Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Βάστα καρδιά μου


     Όταν επιτέλους ο πολυμήχανος Οδυσσέας έφθασε στην χαμένη του Ιθάκη  και αντίκρυσε κατάματα το θέαμα της καταπάτησης των θεμελιωδών της τιμής και της αξιοπρέπειας του, πνίγηκε στην οργή. Μέσα σε δευτερόλεπτα έπνιξε τον θυμό του και μονολόγησε '' Βάστα καρδιά μου'' ( τέτλαθι δή καρδίη) . Εκεί , μέσα σ΄αυτή την δίνη, ανεμοδαρμένος από την θλίψη και τον θυμό, έπρεπε να νικήσει το τελευταίο και πιο μεγάλο εμπόδιο, τον ίδιο του τον πόνο. Αυτές οι νίκες θέλουν σχέδιο και υπομονή. Ζήτησε ν΄ακούσει.
      Ν΄ακούσει την γεύση που ξέχασε. Ν΄ακούσει τον ήχο που αφήνει ο Αύγουστος στον ακάλυπτο με τα ιδρωμένα παράθυρα. Ν ΄ακούσει αυτόν που μένει τελευταίος στο τραπέζι τα μεσημέρια της Κυριακής και παίζει με τ΄αλάτι. Ν΄ακούσει την σιωπή της χειρολαβής στα κρύα χέρια του απολυμένου. Για να ξαναπεί '' Βάστα καρδιά μου '' και να προχωρήσει πιο μέσα.
     Ν΄ ακούσει όσα προσπαθεί να  πει το παιδί του. Αλλά αυτά που λέει το παιδί, όχι αυτά που θα έλεγε ο ίδιος αν ήταν στην θέση του. Να ακούσει να του περιγράφει πως ανακάλυψε τον λαμπερό ήλιο , το δροσερό χορτάρι , την αυγή της κάθε μέρας. Και αφού ακούσει , να καθρεφτίσει στα μάτια του, την αδιαπραγμάτευτη αξία όλων αυτών  που λέει και σκέφτεται και κάνει, το παιδί του. Εκεί δίπλα του , όπως θα το βλέπει να μπαίνει και να βγαίνει στο θαυμαστό κήπο των συναισθημάτων, την ίδια στιγμή να του δείξει να κοιτά και ν ΄αγαπά τους ανοικτούς ορίζοντες. Και ας είναι μια μέρα να του φύγει μέσα σ΄αυτούς. Τα παιδιά είναι πουλιά , δεν είναι για να στέκονται .Να το ακούσει , να το παρακολουθήσει, να το προστατεύσει αθόρυβα και διακριτικά γιατί  ξέρει πως  ''όσο υπάρχει το παιδί , υπάρχει ελπίδα''. Για να ξαναπεί, ''βάστα καρδιά μου'' και να προχωρήσει ακόμα πιο μέσα.
     Ν΄ακούσει τον ήχο της  προσδοκίας που σκοντάφτει  και χάνεται. Του ονείρου που αλλάζει , της φωτογραφίας που παίρνει φως και καίγεται. Ν΄ακούσει το κρακ κρακ στο σφίξιμο της ολοκαίνουργιας ιεραρχίας των αξιών.  Να παραδεχτεί πως μέχρι τώρα δεν ήξερε ν΄ακούει και πως μονάχα μίλαγε. Και πως είχε ξεχάσει να διακρίνει , γιατί είχε συνηθίσει στην θέση της ουσίας την ανοησία. Και πως κάθε φορά που πείναγε σήκωνε το τηλέφωνο και ερχότανε το γεύμα. Αλλά δεν χόρταινε, γιατί είχε χαθεί η χαρά πολύ πριν χαθούν τα λεφτά και το πιάτο ήταν άδειο.
      Τώρα όμως το πιάτο γεμίζει . Γεμίζει από την πείρα του καθενός. Ένα πιάτο  εμπειρίας χωρίς φόβο πως αυτό που θ ΄ακουμπήσει στο πιάτο του ο άλλος συνταξιδευτής, είναι επέμβαση , απειλή . Έτσι κι αλλιώς το τι είναι ο καθένας θα το βρει , όχι στα λόγια αλλά στη πράξη , στο χρέος της κάθε απλής μέρας. Στο μεράκι και στην υπομονή του. Και άντε να αξιώσουν κάτι όταν με υπομονή το δημιουργείς. Αυτά δεν γίνονται.
      Κάπου εκεί ελεύθερος από τα περιττά θα ξεκινάει. Το σχέδιο θα είναι έτοιμο , η Ιθάκη θα προκαλεί , η πιο βαθειά πληγή θα επουλώνεται . Το βήμα θ΄ανοίγει. Τα χέρια πλεγμένα , θα κρατάνε γερά.  Η καρδιά θα  ξέρει  πια πως να βαστάει.



 Φωτογραφία Haselberger Irma
http://www.flickr.com/photos/irmahas/ 

   
      

5 σχόλια:

  1. Λευκές Νύχτες
    Νύχτες χωρίς ύπνο, νύχτες με λιγοστό ύπνο, νύχτες που εύχεσαι να μην ξημερώσει, νύχτες που εύχεσαι γρήγορα να ξημερώσει, νύχτες που καρτερείς το διάβα τους στην ανατολή τους. Και εσύ… υπομονετικά σκαλίζεις εσωτερικά τατουάζ με τα σινικά μελάνια σου. Κάθε μπουκαλάκι ένα χρώμα, ένα άρωμα, ένα μυρωδικό στη γεύση, ένα χάδι στο λαιμό… Κύκλοι ανοίγουν και Κύκλοι κλείνουν…
    Έπαψες να καταγράφεις εδώ και χρόνια τις μνήμες σου, τις ανάκατες σκέψεις σου. Ένα αυτομαστίγωμα στις επιλογές σου η ποινή. Ποια η δική σου αντίφαση; Ένα λευκό κύμα, σαν τυμβωρύχος ξέθαψε παλιά και νέα θραύσματα (μηδαμινής αξίας για τον πολύ τον κόσμο), σαν δεξιοτέχνης ράφτης ξετύλιξε ένα τόπι υφάσματος.


    Κοντοστάθηκα στον αδηφάγο χρόνο,
    στο τρίξιμο μιας μισάνοιχτης πόρτας.
    Το βλέμμα μου έψαξε τα περασμένα, τα δύσκολα,
    σβησμένες μνήμες από ένα λάθος.
    Τώρα, μονάχα κανά δυό επιστολές στο πάτωμα,
    προδότες των συμβάντων,
    φιλικοί ιστοί μιας γερασμένης αράχνης και πέπλο σκόνης
    σαν το λευκό του χιονιού.
    Στη θύμηση, μια γεύση γνώριμη με άρωμα δικό μας.
    Οι σκιές της σιωπής ψελλίζουν άγνωστα ξόρκια,
    αλλοιωμένες μοιρολογήτρες του ονείρατου.
    Τώρα, χλευάζω το ορατό που πάντα αόρατο και κάλπικο αντάμα ήταν.

    ΥΓ. Κι εσύ γέννημα Ομήρου εύμορφο, χρυσοποίκιλτη ψηφίδα άλλου μωσαϊκού γινήκες…

    Σπύρος Τ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μικρή παρένθεση
    “Οι λεύκες νύχτες” είναι τίτλος ταινίας στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 (εφηβούδια ήμασταν τότε!), με αναφορά στην αυτομόληση ενός Ρώσου χορευτή μπαλέτου (Μπαρίζνικοφ) και στο ρίσκο της απόδρασης.
    …Γι’ αυτό το παλάτζο του κανταριού (καρβουνάκια κατ’ εσέ) εννοούσα, ωδή στα συγκοινωνούντα δοχεία λοιπόν και ένα γεμάτο σαββατοκύριακο αγκαζέ με τις Ηλιαχτίδες μας να έχουμε, όμως πρέπει να βιαστώ ανέτειλαν κιόλας…!
    Σπύρος Τ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. "Το σχέδιο θα είναι έτοιμο , η Ιθάκη θα προκαλεί , η πιο βαθιά πληγή θα επουλώνεται . Το βήμα θ΄ανοίγει. Τα χέρια πλεγμένα , θα κρατάνε γερά. Η καρδιά θα ξέρει πια πως να βαστάει."
    Απλά πανέμορφο! Μακάρι όλοι να βρίσκαμε την ψυχική δύναμη του Οδυσσέα..(πραγματικά ήρωας-πρότυπο)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Υπ΄άρχει ένα έργο του Μππέχτ Η Αγία Ιωάννα των σφαγείων Ο χρόνος και ο τόπος του δράματος είναι το παρόν του Μπρεχτ, στα χρόνια της κρίσης του '29. Τα σφαγεία, το χρηματιστήριο, τα γραφεία των επιχειρηματιών και το αποστολικό σπίτι της θρησκευτικής οργάνωσης Στρατός της Σωτηρίας «Τα μαύρα ψαθάκια». Στο περιβάλλον αυτό ο Μπρεχτ, αποφασίζει να εισαγάγει αντεστραμμένη την ηρωική φιγούρα της Ιωάννας Ντ' Αρκ, πιθανώς επηρεασμένος από την πληθώρα των επετείων για τα 500 χρόνια της γαλλίδας ηρωίδας, κάτι που του δίνει την δυνατότητα και να αντιπαρατεθεί προς τον γαλλικό κλασικισμό, ένα θέμα που επίσης τον απασχολεί.

    Το όνομα Ιωάννα Dαrk παραπέμπει ευθέως στη γαλλίδα ηρωίδα, αλλά και το επίθετο αυτό που σημαίνει «σκοτεινή», σηματοδοτεί επίσης την πορεία της στα πράγματα. Την αρχική της πεποίθηση για συμμετοχή μέσω της οργάνωσης στη διαδικασία της σωτηρίας, διαδέχεται η διάψευση που προκύπτει από την άρνηση των εργατών να αποδεχθούν τέτοιου είδους παρηγοριές που δεν θεραπεύουν καθόλου την αθλιότητά τους.

    Η διαδικασία στην οποία συμμετέχει η Ιωάννα είναι διαδικασία επίγνωσης κατά στάδια. Ως πρώτο στάδιο νοείται η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει η κακία των φτωχών σαν δομικό τους χαρακτηριστικό, παρά μόνο η φτώχεια των φτωχών. Κατά τη δεύτερη φάση προσπαθεί να πείσει τους βασιλιάδες του κρέατος να υιοθετήσουν πιο συμφέρουσες για τους εργάτες αποφάσεις κάτι που πέφτει στο κενό, ακόμα και όταν η προσπάθειά της αναζητά λύσεις σε ατομικό επίπεδο, όπως αυτό του Μάουλερ. Στην τρίτη φάση προσπαθεί να συμμετάσχει στην οργάνωση απεργίας των εργατών, τώρα όμως εμποδίζεται ψυχικά από τις δικές της κοινωνικές καταβολές. Οι αίσθηση ότι δεν ανήκει στην τάξη των εργατών την υποχρεώνει να γυρίσει πίσω στα μαύρα ψαθάκια, όμως έχει ήδη αρρωστήσει και πεθαίνει. Τότε οι καπιταλιστές την οικειοποιούνται και την ανακηρύσσουν Αγία.
    Δεν ήξερα πως αλλιώς να περιράψω καλύτερα την επίγνωση και τα αποτέλεσματα της σ κοινωνικό επίπεδο. Καμιά φορά απελπίζομαι. Καταλαβαίνω όμως πως η ανθρώπινη ατέλεια αποτελεί το κυρίαρχο συστατικό μας και πως και μ΄αυτή στην συντροφιά πρέπει να προχωρήουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα Ανώνυμα Πουλιά
      (σκηνή πρώτη)
      Κοιτάς στον καθρέπτη του αυτοκινήτου, στο πίσω κάθισμα η κορούλα έχει βασιλέψει. Νωρίτερα είχατε παρθενική εμφάνιση, οι δυό σας επί σκηνής, συγκίνηση για σένα, μεγάλο χαμόγελο με κοκκινισμένα μάγουλα για την Μονάκριβη και η έσω φωνή αρχίζει.
      Ακόμη και η πιο ευφάνταστη πένα ενός καταξιωμένου συγγραφέα ή η οπτική γωνία του διάσημου σκηνοθέτη ωχριά μπρος στις αληθινές ιστορίες του διπλανού μας αλλά και το πώς βρίσκεσαι άμεσα εμπλεκόμενος στη καθημερινότητα τους. Λίγο η συναισθηματική φόρτιση των ημερών, λίγο η αλληλογραφία του Αι Βασίλη, λίγο οι παιδικές φωνές των καλάντων, τα δώρα, οι ευχές, τα κείμενα, οι μελωδίες συνθέτουν ένα ευχάριστο οικογενειακό δρώμενο. Για όλους; Ή για τους περισσότερους; Και εκείνες οι παιδικές ψυχές, τα Ανώνυμα Πουλιά, που καθημερινά παλεύεις να τους δώσεις ένα καλούπι, ένα σχήμα, μια μορφή, μια ελπίδα; Παλεύεις για να εισπράξεις το διάφανο χαμόγελο τους, παλεύεις να γίνεις δικός τους άνθρωπος, γιατί οι Μοίρες τα βάλανε μαζί τους. Εκείνα τα Ανώνυμα Πουλιά, τα στερημένα από τις γονικές υπερπροστατευτικές φτερούγες, εκείνα που διαισθάνεσαι το σύνδρομο τους, παλεύεις με τον άμορφο πηλό τους και δεν ρωτάς πολλά, καλείσαι να δώσεις απαντήσεις, να συμφιλιωθείς με το παρελθόν τους, να ζήσεις στωικά το ρόλο, του φίλου, του θείου, του αδελφού, του δασκάλου στα πρώτα σκιρτήματα μιας πτήσης, του πατέρα πελαργού, σύμβολο φιλοξενίας κατά την αρχαιότητα. Έχεις μεγαλώσει κοντά σ’ αυτούς, έχεις εξοικειωθεί και έχεις διδαχθεί πολλά απ’ αυτούς. Στα μάτια των Ανώνυμων Πουλιών σου διαβάζεις την πείνα τους για μια φιλοφρόνηση σου, για ένα αστείο σου, μια γκριμάτσα σου, να τους κρατήσεις το χέρι όπως με το δικό σου παιδί κι ακόμα πιο σφιχτά, ένα εφαλτήριο σιγουριάς για το προσεχές αύριο.
      (σκηνή δεύτερη)
      Πως τα φέρνει η ζωή καμία φορά αναρωτιέσαι… γύρισες το κεφάλι για να μη δει το μαθητούδι το δάκρυ σου όταν σου είπε για τον άφαντο πατέρα της, όσο ζούσες το δικό σου δράμα τότε. Με γυρισμένη την πλάτη την παρακάλεσες να μην τον ξεχάσει, ποτέ, ποτέ… κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο, μια δακρυσμένη φωνή ηλικιωμένης κυρίας σε ευχαριστεί θερμά για το καλό που έκανες στον εγγονό της, ένα παιδί στο λύκειο σήμερα μεγαλωμένο χωρίς γονείς, ίσως ο πατέρας σε σωφρονιστικό ίδρυμα και η μητέρα εξαφανισμένη… επισκέπτεσαι την αδερφή σου στο χώρο που εργάζεται και συναντάς κι άλλα τέτοια Πουλιά, κι αναρωτιέσαι, είσαι καταραμένος ή τυχερός τελικά; Ακούς τους γύρω σου ψιθυριστά να τα χαρακτηρίζουν “παιδιά ενός κατώτερου θεού”, κι είσαι έτοιμος να τους κατασπαράξεις, στο επόμενο δευτερόλεπτο μεταμορφώνεσαι σε εκρηκτικό μηχανισμό. Εδώ και χρόνια έχεις καταλήξει ότι πάσχεις από την Αλλεργία των Ενηλίκων, τρέχουν η μύτη σου και τα αυτιά σου επειδή λιώνει το μυαλό σου από τις ανοησίες των ενηλίκων που ακούς και ζεις καθημερινά. Ο παλιάτσος εαυτός σου γνωρίζει καλά, μόνο τα παιδιά είναι το αντίδοτο σου, άκουσε τον.
      (σκηνή τρίτη και αυλαία)
      Ξυπνάς απαλά το κοριτσάκι σου, φτάσατε στον προορισμό σας, η μικρή ανακαλύπτει το δώρο του Αϊ Βασίλη κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχε ζητήσει στο γράμμα της και εσύ κάνεις πως δεν την πιστεύεις. Δεν σ’ αφήνει να καταγράψεις άλλο, να χαθείς στο λαβύρινθο σου, θέλει να μοιραστεί το δώρο της μαζί σου, όσο σου κρατάει το χέρι και σου δείχνει το φως με αθόλωτο μάτι στα σκοτάδια σου.
      Κάπως έτσι σ’ ένα “Μακροβούτι” ξεκίνησαν όλα, κάπως έτσι στο δικό σου ξεδιπλώνεσαι και εσύ, να αγγίξεις τα Τάρταρα των σώψυχων σου.
      Σπύρος Τ.

      Διαγραφή