Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια



Σκίτσο Κώστας Κηλαηδόνης


Ο κύβος
    O χώρος όπου βρισκόμουνα, ήταν καμωμένος από τέσσερα μεγάλα τζάμια, σαν κύβος. Μόνο το πάτωμα και το ταβάνι δεν ήταν γυάλινα. Απο κει μέσα έβλεπα τους άλλους που ήταν κι αυτοί κλεισμένοι σε ίδια γυάλινα κουτιά. Το ταβάνι και το πάτωμα ήταν κοινό για όλους μας. Το ένα κουτί από το άλλο απείχε μισό μέτρο. Ήταν μια τεράστια αίθουσα και ήταν γεμάτη με  τέτοια κουτιά. Ο ένας τοίχος της μεγάλης αυτής αίθουσας δεν υπήρχε. Εκεί το πάτωμα ενωνόταν με μια αμμουδιά και έβγαινε στην θάλασσα. Όλοι όσους έβλεπα ήταν γνωστοί. Πώς βρεθήκαμε εκεί, πώς αναπνέαμε, πώς τρώγαμε δεν ξέρω. Στο πάτωμα υπήρχε μια λεπτή άσπρη σκόνη. Όλοι κοιτάζαμε προς την θάλασσα. Εγώ με κάποιο τρόπο βγήκα χωρίς να σπάσει το γυαλί και άρχισα να κυκλοφορώ στα τέσσερα, στους γυάλινους διαδρόμους.

Από την συλλογή διηγημάτων του Λουκιανού Κηλαηδόνη '' Υδράργυροι ''.
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Αύγουστος 1975


Αντίο Λουκιανέ με τα κάτασπρα, αγέρωχα μαλλιά. Το πάρτυ τελείωσε.





Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Miles και Μπέτυ




      Από το ταβάνι δεν πέφτουν αστέρια. Κι αυτός δεν είναι πια ούτε τόσο μικρός για να χωράει στα παιδικά δωμάτια αλλά ούτε τόσο μεγάλος για να μην θυμάται, για να ξεχνάει ό,τι είχε ζήσει μέσα σ΄αυτά. Κάποιος του είπε πως αν δεν τον καλύπτει κάτι πρέπει να επινοήσει κάτι άλλο μόνος του για να προχωρήσει.
   Επινόησε μια φανταστική οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Μiles Davis. Μαύρος, τρομπετίστας, υπερβολικά ταλαντούχος. Έχει ένα ζεστό χαμόγελο όπως η ανάσα του στον καθρέφτη. Τα χέρια του χαιδεύουν την τρομπέτα του όπως εκείνος χαιδεύει την γάτα του την Αβάνα κάθε φορά που μπαίνει τρέμοντας και βρεγμένη μέσα από το παράθυρο. Ο Miles είναι πάντα τόσο ευτυχισμένος και δυνατός πάνω στην σκηνή που νομίζεις πως δεν έχει πονέσει ποτέ. Ιδρώνει πολύ κάτω από τα φώτα. Είναι μόνος του ολόκληρη ορχήστρα. Το σώμα του γίνεται τόξο και βέλος μαζί για να πετάξει έξω όλο το εσωτερικό του φως. Είναι περήφανος που είναι ο πατέρας του. Για μάνα του διάλεξε τη Μπέτυ Λιβανού. Η πρώτη γυναίκα που του μίλησε για τον έρωτα ήταν η Μπέτυ. Της άρεσαν τα αστεία του. Δεν του ζήτησε να κουρευτεί ποτέ. Τον παρακαλούσε να μείνει ασυμβίβαστος. Όχι να γίνει φυγάς. Ποιητής να γίνει ή συγγραφέας. Να γράφει για την ελευθερία του. Φοιτητές ακόμα στο  δωμάτιό του είχαν δει με την Άννα την ταινία με τον Σιδηρόπουλο και την Μπέτυ και έμαθε λέει ''να μ΄αγαπάς''. Έτσι έμαθε να προσέχει το χαμόγελο περισσότερο ακόμα κι από το βλέμμα. Μέχρι τότε δεν ήξερε. Κάθε νύχτα η Μπέτυ ανοίγει ακόμα παράθυρα στους  τοίχους του.  Ένιωθε τυχερός που η Μπέτυ ήταν μάνα του. 
    Εδώ και χρόνια δεν πετάει απλά στα σύννεφα. Κρατιέται απ΄αυτά. Πιο παλιά ένιωθε άσχημα που πέταγε στα σύννεφα. Το έκανε όμως συνειδητά για να συναντήσει πότε-πότε αυτούς που αγαπούσε. Άλλωστε γιατί θα έπρεπε να νιώθει άσχημα; Πρώτα-πρώτα δεν ήταν ο μόνος και ύστερα γιατί τα σύννεφα αυτά του ουρανού του είχαν τις ρίζες τους χωμένες βαθειά μέσα στη γη. Εκτός από την φανταστική του οικογένεια δεν χρειάσθηκε να επινοήσει τίποτα άλλο. Η Μαρία στην ζωή του ήρθε μετά από λίγους μήνες. 
    Αυτό που είχε μόνος του καταλάβει με τα χρόνια είναι πως η καρδιά δεν μπορεί παρά πριν στρογγυλέψει στις πάνω άκρες, πριν μαλακώσει, να ήταν τετράγωνη και σκληρή για να χωράει την λογική του συναισθήματος. Έτσι εξηγούσε πως ακόμα και η δική της καρδιά τον πλήγωνε τόσο. Κι ας ήταν μες στην οθόνη του μυαλού του το μόνο πράγμα που 'χε μείνει όρθιο στο κόσμο να είναι αυτή. Αφού το ''να μ΄αγαπάς'' και το όσο μπορείς απέχουν τελικά απόσταση.



Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Οι γάτες του φωταγωγού



     Από το παράθυρο μου βλέπω την Αθήνα της νύχτας που όλο και περισσότερο θαμπώνει. Σήμερα κάποιος γίνεται εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, σαρανταοκτώ. Κάποιος θα νιώθει πιο ζωντανός ανάμεσα στους ζωντανούς. Κάποιος πιο πεθαμένος ανάμεσα στους πεθαμένους. Και κάποιος θα φωνάζει θαύμα τελειώνοντας όσα δεν μπόρεσε ποτέ ν΄αρχίσει. Πόση τύχη έφεραν άραγε όλα αυτά τα χρόνια; Πόσο αργά σκορπίζεται η τύχη όταν κάνει βουτιά από τον έκτο στην αχρωματοψία; Οι γάτες του φωταγωγού δεν ξέρουν ν΄απαντήσουν. Κοιτούν όμως προς τα πάνω περιμένοντας να τους στείλει κάτι από ψηλά κάποιος μακρινός τους ξάδερφος.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Τα αμίλητα





     Αυτή τη φορά εσύ ήσουν ακούνητος. Τα χέρια σου στο πλάι. Ο δεξιός σου ώμος εξαρθρωμένος έπεφτε ανεπαίσθητα προς τα κάτω. 365 μέρες πέρασαν, οι εξελίξεις άργησαν βαριά και άφησαν το σημάδι της βαριάς αργοπορίας τους. Ανεπαίσθητα όμως. Μόνο οι παρατηρητικοί θα το έβλεπαν, οι υπόλοιποι δεν θα καταλάβαιναν τίποτα. Σου χτύπησα απαλά την πλάτη, σημάδι πως έπρεπε να με αγκαλιάσεις κι εσύ.

   "Αύριο Κυριακή θα φύγω, μαζεύω τα πράγματα μου και βγάζω εισητήριο. Θα έρθεις μαζί μου γιατί δεν ξέρω το πρακτορείο; " 

Σιωπή. Επιτέλους βρήκαμε το κοινό μας τόπο, μονολόγησα.


Too late to beg σκέφθηκα. Δεν πήγα στο πρακτορείο (χλωμό και κρύο). Ο χρόνος θα μας ενώσει κάποια άλλη στιγμή.
   Έμεινα να θέλω να βάλω μάτια, χείλη, μύτη, στόμα, ζυγωματικά σ´ ένα χρόνο που εκπνέει. Θυμήθηκα τα post it που ανταλλάξαμε τις προηγούμενες μέρες. Αυτά δεν θα τα ξέχναγα ποτέ, ίσως γιατί ήταν τα μόνα που έκαναν την στοιχομυθία μας να μοιάζει σουρεάλ. Στα κόλλαγα στο ψυγείο για να βλέπεις τι χρωστάω.
Λοιπόν κρατώ την κινούμενη εικόνα σου. Είναι η καλύτερη εικόνα σου. Με τον βγαλμένο ώμο και τα μαλλιά καρφιά γεροχρόνε μου. Φαίνεσαι έτσι πιο αιχμηρός. Στη διάσταση της καθημερινότητας εσύ πια δεν θα υπάρχεις. Αυτή ίσως να είναι η τελευταία μας συνομιλία. 
    Έρχεται όμως ο καιρός που και τα μεγαλύτερα αμίλητα ξεσπάνε.


Ζωγραφική Μανουέλα Χ




Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ένας χρόνος



      Στη πλάκα ενός ρολογιού οι δείκτες γυρίζουν κυκλικά.  Οι αστρολόγοι λένε πως ο μοναδικός αστερισμός που σχηματίζουν οι πλανήτες τη στιγμή της γέννησης του κάθε ανθρώπου είναι το διαρκές θέμα της ζωής του, είναι αυτό που καθορίζει την διαδρομή της ζωής του. Μοιρολατρικό μου φαίνεται αυτό. 
      Το κοριτσάκι με τα σπίρτα δεν είναι παραμύθι, αυτό πιστεύω. Είναι μια ιστορία απολύτως αληθινή. Πρώτο σπίρτο και ο παράφορος έρωτας σου εμφανίζεται στο λεπτό, σε αστροδευτερόλεπτα όμως χάνεται και μένεις εσύ και το κενό. Δεύτερο σπίρτο και ντύνεσαι μαλάματα, παλεύεις, χτίζεις σπίτια, αγοράζεις τραπεζαρία, κρεβατοκάμαρα, με ορμή όμως σε συμπαντοδευτερόλεπτα χάνονται κάτω από σκόνη στο πρώτο σεισμό. Τρίτο σπίρτο στο νοσοκομείο αντί για ανυπόμονες νοσοκόμες βλέπεις να υπάρχουν  άγγελοι. Το σπίρτο όμως σβήνει σε απειροδευτερόλεπτα και εσύ έχεις χτυπηθεί αμείληκτα από την ίδια αρρώστια.  Στη πλάκα ενός  ρολογιού οι δείκτες γυρίζουν κυκλικά, ακριβώς όπως και η αυταπάτη.  
   Τον απολογισμό του χρόνου που πέρασε δεν τον κάνω ποτέ. 'Αλλωστε γιατί; Αφού ο χρόνος φεύγει. Αυτοί που φεύγουν να πηγαίνουν στο καλό ή να πηγαίνουν στο διάολο. Δεν είναι ανάγκη να μας γράφουν. Ανοικτός θα παραμείνει ο σταθμός της Ομόνοιας απόψε για να προστατέψει τους άστεγους από το δυνατό ψύχος. Στην πλατεία στήθηκε μια πελώρια ρόδα που ακόμα δεν γυρνάει. Όταν αρχίσει να γυρνάει θα γυρνάει κυκλικά όπως οι δείκτες στη πλάκα του ρολογιού.
    Στο βλέμμα σου είδα λύπη για τα παιδιά που κρυώνουν στους δρόμους, και έχει καταφέρει η λύπη εαυτών και αλλήλων να μας εξιλεώνει. Ζέστανε στο μαγκάλι του καστανά όλη σου την απώλεια. Όταν μετράμε τον χρόνο ανάποδα ξέρω πως θα μετρά και το κορίτσι που ζει πια στην Κοπεγχάγη και η οικογένεια που έφυγε για Βερολίνο. Καλύτερα ή χειρότερα; Εσύ θα πεις καλύτερα, εγώ θα πω χειρότερα, δεν είναι εκεί το θέμα. Είναι κάπου αλλού, κάπου μακριά, κάτι άφησαν πίσω και δεν ήθελαν. 
     Είναι οι μέρες που μοιάζουν πιο σκοτεινές. Σαν κάποιος να δίνει την εντολή πως  υπερβήκαμε τα επιτρεπτά βήματα, απαγορεύεται πλέον ο προαυλισμός και θα μείνουμε σε απομόνωση διαρκείας.  Είναι οι μέρες που μετριόμαστε και βγαίνουμε λίγοι. Είναι μέρες που βγήκαν οι υποχωρήσεις σε πρώτο πλάνο. Είναι οι μέρες που κοιτάμε τα ταβάνια γεμάτοι ενοχές. Οι μέρες που μου λες πως δεν ερωτεύεσαι πια κανέναν και εγώ γεμίζω λύπη. 
  Μένει κάτι. Μια ξεχασμένη αίσθηση του μέτρου, του αληθινά αναγκαίου, του απαραίτητου, του ουσιώδους. Τα απαραίτητα είναι εντυπωσιακά κοινότοπα και προς μεγάλη μας έκπληξη δεν μας λείπουν όλα. Χωρίς δαπάνες προβολής, χωρίς φλύαρες συμβάσεις, χωρίς χλιδή και κούφια ματαιοδοξία, αλλά με πίστη πως η ζωή έχει ένα εκατομμύριο λόγους και παραπάνω που αξίζει να την ζεις. 
     Την καρδιά του χειμώνα διαλέγει ο χρόνος για ν΄αλλάξει σκυτάλη. Μέσα στο δυνατό ψύχος θα γυρίσει άλλη μια στροφή ο δείκτης. Με τα ίδια υλικά, τα ίδια τούβλα θα είναι χτισμένος και ο καινούργιος χρόνος; Τα ίδια προβλήματα; Kι αυτό που ονειρευτήκαμε μια άλλη καλύτερη ζωή είναι χιμαιρικό; Θα προχωράμε έτσι μέχρι που μετά από χρόνια από το παραθυράκι του μεγάλου ρολογιού θα βγει μια μαριονέτα και θα λεει ''όταν ήσασταν νέος..''; 
     Όχι!  Ο πραγματικός χρόνος δεν έχει αντίστροφες μετρήσεις. Κάποια πράγματα άργησαν βαριά και αφήνουν πίσω τους το βάρος της αργοπορίας. Την ώρα που το 16 θα εκπνέει και εμείς θα εξακολουθούμε να ρωτάμε τους ανθρώπους αν μας αγαπάνε, να μην ξεχάστούμε και χάσουμε από τα μάτια μας τη φωτιά στο τζάκι.  Αυτή να τη κρατήσουμε δυνατά να καίει πάνω απο την εορταστική χοληστερίνη. Να κάψει όλη την σιωπή που φέρνει ο φόβος του καινούργιου. Μαζί και την μοναξιά που γδέρνει την φωνή μας (όλων την φωνή). Μέχρι να ξημερώσει. 
      
         

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Η φάρσα




       Ξαφνικά δεν είχε τη δύναμη να υποφέρει κανένα βλέμμα. Άρχισε να περπατάει στο πλαινό ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου όπου τα αυτοκίνητα έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο. Αποροφημένη στις σκέψεις της, ανιχνεύοντας μόνο τα κατάβαθα της ψυχής της που της έστελναν τις ίδιες ταπεινωτικές εικόνες ξανά και ξανά. Κάποιες στιγμές μόνο όταν κάποια μοτοσυκλέτα, της οποίας η εξάτμιση της τρύπαγε τα τύμπανα περνούσε από κοντά της,  συνειδητοποιούσε πως ο εξωτερικός κόσμος υπήρχε. 
       Τα αυτοκίνητα κυλούσαν γρήγορα στους στολισμένους χριστουγεννιάτικα δρόμους. Τα αυτοκίνητα ήταν γεμάτα δύναμη σε αντίθεση με την ίδια που ένιωθε αδύναμη αφού δεν μπορούσε να εναντιωθεί σε όλες τις άδικες εξελίξεις που κατέφθαναν στη ζωή  της. 
       Προσπάθησε να συλλάβει μια φευγαλέα ανάμνηση. Το νησί της. Θυμήθηκε πόσο ωραία είναι η θάλασσα στο νησί της. Πόσο ωραία ήταν τα καλοκαίρια εκεί όταν ήταν παιδί.  Η ανάμνηση ήχησε σαν μια χορευτική μουσική στην μέση της ερήμου. Βάλθηκε να κάνει σινιάλο στα αυτοκίνητα, αλλά αυτά  περνούσαν χωρίς να σταματήσουν, τυφλώνοντας την με τους προβολείς τους. Λίγες ώρες πιο πριν είχε συμβεί μια μεγάλη ανατροπή. Μια κατάσταση που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν θα μπορέσει να αποφύγει. Απο την μια στιγμή στην άλλη  έχασε σταθερές και δεδομένα χρόνων, την δουλειά της.
      Να αφήσει τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο αυτό σκέφτηκε για μια στιγμή. Να πάρει το μικρότερο, τον πιο ήσυχο δρόμο.  Σ΄έναν ήσυχο δρόμο ίσως καταφέρει να βρει την ψυχραιμία της πριν γυρίσει σπίτι. Ο κόσμος προχωρούσε βιαστικά κάτω από τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια κι εκείνη ξαναγυρνούσε στα βάθη της ψυχής της που συναντούσε μονάχα το φόβο. Αυτή η εποχή αρνείται να αναγνωρίσει στους ανθρώπους το δικαίωμα να βρεθούν σε δυσαρμονία με τον κόσμο. Όμως εκείνη δεν υπήρξε ποτέ αθλήτρια. Ποτέ δεν διάλεξε τον ανταγωνισμό. Δεν ήθελε να είναι ούτε πρότυπο, ούτε δείγμα. Άνθρωπος ήθελε να κρατηθεί. Ίσως και να ήταν το πρόσωπο ενός παραμυθιού που γνώριζε από τότε που ήταν παιδί. Ενός παραμυθιού που μόλις τώρα άρχιζε να διακρίνει το τέλος του.
      Τα χέρια της όμως είναι τώρα άδεια. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Να πάει να ψάξει κάπου αλλού για δουλειά. Δύσκολο εγχείρημα.  Σχεδόν απραγματοποίητο, παρόμοιο με όλες αυτές τις ουτοπικές αυταπάτες με τις οποίες έντυσε την ζωή της ενώ στην πραγματικότητα στο βάθος του μυαλού της ήξερε πως δεν θα μπορούσε σχεδόν τίποτα στην ηλικία της πια να κάνει. Όμως πώς είναι να μην κάνει τίποτα; 
     Κοίταξε τους περαστικούς. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τις γιορτές. Ξέρουν όμως να τις γιορτάσουν; Πρόσεξε την κατήφεια τους, την νευρική σιωπή τους, την σκληρότητα στο βλέμμα τους. Κάποιοι απ΄αυτούς θα έχουν μόλις κλείσει πού θα κάνουν το ρεβεγιόν τους, θα έχουν προβάρει φουστάνια και κουστούμια, θα έχουν βγει από το κομμωτήριο. Υπάρχει άραγε κάτι πιο μελαγχολικό από μια γιορτή που η παρουσία σου εκεί είναι σχεδόν τυχαία ή εφήμερη; 
      Συνέχισε να περπατάει μονολογώντας με μια τόσο αδύναμη φωνή που κανείς δεν την άκουγε. Δεν ήξερε από που θα έρθει η λύση. Μπορεί η λύση να έρθει απ΄έξω, να είναι απρόσμενη ή να είναι η πιο κοινή μαζί. Μπορεί η λύση να είναι ένα ''ναι'' που δίνοντας το θα εκπλήξει όλους . Ένα ''ναι'' που θα στηρίξει την επιθυμία της να μην μείνει σε μια ζωή που θα μοιάζει με ένα κακό αστείο, μια φάρσα που την είχε παίξει στον εαυτό της από φόβο ή φιλαρέσκεια και χωρίς καν να την πιστεύει, αλλά κάτι σοβαρό και πραγματικό. 
       Προχωρώντας διασταυρώνεται με τους περαστικούς. Μια γυναίκα περπατάει μόνη της στο πλάι ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου φωτισμένου με χιλιάδες χριστουγεννιάτικα φωτάκια. Αυτή είναι η εικόνα. Οι άνθρωποι περνούν δίπλα της και δεν την βλέπουν ούτε την ακούν γιατί είναι άνετα εγκαταστημένοι αποκλειστικά στον εαυτό τους. Οι άνθρωποι κινούνται ενώ είναι ακίνητοι και κουβαλούν μέσα τους ένα αμίλητο φόνο. Κι όλα αυτά τα βήματα της, οι μονόλοι και τα βλέμματα είναι αφορμές για να γίνει κάτι. Γίνονται στο λεπτό αναμνήσεις και μ΄έναν ακατανόητο τρόπο σου φουσκώνουν τα πανιά. 
    Χωρίς να το καταλάβει γύρισε με τα πόδια στο σπίτι. Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα κρατήθηκε για δευτερόλεπτα πριν μπει μέσα. Δεν ήξερε ακριβώς τι θα έλεγε.  Θα έλεγε όσα είχε να πει. Οι λέξεις θα αναλάμβαναν την αφήγηση. Αυτές οι λέξεις που γίνονται μετά υγρασία και σκάνε τους σοβάδες στους τοίχους.  Μια απολύτως απαραίτητη υγρασία για να αντιλαμβανόμαστε επαρκώς όσα ακόμα δεν καταφέραμε αλλά εξακολουθούμε να θέλουμε. 


Ζωγραφική Andrew Stevovich     
      

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Tίποτα




     Ένα δυο τρια, γέμισε το δωμάτιο τίποτα. Δεν είναι εύκολο να γεμίσεις το χώρο με τίποτα. Δεν είναι εύκολο να γεμίζεις το χώρο με πολλά τίποτα. Μετά από τόσα χρόνια όμως που παρακαλούσε για κάτι αληθινά ανατρεπτικό, κάτι πρωτότυπα επανασταστικό που θα ένωνε το ανέφικτο με το αδύνατον, τα τίποτα πλημμύρισαν την ζωή του. Μόνος του τα έφερε δηλαδή, να μην ζητάει και τα ρέστα. 
      Φαντάστηκε τώρα ένα χώρα γεμάτο τίποτα. Έβαλε και στη διάσταση του χώρου τίποτα. Χαμός. Χωρόχρονος τίγκα στο τίποτα. Όμως το τίποτα δεν φαίνεται. Αν ήθελε να δει το τίποτα θα έπρεπε να μεταβεί σε μια άλλη διάσταση. Να φύγει από το υλικό σύμπαν γιατί εδώ ο χώρος και ο χρόνος έχουν όρια. Όχι πως έξω απ΄ αυτό το κόσμο ο χρόνος ή ο χώρος είναι περισσότεροι ή μεγαλύτεροι ή ακόμα και άπειροι. Απλά δεν υπάρχουν. Ό,τι έβλεπε λοιπόν σ'αυτό το κόσμο δεν μπορεί να ήταν τίποτα. 
       Αφού όμως το τίποτα δεν φαίνεται, γιατί δεν βλέπει; Είναι μάλλον αυτό. Είχε γεμίσει τη ζωή του με τίποτα. Όμως ήξερε πως το τίποτα δεν φαίνεται. Ο χωρόχρονος του λοιπόν είχε γεμίσει με τίποτα και ούτε που το είχε πάρει χαμπάρι. Προφανώς θα ήταν και άλλοι σαν κι αυτόν και δεν θα είχαν ούτε κι αυτοί καταλάβει τίποτα. Κανείς δεν μπορεί να δει το τίποτα. Γι΄αυτό και κανείς πια δεν βλέπει. 

Η καντίνα


     
       Τι σημασία έχει τι όνομα να του δώσει. Έχοντας περάσει τρεις μέρες μέσα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στη Θεσσαλονίκη δεν ήθελε να δει άνθρωπο. Εντελώς ξαφνικά δεν είχε την παραμικρή διάθεση να βρεθεί κοντά τους. Ό,τι στο διάολο και αν το έλεγαν αυτό. Βέρτιγκο, ανθρωποφοβία, ίλιγγο. Την τρίτη μέρα αργά το βράδυ άνοιξε την πόρτα δειλά και αφού σιγουρεύτηκε πως δεν κυκλοφορούσε ψυχή, βγήκε να περπατήσει. Στο δρόμο αγόρασε με συνοπτικές διαδικασίες από μια καντίνα μια μπύρα. Πέρασε άλλες δυο μέρες να μετράει τις τετράγωνα της μοκέτας. Έκτοτε για ολόκληρες εποχές νόμιζε πως δεν ζει. 
    Μέχρι που κάποια στιγμή είπε: To έζησα κι αυτό. 

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Ένα χάδι στο λόφο

You are my man 
Tώρα και πάντα



'Ενας άγιος είναι κάποιος που έχει εκπληρώσει ένα ενδεχόμενο που οι υπόλοιποι άνθρωποι έχουν αμυδρές πιθανότητες να πετύχουν. Είναι αδύνατον να πει κάποιος ποιο είναι αυτό το ενδεχόμενο. Νομίζω ότι σχετίζεται με την ενέργεια της αγάπης. Η επαφή με αυτή την ενέργεια καταλήγει στην επιβολή ενός είδους ισορροπίας στο χάος της ύπαρξης. Δεν πιστεύω πως ένας άγιος μπορεί να διαλύσει το χάος. Αν είχε τέτοια δύναμη, ο κόσμος θα είχε αλλάξει από καιρό. Δεν πιστεύω ότι ένας άγιος μπορεί να διαλύσει το χάος ούτε για τον ίδιο του τον εαυτό, γιατί υπάρχει κάτι αλλαζονικό και πολεμοχαρές στην ιδέα ενός άντρα να βάζει τάξη στο σύμπαν. Το μεγαλείο ενός αγίου έγκειται στο ότι επιτυγχάνει μια μορφή ισσοροπίας. Γλυστράει πάνω στους χιονόλοφους σαν αδέσποτο έλκηθρο. Η πορεία του είναι ένα χάδι στο λόφο.

"Υπέροχοι απόκληροι" - εκδόσεις Κέδρος

Leonard Cohen




Show me the place, where you want your slave to go
Show me the place, I've forgotten I don't know
Show me the place where my head is bend and low
Show me the place, where you want your slave to go
Show me the place, help me roll away the stone
Show me the place, I can't move this thing alone
Show me the place where the word became a man
Show me the place where the suffering began
The troubles came I saved what I could save
A shred of light, a particle away
But there were chains so I hastened to the hay
There were chains, a lot of chains
Like a spade
Show me the place, where you want your slave to go
Show me the place, I've forgotten I don't know
Show me the place, where you want your slave to go
The troubles came I saved what I could save
A shred of light, a particle away
But there were chains so I hastened to the hay
There were chains so I loved you like a slave
Show me the place
Show me the place
Show me the place
Show me the place, help me roll away the stone
Show me the place, I can't move this thing alone
Show me the place where the word became a man
Show me the place where the suffering began

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Ένα μεγάλο παιδί


   


     Όταν κάποιος τολμά να μην πάρει τον εαυτό του πολύ σοβαρά. Να μην κάνει αστεία  αλλά να είναι αστείος, να κοροιδεύει τους σοβαροφανείς, να μην είναι απελπισμένος, να αντέχει να αμφισβητήσει ακόμα και την ίδια την πραγματικότητα αφού μπορεί να μεταμφιεστεί σε κάποιον άλλον διαφορετικό από τον ίδιο του τον εαυτό, ενώ όλοι γύρω του είναι σπουδαιοφανείς και αγέλαστοι, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι ένας Τόνι Έρντμαν. Είναι άραγε ένας κλόουν;
Ίσως. Είναι ένας μεγάλος κλόουν. Απ΄αυτούς που δεν διστάζουν να τσαλακώσουν τον εαυτό τους και να γίνουν καραγκιόζηδες, όχι από μοναξιά αλλά γιατί είναι μεγάλα παιδιά που παίζοντας ζουν.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Φθινόπωρα


   
       Μέσα στον ύπνο της είχε όλο φθινόπωρα. Νεκρά φύλλα γέμιζαν τα όνειρα της. Άδεια πάρκα, μισοκλεισμένες τέντες, αδιάβροχα, βοριάδες που ρίχνουν ξερά φύλλα. Για να καταλάβει καλύτερα τα φθινόπωρα έκανε ησυχία. Μέσα στην ησυχία μπορούσε ν΄ακούει το ανεπαίσθητο θόρυβο που κάνουν τα φύλλα όταν πέφτουν, τις σταγόνες των πρώτων βροχών που κυλούν στα σκονισμένα τζάμια. Χαμήλωνε το θόρυβο που χρειάζεται η ζωή για να επιβεβαιωθεί όπως χαμηλώνεις το volume στο ραδιάκι του αυτοκινήτου και αφηνόταν στα φθινοπωρινά τοπία.
     Τα φθινοπωρινά τοπία σπάνια έχουν ανθρώπους. Συνήθως είναι όλοι απόντες από εκεί και τα ίχνη τους έχουν μείνει μετέωρα για να ζωντανέψουν μια άλλη εποχή. Ίσως να μην ξαναζωντανέψουν κάποια άλλη εποχή, όμως αυτή δεν το ξέρει. Τα φθινόπωρα της είναι γεμάτα απουσίες και για αυτό την εξοικειώνουν με την απώλεια. Συχνά κάθεται πάνω σε βουνά ξερών φύλλων και ξεφυλλίζει άλμπουμ με φωτογραφίες χθεσινών μορφών που τις κατάπιε ο χρόνος. Άλλοτε πάλι σηκώνεται και φτυαρίζει τα ξερά φύλλα για να τα πετάξει μακριά. Να καθαρίσει ο τόπος. Ν΄αλλάξει ο χρόνος δέρμα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αποδεχθεί την απώλεια. Η αποδοχή της απώλειας είναι πάντα κάτι μεγάλο και σπουδαίο που φέρνει μια νέα αρχή.  
     Ο ουρανός του φθινοπώρου την περιέγραφε. Αποφασισμένα, ασημένια σύννεφα που ταξίδευαν ψηλά στον ουρανό, κατέβαιναν όμως και έφεραν συχνά βροχή. Η βροχή έμπαινε μέσα στα παπούτσια της, έβρεχε και διαπερνούσε τα ρούχα της μέχρι που έφθανε στο μεδούλι  έτσι όπως συνήθως την έβρισκαν απροστάτευτη.  
     Φυσικά για κάποιο σκοπό γινόντουσαν όλα αυτά. Τα σύννεφα την περίμεναν πάντα έτοιμα. Σαν ένας τρόπος να μετρά αυτά που έφυγαν προς τα πίσω σχηματίζοντας ένα συνεχώς αυξανόμενο βουναλάκι.  Μαζί μ΄αυτά στο ίδιο βουναλάκι έβαζε κι όλα αυτά που ήθελε ν΄αλλάξει κατά καιρούς και ακόμα δεν τα είχε καταφέρει. Καθώς λοιπόν κατανοούσε όλο και περισσότερο κάθε φορά τα φθινόπωρα, πλησίαζε όλο και κοντύτερα εκείνο το πολυπόθητο ''δεσμεύομαι''.
        Δεσμεύομαι μονολογούσε πως ακόμα κι αν η συνατγή δεν είναι συναρπαστική αλλά αντίθετα λίγο πολύ μονότονη ή ακόμα και βολική, θα σφουγγίζω με τα σύννεφα την επιδερμίδα του χρόνου για να μπορούν να κυλούν ανεμπόδιστα οι εποχές και να ξεσκεπαστούν όλες οι αυταπάτες, να πάψει να τις παίρνει σοβαρά. Να κρατήσει μόνο μια. Όταν βλέπω την βροχή, το ένα μισό μου μισό να νομίζει πως είναι θαύμα. Ενώ το άλλο μισό μου, αυτό που δεν  πιστεύει στα θαύματα, να πιστεύει στο τυχαίο.

Φωτογραφία Anna Morosini


Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα




      Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα ζούσαν απλά. Τον χειμώνα όταν γυρνούσαν από την δουλειά ρίχναν στη σόμπα ξύλα και μαλάκωναν το κρύο. Τηλεόραση στα βαγόνια δεν υπήρχε. Αν ήθελαν θα μπορούσαν να ρίξουν μια μπαλαντέζα, να πάνε να βρουν μια γεννήτρια και να πάρουν ρεύμα. Όμως δεν ήθελαν. Τους αρκούσε που μάθαιναν τα νέα ο ένας του άλλου. Καθόντουσαν γύρω από ένα κύκλο τα βράδια και λέγανε τα νέα τους. Γέλαγαν, εξηγούσαν, περιέγραφαν, ρωτούσαν. Με δυο λόγια συζητούσαν. Καμιά φορά έκλαιγαν για κάτι θλιβερό που είχε συμβεί και έδιναν ο ένας χαρτομάντηλα στον άλλο. Πιάνανε κουβέντα και μαλάκωναν την μοναξιά. 
     Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα διάβαζαν πολλά βιβλία. Ο ένας δανειζόταν βιβλία από τον άλλο, γι΄αυτό είχαν κάνει μια συμφωνία να μην σημειώνουν ποτέ με μελάνι πάνω στα βιβλία. Να σημειώνουν μονάχα με μολύβι και μόνο αν ήταν μεγάλη ανάγκη, γιατί θα περνούσε το βιβλίο από πολλά χέρια, πολλά μάτια θα μελετούσαν τις σελίδες του και χρειαζόταν να αφήσουν χώρο και για τους υπόλοιπους. Διάβαζαν βιβλία και μαλάκωναν τον φόβο. 
    Στα τραίνα έπαιζε τα βράδυα μουσική. Οι ένοικοι είχαν φτιάξει διάφορα σχήματα εγχόρδων,  πνευστών και κρουστών. Εναλλάσσονταν οι μουσικές και κάποιες φορές παύαν τα σχήματα και μονοπολούσε την μουσική ένα και μόνο όργανο. Ήταν η μέρα του, η στιγμή του, ήταν τότε που ο μουσικός έσκαβε μόνος του μέχρι τους άλλους ενοίκους. Ήταν τότε που και οι άλλοι ένοικοι έσκαβαν, μέχρι αυτόν. Έξω από το τραίνο, κάτω από ένα υπόστεγο υπήρχε ένα πιάνο. Αυτό σηματοδοτούσε πιο μεγάλες γιορτές τότε που ερχόντουσαν ένοικοι από άλλα τραίνα πιο μακρινών περιοχών. Γνώριζαν άγνωστους μέχρι τότε ανθρώπους. Μεγάλωνε ο κόσμος τους και ήταν αιτία αυτό για μεγάλη γιορτή. Παίζανε μουσική και μαλάκωναν τον χρόνο. 
      Οι άνθρωποι που έμεναν  στα τραίνα χόρευαν. Παίζαν μουσική και χόρευαν. Έδιναν στον εαυτό τους μια ευκαιρία να ξεμουδιάσει το σώμα τους. Σαν μωρό να ακουμπήσει λίγο πιο κοντά στους παλμούς της καρδιάς και να ηρεμήσει. Χόρευαν άλλες φορές σε γρήγορους, χαρούμενους ρυθμούς και άλλες φορές σε αργούς, μελαγχολικούς. Ο ρυθμός αυτός είχε να κάνει λίγο με την εποχή του χρόνου. Σε φθινοπωρινή εποχή διάλεγαν πιο χαμηλούς ρυθμούς. Τα καλοκαίρια διάλεγαν γρήγορους, διεγερτικούς. Χόρευαν και μαλάκωναν τον πόνο. 
      Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα ονειρευόντουσαν. Όχι μια καλύτερη ζωή, αλλά να κρατήσει κι άλλο το τραγούδι του τριζονιού στην σιγαλιά της ήρεμης νύχτας. Να κρατηθεί κι άλλο ο παφλασμός του κύματος στην αγαπημένη ακτή. Να μείνει για πάντα ζεστό το χέρι του όταν κρατάει το δικό της, και τα μαλλιά της να ανεμίζουν ανέμελα στο αεράκι της Άνοιξης. Οι βάρκες να  μεταφέρουν ταξιδιώτες που ψάχνουν να γνωρίσουν κι άλλες γωνιές της γης, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Τα όνειρα αυτά δεν σταματούσαν. Το ένα διαδεχόταν το άλλο, όπως η μια στιγμή την άλλη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στα τραίνα ζούσαν αληθινά. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που δεν ήταν πολλοί. Οι άνθρωποι είναι δύσπιστοι στην αλήθεια.
     Έτσι τους γνώρισε η Μαρία τις μέρες που έζησε μαζί τους. Απλούς και αληθινούς. Ήρθε όμως η μέρα που έπρεπε να φύγει. Έπρεπε ήθελε δεν ήθελε να επιστρέψει στην άλλη, την κανονική της ζωή. Πήρε το πρώτο αεροπλάνο και γύρισε. Από τις αφίξεις πήγε κατευεθείαν στη στάση του λεωφορείου. Σε μια ώρα το πολύ θα ήταν σπίτι. Σε κάθε στάση επιβάτες έμπαιναν και άλλοι έβγαιναν. Οι περισσότεροι με βαλίτσες στο χέρι και σακίδια στους ώμους επέστρεφαν από ταξίδια. Η ώρα περνούσε, πλησίαζε σχεδόν στην μέση της διαδρομής. Το λεωφορείο σταμάτησε στο φανάρι, έξω από ένα φούρνο. Η Μαρία κοίταξε από το παράθυρο. Δεκάδες μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα στο δρόμο. Οι οδηγοί μέσα στα αυτοκίνητα μιλούσαν στα κινητά και χειρονομούσαν νευρικά. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν βιαστικά από τις ηλεκτρικές πόρτες στο φούρνο κρατώντας σακούλες με ψωμιά και κουλούρια, και άλλοι προσπαθούσαν να παρκάρουν για να πάνε στις δουλειές τους. Σε ότι τέλος πάντων ονόμαζαν δουλειές τους. Καλύτερα θα ήταν να έλεγαν στα κομμάτια που σπάγανε την ζωή τους. 
       Η Μαρία κοίταζε έξω από το παράθυρο. Σε τίποτα απ΄όλα αυτά δεν κολλούσε. Το ήξερε. Θα είναι αργά σκέφτηκε για μια στιγμή να ξεκουμπιστεί να φύγει, να γυρίσει πίσω στα τραίνα.  Να δώσει μια να ξεκολλήσει. Κάτι περίμενε να συμβεί, που θα της έδινε την λύση. Κάτι, οτιδήποτε. Να ανάψει το φανάρι, ν΄ανοίξει η πόρτα, να προσγειωθούν στην οροφή του λεωφορείου εξωγήινοι και να κάνουν κατάληψη. Κάτι να μηδενίσει το κοντέρ. Να ξαναρχίσει ο χρόνος να μετρά θαύματα.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η καραβίδα


 
     Τι μπορεί να κάνει μια καραβίδα να φοβηθεί ένα γουρούνι;
Αυτό αναρρωτιόταν η καραβίδα ενώ προχωρούσε ανάποδα για να μην δαγκώσει άθελα της κανέναν και για να αποφύγει πάση θυσία να σταθεί οτιδήποτε άλλο εκτός από ακούσια φταίχτρα. Αυτό το ήξερε η ίδια όπως το ήξεραν και τα άλλα ζώα του βασιλείου, όπως και κάμποσοι άνθρωποι απ΄αυτούς που ήταν οι καλύτεροι φίλοι των ζώων.
  Εκείνη ακριβώς την στιγμή διασταυρώθηκε μ΄ένα γουρούνι. Το γουρούνι μπερδεμένο με το πίσω μπρος γύρισε και την κοίταξε υποτιμητικά. Για την ακρίβεια γύρισε και είδε τα οπίσθια της υποτιμητικά, αφού όπως είπαμε η καραβίδα προχωρούσε ανάποδα.
- Δεν νομίζεις μικρή πως αυτό δεν αρμόζει σ΄ένα γουρούνι; ρώτησε με αναίδεια.
- Κύριε, του απάντησε στο λεπτό αυτή, όπως είμαστε τώρα είναι η πιο καταλλήλη σχέση ανάμεσα μας. Ένας υπερβολικά δουλοπρεπής έχει πάντα μέσα στα μάτια του τον άλλο σαν γουρούνι.
   Είπε και συνέχισε άθικτη τον αραχνιασμένο δρόμο της.