Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Πως είσαι ; πως περνάς ;



     Αναρωτίεμαι, αν καμιά φορά αναρωτιέσαι.
Αν θα μπορούσες κάποια στιγμή να προσφέρεις ένα χάδι στο δεξί του καρπό. Αναρωτιέμαι άραγε  ακούς το λαχανιασμά του ; Και αν το ακούς γιατί δεν σταματάς λιγάκι ; Να έτσι ίσα  να γλυκάνει η αναπνοή του.
     Ένα χνουδάκι , ένα πουπουλάκι, ταξιδεύει στον αέρα. Κοίτα τα σκασμένα του χείλη. Ασφυκτιά , θέλει να σου μιλήσει και να τον ακούσεις. Ένας κόμπος ιδρώτας γλυστρά απο το μέτωπο του. Σφουγγισέ τον με την παλάμη σου.  Κράτα το, να το περάσεις σε δερμάτινο λουράκι , να το κρεμάσεις στο λαιμό σου. Φυλαχτό είναι για όλους μας . Ο δικός του κόμπος είναι και δικός σου κόμπος, σε περιμένει.
     Και ρώτα τον.Και αν δεν ξέρεις να ρωτάς, μάθε να ρωτάς. Μια ερώτηση λεπτή , κομψή. Φούστα πλισεδωτή σε απόχρωση σάπιο μήλο, μποτίνια γκρι αρζάν και ένα μαντηλάκι λεπτό με το μονόγραμμα σου, γιατί είναι δική σου η ερώτηση και έχει τα δικά σου λόγια. Πατάει στα νύχια των ποδιών της , απο την ώρα που την ξεστομίζεις μέχρι την ώρα που φθάνει στα αυτιά του. Έτσι , προσεχτικά για να μην τον ξυπνήσει απότομα.
    Ρώτα τον ήπια , μαλακά. Όπως θα ήθελες να σε ρωτά και αυτός.
Αν ενδιφέρεσαι. Αλήθεια ενδιαφέρεσαι ; Ενδιαφέρεσαι για ό,τι έχει να σου πει ; Για το δικό του, για το διαφορετικό του, για ό,τι αυτός έχει , ενώ εσύ δεν έχεις, για το άλλο χρώμα του το ξεθωριασμένο, για το ξένο σε σένα κομμάτι του.Ακούμπησε τον σιγά σιγά με το γυμνό σου χέρι. Βγάλε τα γάντια σου, κόψε τα νύχια σου. Να τον ρωτήσεις θέλεις όχι να τον σταργγαλίσεις. 
    Αναρωτιέμαι πότε ήταν η τελευταία φορά , που αναρωτήθηκες αγνά γι' αυτό που έχει μέσα στο μυαλό του και σίγουρα μια μέρα δεν θα αντέξει και θα το πει. Αναρωτιέμαι , τι μπορεί να σπάσει τους μονολόγους σας. Έρχεται η μορφή της κρυφά στο νου μου. Μία ερώτηση ντελικάτη που ενδιαφέρεται να φωτίσει, να φέρει γνώση. Μία ερώτηση αρχοντική , σίγουρη για τον εαυτό της . Μια ερώτηση διαθέσιμη ν' απαντηθεί.
    Ρώτα τον! Μα σε παρακαλώ όχι έτσι, έτσι δεν τον ρωτάς , έτσι τον υποτιμάς.
Έχεις πάψει να ρωτάς. Απο το πρωί ίσαμε το βράδυ απαντάς. Ρίχνεις απαντήσεις, όπως στην οικοδομή ρίχνουμε τα μπετά. Μονάχα που εδώ δεν οικοδομείς, εδώ γκρεμίζεις. Γκρεμίζεις με μανία την επικοινωνία, την συννενόηση , την ευτυχία σου. Με μανία. Και απομονώνεσαι.
     Φτύνει ο ένας στον άλλο τσιμεντένιες απαντήσεις. Εσύ ο μικρός παντοδύναμος θεός . Σαν να μπορείς να ορίσεις το πεπρωμένο , σαν απο τα χέρια σου να περνά η ζωή του άλλου και ξεχνάς την αδυναμία σου, την τρύπα σου . Ζητάς απο αυτόν ,ότι εσύ ποτέ δεν του έδωσες και του το ζητάς πεισματικά και επίμονα, σαν παλιά ωφειλή. Μα δεν είναι.
     Κλεισμένος στο καβούκι σου , ρωτάς απαντώντας και συγκρούεσαι φορώντας την πανωπλία σου. Δεν τον ρωτάς και έτσι και αυτός έχει μάθει και δεν ακούει. Σχεδόν δεν έχεις χρόνο να ακούσεις. Μα για να ακούσεις πρέπει να πάψεις για λίγο. Να του δώσεις χώρο. Πάψε επιτέλους λίγο και άκου!
Κλείσε τα μάτια και άφησε τον να σου απαντήσει. Σχεδόν όλοι κάνουν το ίδιο. Οι μισοί απαντούν ρωτώντας και οι άλλοι μισοί φοβούνται αυτούς που συνεχώς απαντούν και σχεδιάζουν την απόδρασή τους.
     Ξεκλείδωσε τις τρεις κλειδωνιές της πανωπλίας σου και πάρε βαθειά αναπνοή. Πλησίασε λιγάκι πιο κοντά και άκουσε. Αλήθεια τι ακούς, τι σου λέει ; Ακατάλυπτες λέξεις. Φοβάται. Ποιός του έχει ξαναζητήσει να συννενοηθεί ; Στάσου κοντά του ,ίσος προς ίσο.
     Και την άλλη φορά , που θα τον δεις στο δρόμο να προσπαθεί να σταθμεύσει, να σε σπρώχνει άγαρμπα στο μετρό για να περάσει αυτός πρώτος ή να γυρνά στο σπίτι αδειασμένος, μην τον προσπεράσεις  και ρώτα τον . Γιατί αν αυτός χαθεί, θα χαθείς και εσύ . Με ή χωρίς πανωπλία θα χαθείς. Χωρίς αυτόν η ζωή σου είναι αδιάφορη. Φύλα στον κόρφο σου την απάντηση του .Και λογάριασε την απο την αρχή ως τον τελευταίο σου απολογισμό. Πως νιώθεις άραγε ; πως περνάς ;
Είναι o αλληλέγγυος σου  και είναι η απάντηση του , άκου την.

Φωτογραφία  Γιάννης Παπακωνσταντίνου

1 σχόλιο: