Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Ήχοι της πόλης




       Είναι ωραίο να περπατάς. Είναι ένας τρόπος να αφεθείς. Κάποιες φορές βάζεις τα ακουστικά και ταξιδεύεις σε τόπους που μ΄ένα δικό τους απερίγραπτο τρόπο σου είναι γνώριμοι κι άλλες φορές χωρίς ακουστικά, ακούς τις σκέψεις σου αφιλτράριστες  μέσα στους ήχους της πόλης. 
         Εδώ και κάποια χρόνια αυτό που ακούς στους ήχους της πόλης είναι μελαγχολία. Ο κόσμος  μελαγχολεί. Η μελαγχολία δεν έχει πάντα μουντά χρώματα. Ούτε πάντα ακούγεται μέσα σε αναστεναγμούς. Βλέπεις κάποιους ανθρώπους που πάνε εδώ κι εκεί, γελάνε, ποστάρουν φωτογραφίες και όταν τους ρωτήσεις ''πώς είσαι;'' απαντούν αμήχανα, διστάζουν. Σαν να μην ξέρουν τι να πουν. Δεν είναι όλα πάντα όπως φαίνονται. 
      Βλέπεις ένα φίλο μετά από καιρό τυχαία στο μετρό. Ανταλλάσεις δυό κουβέντες τυπικές, προσπαθείς να καταλάβεις, να πιάσεις το νήμα από εκεί που το έχεις αφήσει. Πού είσαι; Πώς πας; Καλά, αλλά κλείστηκα λίγο μέσα. Ήμουν στα κάτω μου. Δεν έβγαινα. Τουλάχιστον σου είπε κάτι αληθινό, σκέφτεσαι. Παράτησε τα προσχήματα, σ΄ εμπιστεύεται ακόμα. Όλα καλά θα πάνε του λες. Θα πάνε; 
     Όπως και όταν πριν λίγες μέρες ο Θοδωρής σου είπε πως στην άδεια του δεν πήγε πουθενά. Τα χρήματα δεν έφταναν να πάει κάπου αλλού εκτός από το χωριό. Όμως δεν  πήγε γιατί  δεν είχε όρεξη να πάει πάλι στο χωριό αφού εκεί είναι μια κολλημένη κατάσταση που δεν αντέχει άλλο. Το ίδιο του είπες. Όλα καλά θα πάνε. Θυμάσαι τι σου απάντησε; Πως εσύ το λες αυτό γιατί είσαι αισιόδοξη από το DNA σου.
      Δεν ξέρω τι κάνει έναν άνθρωπο αισιόδοξο. Αν είναι στο DNA του ή είναι μια ικανότητα που μπορείς να την δουλέψεις. Συνήθως η ζωή μας δείχνει πως τίποτα δεν είναι μόνο ένα. Όπως και τίποτα και κανείς δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Όμως νιώθω πολλές φορές πως ο θετικά σκεπτόμενος άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως γραφικός από μερικούς στους στραπατσαρισμένους καιρούς που ζούμε. Λες και έχουμε εθιστεί στο σκοτάδι και η χαρά μένει για όποιον δεν έχει προβλήματα. Αλήθεια υπάρχει τέτοιος άνθρωπος; Λες και η χαρά είναι κάτι που σε βρίσκει στο δόξα πατρί, εγκαθίσταται στη ζωή σου επ΄αόριστον και δεν ξεκολλάει ό,τι κι αν κάνεις. Εκείνο που ξέρω είναι πως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα με την χαρά. Αυτή περιμένει να την ανακαλύψεις. Ίσως ακόμα και να την εφεύρεις. Όμως αν μάθεις και την ανακαλύπτεις δεν το ξεχνάς ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , όσο χρονών κι αν γίνεις. 
     Αυτά σκεφτόμουν περπατώντας. Μέχρι που έφθασα στο παρκάκι της γειτονιάς, εκεί που τα παιδιά παίζουν μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό. Λαχανιασμένα και ιδρωμένα παιδιά φώναζαν λες και ήταν ακόμα καλοκαίρι αδιαφορώντας για το φθινόπωρο που καταφθάνει και για τα σχολεία που έχουν ήδη ανοίξει.  Γιατί ούτε και πολλή σκέψη χρειάζεται νομίζω.

       

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Άνθρωποι-τριαντάφυλλα




Οι άνθρωποι τριαντάφυλλα μυρίζουν αξιοπρέπεια.
Το βλέμμα τους μεγαλώνει να σε χωρέσει.
Τα λόγια τους είναι λίγα και ταπεινά.
Μεγαλώνοντας έμαθα να τους ξεχωρίζω.

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Την νύχτα που τρεμόσβηνε το λ



        Παλιά έβγαινε στο δρόμο και μάζευε στιγμές. Οποιαδήποτε μέρα, με χειμώνα, με  σκοτεινή καταχνιά ή καυτό ήλιο ντάλα μεσημέρι, αυτός έβγαινε να μαζέψει στιγμές. Είχε στη κατοχή του πολλές. Μερικές απ' αυτές δεν τις θυμόταν καθόλου και άλλες πάλευε να τις ξεχάσει και αυτές δεν ξεκολούσαν από την μνήμη του όπως δεν ξεκολλάει η πεταλίδα από το βράχο ούτε με μαχαίρι όταν το αποφασίσει. Μερικές τις αγαπούσε περισσότερο, για άλλες ντρεπόταν γιατί στάθηκε κατώτερος τους. Ήταν όμως όλες δικές του, μια προς μια. 
      Στιγμές που ξενύχτησε να περπατάει τύφλα ερωτευμένος στην κοιμισμένη πόλη κι αυτή να μην ξέρει ούτε τ΄όνομα του. Στιγμές με τον Γιώργο στο Low Profile να ψάχνουν την άκρη. Στιγμές που χόρεψε ζεμπέκικο ξημερώματα σ΄ένα μαγαζί στην Λάρισα και του παίζανε παλαμάκια δυο συνάφελφοι, καλά φιλαράκια. Στιγμές που άφησε την δουλειά για να κάνει θεραπεία. Στιγμές στην Αστυπάλαια να προχωράει πάνω στις άσπρες κροκάλες με τα στρατιωτικά του άρβυλα και το μακρύ του μαύρο παλτό γιατί είχε χάσει το στοίχημα. Στιγμές που ξεχάστηκε για ώρα να κοιτάει τον ώμο της.  Στιγμές που μάλωναν από τη στιγμή της συνάντησης, συνέχιζαν στο αυτοκίνητο και σταματούσαν στο πρώτο ξεκλείδωμα της κλειδαριάς του διαμερίσματος. Στιγμές με πόλεμο. Στιγμές που το πλοίο άδειασε και η γιορτή σταμάτησε μέσα του.
     Δεν θυμόταν πότε άρχισε να μαζεύει στιγμές. Μπερδευόταν η μνήμη του όπως μπερδεύται με τα μηνύματα στο τηλεφωνητή. Ποτέ δεν κατάφερε να διακρίνει με την πρώτη ποιά είναι τα πρώτα, τα παλαιότερα. Για να είναι ειλικρινής θα πρέπει να παραδεχθεί πως δεν ενδιαφερόταν να μάθει την παλαιότητα τους. Τώρα τελευταία ούτε να τα ακούσει ήθελε. Έμπαινε στο σπίτι και δεν πάταγε το κουμπί του τηλεφωνητή. Αφού και ο τηλεφωνητής είναι κάτι ξεγραμμένο πλέον. Γιατί να αφήσει κάποιος μήνυμα στο τηλεφωνητή αφού αν θέλει σε βρίσκει στο κινητό. Εκείνος όμως έβαζε τηλεφωνητή κάθε μέρα πριν φύγει.  Άκουγε μια τη φωνή του όπως την είχαν ηχογραφήσει πριν από χρόνια ''Αυτή την στιγμή λείπουμε που σημαίνει ανατέλλουμε, παρακαλούμε αφήστε το μήνυμα σας'' Μπιπ και έφευγε.
    Ούτε το κινητό του άκουγε. Ήταν μονίμως χαμηλωμένο. Παρόλα αυτά το κουβαλούσε πάντα μαζί του. Το τέλος της μέρας, λίγο πριν κοιμηθεί πάντα το μοιραζόταν με το κινητό. Είχε διαφημιστικά μηνύματα από αλυσίδα καταστημάτων, από τον ουρολόγο του καμιά φορά όταν είχε ξεπεράσει το όριο για τον επανέλεγχο του προστάτη. Κάποιες φορές είχε εισερχόμενη κλίση από κανένα συνάδερφο για τις βάρδιες και από την ξαδέρφη του την Έφη για χρόνια πολλά και το κάλεσμα της Πρωτοχρονιάς.
    Είναι πολύ έξυπνο το κινητό του. Τον φροντίζει και είναι διαθέσιμο.  Κάνει υπολογισμούς, μετράει χρόνους, κόβει εισητήρια, διατηρεί τις γνωριμίες του, κατεβάζει ωραίες συνταγές για την βραδινή του μακαρονάδα. Δείχνει τα χιλιόμετρα που περπάτησε και πόσο χρόνο χρειάζεται για να διανύσει την συνηθισμένη του διαδρομή. Του λείπει η φωνή προς το παρόν. 
      Είχε πανσέληνο εκείνη τη νύχτα. Ανέβηκε στην ταράτσα. Κάθησε στη ξεχαρβαλωμένη του πολυθρόνα με τον ίδιο ηλίθιο φόβο. Ο ουρανός άχρονος και αόρατος κρεμόταν από πάνω του. Ο μύθος του ανίκητου ερχόταν να τον συντρίψει. Απλώς, περνούν τα χρόνια σκέφθηκε. Και όταν πας προς τα κάτω είναι σαν τσουλήθρα. Κάτι έλειπε. Κοίταξε την φωτεινή επιγραφή  του απέναντι καφενείου.  ''Η Ελπίς'' αναβόσβηνε έτοιμο να σβήσει το λ. 

Αυτά θυμόταν από εκείνη την νύχτα που τρεμόσβηνε το λ. 
Μέρες μετά ξαναανέβηκε. Η λάμπα στο λ είχε αλλάξει. Εκείνος είχε συλλέξει μια ακόμα στιγμή και η ελπίδα φώτιζε ξανά πάνω από το καφενείο. 

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

To επώνυμο








O χρόνος είναι μνήμη
Ο πόνος είναι μνήμη
Ο φόβος είναι μνήμη
Ο έρωτας είναι μνήμη
Η θλίψη είναι μνήμη
Η τύψη είναι μνήμη
Η στιγμή είναι μνήμη
Η σιωπή είναι μνήμη
Το πάθος είναι μνήμη
Το λάθος είναι μνήμη
Το χρώμα είναι μνήμη
Το άρωμα είναι μνήμη
Η μνήμη έχει επώνυμο : Aθανασία

Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου

''Το Άλφα του Κενταύρου'' εκδόσεις Μανδραγόρας

Φωτογραφία Manuel Alvarez Bravo ''The Mexican''

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Αγνώστου συνθέτη





       Έμενε σε μια σοφίτα έξω από την επικαιρότητα. Έπαιζε πιάνο στην αρχή σ' άγνωστα μπαρ, απ΄αυτά που μυρίζουν υγρασία και φθηνό ουίσκι. Αργότερα έπαιζε σε στέκια επωνύμων στο κέντρο. Η μελαγχολία του κρατούσε αιώνες, γι΄αυτό και οι νότες του ήταν λυπημένες. Στη σοφίτα δεν είχε θέρμανση. Είχε όμως πιάνο. Φορούσε παλτό και σκούφο και ζεσταινόταν παίζοντας. Στα μπαρ φύσαγε μοναξιά, κι αυτός εξακολουθούσε να φοράει παλτό και σκούφο. Τις νύχτες έγραφε βιαστικά τις μελωδίες του στο πεντάγραμμο. Στην βιασύνη του πάνω ξέχναγε να γράφει το όνομα του. Σε κάποιους άρεσε η μουσική του και τον καλούσαν στα επίκαιρα σαλόνια τους να παίξει πιάνο. Τον επιδείκνυαν σαν συλλεκτικό κομμάτι αποκτημένο στις νυχτερινές τους εξορμήσεις. Κάποιοι τον έλεγαν αλήτη, ρέμπελο, τεμπέλη, άλλοι του ζητούσαν παραγγελιές κομμάτια που μισούσε κι άλλοι του μιλούσαν, τον εκτιμούσαν, τον αγαπούσαν αλλά πάντα τον άφηναν απ΄έξω. Ξημερώματα όταν τελείωνε αποσυρόταν στην αξιοπρέπεια και στην σιωπή του. Η σιωπή του κουβαλούσε τόνους δυναμίτη.
    Με τα χρόνια σιγά-σιγά ξεχάστηκε. Πέθανε με χαρτί απορίας στο Γεννηματά. Στην κηδεία του πήγαν κάποια φιλαράκια από τα παλιά. Από τους επίκαιρους σπουδαίους φίλους του δεν παρουσιάσθηκε κανείς. Ήταν εργάσιμη μέρα και δύσκολη ώρα η κηδεία και είχαν δουλειές.  Προχθές τον άκουσα τυχαία στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ο μουσικός παραγωγός είπε πως ήταν  έργο αγνώστου συνθέτη.  Όμως νομίζω  πως τον ήξερα. Σαν να έμενε στον παρακάτω δρόμο. Σε μια απ΄αυτές τις σοφίτες που μένουν άνθρωποι που ενώ τους ξέρουμε σαν άλλοι δικοί μας σοφοί και άγιοι δεν τους γνωρίζουμε ποτέ. Πάντα οι ήρωες είναι άγνωστοι.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Τα κορίτσια



Αγάπησαν και πίστεψαν σε λόγια τραγουδιών. Κοιμήθηκαν σε παραλίες. 
Δάγκωσαν τα χείλη που είπαν ψέματα, άλλοτε αινιγματικές κι άλλοτε απρόσιτες.
Τώρα τα βράδυα μένουν μέσα. Τώρα το πρωί κάποιες δουλεύουν, κάποιες όχι. Μετά σκουπίζουν, μαγειρεύουν, ξεσκονίζουν μ΄ανοικτό ραδιόφωνο. Είναι ουδέτερες. Αργά το βράδυ, πριν κοιμηθούν κοιτιούνται στο καθρέφτη. Είναι όμορφες και επιθυμητές, ίσως γι΄αυτό και ακόμα πιο μόνες. Η μια βεβαιότητα σιγουρεύει την άλλη. Κουβαλούν τόσα πρέπει και συμβουλές απο αρχαίους νόμους που ίσως και να μην υπήρξαν ποτέ.
Στο λουτρό πριν κοιμηθούν μπαίνει λίγο σαπούνι στο μάτι, το δάκρυ γίνεται ατμός και η εικόνα θολώνει.


Φωτογραφία Francesca Woodman






https://youtu.be/cNpCx_TDO24

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Το δέντρο





Η μητέρα κάτω κλαίει
κλαίει, κλαίει.
Κάποτε ξαπλωμένος στα γόνατα της,
στο πεθαμένο δέντρο
της έμαθα να χαμογελάει
να κρατάει τα δάκρυα της
να καταλύει την ενοχή της
να γιατρεύει τον θάνατο μέσα της
να της δίνω ζωή.
'Ηταν η ζωή μου.

D.Winniccot

Μετάφραση Πάνος Αλούπης

Ζωγραφική Μίλτος Παντελιάς

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια



Σκίτσο Κώστας Κηλαηδόνης


Ο κύβος
    O χώρος όπου βρισκόμουνα, ήταν καμωμένος από τέσσερα μεγάλα τζάμια, σαν κύβος. Μόνο το πάτωμα και το ταβάνι δεν ήταν γυάλινα. Απο κει μέσα έβλεπα τους άλλους που ήταν κι αυτοί κλεισμένοι σε ίδια γυάλινα κουτιά. Το ταβάνι και το πάτωμα ήταν κοινό για όλους μας. Το ένα κουτί από το άλλο απείχε μισό μέτρο. Ήταν μια τεράστια αίθουσα και ήταν γεμάτη με  τέτοια κουτιά. Ο ένας τοίχος της μεγάλης αυτής αίθουσας δεν υπήρχε. Εκεί το πάτωμα ενωνόταν με μια αμμουδιά και έβγαινε στην θάλασσα. Όλοι όσους έβλεπα ήταν γνωστοί. Πώς βρεθήκαμε εκεί, πώς αναπνέαμε, πώς τρώγαμε δεν ξέρω. Στο πάτωμα υπήρχε μια λεπτή άσπρη σκόνη. Όλοι κοιτάζαμε προς την θάλασσα. Εγώ με κάποιο τρόπο βγήκα χωρίς να σπάσει το γυαλί και άρχισα να κυκλοφορώ στα τέσσερα, στους γυάλινους διαδρόμους.

Από την συλλογή διηγημάτων του Λουκιανού Κηλαηδόνη '' Υδράργυροι ''.
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Αύγουστος 1975


Αντίο Λουκιανέ με τα κάτασπρα, αγέρωχα μαλλιά. Το πάρτυ τελείωσε.





Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Miles και Μπέτυ




      Από το ταβάνι δεν πέφτουν αστέρια. Κι αυτός δεν είναι πια ούτε τόσο μικρός για να χωράει στα παιδικά δωμάτια αλλά ούτε τόσο μεγάλος για να μην θυμάται, για να ξεχνάει ό,τι είχε ζήσει μέσα σ΄αυτά. Κάποιος του είπε πως αν δεν τον καλύπτει κάτι πρέπει να επινοήσει κάτι άλλο μόνος του για να προχωρήσει.
   Επινόησε μια φανταστική οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Μiles Davis. Μαύρος, τρομπετίστας, υπερβολικά ταλαντούχος. Έχει ένα ζεστό χαμόγελο όπως η ανάσα του στον καθρέφτη. Τα χέρια του χαιδεύουν την τρομπέτα του όπως εκείνος χαιδεύει την γάτα του την Αβάνα κάθε φορά που μπαίνει τρέμοντας και βρεγμένη μέσα από το παράθυρο. Ο Miles είναι πάντα τόσο ευτυχισμένος και δυνατός πάνω στην σκηνή που νομίζεις πως δεν έχει πονέσει ποτέ. Ιδρώνει πολύ κάτω από τα φώτα. Είναι μόνος του ολόκληρη ορχήστρα. Το σώμα του γίνεται τόξο και βέλος μαζί για να πετάξει έξω όλο το εσωτερικό του φως. Είναι περήφανος που είναι ο πατέρας του. Για μάνα του διάλεξε τη Μπέτυ Λιβανού. Η πρώτη γυναίκα που του μίλησε για τον έρωτα ήταν η Μπέτυ. Της άρεσαν τα αστεία του. Δεν του ζήτησε να κουρευτεί ποτέ. Τον παρακαλούσε να μείνει ασυμβίβαστος. Όχι να γίνει φυγάς. Ποιητής να γίνει ή συγγραφέας. Να γράφει για την ελευθερία του. Φοιτητές ακόμα στο  δωμάτιό του είχαν δει με την Άννα την ταινία με τον Σιδηρόπουλο και την Μπέτυ και έμαθε λέει ''να μ΄αγαπάς''. Έτσι έμαθε να προσέχει το χαμόγελο περισσότερο ακόμα κι από το βλέμμα. Μέχρι τότε δεν ήξερε. Κάθε νύχτα η Μπέτυ ανοίγει ακόμα παράθυρα στους  τοίχους του.  Ένιωθε τυχερός που η Μπέτυ ήταν μάνα του. 
    Εδώ και χρόνια δεν πετάει απλά στα σύννεφα. Κρατιέται απ΄αυτά. Πιο παλιά ένιωθε άσχημα που πέταγε στα σύννεφα. Το έκανε όμως συνειδητά για να συναντήσει πότε-πότε αυτούς που αγαπούσε. Άλλωστε γιατί θα έπρεπε να νιώθει άσχημα; Πρώτα-πρώτα δεν ήταν ο μόνος και ύστερα γιατί τα σύννεφα αυτά του ουρανού του είχαν τις ρίζες τους χωμένες βαθειά μέσα στη γη. Εκτός από την φανταστική του οικογένεια δεν χρειάσθηκε να επινοήσει τίποτα άλλο. Η Μαρία στην ζωή του ήρθε μετά από λίγους μήνες. 
    Αυτό που είχε μόνος του καταλάβει με τα χρόνια είναι πως η καρδιά δεν μπορεί παρά πριν στρογγυλέψει στις πάνω άκρες, πριν μαλακώσει, να ήταν τετράγωνη και σκληρή για να χωράει την λογική του συναισθήματος. Έτσι εξηγούσε πως ακόμα και η δική της καρδιά τον πλήγωνε τόσο. Κι ας ήταν μες στην οθόνη του μυαλού του το μόνο πράγμα που 'χε μείνει όρθιο στο κόσμο να είναι αυτή. Αφού το ''να μ΄αγαπάς'' και το όσο μπορείς απέχουν τελικά απόσταση.



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Οι γάτες του φωταγωγού



     Από το παράθυρο μου βλέπω την Αθήνα της νύχτας που όλο και περισσότερο θαμπώνει. Σήμερα κάποιος γίνεται εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, σαρανταοκτώ. Κάποιος θα νιώθει πιο ζωντανός ανάμεσα στους ζωντανούς. Κάποιος πιο πεθαμένος ανάμεσα στους πεθαμένους. Και κάποιος θα φωνάζει θαύμα τελειώνοντας όσα δεν μπόρεσε ποτέ ν΄αρχίσει. Πόση τύχη έφεραν άραγε όλα αυτά τα χρόνια; Πόσο αργά σκορπίζεται η τύχη όταν κάνει βουτιά από τον έκτο στην αχρωματοψία; Οι γάτες του φωταγωγού δεν ξέρουν ν΄απαντήσουν. Κοιτούν όμως προς τα πάνω περιμένοντας να τους στείλει κάτι από ψηλά κάποιος μακρινός τους ξάδερφος.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Τα αμίλητα





     Αυτή τη φορά εσύ ήσουν ακούνητος. Τα χέρια σου στο πλάι. Ο δεξιός σου ώμος εξαρθρωμένος έπεφτε ανεπαίσθητα προς τα κάτω. 365 μέρες πέρασαν, οι εξελίξεις άργησαν βαριά και άφησαν το σημάδι της βαριάς αργοπορίας τους. Ανεπαίσθητα όμως. Μόνο οι παρατηρητικοί θα το έβλεπαν, οι υπόλοιποι δεν θα καταλάβαιναν τίποτα. Σου χτύπησα απαλά την πλάτη, σημάδι πως έπρεπε να με αγκαλιάσεις κι εσύ.

   "Αύριο Κυριακή θα φύγω, μαζεύω τα πράγματα μου και βγάζω εισητήριο. Θα έρθεις μαζί μου γιατί δεν ξέρω το πρακτορείο; " 

Σιωπή. Επιτέλους βρήκαμε το κοινό μας τόπο, μονολόγησα.


Too late to beg σκέφθηκα. Δεν πήγα στο πρακτορείο (χλωμό και κρύο). Ο χρόνος θα μας ενώσει κάποια άλλη στιγμή.
   Έμεινα να θέλω να βάλω μάτια, χείλη, μύτη, στόμα, ζυγωματικά σ´ ένα χρόνο που εκπνέει. Θυμήθηκα τα post it που ανταλλάξαμε τις προηγούμενες μέρες. Αυτά δεν θα τα ξέχναγα ποτέ, ίσως γιατί ήταν τα μόνα που έκαναν την στοιχομυθία μας να μοιάζει σουρεάλ. Στα κόλλαγα στο ψυγείο για να βλέπεις τι χρωστάω.
Λοιπόν κρατώ την κινούμενη εικόνα σου. Είναι η καλύτερη εικόνα σου. Με τον βγαλμένο ώμο και τα μαλλιά καρφιά γεροχρόνε μου. Φαίνεσαι έτσι πιο αιχμηρός. Στη διάσταση της καθημερινότητας εσύ πια δεν θα υπάρχεις. Αυτή ίσως να είναι η τελευταία μας συνομιλία. 
    Έρχεται όμως ο καιρός που και τα μεγαλύτερα αμίλητα ξεσπάνε.


Ζωγραφική Μανουέλα Χ




Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ένας χρόνος



      Στη πλάκα ενός ρολογιού οι δείκτες γυρίζουν κυκλικά.  Οι αστρολόγοι λένε πως ο μοναδικός αστερισμός που σχηματίζουν οι πλανήτες τη στιγμή της γέννησης του κάθε ανθρώπου είναι το διαρκές θέμα της ζωής του, είναι αυτό που καθορίζει την διαδρομή της ζωής του. Μοιρολατρικό μου φαίνεται αυτό. 
      Το κοριτσάκι με τα σπίρτα δεν είναι παραμύθι, αυτό πιστεύω. Είναι μια ιστορία απολύτως αληθινή. Πρώτο σπίρτο και ο παράφορος έρωτας σου εμφανίζεται στο λεπτό, σε αστροδευτερόλεπτα όμως χάνεται και μένεις εσύ και το κενό. Δεύτερο σπίρτο και ντύνεσαι μαλάματα, παλεύεις, χτίζεις σπίτια, αγοράζεις τραπεζαρία, κρεβατοκάμαρα, με ορμή όμως σε συμπαντοδευτερόλεπτα χάνονται κάτω από σκόνη στο πρώτο σεισμό. Τρίτο σπίρτο στο νοσοκομείο αντί για ανυπόμονες νοσοκόμες βλέπεις να υπάρχουν  άγγελοι. Το σπίρτο όμως σβήνει σε απειροδευτερόλεπτα και εσύ έχεις χτυπηθεί αμείληκτα από την ίδια αρρώστια.  Στη πλάκα ενός  ρολογιού οι δείκτες γυρίζουν κυκλικά, ακριβώς όπως και η αυταπάτη.  
   Τον απολογισμό του χρόνου που πέρασε δεν τον κάνω ποτέ. 'Αλλωστε γιατί; Αφού ο χρόνος φεύγει. Αυτοί που φεύγουν να πηγαίνουν στο καλό ή να πηγαίνουν στο διάολο. Δεν είναι ανάγκη να μας γράφουν. Ανοικτός θα παραμείνει ο σταθμός της Ομόνοιας απόψε για να προστατέψει τους άστεγους από το δυνατό ψύχος. Στην πλατεία στήθηκε μια πελώρια ρόδα που ακόμα δεν γυρνάει. Όταν αρχίσει να γυρνάει θα γυρνάει κυκλικά όπως οι δείκτες στη πλάκα του ρολογιού.
    Στο βλέμμα σου είδα λύπη για τα παιδιά που κρυώνουν στους δρόμους, και έχει καταφέρει η λύπη εαυτών και αλλήλων να μας εξιλεώνει. Ζέστανε στο μαγκάλι του καστανά όλη σου την απώλεια. Όταν μετράμε τον χρόνο ανάποδα ξέρω πως θα μετρά και το κορίτσι που ζει πια στην Κοπεγχάγη και η οικογένεια που έφυγε για Βερολίνο. Καλύτερα ή χειρότερα; Εσύ θα πεις καλύτερα, εγώ θα πω χειρότερα, δεν είναι εκεί το θέμα. Είναι κάπου αλλού, κάπου μακριά, κάτι άφησαν πίσω και δεν ήθελαν. 
     Είναι οι μέρες που μοιάζουν πιο σκοτεινές. Σαν κάποιος να δίνει την εντολή πως  υπερβήκαμε τα επιτρεπτά βήματα, απαγορεύεται πλέον ο προαυλισμός και θα μείνουμε σε απομόνωση διαρκείας.  Είναι οι μέρες που μετριόμαστε και βγαίνουμε λίγοι. Είναι μέρες που βγήκαν οι υποχωρήσεις σε πρώτο πλάνο. Είναι οι μέρες που κοιτάμε τα ταβάνια γεμάτοι ενοχές. Οι μέρες που μου λες πως δεν ερωτεύεσαι πια κανέναν και εγώ γεμίζω λύπη. 
  Μένει κάτι. Μια ξεχασμένη αίσθηση του μέτρου, του αληθινά αναγκαίου, του απαραίτητου, του ουσιώδους. Τα απαραίτητα είναι εντυπωσιακά κοινότοπα και προς μεγάλη μας έκπληξη δεν μας λείπουν όλα. Χωρίς δαπάνες προβολής, χωρίς φλύαρες συμβάσεις, χωρίς χλιδή και κούφια ματαιοδοξία, αλλά με πίστη πως η ζωή έχει ένα εκατομμύριο λόγους και παραπάνω που αξίζει να την ζεις. 
     Την καρδιά του χειμώνα διαλέγει ο χρόνος για ν΄αλλάξει σκυτάλη. Μέσα στο δυνατό ψύχος θα γυρίσει άλλη μια στροφή ο δείκτης. Με τα ίδια υλικά, τα ίδια τούβλα θα είναι χτισμένος και ο καινούργιος χρόνος; Τα ίδια προβλήματα; Kι αυτό που ονειρευτήκαμε μια άλλη καλύτερη ζωή είναι χιμαιρικό; Θα προχωράμε έτσι μέχρι που μετά από χρόνια από το παραθυράκι του μεγάλου ρολογιού θα βγει μια μαριονέτα και θα λεει ''όταν ήσασταν νέος..''; 
     Όχι!  Ο πραγματικός χρόνος δεν έχει αντίστροφες μετρήσεις. Κάποια πράγματα άργησαν βαριά και αφήνουν πίσω τους το βάρος της αργοπορίας. Την ώρα που το 16 θα εκπνέει και εμείς θα εξακολουθούμε να ρωτάμε τους ανθρώπους αν μας αγαπάνε, να μην ξεχάστούμε και χάσουμε από τα μάτια μας τη φωτιά στο τζάκι.  Αυτή να τη κρατήσουμε δυνατά να καίει πάνω απο την εορταστική χοληστερίνη. Να κάψει όλη την σιωπή που φέρνει ο φόβος του καινούργιου. Μαζί και την μοναξιά που γδέρνει την φωνή μας (όλων την φωνή). Μέχρι να ξημερώσει. 
      
         

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Η φάρσα




       Ξαφνικά δεν είχε τη δύναμη να υποφέρει κανένα βλέμμα. Άρχισε να περπατάει στο πλαινό ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου όπου τα αυτοκίνητα έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο. Αποροφημένη στις σκέψεις της, ανιχνεύοντας μόνο τα κατάβαθα της ψυχής της που της έστελναν τις ίδιες ταπεινωτικές εικόνες ξανά και ξανά. Κάποιες στιγμές μόνο όταν κάποια μοτοσυκλέτα, της οποίας η εξάτμιση της τρύπαγε τα τύμπανα περνούσε από κοντά της,  συνειδητοποιούσε πως ο εξωτερικός κόσμος υπήρχε. 
       Τα αυτοκίνητα κυλούσαν γρήγορα στους στολισμένους χριστουγεννιάτικα δρόμους. Τα αυτοκίνητα ήταν γεμάτα δύναμη σε αντίθεση με την ίδια που ένιωθε αδύναμη αφού δεν μπορούσε να εναντιωθεί σε όλες τις άδικες εξελίξεις που κατέφθαναν στη ζωή  της. 
       Προσπάθησε να συλλάβει μια φευγαλέα ανάμνηση. Το νησί της. Θυμήθηκε πόσο ωραία είναι η θάλασσα στο νησί της. Πόσο ωραία ήταν τα καλοκαίρια εκεί όταν ήταν παιδί.  Η ανάμνηση ήχησε σαν μια χορευτική μουσική στην μέση της ερήμου. Βάλθηκε να κάνει σινιάλο στα αυτοκίνητα, αλλά αυτά  περνούσαν χωρίς να σταματήσουν, τυφλώνοντας την με τους προβολείς τους. Λίγες ώρες πιο πριν είχε συμβεί μια μεγάλη ανατροπή. Μια κατάσταση που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν θα μπορέσει να αποφύγει. Απο την μια στιγμή στην άλλη  έχασε σταθερές και δεδομένα χρόνων, την δουλειά της.
      Να αφήσει τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο αυτό σκέφτηκε για μια στιγμή. Να πάρει το μικρότερο, τον πιο ήσυχο δρόμο.  Σ΄έναν ήσυχο δρόμο ίσως καταφέρει να βρει την ψυχραιμία της πριν γυρίσει σπίτι. Ο κόσμος προχωρούσε βιαστικά κάτω από τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια κι εκείνη ξαναγυρνούσε στα βάθη της ψυχής της που συναντούσε μονάχα το φόβο. Αυτή η εποχή αρνείται να αναγνωρίσει στους ανθρώπους το δικαίωμα να βρεθούν σε δυσαρμονία με τον κόσμο. Όμως εκείνη δεν υπήρξε ποτέ αθλήτρια. Ποτέ δεν διάλεξε τον ανταγωνισμό. Δεν ήθελε να είναι ούτε πρότυπο, ούτε δείγμα. Άνθρωπος ήθελε να κρατηθεί. Ίσως και να ήταν το πρόσωπο ενός παραμυθιού που γνώριζε από τότε που ήταν παιδί. Ενός παραμυθιού που μόλις τώρα άρχιζε να διακρίνει το τέλος του.
      Τα χέρια της όμως είναι τώρα άδεια. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Να πάει να ψάξει κάπου αλλού για δουλειά. Δύσκολο εγχείρημα.  Σχεδόν απραγματοποίητο, παρόμοιο με όλες αυτές τις ουτοπικές αυταπάτες με τις οποίες έντυσε την ζωή της ενώ στην πραγματικότητα στο βάθος του μυαλού της ήξερε πως δεν θα μπορούσε σχεδόν τίποτα στην ηλικία της πια να κάνει. Όμως πώς είναι να μην κάνει τίποτα; 
     Κοίταξε τους περαστικούς. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τις γιορτές. Ξέρουν όμως να τις γιορτάσουν; Πρόσεξε την κατήφεια τους, την νευρική σιωπή τους, την σκληρότητα στο βλέμμα τους. Κάποιοι απ΄αυτούς θα έχουν μόλις κλείσει πού θα κάνουν το ρεβεγιόν τους, θα έχουν προβάρει φουστάνια και κουστούμια, θα έχουν βγει από το κομμωτήριο. Υπάρχει άραγε κάτι πιο μελαγχολικό από μια γιορτή που η παρουσία σου εκεί είναι σχεδόν τυχαία ή εφήμερη; 
      Συνέχισε να περπατάει μονολογώντας με μια τόσο αδύναμη φωνή που κανείς δεν την άκουγε. Δεν ήξερε από που θα έρθει η λύση. Μπορεί η λύση να έρθει απ΄έξω, να είναι απρόσμενη ή να είναι η πιο κοινή μαζί. Μπορεί η λύση να είναι ένα ''ναι'' που δίνοντας το θα εκπλήξει όλους . Ένα ''ναι'' που θα στηρίξει την επιθυμία της να μην μείνει σε μια ζωή που θα μοιάζει με ένα κακό αστείο, μια φάρσα που την είχε παίξει στον εαυτό της από φόβο ή φιλαρέσκεια και χωρίς καν να την πιστεύει, αλλά κάτι σοβαρό και πραγματικό. 
       Προχωρώντας διασταυρώνεται με τους περαστικούς. Μια γυναίκα περπατάει μόνη της στο πλάι ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου φωτισμένου με χιλιάδες χριστουγεννιάτικα φωτάκια. Αυτή είναι η εικόνα. Οι άνθρωποι περνούν δίπλα της και δεν την βλέπουν ούτε την ακούν γιατί είναι άνετα εγκαταστημένοι αποκλειστικά στον εαυτό τους. Οι άνθρωποι κινούνται ενώ είναι ακίνητοι και κουβαλούν μέσα τους ένα αμίλητο φόνο. Κι όλα αυτά τα βήματα της, οι μονόλοι και τα βλέμματα είναι αφορμές για να γίνει κάτι. Γίνονται στο λεπτό αναμνήσεις και μ΄έναν ακατανόητο τρόπο σου φουσκώνουν τα πανιά. 
    Χωρίς να το καταλάβει γύρισε με τα πόδια στο σπίτι. Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα κρατήθηκε για δευτερόλεπτα πριν μπει μέσα. Δεν ήξερε ακριβώς τι θα έλεγε.  Θα έλεγε όσα είχε να πει. Οι λέξεις θα αναλάμβαναν την αφήγηση. Αυτές οι λέξεις που γίνονται μετά υγρασία και σκάνε τους σοβάδες στους τοίχους.  Μια απολύτως απαραίτητη υγρασία για να αντιλαμβανόμαστε επαρκώς όσα ακόμα δεν καταφέραμε αλλά εξακολουθούμε να θέλουμε. 


Ζωγραφική Andrew Stevovich