς αναγνωρίζεις την ευθύνη και τον κίνδυνο μέσα σ΄αυτό το θολό, βραδινό τοπίο με τους πολλούς γνωστούς αγνώστους   τριγύρω. Κάποτε υπήρχε ένα πιάνο σ΄αυτό το παράξενο θίασο. Όμως το πιάνο τώρα έχει κάνει φτερά. Στο λευκό χαρτί σε περιμένουν οι άδειες γραμμές. Είναι οι άδειες στιγμές. Η ζωή χωρίς. Άγραφες μπροστά σου οι αχνές γραμμές μοιάζουν με μονοπάτια που θα μπορούσαν να σε οδηγήουν σε μια ζωή μαζί. Αρχίζεις να αισθάνεσαι την υγρασία του εδάφους κάτω από τις αρβύλες σου και τότε ή πυροβολείς και σκοτώνεις το χρόνο ή ο χρόνος σκοτώνει εσένα.



Buster Keaton στην ταινία ''Τα φώτα της ράμπας''
Τα Φώτα της Ράμπας


     
              

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Μικρή εικόνα



     Σήμερα τον πήρε ο ύπνος στο μετρό λίγο πριν φθάσει. Λεπτά ήταν. Ανάμεσα σ΄εκείνα τα λεπτά πρόλαβε και είδε εκείνο το αγόρι που έστειλε μια συλλογή ποιημάτων σ΄έναν εκδότη ενώ ήταν ακόμα πρωτοετής φοιτητής με την ελπίδα, με την πίστη πως θα τα καταφέρει. 
    Τινάχθηκε από το φόβο μήπως πέρασε την στάση. Είχε χρόνο ακόμα. Έσταζε ιδρώτα μέσα στο βαγόνι. Ακούμπησε το χέρι του στο παράθυρο και ξαναέκλεισε τα μάτια του. Ο συρμός ξεκίνησε πάλι. Σαν να χάθηκε ξανά ο χρόνος, σε μια απειροελάχιστη κίνηση από την μια στην άλλη στιγμή βούλιαξε ξανά σ΄εκείνον τον παιδικό του εφιάλτη. Εκείνος έμενε μόνος στο λεωφορείο και κατέβαινε η μητέρα με τον αδερφό του. Σαν κάτι να γλυστρούσε προς τα πίσω και κάτι την ίδια στιγμή να ξέφευγε προς τα μπρος, οι δυνάμεις τους να ήταν ίσες και έτσι αυτός να μένει στο παρόν. Σαν ακίνητος. 
     Πετάχθηκε την τελευταία στιγμή και πρόλαβε να βγει στην σωστή στάση. Τι γίνονται όλα αυτά που δεν έζησε ποτέ; Που κατοικούν μονάχα στα όνειρα του; Που έφυγαν προς τα πίσω μια ανείπωτη στιγμή; Ένα βουναλάκι ολόδικων του εμπειριών που συνεχώς αυξάνεται. 
      Έσκυψε να δέσει τα αιωνίως άλυτα κορδόνια του. Ιούλης μήνας και η ζέστη δεν έπεφτε ούτε την νύχτα. Λίγα τα χρήματα για διακοπές. Και εκεί όπως ήταν σκυμμένος πάνω σε μια σπιθαμή ζεματιστού πεζοδρομίου σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό. Ένα δειλό που του έμοιαζε αστέρι κρυβόταν πίσω από ένα αχνό σύννεφο, και ήταν αυτό κάτι που άξιζε να κοιτάει. Κυρίως για να μην χαθεί ο αέρας ο κοπανιστός όπως του άρεσε να λέει.
     Όπως ακριβώς μέσα στις φλέβες κυλάει αίμα γεμάτο, όχι μετάνοια αλλά λαχτάρα και θέληση για εκεί που δεν έχει φθάσει ακόμα. Έστω κι αν δεν υπήρξε ούτε στιγμή η πιθανότητα που θα μπορούσε να είχε φθάσει. Όσο θα μπορεί να κοιτάει κάτι παραπέρα, θα υπάρχει ακόμα στην ανοιχτή θάλασσα εκείνη η τόσο μικρή σπιθαμή που δεν βούτηξε ακόμα. 



Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

15/6/1994


23/10/1925 - 15/6/1994

Όμως εκείνος κουβαλούσε μέσα του τόση αγάπη που δεν αφέθηκε να επηρρεαστεί ή να φοβηθεί από το θαύμα παρά έζησε και έγραψε με την μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, για να δώσει αντί να πάρει , για να μας δείξει ο ίδιος την Οδό Ονείρων.