Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Αντίο Γιάννη Μπανιά


Σήμερα έφυγε από κοντά μας ο Γιάννης Μπανιάς. Τελευταίος Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ εσωτερικού.
'Ενας από αυτούς που περπάτησαν τον δύσκολο δρόμο της ανανέωσης του κομμουνιστικού  κινήματος . Η ταύτιση της νιότης μας μαζί τους , μας δυνάμωσε.

Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι



Ξεκινήσατε μαζί.
Περπατήσατε μαζί. Πόσες μέρες δεν θυμάσαι. Είχατε συμφωνήσει να φθάσετε εκεί βαθειά στην μακρινή στιγμή. Ψάχνατε το κλειδί. Διαλέξατε μια διαδρομή στην τύχη, έτσι τουλάχιστον νομίσατε.Λαχάνιασες στα πρώτα μέτρα, αμάθητος όπως ήσουν. Έσφιξες τα δόντια για να πάτε παραπέρα. Από πάνω σας πετούσαν , εκείνα τα πολύ όμορφα κάτασπρα πουλιά, σαν αυτά που μέχρι τώρα δεν είχες ξαναδεί.
Στην πρώτη λίμνη , έβγαλε τα ρούχα του, στάθηκε γυμνός και βούτηξε στο νερό. Περίμενες να βγεί. Κάθησες καταγής , κοιτούσες καταγής, περισσότερο από ντροπή και ζήλια. Ζήλια που εκείνος κολυμπά, ενώ εσύ έπρεπε πάντα να κρατιέσαι, να προσαρμόζεσαι και τελικά να συνεργάζεσαι. Όταν βγήκε από το νερό ήταν ακόμα πιο όμορφος και δυνατός. Σου έδωσε στις φούχτες του να πιεις νερό , ξεδίψασες και συνεχίσατε. Χωρίς να καταλάβεις του είπες , βοήθα με.
Άρχισες να μιλάς σιγά σιγά σαν να ξεφλουδίζες ένα κρεμμύδι. Του μίλησες για τις σκουριασμένες πόρτες. Φοβήθηκες γρήγορα. Μήπως έγινες άπληστος βρήκες να σκεφτείς και μιλάς πολύ . Προχώρα μην με σκέφτεσαι , μίλα μου, σου είπε. Του είπες για τους ανθρώπους που σαν να είναι ιδανικά τους  κοίταγες και τους έντυνες με δύναμη που δεν είχαν. Του είπες για τα νεύματα και τα προσκλητήρια που έδιναν στην ζωή σου σκοπό και νόημα. Του μίλησες για τις μεγάλες αυταπάτες. Εκεί στις αυταπάτες ήταν για πρώτη φορά που κατάλαβες την ευθύνη σου. Να σταματήσεις  και να γυρίσεις σκέφτηκες. Έτσι κι αλλιώς που να βρεθεί το κλειδί. Αστεία  πράγματα. Θυμήθηκες την απόγνωση , που σε οδήγησε στην απόδραση. Ευτυχώς για σένα , αυτή την φορά είχε κρατήσει τόσο πολύ, που αναγκαστικά έφυγες  για τούτη την διαδρομή. Δρόμος άλλος δεν φαινόταν να υπάρχει. Έψαχνες το κλειδί που να σε οδηγεί στην ιδέα της σημασίας, αντί της καταγωγής.
Συνέχισες. Του είπες πως έζησες και κρατήθηκες από  πλεονάζουσες σημασίες που αρνήθηκες να τις ξεφλουδίσεις. Και έτσι έζησες μια ρηχή, χειραγωγημένη ζωή, χωρίς όραμα. Του είπες πως έφευγες μακριά από τον οποιονδήποτε αμφισβητία που κατά καιρούς στάθηκε μπροστά σου, για να μην σου θυμήσει όλα αυτά που σε καταβρόχθησαν και μπεις στον πειρασμό να εξεγερθείς, εσύ ο ένδοξης καταγωγής. Μιλούσες και όση ώρα μιλούσες, αυτός έγραφε στη μάντρα του τοίχου σου μια γραμμή λιγότερη. Έφθασες να του μιλήσεις για την παράξενη λήθη, αυτή που σε έκανε να ξεχνάς όλα αυτά , ενώ αυτά ήταν ακόμα εκεί.
Δεν σε κράτησε ούτε μια στιγμή από το χέρι. Τον αντιπάθησες γι΄αυτό λιγάκι.
Βράδιασε. Σε λίγο θα χωρίσουμε σου είπε. Πλησιάζεις τώρα. Τα τελευταία βήματα , θα τα περπατήσεις μοναχός σου.
Θυμάσαι να γυρίσεις πίσω , τον ρώτησες. Πως θα βρεις τον δρόμο σου. Δεν έχω εγώ αγωνία , σου απάντησε. Δεν ψάχνω να βρω τον δρόμο μου και ίσως γι΄αυτό τον βρίσκω.Δεν είμαι παιδί πολέμου εγώ. Έχω αναμνήσεις που δεν έγραψαν μέσα μου. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς παρελθόν. Δεν ξέρω πως και για ποιόν λόγο, αλλά δεν γράφει το παρελθόν στις σκέψεις μου τώρα. Δεν φέρνω βαρέως τα πράγματα. Έσβησα το παρελθόν και έτσι πια δεν μετανιώνω. Τέλείωσα με αυτά. Λέω ό,τι έγινε έγινε και προχωράω, Περπατάω και νομίζω ότι εκεί που πάω, πάω καλά.  Έτσι περίπου θα είναι όταν θα βρεις και εσύ το κλειδί.Αποχαιρετηστήκατε.
Ήταν ο ένας φίλος σου. Και μόνο που σε άκουσε , κατεδάφισε το οχυρό της μοναξιάς σου σε κομματάκια.
Ξεκίνησες βράδυ το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής για να βρεις και να πάρεις το κλειδί που ανοίγει τις σκουριασμένες πόρτες. Κράτησες τα τελευταία λόγια του , βαθειά μέσα σου. Βρες το κλειδί και γύρνα πίσω. Γιατί μονάχα αν φύγεις από το μεγάλο σπίτι , καταλαβαίνεις στα σοβαρά τι έχασες . Αν το έχασες ή αν σε έχασε. Εκεί είναι που το παίρνεις πάνω σου και λες, είμαι κάτι. Δεν είμαι απλά ένα κομματάκι μιας ισοπεδωτικής ομάδας, που  προσκυνά τους ισχυρούς δουλικά και εξοντώνει τους άξιους, θάβοντας τους στα νεκροταφεία της κάθε νέας γενιάς. Τότε είναι που θα αρχίσεις να ζεις μια ειλικρινή ζωή με ανακαλύψεις.
Ονειρεύτηκες πως μετά από χρόνια, θα τον ξανάβλεπες. Θα περπατούσατε ξανά μαζί στους ελεύθερους ορίζοντες , μιλώντας για τα όνειρα σας. Την στιγμή που σε συνάντησε , αυτή την φορά σε έσφιξε στην αγκαλιά του και σου είπε  ΄΄καλέ μου φίλε'', σε ξανασυναντώ. Δάκρυα κυλήσαν στα μάγουλα σου.

Φωτογραφία Sally Mann
http://en.wikipedia.org/wiki/Sally_Mann

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Η κουρελού



  Παρασκευή ήταν όταν έβγαλες τα έπιπλα στο πεζοδρόμιο. Ισόγειο ήταν το σπίτι , είχε και δίφυλλη πόρτα, δεν δυσκολεύτηκες πολύ. Μονάχος έκανες την δουλειά, δεν ήθελες άλλον στα πόδια σου. Τα έβαζες πάνω στην κουρελού και τα έσπρωχνες να βγούνε έξω. Εκεί τα άφηνες , το ένα κολλητό στο άλλο, σώμα με σώμα μέχρι τα τελευταία τους. Από εκεί , την άλλη μέρα το πρωί, θα τα παίρνανε. Το ίδιο μεσημέρι θα σου έφερναν τ΄άλλα. Καινούργια, μοντέρνα όπως τα ήθελε και τα είχε ανάγκη. Όταν σου ζήτησε αυτή την αλλάγή, τρόμαξες. Τα δικά σου έπιπλα αυτά ήταν. Μερικά ερχόντουσαν από πολύ παλιά.  Με λίγα και απλά λόγια σου έβαλε το δίλλημα. Με την ίδια γνώριμη φωνή που αγαπούσες και απομυζούσες χρόνια τώρα. Γιατί απομυζούσες και να το παραδεχθείς. Και αυτή , η ιερή εικόνα που ούρλιαζε  στη γέννα ,  σου ζητούσε τον πλάγιο τρόπο και όχι το μέσα σου .Έτσι το είχατε. Και αυτό δεν είναι άλλοθι.
Αυτό που σου ζήτησε ήταν δίλλημα. Στάθηκες εκεί μπροστά σαν παιδική πανωλεθρία και κοιτούσες το στόμα που ανοιγόκλεινε . Ρεύματα ένιωσες να έχει παντού , αέρα δυνατό. Μια βροχή από χρώματα σκοτεινά που καταλήγανε σε λάσπη . Και δέχθηκες. Ανάγκη για την εξέλιξη θα είναι σκέφθηκες. Αντανάκλαση της πιο σοφής ζωής. Θυμήθηκες την κουρελού. Αυτή δεν θα την έδινες. Την κάθε στιγμή τα τοπία του μυαλού σου , αλλάζανε αυθαίρετα την προοπτική, καθώς βλέπεις ο χρόνος υπακούει μόνο στην ψυχή και γράφει με  τον τρόπο που εκείνη ξέρει.
Πρώτα έβγαλες τις καρέκλες , μετά το καναπέ . Όταν ήρθε  η σειρά του τραπεζιού, ήρθε η λέξη και σε βρήκε. Άπρακτος μονολόγισες, θα μείνω άπρακτος. Σαν να μην υπάρχω. Αν προχωρήσω έτσι, θα βλέπω τον εαυτό μου μονάχα απ΄έξω. Όπως ακριβώς ήταν η ζωή σου μέχρι τώρα. Γεμάτη ψευδαισθήσεις και φαντασιώσεις. Έτσι χόρταινες. Έβγαλες και το τραπέζι. Σε έσπρωξε η ανασφάλεια. Έπρεπε να υπηρετήσεις την διαταγή, το τελεσίγραφο.
Όταν άδειασε το σπίτι, κάθησες στην κουρελού. Εδώ γεννήθηκα, το πρώτο που σκέφθηκες.  Άρχισες να ψάχνεις μέσα στο παρελθόν μια λεπτομέρια που να σε δικαιώνει. Γιατί ήθελες να κάνεις μια εξέγερση. Μα δεν ήξερες  αν την κάνεις, αν θα κρατούσεις το κεφάλι σου ακόμα πάνω στους ώμους σου. Και κοκκάλωνες.
Εκεί πάνω στην κουρελού θυμήθηκες πολλές λεπτομέρεις. Δεν σε δικαιώνανε, μα σου έδειχναν. Σου δείξανε αμέσως την πικρή σου συνήθεια ,  να προσαρμόζεσαι. Την μεγάλη σου φυλακή, που εκεί μέσα κλείδωνες τον εαυτό σου, όταν ήθελες να κρύψεις την εξυπνάδα  σου.Εκεί μπορούσες να προσποιείσαι και τελικά να μην διαφοροποιείσαι , κάτι που θα σου έδινε δύναμη και αξία. Γιατί αυτά και τα δύο τα απέφευγες.
Τυλίχτηκες πιο σφιχτά στην κουρελού. Το πρωί θα τα έφερνες μέσα το αποφάσισες. Ό,τι ήταν να γίνει , ας γινόταν. Κάποτε θα έπρεπε να αρχίσεις να μην προδίδεις. Δεν θα αφήσεις , τώρα που αρχίζεις να καταλαβαίνεις, την ιερή εικόνα που ποθείς να γλυστρίσει μέσα από τα χέρια σου. Δεν θέλεις πια να ζεις μια ζωή συγκεχυμένη και ακαθόριστη που ορίζεται από άλλους  με όρους και διλλήματα.
Θα την ξανασυναντήσεις το ξέρεις. Μα αυτή την φορά χωρίς την υπόμνηση της διαδοχής των ημερών . Σε έναν άλλο βυθό.  Όταν πια δεν θα φέρνει βαρέως την εποχή που δεν έκανες την αλλαγή. Γιατί θα ξέρει τότε πια δεν μπορεί , πως μονάχα έτσι μπορούσες να κλείσεις τους λογαριασμούς με το παρελθόν και να κάνεις το ενδιάμεσο συναρπαστικό. Και το ενδιάμεσο είναι η ζωή.
Σφίχτηκες πάνω στην κουρελού και αποκοιμήθηκες.


Φωτογραφία από την ταινία Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο
http://entertainment.in.gr/html/ent/256/ent.105256.asp?mod=cinema_sel_title&id=105256

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Καπνός


     Σούρουπο ήταν όταν ξέφυγε.
Δεν είχε βάρος και πετούσε. Μέρες ταξίδευε και περνούσε πάνω από τις φτωχογειτονιές και τα νεκροταφεία. Όταν κουραζόταν , έκοβε. Κρατιόταν τότε από τις γωνιές και ρουφούσε λίγο αέρα. Μπροστά και πίσω του τα κουτιά , με τις τραβηγμένες κουρτίνες και τις αναμμένες λάμπες. Τρύπωνε το βλέμμα του , μέσα από τα παράθυρα και έβλεπε.
     Μια σούπα που έβραζε στην κατσαρόλα, δυό παιδιά που διαβάζανε και άλλα κολλημένα στα πληκτρολόγια. Ένα ζευγάρι που χώριζε , την Κα Βούλα με την άνια της  ξεπλωμένη , ένα κοριτσάκι να παίζει πιάνο και άλλους πολλούς σκυφτούς να περπατούν , γυρίζοντας.          
     Θυμότανε τότε εκείνο το καθημερινό λαχάνιασμα που τον κρατούσε στην παλιά  ζωή ,   έπαιρνε κουράγιο και έφευγε ξανά , να συνεχίσει . Προορισμός του η μια και μοναδική κοινή πατρίδα. Δεν ήξερε που ακριβώς θα την βρει. Τραβούσε όμως, όσο περισσότερο μπορούσε μακριά απο κει που συμπτωματικά σχεδόν ,γλύτωσε. Τελικά το μόνο που τον βοήθησε ήταν το μικρό του σχήμα. Αυτό που έκανε τους άλλους να μην του πολυδίνουν σημασία και έτσι να σωθεί την μέρα που σηκώθηκε ο καπνός. Ένας καπνός χωρίς φωτιά. Μέσα σε λίγες στιγμές ξανεμίστηκαν όσα είχαν οι γείτονες , όσα έπιαναν , όσα μέσα στην παλάμη τους   με  ματαιοδοξία καρτούσαν. Όλα αυτά διαλυόντουσαν στον αέρα , σαν μαύρος καπνός . Επιδιώξεις, χρήματα, θέσεις, πόστα, επισφάλειες, όλα τά άμεσα, τα παθητικά  τα άπειρα μικρά κομματάκια των κατακερματισμένων γεγονότων, που κατά καιρούς είχαν προσπαθήσει να χορτάσουν την πείνα πολλών κατοίκων αυτής της γειτονιάς. Τώρα όλα αυτά έγιναν καπνός και τύφλωσαν τα μάτια. Φοβήθηκαν και τα χέρια και ούτε ένα γιατί δεν θυμήθηκαν να γράψουν. Ούτε αυτός ο εύστροφος ανθρωπάκος δεν γλύτωσε από τον καπνό. Άδειασε και μουτζουρώθηκε και αυτός.
     Λες και τ΄ αποφάσισε το πλυσταριό της Ιστορίας , να ξεπλύνει αυτή την ντροπή και να αφήσει τον καπνό να βγει να τα σκεπάσει  όλα. Και από την μια τα χόρτα της παιδικής τους αλάνας που ανέβαιναν από τα βάθη του μυαλού και κρύβανε την θέα και από την άλλη ο καπνός, χαθήκανε πολλοί γειτόνοι.
    Γλύτωσε τούτο δω. Το μικρό απόσπασμα, των εντόσθιων κινήτρων. Ακριβώς την τελευταία στιγμή γλύστρισε από το καπάκι του μυαλού , την ώρα που οι σκέψεις σαν έντομα αλλάζαν τις θέσεις των εναλλακτικών λύσεων και δραπέτευσε από την κλίμακα του σκοταδιού.
    Ταξίδεψε στην απλωσιά του χρόνου. Κρατούσε γερά στην μικροσκοπική παλάμη του τον μοναδικό εκείνο συνδιασμό για να μονιάσει ο λόγος και το συναίσθημα.
Ταξίδευε να βρει τις αναμνήσεις. Εκεί ήθελε να ριζώσει. Και αφού τις αγκαλιάσει και τις τακτοποίησει να ανοίξει νέο δρόμο γράφοντας με τα χέρια του το εδάφιο , στο οποίο ανήκει ως αναντικατάστατο απόσπασμα.
     Συνέχισε το ταξίδι του . Και συνεχίζει ακόμα. Φοράει ανυπόφορα ρούχα, έχει υποστεί λεηλασίες από τις επελάσεις των ηθοποιών , έχει γεμίσει και λίγα σπυριά , αλλά συνεχίζει. Και αν το δείτε, μιλήστε του .Έχει πολλά να πει και για την πτώση και για τον καπνό. 


O Harvey Keitel στην ταινιά smoke
http://en.wikipedia.org/wiki/Smoke_(film)

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Μαύρα λουστρίνια

   Σαν σήμερα θυμάσαι την μέρα που σου στείλανε τα παπούτσια. Η μάνα σου είχε βάλει την ζακέτα με το άσπρο γιακαδάκι , αυτή που φορoύσε στις παρελάσεις, για να παραλάβει το δέμα. Ιστορική στιγμή. Δεν σε είχε ειδοποιήσει. Ήσουν μικρός και δεν ήξερες.Ένα ζευγάρι μαύρα , ολοκαίνουργια λουστρίνια. Δέρμα φίνο, μαλακό , δένανε με  κορδόνια. Τρίζανε από την καινουργιάδα.  Όταν σου τα έδωσε , στάθηκες εκστατικός . Μια κοίταγες  τα παπούτσια και μια τον δρόμο που θα έβγαινες.
Πως θα περπατώ μάνα , εγώ ,  με τα παπούτσια αυτά , την ρώτησες. Πέρα από δυό ζευγάρια πάνινα που είχες , για τις γιορτές και το σχολειό , άλλα δεν είχες. Βάναυσα ζούσες , όμως  είχες και τις χαρές σου, κάτι σου έμενε. Κοιτούσες τα παπούτσια με απορία. Από την μια τα καμάρωνες , από την άλλη ξένα σου φαινόντουσαν. Γιατί μου τα έστειλαν  σκεφθόσουν, εγώ μια φορά δεν τους τα ζήτησα.  Είχες συνηθίσει χωρίς παπούτσια .  Στην αρχή οι πατούσες σου είχαν πληγιάσει , μετά ματώσανε και στο τέλος σκληρύνανε για να αντέξουν. Νύχτα μέρα ονειρευόσουν πως όταν έβγαζες με το καλό  λεφτά, θ' αγόραζες της μάνας σου πρώτα παπούτσια , μετά του μικρού σου αδερφού του Νικολί και στο τέλος θα αγόραζες και για σένα.Έτσι για την χαμένη  τιμή.
Για καλό σου , γιέ μου σου τα στείλανε, είπε η μάνα σου,  να σε προστατέψουν θέλουν , φόρα τα. Έτσι το πήρες και τα φόρεσες , για καλό. Ένα ξαφνικό καλό , χωρίς ανταλλάγματα. Τα φόρεσες και ψήλωσε το τακούνι σου. Και αμέσως αρχίσανε τα διλλήματα. Κάτι διλλήματα , πελώρια σαν κύματα. Εσύ ήσουν και αισθανόσουν φτωχός από την μία και από την άλλη κοίταγες τα μοκασίνια σου , να τρίζουν ολοκαίνουργια και ξεχνιώσουν.
Άρχισες να πηγαίνεις και στα καφενεία. Ασσόδυο , ντόρτια και έμπαινες. Σούσουρο αμέσως. Κοίτα βρε τον Γιωργή,  τι παπούτσια φορεί ,λέγανε όλοι. Καμάρωνες εσύ! Πιάσε μια ρακή φώναζες , και γράψτα στα βερεσέδια. 'Αρχισες να πηγαίνεις όλο και λιγότερο στα χωράφια, άφησες και το όνειρο σου να μπαρκάρεις. Δεν ήσουν εσύ τώρα για αυτά. Επιπλέον ερχόντουσαν και τα πακέτα , δεν ήταν για να λείπεις από την παραλαβή.
Καμιά φορά επιστρέφοντας στο πατρικό σου σπίτι από τις ολονύχτιες συζητήσεις για τα διλλήματα , το καλοκαίρι με το πορτοκαλί φεγγάρι ή τον χειμώνα με την μουτζουρωμένη από το καυσαέριο βροχή και με το κρύο, έκανες ότι κάνεις και σήμερα   κλεισμένος στα αδιέξοδα σου.  Μετέτρεπες τις συνηθισμένες αυτές διαδρομές σε διαδρομές προσωπικής δοκιμασίας, σε πορείες αινίγματος και επιθυμίας , με το ενδεχόμενο να σε οδηγήσουν κάποτε στο αληθινό σου σπίτι. Οι ασήμαντες λακούβες του νερού, άλλαζαν σχήμα και κλίμακα τότε. Γινόντουσαν χώροι τεράστιοι , λιμναίοι και κατοικήσιμοι. Ύψωνες μάντρες , εκεί που δεν υπήρχαν με καταράκτες αναρριχητικών που εντός τους φανταζόσουν μια αξιοπρεπή ζωή που σε αφορούσε. Μια ζωή απείρως πιο ενδιαφέρουσα από την πραγματική ζωή που ζούσες.
Μα το πρωί άρχιζες όλα αυτά να τα αποφεύγεις και επέστρεφες στον κλεφτοπόλεμο. Εσύ πια εξαπατούσες και την μάνα σου την ίδια, αφού και αυτή φρόνιμα όταν έπρεπε δεν σου μίλησε. Μονάχα σε κράτησε μικρό και κολλημένο στη φούστα  της. Έκοψες  και τα συναισθήματα , να μην σε ενοχλούν. Επιβίωνες. Εσωτερίκευσες μηδενικά. Έγινες εγωιστής. Όταν η μάνα σου ήθελε να σε ηρεμήσει , σου έκανε τα χατήρια και τα κατάφερνε , σε τουμπάριζε. Ίσως και να σου θύμιζαν τα παπούτσια , τον πατέρα σου που δεν γνώρισες ποτέ.
Τώρα στέκεις αδύναμος να κοιτάς το αδιέξοδο. Ένα λεπτό πριν ήσουν ευτελής ακόμα. Άπραγος έμεινες τόσα χρόνια και ξέχασες να πιστεύεις στον εαυτό σου.  Η ευκολία σε κράτησε παιδί.
Σήκω αδερφέ μου και πολέμα. Να πετάξουμε τα παπούτσια , μας θυμίζουν το χθες.Αδιέξοδος και διέξοδος εμείς οι ίδιοι. Με γυμνά πέλματα , να κάνουμε τα πρώτα βήματα. Γεμάτοι ερωτήσεις όμως και όχι απαντήσεις , γιατί ήρθε η ώρα να μάθουμε πιά.

Φωτογραφία Milton Rogovin
http://www.miltonrogovin.com/biography.html

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ

Το σώμα μας δεν ψεύδεται ποτέ . Μας μιλά με την γλώσσα του , μας ψιθυρίζει. Τις περισσότερες φορές παραμένουμε σιωπηλοί και τυφλοί μπροστά του, δεμένοι  στα εσωτερικά μας δεσμά. Η σιωπή αυτή μας συνοδεύει από την μικρή μας ηλικία. Και παραμένουμε δεμένοι στις άμυνες εναντίον των αισθημάτων μας.  Το σώμα μας όμως γνωρίζει, όλη την αλήθεια μας και συνεχίζει ακούραστα να μας μιλά. Είμαστε πρόθυμοι να μην το ακούμε. Την  προθυμία μας αυτή πολλές φορές  την ονομάζουμε λογική. Εκείνο την ονομάζει τιμωρία. Έτσι αν δεν το αφουγκραστούμε  χτίζουμε πάνω στην προδοσία του εαυτού μας. Όταν διαισθανθούμε το ψέμα, η κρυφή αυτή μεταμφίεση θα μας αφήσει επιτέλους. Και εμείς δεν θα έχουμε ανάγκη καμία μεταμφίεση. Το σώμα και το πνεύμα μας θα μονιάσουν και επιτέλους θα αναπνεύσουν.

ΥΓ : να με συγχωρέσετε για την αλλάγή ύφους. Το είχα ανάγκη

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Γεωγραφία μιας μέρας



Πρωί.
     Την ίδια πάντα ώρα. Η καινούργια μέρα μοιάζει με φωτογραφικό χαρτί στο υγρό της εμφάνισης. Τα σχήματα της μαύρα και ανεξιχνίαστα, σε περιέχουν και τα περιέχεις και εσύ. Οι ίδιες πάνω κάτω κινήσεις. Και το κορμί κυπαρισσάκι σωστό. Η γνώριμη γεύση του καφέ. Το τραπέζι, τα πρωινά ψίχουλα , η καρέκλα με το ολόιδιο βάρος.Η μυρωδιά του σαπουνιού στα χέρια και στα μάγουλα. Σου αρέσει πάντα να έχεις δυό λουλουδάκια , στο μικρό, μπλέ βαζάκι της κουζίνας. Ένα βιαστικό φιλί και τα ίδια πέντε σκαλοπάτια, ένα κεφαλόσκαλο και άλλα δύο μετά. Έφυγες. Στις οδικές αρτηρίες τα μέταλλα λάμπουν θριαμβεύοντας.Ακίνητη η επιφάνεια των υδάτων που σε περιβάλλει, αντανακλά μεγάλα κίτρινα τραύματα από θυμάρι και θειάφι. Ακόμα δεν τα έχεις συνταιριάξει.
Μεσημέρι.
     Ανελέητο φως και σκιές. Έχουν ήδη περάσει από μπροστά σου πολλά παραμικρά και ανεκδιήγητα , απ' αυτά που μεγαλώνουν μέσα στην απερίγραπτη σιωπή. Μιλάς, πίνεις καφέ , τραβάς γραμμές , κόβεις χαρτόνια. Τα μικρά σου αντικείμενα. Βιβλία και χαρτιά σωρό. Στα δεξιά σου το μικρό στρογγυλό ρολόι. Σκύβεις και προσπαθείς. Αυτό το έμαθες από μικρό παιδί. Αγωνίζεσαι. Να συνταιριάξεις θέλεις το  συναίσθημα και τη πραγματικότητα. Να μην χάσκουν έτσι έρημα. Αυτό ποτέ δεν το έκανες. Ούτε να ζητήσεις ήξερες. Τόσα σου δίνω. Μα δώσε μου και εσύ. Άγνωστα για σένα όλα αυτά. Με αδιόρατες σκιές γλυστράς πάνω σε υγρά και στερεά που σε τραβούν μακριά από γραφεία , εφημερίδες και εργοστάσια. Εσύ  μόνος επιβάτης καραβιού, ταξιδεύεις και οι ράχες των νησιών απομακρύνονται τρίζοντας. Σε συνεφέρνει η Πέννυ από το διπλανό γραφείο. Ήρθε το δικόγραφο. Μιλάς στο τηλέφωνο. Στα ράφια έπιασε σκόνη. Στο μικρό  κουζινάκι , έχεις κουλούρια από τον καλό φούρνο. Λίγη δουλειά , να βγάλεις ακόμα και θα φύγεις.Σε πήρε και ο Κώστας , αν είχες χρόνο να πάτε σε εκείνη την ταινία , θα την έχουν μέχρι την Πέμπτη. Λίγο ακόμα θέλεις. Δεν τα έχεις ταιριάξει και έμεινε ξεσκούφωτο το μέσα σου . Φεύγεις. Οι ίδιες κινήσεις πάλυ. Εσύ ο τελευταίος της Ευρώπης. Φεύγοντας πετάς και τα σκουπίδια. Νιώθεις σαν αρχαίος γεωγράφος που ταξιδεύεις ιδίοις εξόδοις στους σκοτεινούς ποταμούς του καιρού.
Βράδυ.
     Τα γεγονότα της μέρας, ήχος θαμπός από γυαλιά που σπάζουνε, μακριά σ΄'ενα πηγάδι με μπαμπάκι. Το κορμί λυγάει. Διαβάζεις, γράφεις, μιλάς στα παιδιά. Ακούς την ερημιά του κόσμου. Και εκεί ακριβώς βλέπεις αναπάντεχο φως. Στο δικό σου το βήμα. Στη πρόταση που σκέφθηκες να προτείνεις στους πελάτες, στον ελιγμό, στην λέξη, στο μάθημα που ονειρεύτηκες να παραδώσεις, στο τραγούδι που θα βάλεις στην εκπομπή, στην πινελιά, στην επαφή, στο κείμενο που θα παραδώσεις στην εφημερίδα, στο χαμόγελο που επιτέλους θα χαρίσεις του κυρ Μανώλη του θυρωρού, που το έχει τόση ανάγκη και το ξέρεις και στο καινούργιο εταζεράκι που θα βάλεις στο λουτρό. Σε όλα αυτά , τα μικρά, τα λίγα, τα καθημερινά , σε όλα αυτά τα κοινά πράγματα. Στον κανονικό ρυθμό , μετά από μια μεγάλη δοκιμασία.  Εκεί υπάρχει αυτή. Κάθεται αμίλητη, φορώντας ρούχα απλά , ταπεινά με λίγα χρώματα και περιμένει να την πιστέψεις. Η στιγμή που την βλέπεις  να σε κοιτάζει κατάματα με τα μενεξελιά της μάτια, είναι η στιγμή που τα συνταιριάζεις όλα. Είναι κάτι που σχεδόν σου  διαφεύγει , γιατί έμαθες την ευτυχία να την ψάχνεις μακριά , στα μεγάλα ύψη και ψάχνοντας την ν' αλλάζουν όλα εντός σου  και να μένεις ξεσκούφωτος. Ένας αρχαίος χαρτογράφος που ταξιδεύει ιδίοις εξόδοις ως την τελική του έξοδο. Λες και για κάποιον άλλο προορίζεσαι.
     Από την άλλη σκέφτομαι για να υπάρχει τόση ταραχή, δεν μπορεί το ταξίδι συνεχίζεται.


Φωτογραφία από την παράσταση της ομάδας σύγχρονου χωρού medDeT
http://camerastyloonline.wordpress.com/2012/03/01/meddet-ki-omos-kineitai-apo-1-3-2012-sto-kakogiannis/

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Σςςςςςς ! Μεταξύ μας



Η πλειοψηφία εξακολουθεί να αγνοεί πως και ο άνθρωπος μπορεί να γίνει εμπόρευμα. Τα όρια της Ελευθερίας αεναώς διαστέλλονται. Και η φρίκη είναι φασισμός. Η πρωτόγονη εργασία μοιάζει τεχνικώς με την πρωτόγνωρη κλοπή.
Ηλίας Πετρόπουλος ( Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη)

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Σαν σήμερα



Σαν σήμερα γεννήθηκε ο λυρικός του δρόμου Jack Kerouac το 1922. Ο μοναχικός ταξιδιώτης που  μας χάρισε πολλά μπλουζ.

'' όλοι οι άνθρωποι έμοιαζαν με χρεωκοπημένους κομπάρσους του σινεμά , με μαρμάρινες στάρλετ , ραλίστες στις μίνι κούρσες, ωραίοι παρακμιακοί καζανόβες , ξανθούλες των μοτέλ με πρισμένα μάτια, χρηματιστές, μαστροποί, πουτάνες, μασέρ, λακέδες , ένα τσούρμο αποτυχημένοι και πως μπορεί ένας άνθρωπος να κερδίσει το ψωμί του με μια τέτοια συμμορία ;''
Απο το on the road

Aπλά καθημερινά πράγματα


Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Νίκη



Έφυγε πριν ξυπνήσεις.
Με τα μάτια ακόμα κλειστά  έψαξες στο πλάι σου και δεν τον  βρήκες. Το αποτύπωμα του , είχε μείνει  στο μαξιλάρι και στα σεντόνια σερνόταν ακόμα η οσμή του.
Είχε περάσει πια η ώρα και σηκώθηκες. Να μην σε βρει το μεσημέρ εκεί ακόμα. Κάθησες στο μεγάλο χωλ ακριβώς έξω από την πόρτα της τραπεζαρίας. Εκεί καθισμένη χρόνια πλάι σ' αυτή την πόρτα, είχες δει να φεύγει και να χάνεται η μισή ζωή σου. Ήπιες τον γνώριμο καφέ σου . Πέρασε ένα αεράκι από τ' ανοιχτό παράθυρο . Δροσιά και θυμάρι της άνοιξης. Το απόγευμα είχαν πει θα έφερνε βροχές. Αργία μέρα και βροχές , εκρηκτικός συνδιασμός. Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν βγει ήδη στο δρόμο και έπαιζαν. Είχαν αυτές τις χαρές τα αδιέξοδα. Τιτιβίσματα πουλιών οι φωνούλες τους. Σε περίμεναν . Άγνωστο ποιοί. Μα ακριβώς πίσω από αυτή την πόρτα σε περίμεναν. Ξέρουν οι άνθρωποι άμα τους περιμένουν. Το ξέρουν και χαίρονται, γιατί αυτό είναι κάτι. Τα παιδιά το πρωί παίζουν κυνηγητό , το μεσημέρι μπαίνουν στα σπίτια τους να κοιμηθούν , απομεινάρι της παιδικής υπακοής  και το απόγευμα μήλα και κρυφτό. Το πρόγραμμα της μαγικής τους σκέψης. Αυτά δεν ξέρουν από άλλες πλάνες.
Άλλαξες το νερό στα λουλούδια . Ήταν από προχθές και μύριζε πια. Έκοψες τις φουντίτσες από τα κλαδάκια του βασιλικού. Περσινός βασιλικός και  τόλμαγε να φουντώσει και φέτος.
Ντύθηκες στο γνώριμο σου ύφος. Ψηλό πουλοβεράκι με V στο λαιμό και μακριά , φαρδιά φούστα. Έμπαινε ένας ήλιος φλογερός από το παράθυρο. Άνοιξες το παράθυρο και στάθηκες απέναντι του. Σου κρύφτηκε για λίγο, του κρύφτηκες και εσύ.
Έφυγε και δεν σου είπε αν θα ξανάρθει. Ποτέ δεν σ΄ άφησε να ξέρεις πότε  θα είναι η ώρα να ξανάρθει. Έτσι και αλλοιώς το ήξερε  πως χωρά  παντού , έτσι όπως γλυστρά  από τις χαραμάδες. Ούτε για αυτόν  εσύ  τι είσαι , σ΄ άφησε  ποτέ  να μάθεις. Αυτό δεν τον δυσκόλεψε καθόλου. Έτσι όπως και εσύ γλυστράς από τις δικές σου χαραμάδες , και ούτε εύκολα να σε δεις μπορείς , ούτε να σε εκτιμήσεις.
Έστρωσες με τα χέρια τα μαλλιά σου. Σου αντιστάθηκαν οι σκέψεις. Ρίγος άρχισε να διαπερνά το σπίτι, για πράξεις που απέφυγες και για τις άλλες που μετάνιωσες. Για σκέψεις που αρκέστηκαν στα δάκρυα . Για μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μέσα στην συντομία των ημερών. Δόξα τον Θεό , δεν κατάλαβες ποτέ αρκετά τον κόσμο και έχεις  πολλά ακόμα να ανακαλύψεις.
Τα παιδιά στο δρόμο παίζανε ακόμα.Θυμήθηκες το πραγματικό του μέγεθος. Όπως όταν είμαστε μικροί και ζούσαμε την αιωνιότητα, μέσα σε ένα πρωινό.
Αφέθηκες μέσα στην γνώριμη σιωπή του μοναχικού σου σπιτιού. Κοίταξες τα βιβλιά, τις γλάστρες , το γιασεμί σου. Άνοιξες το ψυγείο και μύρισες την μισοάδεια του μυρωδιά. Περπάτησες , να ακούσεις τις ξύλινες τάβλες να δέχονται τις γυμνές σου πατούσες .
Μόλις λίγο πιο πριν είχες καταλάβει πως όλα αυτά είναι μέσα στο ταξίδι. Τα τωρινά, τα προηγούμενα και τα επόμενα. Για όλους. Και πως δεν είναι ανάγκη να χάνεις τις μέρες σου αναζητώντας την ζωή.
Πήρες το πανοφώρι σου και το καπέλο σου , άνοιξες την πόρτα. Να βγεις από το σπίτι και να διακόψεις την κατοχή του από το παρελθόν. Δεν ήξερες αν μέσα έκλεισες τον άνθρωπο με την μεγάλη είδηση. Τον άνθρωπο που συναντάς καμιά φορά στα όνειρα σου. Αλλά ήξερες  πως οι στάλες της απογευματινής βροχής , όσο και αν σταθούν δυσανάγνωστες στα τζάμια, σαν το δίκιο μας, για σένα πια δεν θα είναι μια θολή ανάμνηση , που όπως όλες οι άλλες θολές αναμνήσεις, είναι εκεί για να σε πληγώνουν. Μονάχα θα μπορείς να σταθείς και να τις κοιτάξεις κατάματα. Και όπως στην ταπείνωση , όταν περνά μπροστά στα μάτια μας μαζί με την ζωή , υπάρχει κάτι ωραίο, έτσι και σ' αυτές τις σταγόνες της σημερινής βροχής υπάρχει κάτι ιερό. Και ας μην τις  καταλάβατε. Θα τις κλείσεις  με ευλάβεια μέσα σου , για να καταφέρεις να ελπίσεις στο αύριο. Και την στιγμή που θα έρθει να μπορείς να τον  προυπαντήσεις και τρέχοντας να του ανοίξεις . Ω εσύ   μεγάλη ιδέα!
Γιατί είσαι σίγουρη πια πως τις πιο ωραίες ιστορίες , δεν θα τις διηγηθεί ποτέ κανείς. Μα όσο ο αέρας μυρίζει απαλά , θα είναι σαν να έχουν συγχωρεθεί όλα . Και θα αγκαλιάζετε  με νοσταλγία τις στιγμές που ζητήσατε την νίκη. Και η νίκη δεν μπορεί παρά να έρθει. Και αν όχι αυτή η ίδια ,  τουλάχιστον πολλή πολλή  μουσική.

 Ζωγραφική koloman Moser
http://en.wikipedia.org/wiki/Koloman_Moser

Μου λένε πως ο κόσμος είναι ανήμερο θεριό..


Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Βολτίτσες



Ξέρω σε μια γειτονιά δυο ανθρώπους ξεχωριστούς.
Ζούν ολομόναχοι και έξω από την κοινωνία. Δεν κάνουν κάτι ιδιαίτερο , κανείς δεν τους υπολήπτεται και όμως λάμπουν.
Ο ένας είναι πολύ ουσιαστικός για να τον καταλάβουν. Πολύ γκρεμισμένος για να τον κάνουν παρέα. Κάποτε ήταν ωραίος τυπάκος και ήταν μέσα στην κοινωνία. Σαν όλους τους άλλους είχε φίλους, οικογένεια, σπίτι, κοστούμι καθαρό και λεφτά. Ζούσε ανάμεσα σε όλους και όλοι τον θέλανε. Μα δεν έλαμπε. Συνεχώς κάτι νοσταλγούσε , χωρίς να ξέρει τι.Δεν έλαμπε γιατί είχε ήδη δει την εικόνα του άλλου.Ο άλλος , ο αληθινός του εαυτός ,ζούσε σαν αλήτης σε μια παράγκα και τον περίμενε.Μια μέρα λοιπόν το πήρε απόφαση. Παράτησε σπίτι και δουλειά και πήγε να γίνει ένα με την εικόνα που είχε για τον εαυτό του , και έτσι ζει από τότε.
Η αλήθεια είναι πως κανένας στην πόλη δεν τον ανέχεται για πολύ , μα αυτό δεν τον πειράζει. Έχει βρει τον δικό του τρόπο . Βγαίνει βολτίτσες, κάνει αυτό που αγαπά και λάμπει.
Ο άλλος που γνωρίζω , ένα ήταν με την εικόνα του εαυτού του, πάντα. Αυτός δεν χρειάστηκε να βγει από την κοινωνία , γιατί από παιδί έξω ήταν . Σε μια παράγκα ζούσε ολομόναχος και πάντα λυπημένος χωρίς να ξέρει το γιατί. Κάτι νοσταλγούσε χωρίς να ξέρει τι. Είχε και ένα παλιό ποδήλατο, σαραβαλάκι μα έκανε την δουλειά του . Όποτε δεν άντεχε το καβαλούσε και έφευγε. Πίσω του πάντα πήγαινε και ένα σκυλί. Χρόνια το γνώριζε. Εκείνο το σκυλί μια μέρα τον πήρε από πίσω και από τότε δεν τον ξανά άφησε ποτέ.
Μια μέρα μπήκε στην ζωή του η Αφροδίτη. Μια πολύ όμορφη και γλυκιά Αφροδίτη. Το ευτύχημα με την συγκεκριμένη Αφροδίτη ήταν πως ήξερε και γνώριζε την μόνη κοινή πατρίδα των ανθρώπων που άλλη δεν είναι από τις αναμνήσεις. Γι' αυτό μιλούσε και σκεφτόταν ελεύθερα και έτσι ήξερε να υπολήπτεται την αυθεντικότητα .   Από την μέρα εκείνη άλλαξε με μιας. Μεγάλωσε την παράγκα του για να χωρούν και οι δύο. Έφτιαξε και μια άλλη για τον σκύλο πίσω από την δική τους.Κάθε μέρα ανεβαίνουν στο ποδήλατο και κόβουν βολτίτσες και διαδρομές.  Κάνουν ό,τι αγαπούν και λάμπουν. Δεν ξέρουν ακριβώς πόσο αυτό θα κρατήσει και αν είναι για πάντα, μα τους αρκεί που έπαψαν να νοσταλγούν.
Δεν ξέρω τελικά ποιός είναι η εικόνα του αλλουνού . Τους βλέπω και του τρεις πάντα μαζί. Τον Κωνσταντή,  την Αφροδίτη και το σκυλί τους. Ούτε και εγώ ξέρω τι ζητάω ακριβώς όταν γράφω για αυτούς. Μπορεί να είναι αυτοί, οι δύο άνθρωποι που ξέρω. Ζουν πάντα στην παράγκα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Με θυμούνται πάντα και περιμένουν.Περνώ και τους βλέπω τακτικά. Τους κτυπώ την πόρτα , μου ανοίγουν καθόμαστε και τα λέμε. Λάμπουν εκεί μπροστά μου. Που και που πάω και εγώ μαζί τους καμιά βολτίτσα.. Και περιμένω.

Στην φωτογραφία ο Bill Murray και η Scarlett Johansson στην ταινία Lost in translation της Sophia Coppola

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Επέτειος μνήμης


Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Pier  Paolo Pasolini ( 1922-1975)  Ο παρατηρητής του ''κουρελοπρολεταριάτου'' των συνοικσμών της Ρώμης και συγγραφέας των '' παιδιών της ζωής'', πολλά θα είχε σήμερα να μας πει και να μας δείξει με την τρυφερή του ματιά.




Η νύχτα είναι δύο



Η νύχτα που γνωρίζω είναι δύο.
Η μία είναι του σπιτιού, κρατά τα προσχήματα και έχει καλούς τρόπους. Η δεύτερη δεν είναι του σπιτιού, ζει όμως μόνιμα μέσα στην άλλη και αυτός είναι ο βασικός λόγος που η πρώτη αρρωσταίνει , ξεχνά την ηρεμία της και μιλά με τις νευρώσεις της.
Η νύχτα η πρώτη , η κατοικίδια δεν είναι ποτέ αυτό που θα ήθελε να είναι. Είναι αγχώδης, απαιτητική, κάνει συνεχώς τηλεφωνήματα και ζει στην απομόνωση. Υποδείεται ρόλους, είναι γεμάτη φόβους και λέει ψέματα κυρίως στον εαυτό της. Ανοίγει και ρουφάει το γαλάζιο φως, γιατί δεν είναι αυτόφωτη. Χρησιμοποιεί ρηχούς συμβολισμούς και τελειώνει τις φράσεις της με αποσιωπητικά . Είναι καθωσπρέπει.  Μπάζει στο σπίτι την δυστυχία όλου του κόσμου, συρράξεις, τροχαία, ανθρώπους που εργάζονται για το κακό, πόλεις νεκρές, αίμα, σκηνικά φανταχτερά. Όταν βαρεθεί πατάει το κουμπί και κάνει ησυχία, έτσι ώστε να ακούει πιο καθαρά το ξετύλιγμα των  άχρηστων  υπερβολικών περιτυλιγμάτων και τον θόρυβο των φτωχών υπάρξεων που τσακίζονται. Της αρέσει να κοιτά στα παράθυρα της απέναντι πολυκατοικίας, κορμιά που δοκιμάζονται πέφτοντας το ένα πάνω στο άλλο, χωρίς να βρουν ποτέ  επαλήθευση. Όταν και αυτό το βαρεθεί , κοιτάει την διπλανή κλινική , να δει εκείνους που την βλέπουν.
Κάνει κάτι ακόμα πιο αντιπαθητικό. Πάει και κλειδώνει δυό φορές την κλειδαριά , πράγμα τελείως υποκριτικό, αφού πολύ καλά γνωρίζει πως ο φόβος είναι ήδη μέσα. Κοιμάται σχεδόν πάντα αφού κάνει μια μεγάλη κρίση υστερίας . Καμιά φορά παίρνει και το χάπι της  λίγο πριν. Φεύγοντας δίνει  χώρο στην άλλη.
Αυτή δεν έχει λεπτότητες . Έχει δάση, αγρίμια και σπηλιές . Αυτή ακροπατώντας σε κατοικεί ολόκληρο . Είναι πρωτόγονη και κρεμάει δεξιά και αριστερά τα σφαχτά της μαζί  με τις μαγείες και τα παραμύθια της. Έρχεται με τα σκοτεινά της πλάσματα και τον ερωτισμό των πλυσταριών της. Καμιά φορά είναι απελπισμένη γιατί ενώ γνωρίζει το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλει να την ζήσει. Αυτή που με δύο λέξεις και δυό αναπνοές μπορεί να σου κολλήσει την ψυχή στο τοίχο.
Μαζί μ' αυτή την νύχτα μπορεί να βρεις τρόπο να περάσεις απέναντι. Να βρεθείς εκεί στα φώτα, στο μεγάλο σπίτι  που γιορτάζουν , εκείνες οι σκιές που μοιάζουν με ανθρώπους παλιούς , φιγούρες μιας άλλης εποχής,  που χαίρονται την πιο βαθειά ζωή , τσουγκρίζοντας τα ποτηράκια τους με τα ζεστά ποτά του πιο λυπητερού χειμώνα.
Μ' αυτή την αληθινή νύχτα , ίσως μπορέσεις να περάσεις απέναντι . Εκεί που θα συναντήσεις τις διαδρομές που ο καθένας μας κάνει ψάχνοντας τις εξοχές του νού του. Αυτές που μας οδηγούν όλο και πιο κοντά στον αληθινό μας εαυτό . Φθάνοντας πολύ συχνά μέχρι την άκρη του γκρεμού του. Αυτές οι διαδρομές θα πρέπει να είναι , καθώς φαίνεται το μόνο αληθινό μας σπίτι.


Ζωγραφική Θεόφιλος Κατσιπάνοςhttp://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:cNkXZ4axN1YJ:www.katsipanos.gr/+κατσιπάνος&cd=1&hl=el&ct=clnk&client=safari



Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Καθρέφτες




   Τον συνάντησα προχθές στην πλατεία Αβησσινίας ν' αγοράζει καθρεφτάκια από τα παλιατζίδικα.
Τα έπαιρνε στα χέρια του , τα κοίταζε προσεχτικά, τα ψηλαφούσε με τα δάχτυλα του απ΄άκρη σ΄άκρη  ψάχνοντας την ατέλεια . Τους ψιθύριζε και μετά αποφάσιζε. Ήξερε καλά από καθρέφτες .
Νοίκιαζε ένα δωμάτιο σ' ένα διαμέρισμα στην Πατησίων. Εκεί μάζευε τα καθρεφτάκια. Τα κολλούσε το ένα δίπλα στ' άλλο και έντυνε τους τοίχους. Δεν ήθελε κενά. Από μικρός τα φοβότανε. Όποιο δεν ταίριαζε, το άφηνε για αργότερα , μέχρι να βρει άλλο καθρεφτάκι σε περισσότερο κατάλληλο σχήμα και μέγεθος. Ένα κομμάτι που δεν θα ξεχώριζε. Το αναμενόμενο. Διψασμένος έψαχνε καθρεφτάκια. Ολόκληρη η ζωή του σ' αυτά αφιερωμένη και ξεμοναχιασμένη.
 Στην μέση του δωματίου είχε βάλει το κρεβάτι του. Καθόλου εργονομική λύση του είχαν πει. Το καταλάβαινε , μα δεν τον πείραζε. Όταν θα έντυνε όλους τους τοίχους , είτε όρθιος είτε ξαπλωτός θα έβλεπε τον εαυτό του από παντού. Κανείς και τίποτα δεν θα τον εμπόδιζε, επιτέλους. Με πείσμα θα έβρισκε όλα τα κομμάτια, όσο χρόνο και να ήθελε.
   Από μικρό τον μάγευαν οι καθρέφτες. Από τότε που για πρώτη φορά θυμάται να σκέφθηκε, να θέλησε και ν' αγάπησε. Θυμάται πως με την ουρά στα σκέλια πήγε και έκλαψε μπροστά στο καθρέφτη που κρεμόταν πάνω από τον κομό της μάνας του.  Τρίπτυχος ήταν εκείνος ο καθρέφτης , με πορτάκια. Άνοιξε τα πορτάκια και έκλαψε. Επί τρια έβλεπε τα δακρυα του. Ήταν δεν ήταν τεσσάρων , πέντε χρονών τότε. Και ντράπηκε για πρώτη φορά. Ακριβώς όπως του παράγγειλαν. Μετά πια δεν ξαναντράπηκε. Δεν χρειάστηκε. Ούτε μετά που περνούσε λαικά διακστήρια , στο σπίτι της θειάς του, ντράπηκε . Άκουγε τις πομπές του πατέρα του και έφευγε. Είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τους καθρέφτες του. Δίκια του ζητούσαν να βρει και να μοιράσει. Αυτός ο αποστερημένος. Πάνω από τις δυνάμεις του ήταν και που καθότανε στην καρέκλα και τους έβλεπε και τους άκουγε και αυτοί τον θέλανε και ενεργό. Πότε θα έρθει η ώρα να φύγει σκεφτότανε , να τρέξει, να κρυφτεί. Στο καταφύγιο. Άλλαζε και η φωνή της μάνας του , σαν ζητούσε απαντήσεις , γινότανε τσιριχτή. Απο τότε δεν χώνευε τις τσιριχτές φωνές. Να τον καταπιούν ζητούσαν και το καταλάβαινε. Αυτός ο ανυπεράσπιστος.
   Ακόμα και προχθέςε που τον είδα έλαμπε. Μεγαλειώδης.Μιλούσε και γέλαγε με τους πωλητές. Χαρισματικός ομιλητής. Χειρονομίες, γέλια , στιχάκια της στιγμής. Του μίλησα και χάρηκε. Μια ευκαιρία για την εξόριστη στιγμή του. Μου μίλησε για τους καθρέφτες του.
- Πόσοι σου λείπουν ;
-Θέλω ακόμα καμιά τρακοσαριά, είναι μεγάλο το δωμάτιο , εξαρτάται από το μέγεθος και το σχήμα. Δεν είναι εύκολο να βρεις αυτό που ζητάς.
Μιλούσε και όσο μιλούσε καταλάβαινα πως για καθρέφτη με κοιτά. Σε καθρέφτη απαντά.
Οι ήλιοι στους καθρέφτες δεν χωρούν . Δεν το καταλαβαίνεις ; Πνίγονται , σβήνουν. Κατεβάζουν τις αχτίδες τους και φυλακίζονται. Πάρε δύναμη και σπάστους. Την μελαγχολιά σου ονομάζεις εφήμερο και νομίζεις πως προχωράς. Ακίνητος. Φωνή δεν βγαίνει, δεν ακούγεται. Την φυλακή σου χτίζεις, συνεχίζω.
Θέλει να κρατήσει την στιγμή. Με πιάνει απότομα , σκληρά με πλησιάζει στο στόμα του, να τον ακούω.Είμαι αποκηρυγμένος εγώ. Τα κομμάτια μου τα κλώτσησα μακριά για να τα κρύψω . Πόνο μοιράζω.
Με αφήνει, παίρνει τα καθρεφτάκαι του να φύγει του λείπουν καμιά τρακοσαριά και φούλαρε. Πονάει ακόμα το κεφάλι μου από το τράνταγμα.
Τα λέμε μου λέει , πάρε κανένα τηλέφωνο να πάμε για κανένα καφέ.
Δραπέτευσε. Δες το κίνητρο που έχεις και δραπέτευσε, αυτό βρίσκω να του πω.
Φεύγω πρώτη.


Στην Ειρήνη

Zωγραφική Francis Bacon
http://www.francis-bacon.com/