Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Στης Κυρά Γιωργίας



Τέλειωνε η Γεροκωστοπούλου και έπεφτες πάνω στον χάλκινο τρούλο της Παντάνασσας. Με το τελευταίο σκαλί , που σου παιρνε την αναπνοή , ερχότανε αυτή η ομορφιά να σου κλέψει και τα μάτια.  Σαν κοίταγες αυτό τον τρούλο να χάνεται μέσα στον ουρανό, να μπλέκεται στα σύννεφα αγάλιαζες. Λες και  ήτανε η σκέπη σου, και εσύ μια ψηφίδα στη φλούδα του, και ξεκινάγατε μαζί ταξίδι αναπάντεχο στο πέρα.
Τρία για τέσσερα στενά μετά , ήταν το μαγειριό που τρώγαμε. Της Κυρά Γιωργίας , της χήρας. Eπί της Αγίου Δημητρίου , στο νούμερο 23 . Για το νούμερο μπορεί και να σφάλω. Αυγά τηγανιτά και χόρτα η σπεσιαλιτέ, είχε όμως η χήρα και τα έκτακτα , είχε και τα επιπλέοντα. Υπόγειο το μαγειριό, μωσαικό στο πάτωμα, λίγα τραπεζάκια , καρέκλες, η κουζίνα και η χήρα. Μας μαγείρευε , ζούσαμε εμείς και ζούσε και αυτή. Καλή της ώρα, όπου και να είναι. Ήταν μεγάλη η αγκαλιά της.
Στο μαγειριό αυτό , σαν μπαίναμε είμαστε πουλιά. Πουλιά μπαίναμε και πουλιά βγαίναμε. Ο Βασιλάκης ο Κατραλής, ο Νιόνιος ο μαθηματικός, η Βάσω , η Χαρά, ο Ζωγραφόπουλος, ο Νίκος, ο Μήτσος, ο Χρήστος ο Μωάμεθ, ο Παναγιώτης, η Χρυσούλα, φίλοι πολλοί και καλοί. Καμιά φορά ερχότανε και πιάναμε και καμιά κιθάρα. Η ζωή τότε είχε χρώμα, άρωμα και γεύση. Μεθυσμένοι από την γλύκα της ζωής, στιγμή δεν χάναμε. Τα σκαλάκια της Κυρά Γιωργίας, χορτάτοι τα καταεβαίναμε. Μιά ζωή λεβέντισα με εικόνες και βιώματα . Ενωμένες και οι αναπνοές και οι ιδρώτες μας. Την ζούσαμε την μέρα, την γλεντούσαμε, ρουφούσαμε από το μεδούλι της και γλείφαμε και τα δάκτυλα μας, σαν το βραστό της χήρας , εκεί στο υπόγειο. Γράφαμε ότι θέλαμε, λέγαμε ότι θέλαμε και  το τραγουδούσαμε. Εμείς εκεί φόβο πάντως δεν είχαμε. Μέρα και όνειρο, στιγμή και τραγούδι. Ο καημός μας ήταν που η μέρα θα τελείωνε και το βράδυ θα μας χώριζε, από μας, αλλά και απο την προσδοκία. Για λίγες ώρες θα μου πεις. Σωστά. Μα και αυτό τον μικρό τον χωρισμό δεν τον θέλαμε. Και αφήναμε σημειώματα , στις κολώνες , στα κολλημένα  άδεια πακέτα των τσιγάρων , στις μυστικές κρυψώνες, για την επαύριο και την αγάπη της.
Μετά πήραμε μια βαθειά αναπνοή και κάναμε ένα μεγάλο μακροβούτι. Ο καθένας μοναχός του . Που και που και δυό δυό  βουτήξανε. Με τα δυνατά μας πόδια , τις πλάτες και  τα χέρια κολυμπήσαμε. Μεγάλες απλωτές στην αρχή, με πίστη πως το ίσως , ίσως και να γίνει. Χαθήκαμε στην διαδρομή. Άπειρες οι ενδεχόμενες διαδρομές. Πόσες λίγες πιθανότητες είχε στα αλήθεια , η φλόγα να κρατηθεί. Ήρθαν μαντάτα, ήρθαν αρρώστιες, ήρθαν οι μοναξιές. Ήρθε και σβήστηκαν πολλά. Δεν έφυγε το όνειρο, η διαχείρηση μας πείραξε.
Στράγγιξε μια ολόκληρη γενιά.
Όταν βγήκαν οι πρώτοι στην ακτή, είπαμε κάτι μπορεί να γίνει. Σημασία δεν είχε που σε ξέβγαλε, φτάνει που βγήκες. Μα είχαν αλλάξει πια πολλά. Άνοιγες και έκλεινες το στόμα και φωνή δεν έβγαινε. Ούτε ο αναστεναγμός ακόμα δεν ακουγόταν. Λάσπη και φύκια σε ρουθούνια και αυτιά. Μετά σιωπή. Σώπασε μια ολόκληρη γενιά. Μπήκαμε στην απομόνωση. Σε μικρά μικρά κουτάκια το 'να δίπλα στ' άλλο. Μα τον διπλανό σου δεν τον έβλεπες, ούτε και τον άκουγες. Φεύγανε οι μέρες βαριά. Και αρχίσαμε να χάνουμε. Ανθρώπους, όνειρα, αγάπες, ελπίδες. Αντί να ζούμε, αρχίσαμε να επιζούμε. Και σαν έφτανε το βράδυ , χαιρόμασταν καταβάθος. Μια μέρα γεμάτη προβλήματα και χρέη τέλειωνε. Θα κοιμηθούν λέγαμε λίγο τα βάσανα μας και μέχρι την άλλη δόση πάλι βλέπουμε, κάτι μπορεί να αλλάξει. Κλείναμε τα μάτια να μην δούμε τα αδιέξοδα. Σβήσαμε ονόματα βαριά και προσπαθήσαμε να ξεχάσουμε. Μα δεν ξεχνιούνται και το ξέρουμε καλά. Αφού όσο ζούμε αναπολούμε και είναι αναμμένος ο καημός, δεν ξεχνιούνται. Αλλάξαμε  σε πολλά. Μα είναι και πολλά που μείνανε τα ίδια. Να σηκωθεί, ένας να μου πει πως τα ίδια χέρια δεν θέλουμε να τα περάσουμε στους ίδιους ώμους. Ένας να μου το πει για να το παραδεχθώ.Χαθήκαμε μια στιγμή , μα απο τότε έχουμε βρεθεί με όλους τους κτύπους της καρδιάς στα όνειρα μας. Στα ίδια μέρη να ξαναβρεθούμε και τα ίδια ονόματα να πούμε. Ένα μας λείπει ακόμα και πρέπει να το βρούμε. Να λέμε ό,τι θέλουμε και να γράφουμε ελεύθερα ό,τι θέλουμε. Τα μούτρα μας, σαν βλέπουμε στον καθρέφτη να λέμε ''είσαι φίλε μου ωραίος'' και να κατρακυλάμε τα σκαλιά τρέχοντας. Γιατί στην επόμενη ακριβώς γωνία, εκεί αδιεξόδου και γιασεμιού γωνία, μας περιμένει μια τεράστια και σπουδαία συνάντηση που χρόνο δεν γνωρίζει . Όλοι εμείς, οι γνωστοί και οι άλλοι άγνωστοι γνωστοί, και Αυτή. Η ίδια η ζωή. Στης Κυρά Γιωργίας να ξαναπάμε.

























Στην φωτογραφία ο Syd Barrett

18 σχόλια:

  1. Εντάξει...νίκησες... !!!

    panadamo

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στην Παντάνασσα σε μια τρελλή ροδιά... θυμάμαι αυτήν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γεια και χαρά σε όλους όσους καθίσαμε στο ίδιο η σε διπλανά τραπέζια. Την εποχή εκείνη τα όνειρα μου είχαν χρώμα. Σιγά σιγά χάθηκε το χρώμα και τώρα πια σπάνια βλέπω όνειρα. Διαβάζοντας τα πιο πάνω κάτι σκίρτησε μέσα μου από τη χαμένη αθωότητα της νιότης μας.
    Η κυρα Γεωργία ( η δεύτερη μάνα μου) έχει πολλά χρόνια που έφυγε…
    Το κουτούκι όπως το ξέραμε δεν υπάρχει πια.
    Έσκυβα το κεφάλι για να μπω και κατέβαινα τρία σκαλιά. Συνήθως με περίμενε η Λίζα που κουνούσε με χαρά την ουρά της και γαύγιζε πως ήρθε ο πρώτος πελάτης. Αμέσως μετά κατέβαινε εκείνη από επάνω. Τις πιο πολλές φορές ήμουν ο πρώτος και πολλές φορές ο τελευταίος που έβγαινε από εκεί σκύβοντας ξανά το κεφάλι και ανεβαίνοντας τα σκαλιά. Αυτό γινόταν κάθε απόγευμα όλα τα χρόνια που ήμουν φοιτητής στην Πάτρα .
    Το κουτούκι μας λαβώθηκε από το μεγάλο σεισμό της Πάτρας (γύρω στο 1995 αν δεν κάνω λάθος). Γκρεμίστηκε και το ξανάχτισε ο γιός της ο Παναγιώτης Σάββας. Τώρα πια έχει και όνομα είναι το ΄΄1871’’. Έχω ξαναπάει από τότε αρκετές φορές…
    Συχνάζουν ακόμα φοιτητές , κάποιοι καθηγητές από το Πανεπιστήμιο, έρχονται γερόντια από την περιοχή. Η μουσική η ίδια όπως και τότε.
    Ρεμπέτικα κυρίως , λαϊκά αλλά και κανένα αντάρτικο από τις παρέες των φοιτητών. Όπως και τότε.
    Ομηρικές συζητήσεις επί παντός επιστητού. Έντονες διαφωνίες και απόλυτες θέσεις (τα έχει αυτά η νιότη) όπως και τότε.
    Κάποια μαγική στιγμή όλα αμβλύνονται παραμερίζονται οι διαφωνίες και όλοι αγκαλισμένοι βγαίνουν έξω. Όπως και τότε.
    Τώρα πια ξέρω γιατί. Το κρασί όσο περνά η ώρα τους κάνει να ξεχνούν από πού ξεκίνησε η συζήτηση…
    Μάλλον όπως και τότε.
    Ανν Λου για πολλοστή φορά θα σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ.
    Αντώνης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αχ Αννίτα μου, που θα χωρέσουν όλα αυτά..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλησπέρα και από μένα . Δεν γνωρίζομαι με όλους σας. Μανώλης Μηχανολόγος μηχανικός , και εγώ έτρωγα εκεί. Με την Αννίτα είμαι και συμπατριώτης από την Χίο. Αννιώ με συγκίνησες πολύ. Και παρακάτω στο στέκι του πατέρα και τα καλοκαίρια στις Μουριές. Σήμερα που μετράμε απώλειες πιο πολύ από κα΄θε άλλη εποχή, είναι η πιο σωστή στιγμή , να μετρήσουμε μέσα μας όλα αυτά που μας ενώνουν και είναι τα ρημάδια καταχωνιασμένα. καλό θα ήταν να το κάνουν και άλλοι υψηλά ύστάμενοι.
    Καλή αντάμωση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ποτε δεν ξεχνάμε , πάντα υπάρχει η γλυκεια προσμονή της ανταμωσης έστω και απο αλλα μετερίζια . Σε ευχαριστω Αννίτα μου για την τόσο αναπάντεχη και απρόοπτη βουτιά στην χώρα των συναισθημάτων , στην αυλή των θαυμάτων
    Πηνελοπη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Πόσο σας ζηλεύω, κι ας μην ξέρω κάν πώς μοιάζετε! Στα δικά μου φοιτητικά χρόνια δεν υπήρξε κυρά Γιωργία, ούτε έστω Παντάνασσα..Τά'ζησα αυτά τα 5 μου χρόνια σ'ένα τόπο που τότε θεωρούσα άξενο, ένα τόπο που και τα τηγανιτά του αυγά σου τά'δεινε αλλιώς.. Κι οι χήρες του ήταν αλλιώς, υποθέτω. Τι κρίμα γιά τα δεκαοχτώ μας (ολονών, τώρα που το σκέφτομαι) χρόνια. Και σκέφτομαι και κάτι ακόμα. Χθες κατευόδωσα κι εγώ, όπως τόσοι άλλοι, στο τελευταίο ξόδι του, με το ακκορντεόν να παίζει το "Γιάξε μπόρε", εκείνον που με τόση σοφία θά'ξερε να πάρει τρυφερά απ'το χέρι την κυρά Γιωργία σας, ν'ανέβη τα σκαλάκια της που σου κόβαν την αναπνοή, να περπατήσει μαζί της με το κεφάλι ψηλά ανάμεσα σε ανθρώπους με υγρά μάτια και στοχασμό. Ας είναι καλά κι οι δυό τους τώρα. Αυτή θα του τηγανίζει τ'αυγά της μάτια, Αυτός θα τείνει τα χέρια να χορέψει μαζί της ένα βροχερό ερωτικό βαλς. Τι ζευγάρι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Κάτι σκίρτησε βαθειά πολύ , διαβάζοντας. Σαν τα μπλουζ της χαμένης νιότης μας. Σαν τα χρόνια να γλυστρισαν για λίγο προς τα πίσω. Πουναι τα χρόνια ωραία χρόνια πουχα λουλούδια μες τα μαλλιά...στην παντάνασσα , μια μέρα προχωρήσαμε και μετά αποχωρήσαμε. για πάντα?
    Δήμητρα ( γεωλόγος) παρούσα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Αγαπητή μου η περιοχή που περιγράφεις, νάξερες, είναι τόσο ευθραυστη..
    σπυρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Σπύρος; Ποιος είσαι φιλε μου, πες μου σε παρακαλώ και μίλα μου για την ευθραυστοτητα της. Σε παρακαλώ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. αχ τι ωραία που όλοι εσείς βρεθήκατε εδώ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ξάπλα στο χορτάρι έξω από το κάστρο, με το γνωστό βιβλίο του Jerry Rubin, συνειδητοποίησα ότι είχε χοντρονυχτώσει, τα γράμματα χοροπηδούσαν και τα κουνούπια πεινούσαν. Στις Μουριές απέναντι γινόταν της παλαβής. Η χήρα - το καταφύγιο - ήταν κανα λεπτό δρόμος και ο Παναγιώτης μάλλον θα 'ταν εκεί και θα είχε όπως πάντα τσιγάρα, ένα περίεργο πράγμα. Μάζεψα δυο τυροπιτοφάγους από απέναντι και στο μισό τσιγάρο φτάσαμε.

    Πώς μπορείς να γράφεις έτσι...

    Σε είδα που ζοριζόσουν με το φρικασέ της χήρας, μια πιρουνιά και τρεις γουλιές κρασί. Ο τρελούτσικος Syd ήταν εκεί, στης χήρας, άκουγε τα ρεμπέτικα και ένιωθε δικαιωμένος πιά. Σας θυμάμαι όλους... Έξω η ταμπέλα με το απαγορευτικό της τροχαίας με παρακαλούσε να την πάω στο σπίτι μου. Θα 'πρεπε να περιμένει, το κρασί δεν στέρευε ποτέ στης χήρας, ούτε τα γέλια, ούτε η τράκα. "Μη γελάς ρε ηλίθιε όταν ανάβεις το τσιγάρο, σβήνεις το σπίρτο!"

    Σαν σήμερα σε γνώρισα πριν 21 χρόνια. Σε θυμάμαι στης χήρας, σας θυμάμαι Όλους, με το Ο κεφαλαίο...

    Σε ευχαριστώ για όλα, για πάντα!
    deadcat

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Κι'εγω σαν τη ΜA.AN.THA σας χαιρομαι αφανταστα και περιμενω να ακούσω κι'αλλες ιστορίες!
    Εμεις δεν ειμασταν εκεί, αλλά κάτι έχουμε πάρει από την ατμόσφαιρα που περιγράφετε, δια της οσμώσεως!
    Αχ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Πόση τρυφερότητα στα 18 με 22... Τόση που καλύπτει μια ολόκληρη ζωή μετά. Στην Πάτρα η χήρα, στην Κομοτηνή ο Γιαξής και ο Τούρκος, το χειμώνα οι "μασίνες" τους και τα καλοκαίρια οι κληματαριές τους, συντροφιά για μια ολόκληρη ζωή... Τι ωραία που γράφεις!!!
    Γιούλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Το κείμενο σου αυτό , το αγάπησα πάρα πολύ. Για κοίτα, δουλέυω και μπαίνω ξανά και ξανά να το διαβάσω και αναρωτήθηκα τι είναι αυτό που του βρίσκω πια τόσο πολύ και με γοητεύει, εμένα που κοινά βιώματα δεν είχα. Η αγκαλιά του. Πόσο συχνά την χρησιμοποιείς αυτή την λέξη και πόσο σίγουρα θα την αγαπάς. Εγώ που δεν πήγα ποτέ στης κυρά Γιωργίας, λαχταρώ να δοκίμαζα τα τηγανιτά της. Με συγκινεί η εικόνα λαχανιασμένοι να ανεβαίνετε την Γεροκωστοπούλου. Με συγκινεί και θέλω να κρυφτώ μέσα της να ζεσταθώ και εγώ. Έχω αγαπήσει πολλά κείμενα σου, μα τούτο το ξεχωρίζω. Και με την ζήλια που εγώ δεν ήμουν εκεί, χάνομαι στις λέξεις του και ξαναονειρεύομαι , για την δική μου χαμένη παρέα. Αλήθεια , αυτοί που δεν το ζήσανε έτσι ή περίπου έτσι , αλλά δεμένοι σε βρακιά με αόρα τα σχοινιά, σταθήκανε μακριά πόσο λυπημένοι και δυστυχείς θα είναι...και ας είμαστε όλοι τώρα στην ίδια μοίρα
    ΝΜ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Μην σταματήσεις ποτέ!
    Δημήτρης Ξ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Tι σου κάνουν τα διαδίκτυα!! Μέσα σε τρείς μέρες να ξαναπέσω πάνω σε δύο παλιούς συμφοιτητές. Ο πρώτος ο Βαγγέλης και μετά η Αννίτα .
    Αννίτα δεν το καταλαβαίνω το γράψιμο σου αλλά από την άλλη μεριά το νιώθω ότι είναι και δικό μου πράγμα.
    Να είσαι καλά. Θα σουλατσάρω καμιά φορά από τα ψηφιακά σου κατατόπια

    Νίκος Κατριβέσης και ουχί Ανώνυμος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. Καλώς τον φίλο , τον συνφοιτητή, να σουλατσάρεις όποτε θέλεις Νίκο , χαρά μου θα είναι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή