Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Ο φάρος

 


     Τα καλοκαίρια πήγαινε στο νησί. Ήταν απ΄αυτούς που ξεχνιόταν περπατώντας χαράματα με τα χέρια στις τσέπες.Έφθανε μέχρι τον Φάρο, στο πιο απομακρυσμένο άκρο του νησιού. Χρόνια τώρα ο φάρος είχε πάψει να φωτοβολεί. Ένας απόκρημνος, σιωπηλός, ήρεμος μοναχός απέναντι στις διαθέσεις της θάλασσας. Κάθε φορά που περνούσε από το Φάρο ήλπιζε πως θα βρει την πόρτα ξεκλείδωτη και θα μπορούσε να μπει μέσα, να φθάσει στο τελευταίο επίπεδο, στον κλωβό και από εκεί να δει τη θάλασσα. Η κάθε δοκιμή έκρυβε μια ανεξήγητη ελπίδα. Ο φάρος όμως από τότε που μετέθεσαν τον φαροφύλακα στην υπηρεσία μιας αποθήκης υλικών της ΔΕΗ παρέμενε πάντα κλειστός. 
        Όταν μαζεύονταν οι μέρες και έπρεπε να επιστρέψει στο κλεινόν άστυ, πετούσε τα ρούχα του ανακατεμένα στην βαλίτσα και έφευγε. Ήθελε όταν επέστρεφε και άνοιγε τη βαλίτσα, η αταξία της να πιάσει όλο το σπίτι, να βγει στη βεράντα, να ξεφύγει σε όλη τη γειτονιά, στους ανθρώπους, στα περίπτερα, στις συνειδήσεις τους. Μαζί να ελευθερωθεί και η μυρωδιά του νησιού, τα πρωινά κελαϊδίσματα των πουλιών, των τζιτζικιών, ο παφλασμός των κυμάτων, τα χρώματα της ανατολής, της έναστρης νύχτας. Να μυρίσει η γειτονιά ντομάτα, βασιλικό, γιασεμί και γαύρο με κρεμμυδάκι τηγανιτό. Να συμπαρασυρθούν μέσα στην αταξία όλες οι διαφορές, να μηδενιστούν οι αποστάσεις, να γίνουν τ΄αδύναμα δυνατά. Να μάθουν όλοι οι γείτονες τα πάντα για το νησί, για το φάρο και τη θάλασσα. Να τα μάθουν όλα από την αρχή έτσι που να βρίσκουν ελεύθερη είσοδο οι μυρωδιές, οι γεύσεις και τ΄αερικά να εισχωρούν στο βάθος τους. Να έχει  ο κάθε χειμώνας το καλοκαίρι του.
     Λίγες μέρες πριν φύγει το αποφάσισε. Μάζεψε τα εργαλεία που του χρειάζονταν, και ένα βράδυ με μεγάλο φεγγάρι άνοιξε την πόρτα του φάρου με κατσαβίδι.Ήταν πολύ πιο εύκολο απ΄όσο είχε φαντασθεί. Η πόρτα άνοιγε μέσα σ΄ένα μικρό, απλό δωμάτιο με άσπρους σοβαντισμένους τοίχους. Ένα ξύλινο τραπέζι κολλημένο στο τοίχο και τριγύρω τρεις καρέκλες. Στον απέναντι τοίχο ένα ντιβάνι εκστρατείας με μια μαύρη μάλλινη κουβέρτα. Πάνω στο τραπέζι μια κιτρινισμένη εφημερίδα του τοπικού τύπου, μια κασετίνα Καρέλια, ένα άδειο σταχτοδοχείο, ένα τρανζιστοράκι και ένας μικρός Άι Νικόλας. Στην άκρη του δωματίου κολλημένη στο τοίχο  μια ξύλινη, βαμμένη με οινοπνευματί λαδομπογιά σκάλα, χωρίς κουπαστή. Έφθασε στο κλωβό. Εδώ ανάμεσα στα κάτοπτρα, τους φακούς και τους λαμπτήρες κτυπούσε η καρδιά του φάρου.
     Τι έφταιγε και ο φάρος είχε πάψει να φωτοβολεί; Έριξε μια ματιά τριγύρω. Δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν στην θέση τους. Άνθρωπος όμως δεν υπήρχε ν΄ανάψει τον φάρο. Τα καινούργια συστήματα των ηλιακών φάρων ανάβουν μόνα τους, δεν χρειάζονται ανθρώπινο άγγιγμα. Ρύθμισε  το συρματόσχοινο με το βαρίδι που αποτελούσε το βασικό μηχανισμό περιστροφής και ο φάρος άναψε.  Ρυθμικές αναλαμπές ξεχύθηκαν ξανά στο λιμάνι. Βγήκε έξω στον μικρό εξώστη, ακούμπησε στα κιγκλιδώματα κι ανάσανε βαθιά. Έφθασε το ιώδιο μέχρι το συκώτι του.
       Όταν οι κάτοικοι του νησιού είδαν τον Φάρο να δουλεύει δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Ο φαροφύλακας έλειπε χρόνια, θαύματα δεν γίνονται, κι αν γίνονται αυτοί δεν τα πιστεύουν. 'Οπως δεν πιστεύουν τα καράβια την υπόσχεση που τους δίνει ένα λιμάνι. Πως όταν επιστρέψουν από τα μακρινά ταξίδια τους, η καρδιά του θα κτυπάει ακόμα γι αυτά με ρυθμικές αναλαμπές από το πιο ψηλό σημείο του φάρου. Και πως θα μπορέσουν να αγκυροβολήσουν στο λιμάνι με ασφάλεια. Όχι σαν σύμβουλος, ούτε σαν καθοδηγητής, αλλά σαν πατρίδα. Η θύελλα να έρχεται, να σκεπάζει τα παράθυρα αφρός, τα πουλιά να χιμούν στο φανάρι, όλος ο τόπος να σείεται και ο φάρος να στέκεται εκεί ακούραστος φρουρός. 
      Αυτό ήθελε. Με μια ακατάστατη βαλίτσα στο χέρι ξεκίνησε για τον επόμενο χειμώνα του.
 

3 σχόλια:

  1. Οτι και να γραψω θα ειναι λιγο γι αυτο το κειμενο Εκπληκτικο και συγκινητικο!!!!!!!Καλη συνεχεια να εχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δηλώνω και καταθέτω τον σεβασμό μου στη γραφή σου. Ακόλουθός σου με ..διακοπές, ξέρω την ποιότητά του αλλά μου αρέσει να τον επιβεβαιώνω ξανά με τα δημιουργήματά σου.
    Ένα μεγάλο ευχαριστώ για όσα πλάθει η γραφή σου.
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Στα παλιά χρόνια υπήρχε ένας μύθος ανάμεσα σ' έναν φαροφύλακα και μια γυναίκα πειρατή. Αυτός πάλευε να στεριώσει με το φως του το δαίμονα που ‘χε η πειρατίνα, κι αυτή με την σειρά της να κουρσέψει το βραχόσπιτο του φύλακα. Ανάμεσα στις φουρτούνες της μάνας θάλασσας και στον αλληλοδαμασμό τους, σηκώσαν στ’ ασκέρι τους μια μέρα λευκό πανί, μήπως και μονιάζαν. Σε χαρτί η πειρατίνα έστειλε ραπόρτο να γίνει συνάντηση των δυό τους στ’ ακρογιάλι του φάρου. Σε ουδέτερο χώμα ανάκατο με νερό αλμυρό. Ο φαροφύλακας ήρθε με ένα κασελάκι στο χέρι κι η κουρσάρος μ’ ένα βιβλίο. Αντάλλαξαν τα δώρα τους κι επέστρεψαν στα κάστρα τους. Στο βιβλίο το μελάνι είχε μουλιάσει απ’ τα χρόνια και τις περιπέτειες στο ιώδιο, μα και το κασελάκι έκρυβε για φυλαχτό ένα κομμάτι πέτρα από το φάρο του άγρυπνου φύλακα. Πολλοί είπαν, ότι οι δυό τους δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Μα μέσα στους κρυφούς τους φόβους, τα δώρα τους παρείχαν μια θεραπευτική ίαση. Μια παρέα στη τροχιά τους.

    Υγ. ελπίζω να είσαι καλά, κι ας χαθήκαμε λιγάκι!
    Γιούλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή