Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Tα έτοιμα

     





       Είναι ένας άνθρωπος αρκετά θλιμμένος. Από απόσταση φαίνεται κοινωνικός και φιλικός με όλους. Όμως όταν τον πλησιάσεις και γίνεις φίλος του καταλαβαίνεις πόσο μοναχικός είναι. Έχει φίλους, κάνουν παρέα, κουβεντιάζουν, γελάνε πολύ, θλιμμένοι όλοι και μοναχικοί. Οι θλιμμένοι γελούν και οι μοναχικοί έχουν φίλους. Αυτό είναι πλέον τόσο συχνό που το βρίσκεις αυτονόητο. 
      Ο αρκετά θλιμμένος άνθρωπος ζούσε σ΄ένα δικό του κόσμο που τον ικανοποιούσε κάπως. Νιώθει ασφάλεια μέσα σ΄αυτόν. Δεν του αρέσουν τα έτοιμα. Σαν μαγεμένο το μυαλό του φτερουγίζει. Του αρέσει να διαβάζει, να βλέπει ταινίες, να ακούει μουσικές, να σκέφτεται, να αγαπάει τους ανθρώπους. 
      Δούλευε σ΄ένα μαγαζί με υφάσματα στο τέλος της Ερμού. Στο μαγαζί μπαινόβγαιναν κυρίως γυναίκες μεγαλούτσικες. Αγόραζαν λίγα μέτρα φθηνό ύφασμα για να ράψουν ρούχα ή κουρτίνες ή καλύματα για τον καναπέ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις διάλεγαν πιο ακριβά υφάσματα για να καλύψουν τις ανάγκες τους για κάποιο γάμο ή βάφτιση ή για καλά τραπεζομάντηλα. Ο αρκετά θλιμμένος άνθρωπος ήξερε τα υφάσματα σαν την παλάμη του. Έδινε χρήσιμες συμβουλές, ποιό ύφασμα είναι ανθεκτικό στο χρόνο, στα πλυσίματα. Ποιό ράβεται εύκολα για κουρτίνες. Ποιό κάνει τέλειο κοστούμι. Εκεί μέσα είχε την δική του υπόσταση και οι πελάτες τον αναζητούσαν. Μια μέρα που έβρεχε πολύ ήρθαν κάτι εργάτες και ανέβασαν έξω από το μαγαζί κάτι σκαλωσιές. Το μαγαζί έγινε ένα με τον επάνω όροφο. ΄Εγινε διώροφο και άρχισε να πουλάει έτοιμα ρούχα.  Περισσότερος κόσμος έμπαινε τώρα. Έμπαινε, έπαιρνε φθηνά έτοιμα ρούχα, άφηνε  τα λίγα του λεφτά και έφευγε. 
      Ο αρκετά θλιμμένος άνθρωπος πίσω από τις τζαμαρίες κρυμμένος πήγαινε να σκάσει ή να ξεράσει.  Δεν έσκασε όμως, γιατί αυτός που ήταν μέσα του έφθανε μέχρι τον στόμα του έτοιμος να ξεράσει και γλυστρούσε πάλι μέσα στην κοιλιά του. 
    Και τότε έπεσε μαύρο. Όχι στη τηλεόραση, έτσι κι αλλιώς την άνοιγε πολύ σπάνια.  Την κράταγε μέσα στο σπίτι εθιμικά ας πούμε. Άλλωστε η τηλεόρση πρόβαλλε όλο αυτό που δεν τον αφορούσε. Το μαύρο το έριξαν παντού, σε όλες τις άλλες οθόνες, σε όλες τις άλλες πλευρές και γωνιές. Σε κάθε μικρό κομμάτι της δικής του αισθητικής. Το μαύρο έπεσε με τέτοιο τρόπο που απέδειξε πως δεν ζούσε σε Δημοκρατία, και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για τον αρκετά θλιμμένο άνθρωπο που με όλα αυτά που είχε διαβάσει, δει, σκεφθεί, ακούσει, δεν μπορεί παρά να ήθελε Δημοκρατία.
     Εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος αρκετά θλιμμένος. Τώρα είναι επιτέλους θυμωμένος. Κυκλοφορεί κάθε μέρα δίπλα μου, δίπλα σου. Αλλά αν αυτός ο άνθρωπος απογοητευθεί δεν θα έχουμε καμιά ελπίδα.

     

Ο μπιντές




                                          Φωτογραφία Jack Welpott 1953
                                     

         Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με την θέληση μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά την γνώμη μου, ή που, κι αν είναι χρήσιμα, πανάθεμά τα, δεν αξίζουν, όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι, κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κωλόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στυμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για έναν μπιντέ. 
       Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν άναπνεύσω λιγάκι, ν΄ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος από τα αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς -πλατς σκέπαζε κάθε βοή. Έστησα αυτί και κατάλαβα.Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ΄έναν απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθήσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια, χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδο μας.

Μάριος Χάκκας
Ο Μπιντές
1970
Εκδόσεις Κέδρος






Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Ο ακροβάτης





     Δεν σε γνώριζα προσωπικά. Σε γνώρισα όμως μέσα από τους φίλους σου, γιατί είχες φίλους πολλούς. Είχες μεγάλη καρδιά μου είπαν και γέλιο τρανταχτό. Είχες χέρια δυνατά. Ήσουν ακροβάτης στα τεντωμένα σχοινιά. Ήξερες να τιμάς τους φίλους σου με αλήθεια. Ν΄αγαπάς το κορίτσι σου. Ήξερες να μην κρύβεσαι. Να έχεις ένα πρόσωπο.
     Εσύ δεν πυροβολούσες με ψέμματα. Κι όταν καμιά φορά πέθαινες ήταν αλήθεια. Ήσουν ένα παιδί που ήξερε από την αρχή πριν ακόμα ακούσεις όλο το παραμύθι, πως ο Βασιλιάς είναι γυμνός. 
   Έπεσες από μαχαιριά. Είπαν ότι τρεις σε μαχαίρωσαν, εσένα τον έναν. Το αίμα σου έβαψε τα αγαπημένα σου σκαλάκια. Εκεί που καθόσουν μέρες και μέρες με φίλους και γνωστούς. Στη πλατεία Ηρώων. Έχει η κάθε εποχή τους δικούς της ήρωες. Ξημερώματα Κυριακής, τη ώρα που η μέρα κέρδιζε την νύχτα. Τέτοια ώρα οι περισσότεροι κοιμούνται, κάποιοι άλλοι γυρνούν από τις διασκεδάσεις με σκόνη στ΄αυτιά και κάποιοι άλλοι ψάχνουν στα σκουπίδια για λίγο φαγητό ή για λίγη αγάπη. 
   Αύριο σε αποχαιρετάμε. Τα παιδιά σου έχουν αφήσει λουλούδια και σημειώματα στα σκαλάκια. Οι κηλίδες του αίματός σου είναι ακόμα ζωντανές. Τις επόμενες μέρες θ΄αρχίσουν να ξεθωριάζουν κάτω από τα βήματα των βιαστικών περαστικών. Μεθαύριο σ΄αυτό το ίδιο σημείο θα στηθεί η εξέδρα των επισήμων. Οι επίσημοι θα βγάλουν τους λόγους της εθνικής μας περηφάνιας. Ο Δήμαρχος θα έχει επιμεληθεί τον καλωπισμό της πλατείας Ηρώων. Τα συνεργεία καθαρισμού θα πλένουν με λύσσα, να ξεκολλήσουν τα ίχνη, να σβήσουν τις σκιές, τους παρίες της κοινωνίας μας. Θα έχουν γίνει όλα τα απαραίτητα προκειμένου όλα να δείχνουν σωστά. Να δείχνουν όμως. Όχι να είναι. Γιατί στη πλατεια όταν πέσει το βράδυ το σκηνικό αλλάζει. Βασιλεύει η βία και ο θάνατος. Kαι όσο εμείς θα  μείνουμε να διαβάζουμε και ν΄αναρρωτιόμαστε για τους δαίδαλους της εφηβικής ψυχής των δεκαεννιά σου χρόνων και θα πέφτουμε σε βαριά ληθαργική μνήμη και θα φωνάζουμε τι μεγάλο πράγμα που είναι το ασυνείδητο κι άλλα τέτοια πολλά, εσύ θα κάνεις το τελευταίο σου ακροβατικό.
   Πέταξες. Ήταν η στιγμή που κοίταξες τον καθρέφτη στο σημείο μηδέν και έσπασε. Κι ενώ εμείς μέσα στο καθρέφτη θα ψάχνουμε το καπάκι για να κλείσουμε μέσα στο μπουκάλι το τραύμα, την ντροπή και το πένθος, εσύ θα μιλάς για αντικατοπτρισμούς. Για όλα αυτά που είναι ολέθριο σφάλμα να τα κλείσεις μέσα και να κάνεις πως δεν υπήρξαν ποτέ. Για κήπους θα μιλάς, για μια ζωή χωρίς κελιά. 
    Ποτέ άλλοτε δεν θα μπορούσα να πω με περισσότερη σιγουριά: Nα την η εποχή των δολοφόνων. Χθες μέσα στο λεωφορείο, εκεί που κολλάει ο ένας άνθρωπος στον άλλο. Εκεί που δεν ξέρω τι κρύβει ο καθένας μέσα στις τσέπες και στα μυαλά του. Εκεί που δεν σε αντέχω και δεν με αντέχω, μέσα σε τόσα χρόνια θαμμένα στα ψέμματα και στα αίματα. Εκεί που με έσπρωχναν, που έπεφτε το ξένο σώμα πάνω στο δικό μου σαν μάρμαρο βαρύ και κοφτερό, σαν τάφου μάρμαρο, ξαφνικά άκουσα κλαρίνο. Απο μέσα μου θα είναι, είπα. Οι καρδιά μου που τρέμει θα είναι, σκέφθηκα. Οι καρδιές μας που κλαίνε.
Για σένα.



Στο Θωμά



      
         

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Μαριονέτα






       Aφουγκράζεται τους σφυγμούς του. Βρίζει, μετανιώνει, ερωτεύεται, προδίδει. Επιτίθεται από συνήθεια όπως τα αγρίμια και έπειτα παραλύει στην σκέψη πως σ΄αυτό που έπραξε ήταν αυτός. Αμφιβάλλει για οποιοδήποτε ψήγμα καλοσύνης υπάρχει γύρω του. Η αλυσίδα τον κάνει να ασφυκτιά, τον εμποδίζει να κοιμηθεί να φάει.
      Αρνείται, δέχεται, συμφωνεί, διαφωνεί χωρίς να κατανοεί την ουσία της ερώτησης που του γίνεται. Πεθαίνει μέρα με την μέρα σίγουρος πως παραμένει ζωντανός και ζει πλαστές αναστάσεις, γιατί η ύπαρξη τους του είναι αναγκαία. Πάσχει από άνοια σε σχέση με το παρελθόν, αλλά το χρησιμοποιεί για να αποδείξει πως θα δικαιωθεί αυτό που ισχυρίζεται για το μέλλον. 
    Ο χρόνος του είναι φασίστας. Του σιγοψυθιρίζει στο αυτί φόβους για να τον υπονομεύσει και να ελαττώσει το θάρρος του. Το θάρρος που χρειάζεται για να δημιουργήσει μεγάλα και υπέροχα πράγματα. Τρώει, πίνει νερό, βάζει τις πιτζάμες του. Κάνει ανακοινώσεις με τα μάτια του. Κάποιες φορές χάνει την αυτοκυριαρχία του και είναι τόσο τρομακτικό όταν το μόνο που θέλει είναι να παραμένει ψύχραιμος. Συντρίβεται και δεν γνωρίζει την αιτία. Μουδιασμένος, καθυστερεί να πάρει ακόμα και την πιο απλή απόφαση, όπως σε ποιο σημείο του τραπεζιού να καθήσει. Με τα μάτια και μόνο μπορεί να ανακοινώσει ποια είναι που επιτρέπεται και ποια αυτά που δεν επιτρέπεται να κάνει. Εύκολα θα μπορούσε κάποιος να τον πει τρελό. Αν δεν ήταν το πιο λογικό και αληθινό κομμάτι της ζωής. Όρθιος σε μια γωνιά ενός δωματίου θα αναζητά την πιο έντονη στιγμή της ζωής του. Και ό ήρωας που με τόση επιμέλεια θα είχε δημιουργήσει σ΄ένα λευκό χαρτί θα είναι τώρα απέναντι του. Ακριβώς όπως τον είχε ονειρευτεί, σχεδιάσει, σκαλίσει στο κεφάλι του. Η τρέλα έρχεται ψύχραιμα.  Τις περισσότερες φορές ανακαλύπτεται τυχαία. 
    'Οταν φοβάσαι χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Δεν μπορείς να αντιληφθείς αν πηγαίνει πολύ γρήγορα ή αργά. 
  Οι άνθρωποι δεν θέλουν στην πραγματικότητα να γίνουν καλά. Θέλουν μόνο να εκλογικεύσουν. 

Φωτογραφία Ferdinando Scianna

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Αναρριχώμενο φυτό






       Μια μετρίου αναστήματος γυναίκα, γύρω στα σαρανταπέντε σπρώχνει ένα καρότσι με τρόφιμα στο σούπερ μάρκετ. Φοράει καφέ παλτό, μαύρες μπότες, μπλε πλεκτό κασκόλ στο λαιμό. Τα ρούχα της είναι λίγο φθαρμένα αλλά καθαρά. Τα μαλλιά της δεμένα σε αλογοουρά. Πού και πού πέφτει ένα τσουλούφι στα μάγουλά της και το περνάει πίσω από τ΄αυτί. Tα χείλη της λίγο ξερά. Κινείται στους διαδρόμους με απόλυτη ακρίβεια. Ξέρει που είναι ακριβώς τι. Δεν χασομεράει. Είναι επτά το απόγευμα. Έχει έρθει για ψώνια μετά τη δουλειά.
     Σίγουρα στο σπίτι θα την περιμένουν ένα, δυο παιδιά. Ίσως να την περιμένει και ο άντρας της αν έχει τελειώσει από την δική του δουλειά. Όταν επιστρέψει με τα ψώνια μπορεί να μαγειρέψει το αυριανό τους φαγητό. Ίσως μπορέσει να κάνει κάποιο βραδινό στα παιδιά. Μπορεί να προλάβουν να καθήσουν όλοι μαζί στο τραπέζι και να μιλήσουν για την μέρα τους. Εκεί ανάμεσα στις κουβέντες θα της κλείσει το μάτι και εκείνη θα σκάσει στα γέλια. Ίσως όμως αυτό να μην είναι εφικτό. Ίσως δεν προλάβει να μαγειρέψει τίποτα.  Ισως φάνε κάτι πρόχειρο για το βράδυ, έτσι που να της μείνει ο χρόνος για να προετοιμάσει το φαγητό της άλλης μέρας. Αυτά που θα λέγανε γύρω από το τραπέζι ίσως δεν προλάβουν να τα πουν. Ισως δεν προλάβουν ποτέ να τα πουν. Ποτέ να μην μάθουν πώς πέρασε ο καθένας την μέρα του. Τι φοβήθηκαν και τι αγάπησαν σήμερα.
     Η  κομψή γυναίκα με το φθαρμένο και καθαρό παλτό στο ένα χέρι της κρατά το καρότσι και στο άλλο το κινητό της. Διαλέγει ένα προιόν από το ράφι, κτυπάει την αξία του στην αριθμομηχανή του κινητού και προχωράει στο επόμενο. Όταν είναι κάτι πιο ακριβό, κάτι που την πετάει έξω από τις οικονομικές της αντοχές το βγάζει έξω και προχωράει παρακάτω.
Ψωμί,
δύο γάλατα,
ένα απορρυπαντικό,
300 γραμμάρια γαλοπούλα για τοστ,
ένα κοτόπουλο,
ντοματοχυμό,
χαρτί τουαλέτας,
καφέ,
τυρί για τοστ,
φακές,
αυγά εξάδα,
αλεύρι.

     Ανοίγει το πορτοφόλι της, ξαναμετράει. Όχι δεν θα πάρει σήμερα τις μπανάνες, θα προτιμήσει ένα δίχτυ πορτοκάλια. Να φτιάξει καμιά πορτοκαλάδα στα παιδιά. Να έχουν μαζί με το κέικ το πρωί. Όμως της φθάνουν τα χρήματα να πάρει λίγη μυζήθρα, να φτιάξουν μυζηθροπιτάκια που αρέσουν  στο Κατερινάκι.
Προχωράει αγέρωχη και αξιοπρεπής προς το ταμείο. Σε κάποιες άλλες εποχές οι άνθρωποι έγραφαν βερεσέ στον μπακάλη. Τώρα κάποιοι μιλούν για νίκες, για του έθνους ξανά την τιμή.
Για νίκες που το μέλλον θα φέρει.
    Βγάζει ένα-ένα τα πράγματα από το καρότσι. Η ταμίας τα κτυπά στην ταμειακή. Το σύνολο είναι με μαθηματική ακρίβεια αυτό που υπολόγισε. Αυτό που ήξερε από πριν. Τόσο όσο να μην πέσει. Τόσο όσο να δώσει σε όλους μια μικρή χαρά. Όχι για να τους ξεγελάσει, αλλά για να τους πει πως τους θυμάται. Πως δεν τους ξεχνά ποτέ. Δεν τους αφήνει ποτέ.  Δεν βγαίνουν από την καρδιά της.
     Κι αύριο που θα ξυπνάει έξι και μισή για να φύγει για τη δουλειά, τα παιδιά θα έχουν  γάλα, πορτοκαλάδα ακόμα και κέικ. Θα μυρίζει φρέσκος καφές στην καφετιέρα. Το φαγητό θα περιμένει έτοιμο στη κατσαρόλα την επιστροφή στη χελιδονοφωλιά. Εκείνη θα φοράει το ίδιο φθαρμένο αλλά πεντακάθαρο παλτό. Τις ίδιες φθαρμένες, καλογυαλισμένες μαύρες μπότες και το μάλλινο κασκόλ. Η ζωή θα έχει κυλήσει μια μέρα ακόμα μπροστά. Άλλη μια μέρα μάχης και αγώνα θα απλώνεται μπροστά της. Η αξιοπρέπεια θα λάμπει στα κρυστάλλινα  βλέφαρα της. Το φιλί στη πόρτα θα μετατρέψει την στιγμή σε αναρριχώμενο φυτό.
    Εκείνη θα ανοίγει την πόρτα αγέρωχη και αποφασισμένη να πέσει στη μάχη ξανά. Να μην την βάλει κανένας στο χέρι. Ο καρδιακός παλμός της θα συντονίζεται με το δικό του. Οι δυο τους θα αντέχουν ακόμα.
Όλα θα μοιάζουν ίδια.
 Όλα;


Φωτογραφία

Vincenzo Balocchi 

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Τζιμάκος





     Πάει μια βδομάδα που έμαθα για το θάνατο σου. 
Κοίτα σύμπτωση. Μόλις είχα βγει από μια ομάδα που μιλούσαμε για το θάνατο. Ξέρεις τι κάνουν οι άνθρωποι μπροστά στο θάνατο; Σκύβουν τα κεφάλια και ενώνονται για να περάσει από μπροστά τους η σορός. Σκύβουν τα κεφάλια τους και ενώνονται για να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τον εκλιπόντα και μαζί του τα περασμένα χρόνια τους που έφυγαν και δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ. Αυτό κάναμε με εκείνη την ομάδα πριν μια βδομάδα. Ένα βιβλίο ήταν η αφορμή, αλλά εμείς σκύψαμε για να περάσει η ανάμνηση. Χωρίς να το ζητήσει κανείς από κανένα , αυτοβούλως όπως λέγεται θυμηθήκαμε τη κόρη, την αδερφή, την μάνα, το πατέρα, το φίλο που χάσαμε. Τι έκπληξη, κανείς δεν έλειπε από το προσκλητήριο. 
      Φεύγοντας πέρασα από την Απόπειρα να πω καμιά κουβέντα, ήταν όμως κλειστά. Σάββατο απόγευμα και οι δρόμοι στο σούρουπο έχουν μια παράξενη σιγαλιά. Μια προσωρινή ηρεμία, μια αφανή προετοιμασία για ένα Σαββατόβραδο που ίσως φέρει χαρές και συναντήσεις ή ίσως απλά προσπεράσει και ενωθεί με άλλα ανεπίδοτα Σάββατα και προστεθεί σε ένα ιδιότυπο βουναλάκι που στέκει αμήχανα και αυξητικά μεγαλώνει με όλα αυτά που θέλαμε αλλά δεν καταφέραμε, ενώ τα χρόνια περνούν αμείληκτα. Ο χρόνος το Σάββατο έχει περισσότερο ανθρώπινο ρυθμό.
     Στο αυτοκίνητο άνοιξα το ραδιόφωνο και στο ύψος της Αλεξάνδρας λίγο πριν τον Άγιο Σάββα έμαθα για τον θάνατο σου. Συμπεριφέρθηκα όπως μάλλον πάντα κάνω σε τέτοια ξαφνικά. Είπα δυνατά ένα '' Άντε ρε αλήθεια; " και μετά πάγωσε η εικόνα. Η εικόνα μέσα μου. Δεν μίλησα μέρες για σένα. Διάβαζα όσα πολλά γραφόντουσαν. Μου έκανε εντύπωση πως γράφτηκαν και αρνητικά. Δεν μου έκαναν τόσο εντύπωση τ΄αρνητικά αλλά να ρε παιδί μου, η όρεξη που έχουν άνθρωποι να γράφουν αρνητικά λίγες ώρες μόλις ο άλλος έχει πεθάνει. Που δεν σκύβουν το κεφάλι να περάσει η σορός. 
       Η εικόνα μέσα μου άρχισε να ξεπαγώνει μετά απο μέρες. Έλιωσε σε πολλές στρογγυλές, κρυστάλλινες, διαυγείς και διαφανείς υγρές μπάλλες, μικρής, ακριβής διαμέτρου. Μου έκανε εντύπωση πως η διαδρομή τους ήταν εσωτερική και δεν θέλησαν καθόλου να βγουν στον αέρα. Στην αρχή σκέφθηκα θα είναι που έχω μεγαλώσει και μπορώ να κρατηθώ, αλλά μετά  γρήγορα κατάλαβα πως είναι ένας διάλογος με αυτό που άφησες πίσω σου. Εσύ συνήθως δεν απαντούσες με λόγια. Ό,τι ήταν να πεις το έκανες στάση ζωής. 
      Η πρώτη κρυστάλλινη μπαλίτσα με έφθασε χρόνια πολλά πίσω. Εγώ κατά την διάρκεια ενός εκκλησιασμού  που ανήκε στο ετήσιο σχολικό πρόγραμμα. Εγώ να λύνω στα σκοτεινά τα μαθηματικά της επόμενη ώρας μεσούσης της μυρωδιάς του λιβανιού και υπό τον ήχο του ψαλμού του ιερέα. Εγώ να προσπαθώ να πιάσω την κασετίνα μου που πέφτει θορυβωδώς στο μωσαϊκό της εκκλησίας και την καθηγήτρια της οικειακής οικονομίας να σκύβει να την πιάσει. Ο έντεχνος κότσος της κόμμωσης της καθηγήτριας να πάλλεται από θυμό καθώς διαβάζει τους στίχους του Eρωτικού γραμμένους με στυλό στη κασετίνα.  Εγώ στο γραφείο της διευθύντριας. Με διήμερη αποβολή στα χέρια. 
     Πίσω στο γυμνασιακό δωμάτιο μου. Με το γουόκμαν στα αυτιά να ακούω το Ερωτικό στην διαπασών. Με κόκκινα μάγουλα από την χαρά που τότε δεν ήξερα να εξηγήσω. Την μάνα μου να φωνάζει για τα χάλια μου που δεν ξέρει πού θα καταλήξω. 
  Κατέληξα. Να μπορώ να παίρνω αποβολή για όσα αγαπώ και επιλέγω, για όσα υπερασπίζομαι χωρίς να με νοιάζει. Να μπορώ να διαχωρίζομαι για όσα υποστηρίζω ανεξαρτήτως κόστους και συνθηκών. Έτσι μεγαλώνουν οι άνθρωποι μέσα σε μια ζωή που δίνει πολλές και άδικες αποβολές. Κι αν σήμερα μου λείπεις είναι γιατί μου θυμίζεις όλα αυτά. 
Αφού μέσα στα χρόνια είναι πολλά αυτά που σε κάνουν να ξεχνάς, σε δυσκολεύουν, σε εμποδίζουν και τελικά κάποιες φορές σε κερδίζουν.
Χρειάζεται ένα Ερωτικό να σου θυμίζει όλα αυτά που ξεχνάς ενώ είναι εκεί. Μας το άφησες αυτό. Εδώ χάμω μέσα στα χέρια μας να το κάνουμε ό,τι γουστάρουμε και ό,τι αγαπάμε. 
Σ' ευχαριστώ!
        
     

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Πρωτοχρονιά






     Ένας όσο δεν πάει άλλο αγαπημένος μου άνθρωπος, πολύ μεγάλος σε ηλικία και άλλο τόσο και ακόμα πιο μεγάλος σε καρδιά και πνεύμονες για να αναπνέει θαλασσινό αέρα ακόμα και σε στεριές και να μένει στεγνός ακόμα κι όταν βρέχει πρόκες, σήμερα μου αποκάλυψε το μυστικό που τον διατηρεί στην πρώτη γραμμή της ζωής παρά τα χρόνια του. ΄΄Δίνω τη σωστή προτεραιότητα στα παράπονα μου''. Αυτό μου είπε μέσα σε μια στιγμή, τόσο απλά, τόσο αληθινά και συνάμα τόσο αλλόκοτα μακρινά. "Ούτε δεν περιμένω τίποτα, ούτε δεν θέλω τίποτα, ούτε δεν φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Το χρόνο ειδικά και όσα αυτός μπορεί να φέρει."
Σιγά σιγά όσο τον άκουγα απλώθηκε μέσα μου μια βελούδινη ηρεμία. Αυτό είναι! Αυτή είναι η καλύτερη ευχή που μπορώ σε όλους να κάνω. Να δώσετε τη σωστή προτεραιότητα στα παράπονα σας. Δεν είναι καθόλου όλα το ίδιο σημαντικά. Γιατί αν είναι, είναι σαν όλα όσα συμβαίνουν να μας δίνουν την ίδια χαρά. Σαν να τα έχουμε όλα την ίδια ανάγκη ή σαν να μην συνειδητοποιούμε καν τι έχουμε ανάγκη. Αυτό όμως δεν συμβαίνει γιατί το καθετί που συμβαίνει στην ζωή φέρνει και αναλογεί στη δική του χαρά. 
     Έγειρα το κεφάλι μου λίγο μπροστά σε μια ιδιότυπη υπόκληση μπροστά του. 
      Τελικά τον Άγιο Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπά. 


  Ζωγραφική Eric Puybaret

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Μόνοι





     Κάποιοι πάει τρεις και τέσσερις για να κοιμηθούν. Από τα ανοικτά πατζούρια μπορείς να τους δεις να βουλιάζουν σε πολυθρόνες ακούγοντας μουσική ή σκυφτούς σε υπολογιστές να πληκτρολογούν. Να διαλέγουν τραγούδια ή να περνούν από τις σελίδες των φίλων τους για να δουν τα τελευταία. Να επιλέγουν να ακούσουν τις μουσικές που διάλεξαν, τις φωτογραφίες που ανέβασαν, τα λόγια που έγραψαν. Μοιάζει να κάνουν βόλτα μέσα στη σιωπηλή νύχτα στο κατάστρωμα ενός πλοίου. To πλοίο προχωράει με σταθερή ταχύτητα στον προγραμματισμένο προορισμό του, οι επιβάτες κοιμούνται στις καμπίνες ή στο κατάστρωμα  σε  υπνόσακκους και αυτοί ξενυχτούν νυχτοπατώντας δίπλα τους. 
      Οι άνθρωποι αυτοί  συνήθως σιωπούν ή φλυαρούν πολύ. Στα όνειρα τους ερωτεύονται. Θυμώνουν εύκολα και αγοράζουν ανελλειπώς παχιές εφημερίδες. Εξομολογούνται τις προσωπικές τους ιστορίες στο στομάχι τους.  Δεν κοιτούν έξω από το παράθυρο ακόμα κι όταν η σιγαλιά της νύχτας διακόπτεται βίαια από το θόρυβο κάποιων τακουνιών στο πεζοδρόμιο. Φοβούνται μήπως περνά ο έρωτας της ζωής τους και δεν τον προλάβουν. Αγαπούν τον έρωτα. Δεν του βάζουν ταμπέλες ούτε τον τοποθετούν σε βιτρίνες.   Φοβούνται το χρόνο παρόλο που γερνούν ωραία. Μάταια συνεχίζουν να ψάχνουν τα άκρα που ξέφυγαν. Κάποιες φορές γίνονται πρόστυχοι. Συχνά τους παίρνει ο ύπνος με τα ρούχα και ίσα ίσα που προλαβαίνουν να κλείσυν το φως λίγες ώρες πριν χαράξει ξανά και πρέπει να σηκωθούν για την δουλειά. Κοιμούνται μόνοι.
      Τα γραφεία τους είναι γεμάτα χαρτιά. Χάρτινοι, φθαρμένοι φάκελοι με σημειώματα, στιχάκια, άρθρα. Σπάνια κρατούν αναμνηστικά. Τους αρκούν τα δικά τους αποσπάσματα. Έχουν ένα, το πολύ δυο φίλους αλλά καλούς. Είναι κοινωνικοί, πολλές φορές η ψυχή του πάρτυ. Πάντα έχουν να πουν μια είδηση που πέρασε απαρατήρητη, ένα αστείο για να ξεκαρδιστείς. Έτοιμοι να πουν συγνώμη. Ξέρουν τα πάντα για τη μουσική.
      Στο στήθος τους χοροπηδάνε άλογα. Άλογα που όμως δεν τα ακούς ποτέ. Ίσως μόνο καμιά φορά όταν τους συναντήσεις τυχαία στο δρόμο, μέσα στο ειλικρινές χαμόγελο τους ίσως ακούσεις τον απόηχο του ποδοβολητού των αλόγων που δεν βλέπεις και που όμως είσαι σίγουρη  πως υπάρχουν. Είναι όμορφοι άνθρωποι. Αξιοπρεπείς. Διαφορετικοί. Καθώς οι άνθρωποι δέχονται μόνο όσα γνωρίζουν, δεν τους καταλαβαίνουν. Όμως οι ίδιοι δεν ζητούν ειλικρινά καμιά απολύτως κατανόηση από τρίτους.
      Τέτοιες μέρες αναπολούν τις καλύτερες στιγμές της χρονιάς που φεύγει. Σταματούν σε  ακροάσεις αγαπημένων ραδιοφωνικών εκπομπών. Όταν η βραχνή φωνή του παραγωγού γέμιζε το μοναχικό τους δωμάτιο. Σε κάποιες τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο. Εκεί που  αγαπάς το συναίσθημα που ξεπηδά περισσότερο και από τον ίδιο τον άνθρωπο που συναντάς. Κάποιες στιγμές που έπιναν το κρασάκι τους μόνοι ή που διάβαζαν το βιβλίο τους στην άκρη της θάλασσας, απολαμβάνοντας την στιγμή και όχι την οθόνη του κινητού τους... Κι άλλες πολλές τέτοιες μοναχικές στιγμές, μοναχικών ανθρώπων που αγάπησαν την μοναξιά τους χωρίς ενοχές και εμπόδια. Άνθρωποι που η καλύτερη ιστορία της ζωής τους, ήταν η ίδια τους η ζωή. Που αγαπήθηκαν από λίγους τρελλούς ή ποιητές, ενώ για τους πολλούς παρέμειναν παράξενοι ως το τέλος. Ένα τέλος που από την αρχή γνωρίζουν και ίσως γι΄ αυτό ζουν τα πάντα ολόκληρα, ακέραια και μελαγχολικά. 



Φωτογραφία Ιωάννα Ανδρεάδη

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Νύχτα στο ραδιόφωνο




Το γκρι, το μαύρο γίνεται κόκκινο.
Καθόμαστε στο κόκκινο τη νύχτα.
Η Θέκλα διαλέγει μουσική.
Η Σοφία στον ήχο.
Johnny Otis - Harlem Noctrum το πρώτο τραγούδι.
Κουβέντα για τα ανθρώπινα ξέρεις. Για όλα αυτά που σε απασχολούν εσένα, εμένα, εμάς. Για την αντοχή των υλικών.
O Νίκος βγάζει φωτογραφίες.
Ο χρόνος κυλά. Ο χρόνος πάντα κυλά. Ας είναι τουλάχιστον να μην παραμερίζει ανθρώπους στο πέρασμα του. Στο στούντιο έρχεται απρόσμενα και ανέλπιστα ο Σταύρος. Ο Σταύρος και το χαμόγελο του. Η Θέκλα γελάει. Σηκώνεται να τον αγκαλιάσει. Κι άλλο κόκκινο. Φως.
A Song To Europe - Bryan Ferry

These cities may change
but there always remains
my obsession

Tράνζιτ και Ιώδιο μαζί.
Η Φανή στα sms ρωτάει για τα ''πρέπει'' που χτίζουν φυλακές στην ζωή.
Γονείς μην τιμωρείτε τα παιδιά. Είναι σαν να τα δένετε. Μην κρεμάτε χρόνο στα μανταλάκια. Όλοι βρεγμένοι θα μείνουμε.
Μιλήστε τους.
Μιλάμε.
Η Θέκλα μ΄αγκαλιάζει.
Η εκπομπή κλείνει.
Καλά κουράγια απ΄όπου μας ακούσατε.
Το κόκκινο παραμένει. Χωρίς.
Εμείς περπατάμε στο Θησείο αταξικά και άχρονα όπως οι άνθρωποι όταν νοσταλγούν. Σε λίγες ώρες αρχίζουν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί. Εμένα ποτέ δεν μου άρεσαν τα ηλεκτρονικά. Μια μακαρονάδα με κόκκινη σάλτσα και μπόλικο τυρί. Για ένα πιάτο φασουλάδα λαδερή που λέει και ο Πουλίκας. Στο τέλος μιας κόκκινης μέρας. Ο Σταύρος μιλάει. Μιας σημερινής μέρας γεμάτης με πολλά χθες. Νιώθω τυχερή.
Καλοκαιρινό βράδυ μέσ' στο χειμώνα. Να μην μπλέκουμε τους τόνους είναι κακό. Να ξέρουμε τι λέμε. Να ξέρουμε τι ξέρουμε. Δεν είμαστε ξερόλες.
Σηκωνόμαστε σιγά σιγά.
Η καλύτερη ποίηση τελικά βρίσκεται εκεί έξω, στα μάτια των ανθρώπων, στα έργα τους.







Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Στέλλα κοιμήσου




    Στέλλα Κοιμήσου

Παράσταση '' Στέλλα Κοιμήσου '΄  στο Εθνικό , συγγραφή -σκηνοθεσία Γ. Οικονομίδης.

Οι Γερακάρηδες ζούνε την ζωή τους και εμείς οι θεατές ''εισβάλλουμε" σιωπηρά στον χώρο τους για να τους παρακολουθήσουμε πίσω από τον τέταρτο τοίχο , ενώ εκείνοι αραγείς στην σοβαρότητα τους , υποκρίνονται πως δεν μας βλέπουν. Η νοσηρότητα της αστικής οικογένειας ξεχύνεται στην εποφάνεια.
Ο πατέρας - τύραννος θα ουρλιάξει κάποια στογμή '' είσαστε όλοι εξαρτώμενα μέλη''. Το χρήμα και η απληστία δεν καθορίζουν μόνο τις κοινωνικές , πολιτικές και οικονομικές σχέσεις αλλά και τους δεσμούς αίματος. Η εξουσία όπως έλεγε ο Φοθκώ υπάρχει παντού , δεν της ξεφεύγουμε ποτέ.  Εντυπωσιακές ερμηνείες. Ο Στάθης Σταμουλακάτος σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του σαν πατέρας. Το ανθρώπινο κτήνος είναι εκεί. Η εικόνα αυτού του ηθοποίου , ημίγυμνο, λουσμένο στον ιδρώτα, με την κοιλιά να κρέμεται  αποκαλύπτει την χειρότερη και ίσως πιο διαχρονική εποχή μας.

    ''Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες τον κόσμο. Η γνώμη σου ήταν σωστή , κάθε άλλη ήταν παλαβή, εκκεντρική, τρελλή , εξωπραγματική. Ουσιαστικά η αυτοπεποίθηση σου ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν χρειαζόταν να είσαι καθόλου συνεπής και φυσικά ποτέ δεν είχες άδικο.
     Διέθετες εκείνο το αινιγματικό στοιχείο που έχουν όλοι οι τύραννοι των οποίων ο νόμος θεμελιωνεται στο άτομο τους και όχι στη λογική. Έτσι για μένα ο κόσμος έγινε τρια κομμάτια : ένας στον οποίο εγώ ο σκλάβος , ζούσα κάτω από νόμους που είχαν θεσπιστεί αποκλειστικά για μένα και με τους οποίους επιπλέον δεν μπορούσα, χωρίς να ξέρω το γιατί , να σθμορφωθώ πλήρως,μετά ένας δεύτερος κόσμος, απείρως μακρύτερα από το δικό μου, στον οποίο ζούσες εσύ, απασχολημένος με την διακυβέρνηση, με την έκδοση δαιταγών και με το πρόβλημα της ανηπακοής προς αυτές  και τέλος ένας τρίτος κόσμος, όπου όλοι οι άλλοι ζούσαν ευτυχισμένοι και απαλλαγμένοι από διαταγές και την ανάγκη να υπακούσουν. 
      Αυτό που εμένα με κατακυριεύει εσένα δεν σε αγγίζει καθόλου και το αντρίστροφο. Αυτό που για σένα ελιναι αθωότητα , μπορεί για μένα να είναι ενοχή και το αντίστροφο. Αυτό που δεν έχει καμιά σημασία για σένα , για μένα μπορεί να είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο μου. Μερικές φορές φαντάζομαι ανοιχτό το χάρτη του κόσμου κι εσένα ξαπλωμένο διαγώνια επάνω του. Τότε μου φαίνεται ότι θα μπορούσα να ζήσω μόνο σ΄εκείνα τα μέρη που είτε δεν κάλυπτες ,  είτε δεν βρισκόταν κοντά σου. Σύμφωνα με την αντίληψη που έχω για το μέγεθος σου,  αυτά δεν είναι ούτε πολλά , ούτε ιδιαίτερα άνετα μέρη. 

Φράντς Κάφκα
Γράμμα στον πατέρα
μετ. Γιώργος Βασιλάκος - Άντα Γαρμπή
Ελεύθερος Τύπος 2002



Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Με ωτοασπίδες στ΄αυτιά και βαμβάκια στα μάτια






      Περπατάνε στην εξαντλημένη πόλη κι εκείνη στέκει ακίνητη. Μια πόλη πιο ακίνητη από ποτέ, όμοια με σκηνικό ενός θεατρικού όπου οι πρωταγωνιστές φορούν ωτοασπίδες στα αυτιά και βαμβάκια στα μάτια. Περπατούν στο κέντρο του σκηνικού σε δρόμους που μυρίζουν ξεραμένο κάτουρο. Περνούν μπροστά από τοίχους που ξεφλουδίζουν πολύχρωμα χαρτιά αναγγελίας συναυλιών, θεατρικών παραστάσεων, φροντιστηρίων, κηδειών. Στις γωνίες των στοών, πάνω σε βρώμικα, μαρμάρινα σκαλάκια τεράστιοι μεταξοσκώλικες φτιαγμένοι από αδιάβροχο ύφασμα και βαμβάκι διατηρούνται στα όρια της επιβίωσης.
     Οι περαστικοί με τις ωτοασπίδες και τα βαμβάκια στα μάτια ρολάρουν πάνω σε μαλακές στιγμές. Ο ήχος που φθάνει στα αυτιά τους μοιάζει να φθάνει από πολύ μακριά, από κάποιο άγνωστο βυθό. Ο πόνος του συνανθρώπου, το ζάρωμα από το κρύο, το μελάνιασμα, το χάος, η απουσία, η βρώμα, το κλάμα, το ουρλιαχτό είναι μια εκδορά στην ακοή. Ποιος άραγε ευθύνεται για κάτι τέτοιο;  Ας διακινδυνέψουμε μια απάντηση. Είναι η χρήση όλων αυτών των μέσων του βουλώματος. Η χρήση των υψηλής ποιότητας ωτοασπίδων και του βαμβακιού που κλείνουν κάθε είσοδο της θέασης του βυθού. Η διαβρωτική αμηχανία του ανθρώπου μπροστά στην σιωπή. Ένα μπουκάλι βουλωμένο με αφρώδες υλικό που ταξιδεύει ακυβέρνητο στον ωκεανό με το μήνυμα της διάσωσης βιαστικά γραμμένο στον εαυτό του. 
      Τα χρώματα των φαναριών αλλάζουν νύχτα μέρα, οι διαβάτες διασχίζουν το δρόμο  και περνούν απέναντι. Τα κλειστά μαγαζιά, οι άδειοι δρόμοι το βράδυ, τα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας εμπορικά, η εξαναγκασμένη απουσία των φίλων που μετοίκησαν είναι τα προσωρινά ερείπια του πραγματικού χρόνου. Οι αποστάσεις γίνονται ευθείες και δεν υπάρχουν διαδρομές, ενδιάμεσα τοπία, προσωρινές παύσεις. Μια ολόκληρη πόλη εκτεθειμένη στην αδράνεια περιμένει στην στάση του λεωφορείου χωρίς εισητήριο ενώ έχει ήδη αργήσει. 
     Οι περαστικοί με τις ωτοασπίδες και τα βαμβάκια στα μάτια περπατούν ακούγοντας μονάχα τον δικό τους καρδιακό παλμό. Αναγνωρίζουν μονάχα την δική τους ύπαρξη στο κάθε χτύπο. Αδιαφορούν για τους χτύπους γύρω. Ξέρουν μονάχα την δική τους αρτηριακή πίεση και αδικία Είναι άνθρωποι που περπατούν και την ίδια ώρα που υπάρχουν, λείπουν. Και όταν λείπουν οι άνθρωποι, λείπουν τα αυτονόητα. 
     Κάποια περιστέρια, κάποιοι ξεχασμένοι συναγερμοί, το γάβγισμα κάποιου σκύλου μακριά, τα τζιτζίκια το καλοκαίρι, οι σειρήνες του ασθενοφόρου, τα βιαστικά τακουνάκια στο πεζοδρόμιο, όλοι αυτοί οι δίχως βλέφαρα ήχοι δίνουν μια ξεχασμένη γεύση υποβρυχίου βανίλιας στο βυθό της σιωπής. Ο μακρινός ήχος βουτάει και εμφανίζει την πιο μέσα σιωπή. Αυτή που όταν την βυθομετρήσουμε αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ό,τι συμβαίνει γύρω μας. 

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Τα γενέθλια



    Είχε γενέθλια Δευτέρα και δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Η πρώτη εργάσιμη της βδομάδας. Οι φίλοι δουλεύουν από το πρωί και πολλά κέφια δεν έχουν. Το πιθανότερο είναι να τον ξεχάσουν. Το σαββατοκύριακο είναι μακριά, μέχρι να φθάσει τα γενέθλια μπαγιάτεψαν.        
    Από μια ηλικία και πάνω δεν ήταν σίγουρο πως ήθελε να γιορτάζει τα γενέθλια του. Όμως δεν ήταν ακριβώς αλήθεια αυτό. Ίσως μοιάζει με κάποιου είδους διαστροφή. Αυτό το ετήσιο κλικ στο ρολόι ήθελε να το γιορτάζει. Άγνωστο γιατί. Ίσως αυτό το κλικ σε βοηθάει να είσαι λιγότερο αποσυντωνισμένος. Την ίδια στιγμή που δεν είχε την παραμικρή ιδέα του τι πρόκειται να κάνει. Ήταν πάντα λίγο δύσκολο να το εξηγήσει. Όμως το είχε κερδίσει. Και όσα είχε κερδίσει ήταν αυτά που ανέμιζαν μπλεγμένα στο κασκόλ του και τον κρατούσαν ψηλά και γινόταν τότε ένας άνθρωπος που έμοιαζε με φυλλωσιά, δέντρο ή λουλούδι. Ρόλοι ξεκάθαροι που δεν τους μπέρδευε ποτέ. 

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Δευτερόλεπτα




           Εκεί που μεγάλωνες με την ασφάλεια της παρουσίας μου ξαφνικά έφυγες. Πρώτη μέρα στο αμφιθέατρο σε μια πόλη μακριά από την δική μας να παρακολουθείς με ενθουσιασμό τους καθηγητές που κατακτούν την νεανική σου καρδιά με τις γνώσεις τους και να σου ανοίγουν διάπλατα ένα ολοκαίνουργιο κόσμο, τον κόσμο της επιστήμης που με πάθος επέλεξες. Και μετά κι άλλες μέρες και άλλες χαρές και νέες φιλίες και σχέδια για ταξίδια και μεταπτυχιακά και όνειρα για μια ζωή όχι σαν αυτή που φαίνεται γιατί γυαλίζει, αλλά για μια άλλη ζωή σαν αυτή που πάντα σε προκαλούσε, μια ουσιαστική και ευωδιαστή, δημιουργική ζωή με συναισθήματα. Μια ανθρώπινη, άξια ζωή που αναζητούσες πάντα να εξερευνήσεις.
          Με λίγα λόγια ήρθε η ζωή και μπήκε στη μέση. Η καθημερινή επαφή αντικαταστάθηκε  με σύντομα μηνύματα αγάπης μέσα απ΄όλα τα μέσα δικτύωσης και τηλεφωνήματα δευτερολέπτων. Συνήθως με πρωτοβουλία δική μου για να είμαι ειλικρινής ή των ενοχών σου όταν έχεις αγνοήσει κλήσεις μου ή έχουμε λίγες μέρες να μιλήσουμε λιγάκι πιο πολύ. Τα νέα μας σε περίληψη. Αναξαρτήτως ώρας του τηλεφωνήματος θα  διατυπώσω μια ερώτηση για την διατροφή. ΄Εφαγες; Θα φας; Πήγες σούπερ μάρκετ; Θα μαγειρέψεις; Mετά κάποιες  ερωτήσεις γενικού ενδιαφέροντος. Θα βγεις; Πέρασες καλά; Πώς πήγε το μάθημα; Τι κάνουν τα παιδιά; Περνάτε ωραία; Γνώρισες κι άλλα παιδιά; Μετά οι παύσεις. Ίσως περιμένω κάτι να μου πεις. Κάτι που δεν ξέρεις πως να μου το πείς και θέλεις να το αφήσεις να τσουλήσει πάνω σε μια παύση. Αν δεν θέλεις τίποτα άλλο να μου πεις, με ρωτάς ένα γενικό ''τι άλλα νέα;''. Είναι η σειρά μου να πω περιληπτικά τα νέα μου. Εδώ το θέμα είναι ελεύθερο, οπότε λέω λίγο απ' όλα, στη δουλειά καλά, ξέρεις τώρα μου αρέσουν αυτά που κάνω, με τον πατέρα σου πάμε και περπατάμε όλο και πιο συχνά, η αδερφή σου ίσως δώσει για το δεύτερο πτυχίο στα Γερμανικά, είδαμε μια πολύ καλή ταινία στο σινεμά, στο Μπενάκη έχει μια έκθεση γιαπωνέζικης ζωγραφικής που θα σου άρεσε πολύ, όταν έρθεις να πας να την δεις. Το τηλέφωνο φθάνει στο τέλος του. - ''Μην με ξεχνάς, να με παίρνεις ''. 
- Μα σε παίρνω, κάθε μέρα μιλάμε μαμά. Κλείνω ανακουφισμένη. Δύσπιστη μα ανακουφισμένη. 
         Κάθε φορά που κλείνουμε, το μάτι μου πέφτει στην οθόνη του τηλεφώνου. Η διάρκεια της κλήσης είτε πρωινής, είτε βραδυνής είναι σχεδόν πάντα περίπου η ίδια, κάποια λίγα δευτερόλεπτα με δυσκολία  λεπτά χωρίς  να μπορώ να καταλάβω ποια τυχαία σύμπτωση έχει αποφασίσει αυτό το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο κι αν είναι κάτι που το ορίζεις άθελα σου εσύ ή εγώ. Και όλο λέω να κάνω κάτι να το αλλάξω κι όλο δεν κάνω και αυτό συνεχίζει απαράλλαχτο. Να βρω κάτι άλλο να σου πω, κάτι άλλο να σε ρωτήσω και να δώσω λίγη ακόμα χαρά και διάρκεια στην επικοινωνία μας. Όμως έτσι που σκάει κάποια άσχετη στιγμή της καθημερινότητας το τηλέφωνο και όπως δεν θέλω να σε φορτώνω  και με άλλες κι άλλες κλήσεις, να μην γίνω κουραστική, παραβιαστική, η γιορτή να σε ακούσω κρατά αυτό το συγκεκριμένο μικρό χρονικό διάστημα.
       Τελικά όμως αυτό που καταλαβαίνω είναι πως η επικοινωνία μας δεν κρατά μόνο αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα. Ο συγκεκριμένος χρόνος δεν υφίσταται πραγματικά. Δεν είναι παρά η τυχαία διάρκεια μιας καθημερινής, αναπόδραστης συνήθειας. Η φωνή, οι ερωτήσεις, όλα αυτά που σου δίνουν και μου δίνουν χαρά, όλα αυτά που με στεναχωρούν και σε στεναχωρούν, ο τρόπος που βλέπω και βλέπεις τον κόσμο, οι πιο βαθειές επιθυμίες μας, οι φόβοι, είναι όλα μέσα μας. Είναι αναπόσπαστα κομμάτια των πρώτων-πρώτων χρόνων σου και των μελλοντικών σου προβολών.
          Σκέφτομαι πως αυτή είναι η ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ μας από την πρώτη μέρα που γεννήθηκες (ίσως και μερικούς μήνες πιο πριν) και πως το καθημερινό τηλέφωνο δεν θα πάψει παρά μόνο αφού φύγουμε και οι δυο σε διαφορετικούς χρόνους απ΄αυτή τη ζωή. Σκέφτομαι ακόμα πως όλα αυτά τα λεπτά των κλήσεων μαζί μοιάζουν με τα δευτερόλεπτα των δικών μου τηλεφωνημάτων στην μητέρα μου. Και πως αν αξιωθώ να φθάσω σε βαθιά γεράματα και δω το συνολικό χρόνο στην οθόνη του τηλεφώνου, θα δω να έχει μετρήσει όλα τα δευτερόλεπτα μου στη γη. Αφού όσο κι αν δεν το ομολογούμε, όσο κι αν δεν της το λέμε ποτέ, ο χρόνος μας συντονίζεται από την αρχή του με Εκείνη. 
         Καθώς τα γράφω όλα αυτά νιώθω ευγνωμοσύνη για σένα, για ολόκληρη αυτή την  σχέση που έχουμε που δεν χάνεται ποτέ και για τίποτα όσο κι αν οι συνθήκες αλλάζουν. Γι΄αυτό κι όταν σηκώνω το ποτηράκι μου δεν εύχομαι ποτέ για τα προηγούμενα. Εύχομαι πάντα για τα επόμενα. Για τους μελλοντικούς μας εαυτούς και το νέο ρόλο που επιφυλάσσει ο χρόνος για την κάθε μια μας μέσα στη ρευστή ζωή της άλλης.



            

Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Ήχοι της πόλης




       Είναι ωραίο να περπατάς. Είναι ένας τρόπος να αφεθείς. Κάποιες φορές βάζεις τα ακουστικά και ταξιδεύεις σε τόπους που μ΄ένα δικό τους απερίγραπτο τρόπο σου είναι γνώριμοι κι άλλες φορές χωρίς ακουστικά, ακούς τις σκέψεις σου αφιλτράριστες  μέσα στους ήχους της πόλης. 
         Εδώ και κάποια χρόνια αυτό που ακούς στους ήχους της πόλης είναι μελαγχολία. Ο κόσμος  μελαγχολεί. Η μελαγχολία δεν έχει πάντα μουντά χρώματα. Ούτε πάντα ακούγεται μέσα σε αναστεναγμούς. Βλέπεις κάποιους ανθρώπους που πάνε εδώ κι εκεί, γελάνε, ποστάρουν φωτογραφίες και όταν τους ρωτήσεις ''πώς είσαι;'' απαντούν αμήχανα, διστάζουν. Σαν να μην ξέρουν τι να πουν. Δεν είναι όλα πάντα όπως φαίνονται. 
      Βλέπεις ένα φίλο μετά από καιρό τυχαία στο μετρό. Ανταλλάσεις δυό κουβέντες τυπικές, προσπαθείς να καταλάβεις, να πιάσεις το νήμα από εκεί που το έχεις αφήσει. Πού είσαι; Πώς πας; Καλά, αλλά κλείστηκα λίγο μέσα. Ήμουν στα κάτω μου. Δεν έβγαινα. Τουλάχιστον σου είπε κάτι αληθινό, σκέφτεσαι. Παράτησε τα προσχήματα, σ΄ εμπιστεύεται ακόμα. Όλα καλά θα πάνε του λες. Θα πάνε; 
     Όπως και όταν πριν λίγες μέρες ο Θοδωρής σου είπε πως στην άδεια του δεν πήγε πουθενά. Τα χρήματα δεν έφταναν να πάει κάπου αλλού εκτός από το χωριό. Όμως δεν  πήγε γιατί  δεν είχε όρεξη να πάει πάλι στο χωριό αφού εκεί είναι μια κολλημένη κατάσταση που δεν αντέχει άλλο. Το ίδιο του είπες. Όλα καλά θα πάνε. Θυμάσαι τι σου απάντησε; Πως εσύ το λες αυτό γιατί είσαι αισιόδοξη από το DNA σου.
      Δεν ξέρω τι κάνει έναν άνθρωπο αισιόδοξο. Αν είναι στο DNA του ή είναι μια ικανότητα που μπορείς να την δουλέψεις. Συνήθως η ζωή μας δείχνει πως τίποτα δεν είναι μόνο ένα. Όπως και τίποτα και κανείς δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Όμως νιώθω πολλές φορές πως ο θετικά σκεπτόμενος άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως γραφικός από μερικούς στους στραπατσαρισμένους καιρούς που ζούμε. Λες και έχουμε εθιστεί στο σκοτάδι και η χαρά μένει για όποιον δεν έχει προβλήματα. Αλήθεια υπάρχει τέτοιος άνθρωπος; Λες και η χαρά είναι κάτι που σε βρίσκει στο δόξα πατρί, εγκαθίσταται στη ζωή σου επ΄αόριστον και δεν ξεκολλάει ό,τι κι αν κάνεις. Εκείνο που ξέρω είναι πως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα με την χαρά. Αυτή περιμένει να την ανακαλύψεις. Ίσως ακόμα και να την εφεύρεις. Όμως αν μάθεις και την ανακαλύπτεις δεν το ξεχνάς ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν , όσο χρονών κι αν γίνεις. 
     Αυτά σκεφτόμουν περπατώντας. Μέχρι που έφθασα στο παρκάκι της γειτονιάς, εκεί που τα παιδιά παίζουν μπάλα, κρυφτό, κυνηγητό. Λαχανιασμένα και ιδρωμένα παιδιά φώναζαν λες και ήταν ακόμα καλοκαίρι αδιαφορώντας για το φθινόπωρο που καταφθάνει και για τα σχολεία που έχουν ήδη ανοίξει.  Γιατί ούτε και πολλή σκέψη χρειάζεται νομίζω.