Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Με την φθαρμένη, παλιά, πορτοκαλιά πουκαμίσα



Λαχτάρησα Δεκέμβρη μήνα μια βόλτα στην θάλασσα , ένα μπάνιο μοναχικό με πολλά πολλά μακροβούτια . Να παίξω με τα κύματα, αδέρφια μου είναι και αυτά. Να τρέχω από την ακτή προς την θάλασσα και να πέφτω με ορμή στα παγωμένα κύματα. Να βουτώ και να βουλιάζω προς τον άγνωστο βυθό με λαχτάρα να τον φθάσω, να τον γνωρίσω και να τον κατακτήσω. Τον βυθό με τα κοραλάκια του, τις απότομες χαράδρες και τα ξέφωτα του. Τον βυθό με τις σειρήνες και τα σκυλοψαρά του, τον βυθό , τον βυθό μου. Να κολλήσουν κοχυλάκια και αμυβάδες στα μαλλιά μου. Γραμμούλες αλάτι στα μπράτσα μου. Να παίρνω βαθειές θαλασσινές αναπνοές και με τα βρεγμένα , κολλημένα στα μάγουλα μαλλιά μου ,να ξανατρέχω από την παραλία στην θάλασσα και ξανά και ξανά και ξανά. Να τρέχω με ορμή στα κύματα να μπω , αυτά να με παιδέψουν,να με τρομάξουν, αυτά να μ´αγκαλιάσουν.
Αχ αυτή η διαδρομή . Να είσαι στην ακτή και να τρέχεις προς την θάλασσα . Εσύ ένα με την θάλασσα, την αλμύρα, τον δυνατό αέρα, τα φύκια, την άμμο με τις λακκουβίτσες και τα λοφάκια της, τα βράχια με τα γλαυκά τους ρίκια. Κομμάτια σου είμαστε θάλασσα, γλάροι και κρινάκια σου. Ο καθένας με το δικό του όνομα και το δικό του σουλούπι , μα κομμάτια σου είμαστε όλοι, παιδιά σου.
Λαχτάρησα ένα θαλασσινό μπάνιο , στην καρδιά του χειμώνα. Και σαν κουραστώ να κολυμπώ , να βγω να περπατήσω στην αμμουδιά στην παγωμένη , υγρή αμμουδιά. Να φορέσω την παλιά μου φθαρμένη απο τ´αλάτι πορτοκαλιά πουκαμίσα και να αφεθώ με με παίρνει ο αέρας. Να περπατήσω δίπλα δίπλα στην θάλασσα χιλιόμετρα , τόσα και άλλα τόσα όσα τα χιλιόμετρα που διένυσα ,για να την συναντήσω. Και να μείνω εκεί να την αναπνέω , που με σεβάστηκε και την σεβάστηκα ,που την δέχθηκα και με δέχθηκε . Που με κράτησε στα υγρά της χέρια ευλαβικά και μου έδωσε την σημασία που άξιζα. Μάνα είναι η θάλασσα μην το ξεχνάτε. Με τις αντάρες και τις μπουνάτσες της. Με τα κύματα και τα πυροφάνια της.  Κυρίως με το βάθος της. Αχ θάλασσα μου πόσο σ´αγαπώ. Εσύ ποτέ δεν ξέχναγες  τ´όνομα μου , σαν ιερό και όσιο σιωπηλά μου το τραγουδούσες. Δεν ξέχναγες τους φόβους μου ακόμα και όταν θύμωνες και περίεργα με κοιτούσες,  και αγρίευες , δεν ξέχναγες ποιά είμαι. Γί´αυτό δεν σε  φοβήθηκα ποτέ , χειμώνα καλοκαίρι , ούτε εσένα ούτε τα χέρια σου που τώρα λαχταρώ.
Ξεκινά απο ένα τίποτα . Μοιάζει με αυτονόητο. Μπόλικο , παχύ απο λίπος πέτρινο, απο πολύ παλιά γνώριμο . Το απωθημένο. Κυβερνά στιγμές , κυβερνά ζωές . Μιλά την γλώσσα μας. Εμείς ανοίγουμε και κλείνουμε το στόμα και αυτό τρέχει σαν αίμα απο την πληγή που άνοιξε. Δεν γνωρίζει απο χάδια αυτό. Βρίζει και ουρλιάζει στο στρίψιμο της κάθε γωνίας. Κλείνει σπίτια, σφραγίζει παράθυρα, βρίσκει ηλίθια την μεγάλη αγαπημένη. Δεν φεύγει , αν εσύ που το κουβαλάς δεν το διώξεις , και τότε πάλι δύσκολα.
Λαχτάρησα ένα μπάνιο στη θάλασσα. Η θάλασσα ξέρει απο απωθημένα . Τα βρέχει , τα μαλακώνει τα παράπονα , τους δίνει σχήμα μικρό και γλυστερό , στην τσέπη σου να γλυστρίσουν και να ξεχαστούν. 'Ερχομαι θάλασσα μου. Να, ξεκινώ. Θα τρέχω λίγο παραπάνω γιατί σε λαχτάρησα πολύ. Θα με γνωρίσεις, το ξέρω. Φορώ την φθαρμένη μου παλιά πορτοκαλιά πουκαμίσα.



Ζωγαρφική Βαγγέλης Ρήνας http://www.vangelisrinas.com/GR/rinas_GR.html

9 σχόλια:

  1. Δεν ξέρω λόγια μεγάλα να πω. Δεν ξέρω αν είνα καν τα κατάλληλα, μα θέλω να σου Αννίτα μου , πως νιώθω σαν σε διαβάζω , πως με πιάνεις απο το χέρι και με φροντίδα μεγάλη με ξεκινάς μια βόλτα μυστική . Σήμερα θαλασσινή , χθες αλλοτινή. Δεν γίνεται αυτό , δεν συμβαίνει . Είναι τόσο σπάνιο , σαν τετράφυλλο τριφύλι..Πόσο μα πόσο σε ευχαριστώ
    ΚΜ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Βάλε μια χάντρα θαλασσιά, κορίτσι μου, σου χρειάζεται
    Μιχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μακάρι σε όλους ο πόνος να κένταγε με τόσο χρυσές βελονιές όσο χρυσές είναι οι λέξεις σου. Σήμερα απέμειναν να αγναντευω το πέλαγο απο το παράθυρο που μ´ανοιξες. Βλέπω τι έρχεται , βλέπω και χαίρομαι πολύ γιατί το αξίζεις πέρα για πέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Θυμήθηκα μια βόλτα που έκανα και εγώ κάποτε στη θάλασσα , όταν ήμουν μικρός , στην κεφαλλονιά. Είχαν χωρίσει οι γονείς μου τότε και πήγα και είπα στη θάλασσα τα παράπονα μου και γιατρεύτηκα.. Μεγάλα και ψηλά τα κύματα τότε θυμάμαι Αννίω, μα πέρασαν. Μου πέρασαν , έτσι τουλάχιστον νομίζω. Με βλέπω τώρα που ακόμα θυμάμαι αυτή την βόλτα και πιάνει ένα σφιξιμο. Με είχαν τόσο πολυ αδικήσει..Σε ευχαριστώ παρά πολυ για αυτήν την εικόνα που μου εστειλες ξανα Αννίτα μου

    Σταύρος X

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Πόσο τρυφερό και πόσο σκληρό μαζί ειδικά στην τελευταία παράγραφο , λέω πως καλύτερα δεν θα μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά το απωθημένο. Ειλικρινά σε ευχαριστόυμε πολύ για το πολυ καλο κείμενο , Αννίτα

    Βάλια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ξαφνικά τα αόρατα παίρνουν σχήμα και άρωμα σήμερα αλμύρα . Και τα ορατά μεγαλώνουν για να χωρέσουν τα τεράστια , τα άπειρα!!!
    ΜΝ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. έκανες μακροβούτι στην ψυχή μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Τοσο σκληρη ευαισθησια....... που παντα με παει καπου......... σαν να μπορεις Αννιτα μου να διαβασεις ενα κομματι της ψυχης μου.... πες μου? πως γινεται αυτο!!!!!!!!!! φιλια ποπη

    ΑπάντησηΔιαγραφή