Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

Μετρούσε




     Μετρούσε με σχολαστικότητα τις ώρες ανάμεσα στις δόσεις των φαρμάκων της Ρίτας. Τοποθετούσε  κάθε χάπι σε μια  ειδική κασετίνα με πολλά κουτάκια. Κάθε χάπι έμπαινε στο δικό του κουτάκι. Μετρούσε τις μέρες με χάπια, τις βδομάδες με δόσεις, τους μήνες με συνταγές. 
     Στο σπίτι της δούλευε τριάντα πέντε χρόνια τώρα. Είχε ξεκινήσει εικοσιεπτά χρονών. Μόλις που είχε γεννήσει τον Αργύρη και τα έφερναν δύσκολα βόλτα με ένα μισθό ταμία στα επιδόματα πολυτέκνων στο ΙΚΑ. Όταν ξεκίνησε της είχε ζητήσει η ίδια η Ρίτα και ο συγχωρεμένος ο άντρας της να αναλάβει την οικονομία του σπιτιού. Έτσι ακριβώς της το είχαν πει, την οικονομία. Εμείς παιδιά σκυλιά δεν έχουμε. Δουλεύουμε με τις ώρες, αργούμε να γυρίσουμε. Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο να κοιτάει το σπίτι, τις προμήθειες, να επιβλέπει την καθαριότητα, τις πληρωμές του ηλεκτρικού, του νερού, να οργανώνει τις γιορτές, τα κοινωνικά, να στέλνει συλλυπητήρια, συγχαρητήρια. Δυο φορές την βδομάδα θα έρχεται παραδουλεύτρα. Να την ελέγχεις. Τ' απογεύματα, όταν γυρίσουμε να φεύγεις. Να πηγαίνεις να βλέπεις τον άντρα σου, τον γιο σου. Την άλλη μέρα στις 8 θα σε περιμένουμε. 
     Έτσι ξεκίνησε να μετράει τις μέρες μέχρι την 28η για να βγάλει τα χαλιά στην ώρα τους. Και από την 28η, τις μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα για να οργανώσει την Χριστουγεννιάτικη γιορτή. Και ύστερα τις μέρες για τις απόκριες γιατί τότε έφευγαν μια γεμάτη βδομάδα διακοπές και της έμενε ο χρόνος να φτιάξει τις ντουλάπες. 
   Στο μεταξύ είχε γεννήσει και τη Χριστίνα. Είχε εναντιωθεί στο όνομα. Ήθελε να το αποφύγει. Αφού Χριστούγεννα στο δικό της σπίτι δεν περνούσε ποτέ. Αμαρτία ήταν να μην την έβλεπε το παιδί στην γιορτή του. 
      Μετρούσε τις προμήθειες στην αποθήκη για να έχουν ό,τι χρειαζόντουσαν. Το πετρέλαιο για να μην ξεμείνουν και αρρωστήσουν από το κρύο. Μετρούσε τα τσιγάρα που κάπνιζε η Ρίτα κρυφά στο μπαλκόνι, κρυφομιλώντας στο κινητό, για να της αγοράσει καινούργιο πακέτο. Μετρούσε τις κιλοβατώρες, τα κυβικά, τα ντεσιμπέλ. Μετρούσε τις μέρες μέχρι να πληρωθεί. Αν ο μήνας τελείωνε Δευτέρα, εκείνο το τελευταίο σαββατοκύριακο μετρούσε τα ψιλά της για να δει αν θα κατάφερνε να φέρει μια σοκολάτα ή ένα βιβλίο στα παιδιά που την περίμεναν πίσω από την πόρτα. Τα παιδιά, αυτά που όλα τα κατάφερναν μονάχα τους. Διάβασμα, προπονήσεις, συναναστροφές. Κανένας δεν υπήρχε για να κουράσουν. Μιλούσαν λίγο, πολύ λίγο. Αφού όταν γυρνούσε, μέχρι να μαγειρέψει αυτά κοιμόντουσαν. Ύστερα απ' όλα αυτά τα χρόνια της σιωπής είχαν πια ξεσυνηθίσει. 
      Ο Μήτσος ο άντρας της με 90% αιφνίδια απώλεια ακοής, μετά την δουλειά γυρνούσε, έτρωγε ό,τι του είχε αφήσει από το βράδυ στην κατσαρόλα.Έπεφτε για ύπνο και το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο. Όταν η απώλεια ακοής συμπληρώθηκε και με μερική απώλεια όρασης άφησε την δουλειά, πήρε μια πενιχρή σύνταξη αναπηρίας και πήγαινε πια μόνο στο καφενείο. Ποτέ της δεν κατάλαβε τι έκανε στο καφενείο αφού δεν άκουγε. 
      Μετρούσε τις υποχρεώσεις, τις ώρες των φροντιστηρίων για να έχει το ακριβές αντίτιμο, τις μέρες περιόδου της Χριστίνας μήπως της μείνει έγκυος και της πέσει κι άλλος ταμπλάς στο κεφάλι. Μετρούσε τα μαθήματα που απέμεναν να πάρει ο Αργύρης το πτυχίο του από το Μαθηματικό. Τους επαίνους της Χριστίνας στο μεταπτυχιακό. 
     Μετρούσε τα χαμένα της χαμόγελα. Τα τίποτα, τα κούφια, τα σκοτάδια, τις σιωπές. Τον αέρα μετρούσε. Τους χτύπους του ρολογιού πριν δώσει την επόμενη δόση του φαρμάκου. Η Ρίτα αρρώστησε, τρία χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της. Πέθανε μέσα στα χέρια της. Της άφησε ένα σεβαστό ποσό στην τράπεζα για εκείνη και τα παιδιά της . Δείγμα ευγνωμοσύνης για όλη την προσφορά της οικονομίας της. Ανέλαβε τα της κηδείας με το τρόπο που ήξερε πως ήθελε η Ρίτα. Καθάρισε κι ασφάλισε το σπίτι. 
    Εκείνη την τελευταία ημέρα γύρισε με τα πόδια στο σπίτι της. Κανείς δεν ήταν εκεί. Τα παιδιά είχαν πια τα δικά τους σπίτια και ο Μήτσος ήταν στο καφενείο. Μια ώρα και είκοσι λεπτά ποδαρόδρομο ήταν η απόσταση από το σπίτι της. Κάθησε σε μια πολυθρόνα και κοίταγε βουβή έξω από το παράθυρο κατά το μέρος που ήταν τα βουνά. Πίσω από εκείνα τα βουνά είναι το νησί μου, σκεφτόταν. Έχει βαθιά μπλε θάλασσα και το Πάσχα γεμίζει γεράνια. Εκεί ήθελε να πάει. Που ήταν ίσιωμα. Που δεν είχε ούτε ποτάμια, ούτε βουνά. Το φως του νησιού της έβλεπε που ήταν πρασινωπό και είχε μπλε ανταύγειες, που πέρναγε από πάνω της και την έκανε να σκέφτεται κάτι πράγματα που δεν μπορούσε να τα ξεδιαλύνει. Και τη Ρίτα σκεφτόταν που μύριζε σαν ναφθαλίνη τις τελευταίες της μέρες. 
     Διαγνώσθηκε με το κακό με τις πρώτες εξετάσεις που πρόλαβε να κάνει. Κανένα εξάμηνο θεραπείες που όμως δεν την έπιασαν. Τα παιδιά της έκλαψαν πολύ για τις ψυχές που  σιωπηλά φεύγουν για τα σκοτάδια.


Ζωγραφική Βασίλης Σελιμάς


     
      
     

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Μια άγνωστη χώρα




     Μέσα από τα μαύρα ρούχα, τα ρυτιδιασμένα, άνυδρα πρόσωπα, μέσα από το απλωμένο χέρι της μιας προς την άλλη εμφανίζεται μια άγνωστη χώρα. Μια ανθρώπινη χώρα, που ο πόνος ενώνει και δεν διχάζει τους ανθρώπους. Μια χώρα που οι φασίστες τιμωρούνται και ως δράστες και ως ηθικοί αυτουργοί. Μια εικόνα, ένα εκατομμύριο λέξεις. Μια άγνωστη χώρα. 

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019

Χριστούγεννα






     Χριστούγεννα για μένα είναι να συνειδητοποιώ πόσο θα ήθελα να ήμουν ξανά παιδί. Να μπορώ να βλέπω πιο καθαρά όσα δεν φαίνονται και λιγότερο καθαρά όσα φαίνονται. Να μην επιβιώνω αναγκαστικά μέσα σε πολέμους. Να πιστεύω χωρίς να ζητώ αποδείξεις. Να αδιαφορώ πανηγυρικά για το χρόνο. Να παίζω χωρίς να φοβάμαι και χωρίς να βιάζομαι. Να μπορώ να αλλάζω στο πι και φι οριστικά. Να μου επιτρέπεται να είμαι θνητή. Τα όνειρα μου να είναι ασχημάτιστα. Να μην με πλακώνει καμιά παλιά συνταγή. Να πέφτω, ν'αρρωσταίνω, να σκοτώνομαι, να γίνομαι χάλια και σε λεπτά να τελειώνουν όλα αυτά. Να μην χρειάζεται και να μην πρέπει. Να μην ζω με αναμνήσεις. Να με προσέχουν. Να με φροντίζουν. Να μην ευθύνομαι παντού και πάντα. Να κάνω εύκολα φιλίες στο δίπλα θρανίο. Να περιμένω αλλά να είναι σαν να μην περιμένω. Να παίρνω το φιλί της καληνύχτας και στα χείλη της μάνας και του του πατέρα μου να παίρνω την επιβεβαίωση πως αύριο θα είναι όλα εκεί ξανά τα ίδια, τίποτα δεν θα έχει χαθεί. Να πιστεύω σε παραμύθια. Να ζω μέσα στα βεγγαλικά. 
     Για όσα παιδιά σήμερα δεν είναι τα πράγματα έτσι, τα Χριστούγεννα δεν υπάρχουν. Κι αν τα περιμένουν είναι ακριβώς γιατί είναι παιδιά. 

Χρόνια πολλά σε όλους.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

Η σκιούλα




   Βραδάκι γύρω στις εννιά έφθασαν. Πέντε ήταν χωρίς τη Μαρία. Αν τελείωνε νωρίς θα ερχόταν κατευθείαν εκεί τους είχε πει. Δεν την πίστεψε. Κανείς από την παρέα δεν την πίστεψε. Τις περισσότερες φορές δεν την πάλευε η Μαρία μετά από δέκα ώρες δουλειά. Δεν της είπαν πως όλο τα ίδια λέει και πως ποτέ δεν πάει. Δεν ήθελαν να την κακοκαρδίσουν που ήταν γλυκό παιδί και τα έπαιρνε όλα κατάκαρδα.
  Στην μέση της αυλής δέσποζε ένας μεγάλος πλάτανος. Τα κιτρινισμένα φύλλα του πεσμένα κάτω, έστρωναν χαλί για να περάσεις. Η αυλή γυμνή, τα τραπεζάκια μαζεμένα, σπεπασμένα με μουσαμά σε μια γωνία. Οι καρέκλες στιβαγμένες κι αυτές, η μια πάνω στην άλλη, περίμεναν το επόμενο καλοκαίρι. Δεκέμβρης μήνας, το κρύο δεν άφηνε να καθήσεις έξω. Μέσα ήταν όλα κι όλα καμιά δεκαριά τραπέζια. Στρωμένα με τραπεζομάντηλο καρώ,  άσπρες και κόκκινες γραμμούλες. Λάδι, ξύδι, αλάτι, πιπέρι πάνω σε κάθε τραπέζι. Στην άκρη αναμμένο ένα τζάκι, έκοβε την υγρασία. 
  Βρήκε πως η θερμοκρασία ήταν η απολύτως σωστή. Ούτε πολύ κρύο, ούτε πολλή ζέστη. Τόσο όσο, όπως του άρεσε να λέει. Βρήκαν μέσα τρεις τέσσερις παρέες. Κάθησαν και αναζήτησαν τον κατάλογο. 
- Δεν υπάρχει παιδιά κατάλογος. Πέντε πράγματα έχουμε όλα κι όλα. 
- Για πες μάστορα.
- Λοιπόν, κεφτεδάκια, πατάτες τηγανητές, σαλάτα λάχανο, σαλάτα μαρούλι. Έχω και δυο μερίδες κοτόπουλο κοκκινιστό. 
Βρήκε πως το φαγητό ήταν όσο έπρεπε. Ούτε πολύ, ούτε λίγο. Τόσο όσο, όπως του άρεσε πάντα να λέει. 
Την ώρα που ήρθε το κρασί, πήρε ένα παιδί από το άλλο τραπέζι να παίζει μπουζούκι. 

''Μεσοπέλαγα αρμενίζω κι έχω πλώρα τον καημό
κι έχω την αγάπη πρύμα κι άλμπουρο τον χωρισμό"

Τσούγκριζαν τα ποτήρια τους, έπιναν και τραγουδούσαν. Σαν αυτό το φαγητό δεν είχε ξαναφάει.
''Μιλώ με τα ψηλά τ΄απάτητα βουνά
και τους μιλώ για σένα.
Πως έχεις ομορφιά και φρύδια τοξωτά 
σαν πέτρινα γεφύρια
Άμοιρη ψυχή μην ξεγελαστείς'' 
     
      Σηκώθηκε να χορέψει. Σιχαινόταν τα λόγια τα συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τους λεκτικούς χειμάρρους. Του άρεσαν μόνο όσα κι όσους του αντιστάθηκαν. Αυτούς που ποτέ δεν νοιάστηκαν αν του αρέσουν. Που περπατούν αδιάφορα με τα χέρια μέσα στις τσέπες. Τους ανθρώπους ποιήματα που ζούνε έξω από τα βιβλία.
Πολλά βράδια πριν πέσει στο κρεβάτι σκεφτόταν πως σηκωνόταν να χορέψει και πως οι φίλοι του έπαιζαν παλαμάκια γύρω του. Φορούσε μετά τις παιδικές πιτζάμες του και περνούσε στο ριγωτό του ύπνου σαν τον στρατιώτη που βουτάει στο χαράκωμα απ΄όπου δεν γνώριζε πότε κι αν θα ξαναβγεί.  
Τέλειωσε ο χορός. Τελείωσε αυτή η στιγμή. 
    Βγαίνοντας από το μαγαζί έψαξε να δει πως το λένε. ''Η σκιούλα''. Έτσι έλεγαν την ταβέρνα. Οι φίλοι ζούνε πια μόνο στις πόλεις του μυαλού τους. Χαράματα γύρισε μόνος του στο σπίτι.


Φωτογραφία Λουκάς Βασιλικός



Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2019

Όλα ψέμα




     Στους δρόμους περνά η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Στα φανάρια, στις διαβάσεις, στις στάσεις, η Ευτυχία με το τσεμπέρι της, μας κοιτά πίσω από τα μεγάλα, κοκκάλινα γυαλιά της. Κολλημένη στο καπό των λεωφορείων κάνει τις βόλτες της έξω από το χωρόχρονο που κουβαλάμε στερεοτυπικά μέσα στα κεφάλια μας. Η Ευτυχία επέστρεψε από την άλλη ζωή. Παίζουν λέει την ζωή της ταινία και την διαφημίζουν. 
     Η Ευτυχία καπνίζει πολλά τσιγάρα για ν' αδειάζουν τα κουτιά, να έχει χαρτί να γράφει στίχους. Σαν πεθάνω Χάρε μου να σ΄έχω νικήσει καμιά χιλιάδα τραγούδια. Γλυστρά από το άπειρο και πέφτει δίπλα μας, στρίβει στο επόμενο στενό, μπαίνει στην διπλανή πόρτα. Σκυβει και ακούει τα πάντα, τους ψιθύρους και τα αγκομαχητά. Άνθρωποι πισθάγκωνα δεμένοι περιμένουν την τιμωρία. Η Χρυσή Αυγή αθωώνεται. Η Ευτυχία σιγοτραγουδάει ''όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή. Σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή''. 

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Δυο παιδιά μιλάνε



   Δυο παιδιά μιλάνε. 
Το ένα είναι ένα μικρό παιδί, γύρω στα 7, ορφανό που κατοικεί σε μια δομή φιλοξενίας, που πάει στο σχολείο, δεν έχει στολισμένο δέντρο, δεν έχει παιχνίδια, δεν έχει δικό του δωμάτιο, χρωματιστούς τοίχους και στολίδια, δεν ξεκινά από την ίδια αφετηρία. Το άλλο είναι ένα μεγαλύτερο παιδί γύρω στα 16 που έχει γονείς, που πάει σχολείο, που έχει στολισμένο δέντρο, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, παιχνίδια, βιβλία, που ξεκινά από μια ''κανονική" αφετηρία. 

- Να σου πω, εγώ δεν πιστεύω στον Άγιο Βασίλη, λέει το μικρό στο μεγαλύτερο.
- Μα γιατί; Τα δώρα; Κάποιος φέρνει τα δώρα. 
- Εγώ δεν είχα ποτέ δώρα. Κανείς δεν μου έδωσε ποτέ δώρα. 
- Ούτε εμένα μου έδωσε κανείς. Όμως εκείνες τις μέρες νιώθω μια παράξενη χαρά και λέω μέσα μου ότι αυτή η χαρά είναι δώρο. Αυτή η χαρά είναι για μένα το δώρο. 

  Το μικρότερο παιδί κοιτά το μεγαλύτερο με ένα βλέμμα απορίας και ταυτόχρονης έκπληξης. Τα έχουν αυτά τα ανθρώπινα βλέμματα. Χωρούν ταυτόχρονα πολλά, τα πάντα και κάποιες φορές το τίποτα. Σε δευτερόλεπτα του σκάει ένα χαμόγελο. Είναι πλέον φίλοι. 
Το μεγαλύτερο παιδί λέει ψέμματα στο μικρότερο. Έχει λάβει πολλά δώρα. Αποφασίζει αυθόρμητα να γλυστρήσει έξω από την συνθήκη. Είναι ένα ψέμμα αναγκαίο. Είναι ένα νανούρισμα. Ίδιο και απαράλλαχτο με το νανούρισμα που μια μάνα τραγουδάει στο μωρό της όταν έχει κολικούς. Ποτέ κανείς δεν βρήκε τι σημαίνει ένας κολικός. Τι είναι αυτό που συνταράσσει ένα μωρό και κλαίει σπραξικάρδια. Δεν ξέρει η ιατρική τι είναι ο κολικός. Μια μάνα όμως ξέρει. Και στην θέση της μάνας, ίσως και ακόμα καλύτερα μπορεί να μπει ο κάθε άνθρωπος ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, τάξης που μπορεί να πει στον συνάνθρωπο του ''Βάστα καρδιά μου''. Βάστα, μη φοβάσαι. 


Φωτογραφία Ανν Λου

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2019

Το Ιώδιο γιορτάζει



Eμένα οι εκδότες μου, μου το είχαν πει.
Το βιβλίο μάχεται στο χρόνο.
Το Ιώδιο γιορτάζει την β' έκδοση του.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ από τις καρδιές όλων των ηλικιών μου σε όσους το αγάπησαν, σε όσους το διάβασαν και σε όσους θα το διαβάσουν. 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Με ανοικτή μπαλκονόπορτα




     Κάποια στιγμή έβαλε το περπάτημα στην ζωή του.  Δυο τρεις φορές τη βδομάδα πριν πάει στη δουλειά πήγαινε στο δημοτικό γήπεδο, φορώντας ακουστικά και περπατούσε με γρήγορο ρυθμό γύρω στα τρια χιλιόμετρα. Το υπόλοιπο πρωινό είχε την μονοτονία του. Ξύρισμα, μικρή διαδρομή με το αυτοκίνητο, μετρό, οκτώ στάσεις, γραφείο. 
    Ισπανικά τελικά δεν έμαθα ποτέ. Η Μαρίνα τον παρότρυνε να κάνει ένα μεταπτυχιακό στο ανοικτό Πανεπιστήμιο στο βιομηχανικό σχέδιο που πάντα του άρεσε. Δεν ήθελε όμως. Ό,τι διάβασε διάβασε. Η δουλειά του ήταν απαιτητική. Πολλές φορές τον απασχολούσε μέχρι αργά το βράδυ, ακόμα και τα σαββατοκύριακα. Επειδή θα γίνεις διευθυντής του έλεγε η Μαρίνα. Αυτός ήξερε πως δεν θα γίνει ποτέ διευθυντής. Ήξερε πως αυτή ήταν απλά η δουλειά του. 
     Ούτε πιάνο έμαθε. Μεγάλωσε πια. Τον Ιούνη έκλεινε δεκαοχτώ χρόνια γάμου και είκοσι στην εταιρεία. Η Μαρίνα είχε επιμείνει και αγόρασαν το οικοπεδάκι στη Ραφήνα για τα παιδιά.
- Ξεβράκωτα θα βγουν στη ζωή του έλεγε. 
- Με τόσα λεφτά θα είχαμε γυρίσει το κόσμο της απαντούσε. 
  Τα καλοκαίρια του άρεσε να κοιμάται με ανοικτή μπαλκονόπορτα, να τρυπώνει η μυρωδιά του γιασεμιού και  ν΄ακούει τα τριζόνια. Η Μαρίνα κοιμόταν με air condition. Η Μαρίνα, το Μαρινάκι του που κάποτε μόλις άναβε αυτός air condition μάζευε τα πόδια της ψηλά στην κοιλιά και κουλουριαζόταν για να προστατευθεί από το κρύο.  
     Έξω από το μετρό είδε μια κοπέλα με μακριά μαλλιά να ανεβαίνει σε μια 750αρα Africa Twin που την περίμενε παρκαρισμένη. Την παρατήρησε και τις υπόλοιπες μέρες. Ο οδηγός της μηχανής ήταν πάντα εκεί και η κοπέλα με τα μακριά μαλλιά μόλις έβγαινε από το μετρό  έπεφτε στην αγκαλιά του, σε δευτερόλεπτα ανέβαινε στη μηχανή και έφευγαν. 
     Άρχισε να παρατηρεί τις μηχανές στο δρόμο. Τις έβλεπε να τον προσπερνούν και άκουγε τον θόρυβο που άφηναν πίσω τους. Πάντα ήθελε να έχει μηχανή. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Οι υποχρεώσεις δεν το επέτρεψαν ποτέ.. Επιστρέφοντας μια μέρα από το γραφείο πέρασε και την παράγγειλε. Κάποια κυβικά παραπάνω απ΄αυτά που ήθελε κάποια χρόνια νωρίτερα.  Στην Μαρίνα δεν είπε τίποτα. 
      Την ημέρα που την παρέλαβε ζήτησε άδεια. Ανέβηκε στον Υμηττό. Οι μυρωδιές τρυπούσαν τα ρουθούνια του. Πέρασε από τη δουλειά της Μαρίνας. 
- Θα ανέβεις; Τη ρώτησε πριν προλάβει αυτή να αντιδράσει. 
Πήγανε μια μεγάλη βόλτα. Έφθασαν μέχρι τη θάλασσα. Εκείνος φοβόταν πως η Μαρίνα κάτι θα έλεγε και θα του χαλούσε τη χαρά. Η Μαρίνα δεν είπε τίποτα. Σιγά σιγά κόλλησε  πάνω του και τον έσφιξε από τη μέση. Η νύχτα έγινε μπλε. Όταν γύρισαν ήπιαν παγωμένη μπύρα στο μπαλκόνι και έκαναν έρωτα.
Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως θα κατάφερνε να κρατήσει τη μηχανή. Οι υποχρεώσεις ήταν τεράστιες. Ντρεπόταν τη Μαρίνα που είχε αρχίσει και δεύτερη δουλειά. 
Οι επόμενες μέρες κύλησαν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. 
Σαν όμως, γιατί στην πραγματικότητα είχε κάτι συμβεί. Στον ωκεανό του σκοταδιού είχε μυρίσει γιασεμί. 
      

Midnight Crude, 2012, by Lisa Marie Yvonne Duval       

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2019

Αντίφαση




       Τα παιδιά τρελλαινόντουσαν για κοτόπουλο στο φούρνο με πατάτες. Εύκολο φαγητό, μέσα σ' ένα τεταρτάκι τελειώνεις. Λίγη προσχή να ψηθεί σωστά μόνο. Από τότε που ξεκίνησε ο Γιάννης διατροφή, της ζήτησε να μην βάζει τις πατάτες μέσα στο ίδιο ταψί με το κοτόπουλο. Ρουφάει το κοτόπουλο το άμυλο και γεμίζει λιπαρά της έλεγε. 
Ψάρι το καλύτερο φαγητό της έλεγε ο Γιάννης. Ψάρια να τρώμε Μαρία, είναι για μας καλό και για τα παιδιά καλύτερο. Ειδικά τα ψητά. Αποφεύγεις και το αλεύρωμα και τη τηγανίλα. Νευρίαζε όταν τον άκουγε να τα λέει αυτά. Γρατσούναγε τότε με τα κόκκινα νύχια της το κατάλογο του ντελίβερι και μονολογούσε πίσω μου σ΄έχω...
     Τουλάχιστον τρεις μέρες την βδομάδα η Μαρία δούλευε 13 ώρες. Νοσηλεύτρια τα πρωινά στο νοσοκομείο και τα απογεύματα στο ιατρείο του γιατρού να κλείνει τα ραντεβού και να δίνει αποτελέσματα εξετάσεων. Στο ιατρείο έπρεπε να πηγαίνει στην πένα. Από το βράδυ ταίριαζε τα ρούχα και τα παπούτσια στη καρέκλα για να γλυτώσει χρόνο το πρωί που έπεφταν όλα μαζί. Όπως και τον καφέ από το βράδυ τον έβαζε στη καφετιέρα. Το πρωί να έχει μόνο να πατήσει το κουμπί. Ο Γιάννης δούλευε στο τμήμα πωλήσεων μιας εταιρείας συστημάτων συναγερμών. Είχε κι αυτός ακατάστατο ωράριο, πολλές φορές πέρα από το ωράριο καταστημάτων. Ήταν μέρες που τα παιδιά τους τα έβλεπαν μόνο λίγο πριν κοιμηθούν. Όμως ο Γιάννης είχε πάντα ένα τρόπο και τα γύρναγε όλα στο γέλιο. Όλα καλά έλεγε και την κοιτούσε όπως τότε στην αρχή τους. Ξεχνιόταν τότε κι αυτή και του χαμογελούσε.
    Η Μαρία ήταν όμορφη και κρατιόταν καλά. Σαρανταδυό χρονών έκλεισε φέτος. Τα εικοσιδύο τα είχε περάσει με τον Γιάννη. Στιγμή δεν της έμενε για τον εαυτό της, με εξαίρεση το  εβδομαδιαίο μανικιούρ. Σ΄ένα άγνωστο και απώτερο μέλλον έδιωχνε την στιγμή που θα γραφόταν στο γυμναστήριο. Σ΄ένα ακόμα πιο μακρινό μέλλον θα μάθαινε ισπανικά που ήθελε πάντα. Πρώτα έπρεπε να πάρουν τα παιδιά τα διπλώματα των αγγλικών. Ήταν και το μικράκι που είχε κλίση στο χορό και ήθελε να κάνει χιπ χοπ. Τι, να έκανε πως δεν το έβλεπε;
   Την μέρα που είδε στον υπολογιστή τα αποτελέσματα της τελευταίας μαστογραφίας είχε κάνει επιτέλους ψάρι ψητό και θα ήταν όλοι χαρούμενοι. Για μια στιγμή νόμισε πως βούλιαζε. Έλυσε την ποδιά της και τη δίπλωσε τακτικά στα τέσσερα. Την έβαλε στο πρώτο συρτάρι της κουζίνας. Έστρωσε με προσοχή το τραπέζι. Είδε πως η μπλούζα της είχε ένα σημάδι ψηλά στο ύψος του ώμου. Ίσως λερώθηκα όταν έκοβα τη ντομάτα για την σαλάτα, σκέφθηκε. Δοκίμασε να τη καθαρίσει με νερό αλλά δεν έβγαινε. Δεν θα βγει σκέφθηκε. Δεν θα καθαρίσει.    
     Έριξε τα μαλλιά της μπροστά για να καλύψει την λερωματιά. Φώναξε τα παιδιά. 

      

      

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2019

Για ποια βάση μιλάμε;




     Ένας παππούς αφήνει το τόπο των καλοκαιρινών διακοπών του, το αγαπημένο του χωριό και επιστρέφει στην θορυβώδη Αθήνα. Φροντίζει να βάλει στο πορτοφόλι του τη φετεινή φωτογραφία που τράβηξε με τα εγγονάκια του. Αυτή που τράβηξαν μια τυχαία μέρα μπροστά στην καρυδιά της αυλής για να θυμούνται άλλο ένα καλοκαίρι που πέρασαν μαζί. Το βλέμμα του ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη για τα δώρα της ζωής. Αυτός ο άνθρωπος γνωρίζει να ευγνωμονεί, και αυτό τον οδηγεί να γνωρίζει ν΄αγαπά.
   Μια μέρα πριν την αναχώρηση του πέρασε να προσκυνήσει όπως ο ίδιος είπε το Γυμνάσιο του χωριού του. Τα Ιερά και Όσια τα προσκυνάς. Απ΄αυτό το εξατάξιο Γυμνάσιο αποφοίτησε, και αμέσως δεκαοχτώ χρονών παιδί μπάρκαρε σε φορτηγό. Τα μπάρκα τότε ήταν από τρια ως πέντε χρόνια. Απ΄αυτό το εξατάξιο Γυμνάσιο βρέθηκε να ταξιδεύει στους ανοικτούς ορίζοντες. Έφυγε παιδί και γύρισε νεαρός άντρας, έφυγε από την αγκαλιά της μάνας του και μπήκε στην αγκαλιά της θάλασσας. Ταξίδεψε και στα ταξίδια του έμαθε και έφτιαξε πολλά για τη ζωή, γιατί η ζωή μοιάζει με θάλασσα. Πέρασε και από άλλες ακαδημίες και σχολές, όμως δεν ξέχασε από που ξεκίνησε. 
      Γι' αυτό τώρα ευγνωμονεί το Γυμνάσιό του. Αυτό το απλό εξατάξιο Γυμνάσιο που διδάχθηκε Αρχαία, Λατινικά, Ιστορία, Μαθηματικά, Φυσική, Γεωγραφία και τόσα άλλα. Αυτό το εξατάξιο Γυμνάσιο του χωριού του που τον έμαθε να κοιτά μακριά ακόμα και σε στόχους που δείχνουν απλησίαστοι χωρίς να τον σταματούν τα εμπόδια και οι φουρτούνες. Αυτό το απλό εξατάξιο Γυμνάσιο που του έδειξε τον τρόπο να εκτιμά τους ανθρώπους, τον τρόπο να σκέφτεται, να παίρνει αποφάσεις, να λύνει προβλήματα, να στηρίζει το διπλανό του, να θεμελιώνει την προκοπή του. Αυτό το εξατάξιο Γυμνάσιο που του έδειξε πως οι  δρόμοι που ανοίγουν την ανθρώπινη σκέψη είναι δρόμοι δίκαιοι που αξίζει να τους διαβείς χωρίς να τους φοβάσαι, ακόμα κι αν στην αρχή δεν έχεις το τρόπο, γιατί παρακάτω θα τον βρεις. Δεν θα σου χαρισθεί. Θα βρεις τον τρόπο παρακάτω με τις δυνάμεις σου.
  Μαζί με το Γυμνάσιο ήταν και η οικογένεια του, η γειτονιά του, τα βιώματά του που χάραξαν μέσα του το στίγμα του. Αφού η Παιδεία είναι πρωτίστως θέμα ανατροφής.
  Σήμερα όλοι που μιλάμε για την βάση του 10 αν θέλουμε να κουβεντιάζουμε με σκοπό να συννενοηθούμε θα ήταν καλό να δούμε τα πρόσωπα μας στους καθρέφτες μας και να αρχίσουμε τη κουβέντα μας απ΄αυτό το σημείο που μας συμπεριλαμβάνει όλους. Για ποιά βάση μιλάμε; Τη βάση της Παιδείας; Της ανατροφής; Tης επιτυχίας στο Πανεπιστήμιο; Τι σημαίνει πρώτα πρώτα για μας τους ίδιους η είσοδος των παιδιών μας στο Πανεπιστήμιο; Είμαστε ευτυχείς γιατί η επιτυχία τους ανοίγει δρόμους; Είναι μια επιτυχία που μας εφησυχάζει γιατί μας δίνει κοινωνική κάλυψη; Κάλυψη όμως σε τι; Σε ό,τι δεν κάναμε ή σε ό,τι κάναμε; Ποιά ανάγκη θέλουμε να καλύψουμε; Ποιός αλήθεια ενδιαφέρεται να μας παρέχει τέτοιου είδους καλύψεις;  Mιλάμε για όλα τα παιδιά ή μόνο για τα παιδιά μας; Γιατί υπάρχουν παιδιά που απέχουν από την βάση;
    Δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε να δώσουμε απάντηση. Θέλει δύναμη υπέρβασης. Ξέρω όμως πως την απάντηση την έχουν ήδη τα παιδιά. Την έχουν πάρει μέσα από το ψωμί και το γάλα τους. Κάποια στιγμή θα μας την δώσουν τα ίδια, με τα έργα, με τις πράξεις ή με ό,τι προσκυνήσουν.
     
       
     

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2019

Αρχιπέλαγος







      Το ''Αρχιπέλαγος" είναι χτισμένο στη Χώρα απέναντι από το Κάστρο. Είναι γνωστό για τα νόστιμα γλυκά του, μιλφέιγ, μωσαϊκό, πάστα φλώρα, κάροτ κέικ, λεμόνοπιτα με μαστίχα είναι μερικά μόνο από τα πιο δημοφιλή. Δεν είναι όμως μόνο τα γλυκά που έκαναν το Αρχιπέλαγος αγαπημένο στέκι σε ντόπιους και μη.  
     Από τα παραθυρα του γλυκοπωλείου μπορείς να κοιτάς το Κάστρο, το πέλαγος, τη νύχτα. Έχει πολύτιμη ομορφιά να κοιτάς μ΄ένα βλέμμα όλα αυτά. 
     Τα καλοκαίρια οι επισκέπτες βγαίνουν στην φρεσκοβαμμένη βυσσινί βεράντα. Κάθονται σε πολύχρωμα, στρογγυλά τραπεζάκια και πάνινες καρέκλες απέναντι από το πέλαγος. Στο κέντρο της βεράντας δεσπόζει μια φυστικιά τυλιγμένη με άσπρα λαμπάκια που όταν ανάβουν τα βράδια μοιάζουν με φωτεινά δάκρυα κολλημένα πάνω στο κορμό της. 
     Το απόγευμα που μπήκε η Μαρία, το Αρχιπέλαγος ήταν γεμάτο κόσμο. Στάθηκε πολύ τυχερή γιατί την ώρα που έψαχνε καρέκλα να καθήσει έφευγε μια παρέα. Πρόλαβε και κάθησε σ' ένα τραπεζάκι μπροστά-μπροστά. Ακουγόταν το Help και η Μαρία παρήγγειλε ένα μιλφέιγ με αγριοκέρασο και μια σόδα. Η ώρα περνούσε, τα τραγούδια άλλαζαν και η Μαρία κοιτούσε το Κάστρο απέναντι. Ήθελε απλά να περάσει το απόγευμα στην ασφάλεια  του γλυκοπωλείου, χωρίς να κάνει τίποτα, χωρίς να λέει τίποτα, ανεξάρτητα από τους άλλους, κι ας άκουγε χωρίς να το θέλει τις κουβέντες τους. 
- Χρειάζεστε την καρέκλα; ένα κορίτσι με μακριά μωβ φούστα ρώτησε την Μαρία για την άδεια καρέκλα που είχε δίπλα της. 
- Ναι την χρειάζομαι απάντησε η Μαρία.
Το κορίτσι με την μακριά μωβ φούστα απομακρύνθηκε. Η Μαρία ανακουφίστηκε. Έφαγε όλο το μιλφέιγ. Στο πιατάκι έμειναν μόνο δυο σταλίτσες σιρόπι αγριοκέρασο.
- Χρειάζεστε την καρέκλα; ακούσθηκε να την ρωτάει ένας άντρας με κόκκινα γυαλιά. 
- Ναι, ναι, ναι, την χρειάζομαι. 
Η ερώτηση έγινε πολλές φορές και η απάντηση ήταν πάντα σταθερά η ίδια. Η Μαρία έφαγε και τις δυο σταλίτσες αγριoκέρασο, σαν να έτρωγε το κραγιόν της, τα μαλλιά της που είχε δεμένα σε αλογοουρά, τα κόκκαλα της λεκάνης της που από μικρή ξεχώριζαν μέσα από τα παντελόνια, τα δάχτυλα και ένα-ένα τα νύχια της. 
      Το κορίτσι με την μακριά μωβ φούστα ήρθε ξανά. 
- Να πάρω την καρέκλα; γιατί δεν βλέπω να έρθει απόψε αυτός που περιμένετε. 
Η Μαρία γύρισε και κοίταξε με απορία το κορίτσι με την μακριά μωβ φούστα. 
- Σας είπα ποτέ πως περιμένω κάποιον;
- Όχι,  απλά το υπέθεσα. 
- Με ρωτήσατε αν χρειάζομαι την καρέκλα και σας είπα ναι. Την αλήθεια σας είπα, την χρειάζομαι. Την χρειάζομαι γιατί είναι κάποιος εδώ μαζί μου. 
     Το κορίτσι έφυγε αμίλητο. Η Μαρία συνέχισε να πίνει την σόδα της. Θυμήθηκε όλες τις ώρες που είχαν περάσει μαζί αμέρημνοι σε γλυκοπωλεία, κοιτάζοντας γύρω τους πολύ ευτυχισμένοι. Στο Αρχιπέλαγος εκείνη την στιγμή έπαιζε το Pale Blue Eyes.
     

Σάββατο, 1 Ιουνίου 2019

Περί εκλογών ΙΙΙ



Χρόνος: Σάββατο απόγευμα, καταμεσής της μεσημεριάτικης ραστώνης.

Τόπος: Παραπλεύρως νεκροταφείου, εκεί που έχει άπλα και πέφτει ο ήλιος δυνατός πάνω στους τσιμεντόλιθους. Εκεί που την Τετάρτη γίνεται μια ωραία λαϊκή και μια καντίνα με ''βρώμικα'' επιμένει να θυμίζει πως θα έρθει και η ώρα να πάμε σε καμιά συναυλία.

Πρωταγωνιστές: Πασίγνωστος πολιτευτής, λαλίστατος, πρωτοκλασσάτος, κάθε μέρα, όλη μέρα στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις. Δέχεται τις εντατικές υπηρεσίες μακιγιέρ, πέφτει σύννεφο η πούδρα και το μεϊκ απ στα καλοθρεμμένα του ρόζ μάγουλα. Φοράει κολαριστό, μαύρο παντελόνι, λευκό επίσης κολαριστό πουκάμισο. Δέχεται όρθιος, στητός τη φροντίδα του κομμωτή του. Μαλλιά λίγο επιμελλώς ανέμελα να μην φοβίζουν αλλά και να σ΄ αφήνουν να φαντασιωθείς το δυναμισμό του πολιτευτή. Αγέλαστος, ακούνητος, απαθής συνεχίζει τις προετοιμασίες του στον προεκλογικό του τόνο. Μπροστά του περνούν περαστικοί, διερχόμενοι, πιθανοί ψηφοφόροι. Οι διερχόμενοι του είναι αδιάφοροι. Οι πιθανοί ψηφοφόροι τώρα που ακόμα απλά διέρχονται, που ακόμα δεν ψηφίζουν του είναι αόρατοι. Δυο τρεις φωτογράφοι με δυνατές μηχανές, βιντεολήπτες, αναμένουν ανυπόμονα να αρχίσουν την φωτογράφηση. 
Κασκαντερ δεν υπάρχουν, ούτε κομπάρσοι να βγουν σε μια στιγμή που η ταινία το απαιτεί να φωνάξουν όλοι μαζί ''γιατί βάφεις τα μούτρα σου μωρέ; ''. 
Μονάχα ο καντινάς κλείνει την καντίνα του αθόρυβα. Βγαίνει και λέει στους φωτογράφους ''πάτε λίγο παρακάτω ρε παιδιά''. Οι φωτογράφοι μαζεύουν όσα ακουμπούσαν πάνω στη καντίνα του και πάνε παρακάτω. 

    Ο καντινάς φεύγει μόνος του, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μακριά από τα μακιγιάζ. Είχε ένα καλό λόγο να σπάσει την δωδεκάωρη ορθοστασία του. Να πάει μια φορά να φάει μεσημεριανό καθιστός σε τραπέζι. Είχε ένα λόγο καλό να πάει να φάει σαν άνθρωπος. 


Περί εκλογών ΙΙ






   Θυμάμαι πάντα με νοσταλγία τον παππού μου να φοράει το κουστούμι του κάθε φορά που ήταν εκλογές για να πάει να ψηφίσει. Και μια γραβάτα λεπτή, μονόχρωμη και σκούρη σαν  αυτές που νομίζω έχω δει να φοράει και ο Lou Reed. Άνθρωπος απλός, Κωνσταντινουπολίτης, ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τα τρία αδέρφια και τον πατέρα τους γύρω στο 1922. Εγκαταστάθηκαν σ΄ένα χωριό της Χίου, ψηλά σε μια βουνοπλαγιά ν΄αγναντεύουν την θάλασσα. Η μάνα του έμεινε θαμμένη στην Πόλη. Την αποχωρίσθηκε μια και καλή 8 χρονών. Έπιασαν μικρά παιδιά σκληρή δουλειά για να τα βγάλουν πέρα. 
- Μα φοράς τα καλά σου για να πας να ψηφίσεις; με απορία τον ρωτούσα. 
- Ναι μου απαντούσε, φοράω τα καλά μου. Γιορτάζει η Δημοκρατία μας σήμερα. Και να ξέρεις πως δεν ψηφίζουν σε όλα τα μέρη οι άνθρωποι. 
Τόσο απλά και τόσο κατανοητά, μου άφησε το ίχνος του μέσα στην καρδιά μου ο παππούλης μου.


Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019

Περί εκλογών Ι




    Τελειώνοντας πολύ αργά από τη δουλειά αποχαιρετώ στο σταθμό του Μαρουσιού έναν φίλο μου στις 24:10. Η νύχτα αρχίζει να θυμίζει καλοκαίρι. Περπατώ ανάμεσα στις καφετέριες μέχρι που τη προσοχή μου κεντρίζει ένα πορτοκαλοκόκκινο σακάκι, ένα πορτοκαλοκόκκινο παντελόνι, οι δωδεκάποντες γόβες και το κινητό με τα στρας. Η σύζυγος του υποψηφίου περιφερειάρχη συζητά μεγαλόφωνα με ένταση στο κινητό ενώ κάθεται στη καρέκλα σκηνοθέτη μιας εκ των καφετεριών. 
  Αρχίζω να παρατηρώ καλύτερα την πλατεία. Πολύ λίγες παρέες στις καφετέριες. Καθημερινή και αργά, σκέφτομαι. Λίγο παρακάτω τα παγκάκια. Στο πρώτο κάθεται μόνος ένας άντρας στα πενήντα plus, έχει ανοίξει δίπλα του ένα πετρόλ τρανζιστοράκι και ακούει μουσική. Στο δεύτερο παγκάκι ένας άντρας μπορεί και διακόσια κιλά, κοιτά απλανώς τα κορδόνια του. Στο τρίτο παγκάκι ένας αδύνατος, ξερακιανός άντρας, με μαύρα ρούχα γυρνά την πλάτη του στους άλλους και μιλά χαμηλόφωνα στο κινητό του.
  Προχωρώ, περνώ μπροστά από μια γιγάντια, φωτισμένη αφίσα χαμογελαστού, κολλαριστού υποψηφίου που θέλει να καθαρίσει την πόλη. Γυρίζω άλλη μια φορά προς τα παγκάκια. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όλοι είναι στις ίδιες ακριβώς θέσεις. Ακίνητοι, βαριοί κι ασήκωτοι. Το τρανζιστοράκι συνεχίζει να παίζει χαμένο κορμί με φωνάζεις κι αλήτη. 
Άλλος με τη βάρκα μας;