Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Δεν μπορείς να ζήσεις άλλο εδώ ;




     Μην κοιτάς τριγύρω. Μην ακούς πως σ΄εκείνο το κοντινό σχολείο κόψανε την μύτη ενός παιδιού κάτι περίεργοι τύποι. Μην ακούς δηλώσεις. Μην κοιτάς φωτογραφίες με τον κόσμο να απλώνει τα χέρια. Μην κοιτάς στατιστικές. Μην φωνάζεις , μην μιλάς. Σου μένει ν΄ακούς μονάχα τις χαμηλές φωνές.
      Δεν θυμάμαι ποιά μέρα ήταν ακριβώς . Ούτε τι ακριβώς είχε προηγηθεί. Αν ήταν κάποια φράση όπως αυτά τα ΄΄καλά τους κάνανε'' , '' καλά να πάθουνε'' που είχε ακουστεί πραγματικά  ή πλανιόταν στον αέρα, λίγο πριν τον ακούσω να ρωτάει χαμηλά ''Έχεις σκεφθεί ότι ίσως δεν μπορούμε να ζήσουμε άλλο εδώ ; ΄΄ Το είπε  , βγήκε από το βαγόνι και χάθηκε.
     Μια ερώτηση που καθόλου δεν με μπέρδεψε, στιγμή δεν σκέφθηκα πως είχε να κάνει με τα ζόρια της αγοράς εργασίας και την μαυρίλα των οικονομικών. Αυτό ήταν κάτι άλλο, κάτι πιο βαθύ.Τώρα που το ξανασκέφτομαι , δεν ήταν ερώτηση. Ήταν απάντηση. Ήταν θέση. Ήταν σαν να μου έλεγε, είμαι εδώ και θέλω να φτιάξω αναχώματα στην κοινωνική εξαθλίωση και στον φασισμό (που ετοιμάζεται να παρελάσει ) . Δεν με ενδιαφέρουν οι γκάφες, οι δημοσκοπήσεις, να μαζεύω τα στελέχη μου. Θέλω να γίνω χώρος, να απλωθώ στον χρόνο , να δουλέψω για να σταματήσω την κατηφόρα , όχι με δηκτικές αναρτήσεις αλλά με τα χέρια μου, με την δουλειά μου. Θέλω αλλά δεν μπορώ.Που είναι οι άλλοι ;  Η σοσιαλοδημοκρατία στα καλύτερα της.
     Δεν με ρωτούσε λοιπόν , μου απαντούσε. Όπως τότε στην συναυλία. Ο Μάλαμας άρχισε να τραγουδάει '' Ποιος την  ζωή μου , ποιος την κυνηγά να την ξεμοναχιάσει μες την νύχτα'' και τριγύρω οι άνθρωποι ανατρίχιαζαν. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις το ηλεκτρικό ρεύμα που διαπερνά τα σώματα , όταν τραγουδούν αλήθειες. Αυτό το τραγούδι το άκουγε κάποτε ο πατέρας μου στο αυτοκίνητο σε μια αρχαία 60αρα maxcell . Που να φανταστώ τότε πως άκουγα το στριφτό μου μέλλον. Και είτε θέλεις , είτε δεν θέλεις να το λες δυνατά , '' για κάποιον μες στον κόσμο είναι αργά''.
     Με έπιασε το πείσμα μου. Ήθελα οπωσδήποτε να του δείξω λίγη από την κρυμμένη ομορφιά που εξακολουθεί να παραμονεύει εδώ . Κόντρα σ΄ένα κόσμο θλίψης και μίσους που χτίζεται σε απίστευτους ρυθμούς.
     Ήθελα να πάμε βόλτα σε όλες αυτές τις θεατρικές σκηνές, όπου ηθοποιοί εραστές , χωρίς κανέναν προυπολογισμό και καμιά χορηγία ανεβάζουν την ψυχή τους κάθε βράδυ στο σανίδι και την φυσούν στους θεατές τους. Έχει τύχει να δω παράσταση ακόμα και με μηδέν εισητήριο. Η ταμπέλα έγραφε ''Ό,τι θέλετε, ό,τι μπορείτε''. Ήθελα να του μιλήσω για τα σύγχρονα βιβλία, αυτά που είναι γεμάτα με τις πιο κρυφές πληγές μας. Για νέους και παλιότερους συγγραφείς εκτός συστήματος, εκτός παραθύρων και θέσεων που εξακολουθούν να μιλούν χωρίς να είναι ούτε βολεμένοι , ούτε περιχαρακωμένοι σε καμιά σιγουριά. Ήθελα να του μιλήσω για την φωνή της Όλιας Λαζαρίδου και του Αργύρη Μπακιρτζή. Για όλους αυτούς που απλώνουν με τρυφερότητα το χέρι και αγκαλιάζουν τον κάθε αδύναμο άνθρωπο πριν τον κριτικάρουν. Για τον καθημερινό βιοπαλαιστή , που κλείνει με αξιοπρέπεια τις τρύπες του και αν μπορεί παίρνει και δυό τρια σάπια από την λαική, για να βοηθήσει τον μανάβη να ξεπουλήσει για να ξανάρθει. Να του μιλήσω για όλες αυτές τις σελίδες που γράφονται και κουβαλούν ήχους της ζωής στην διαπασών, για τις ταινίες του Τσιώλη, για τους ζωγράφους, τους ποιητές.. Για ποτήρια που τσουγκρίζονται, για ανθρώπους που γνωρίζονται. Για τις μκρές πράξεις των μειοψηφιών . Για πράξεις ηρωικής ανώνυμης αντίστασης.  Τις χαμηλές φωνές που σου έμεινε να ακούς.  Για την ζωή.
      Δεν ήξερα που θα τον έβρισκα,  να του πω όλα αυτά. . Αν θα είχε πάει στο Παγκράτι, στην Νίκαια, στην Αιόλου . Ή αν θα είχε πάρει το πρώτο βαπόρι και θα έπινε τώρα την ρακή του στα Θολάρια , στην Αμοργό. Όπου και να ήταν όμως ήθελα να τον βρω.Θα τον καταλάβω  ακόμα κι αν δεν με πιστέψει.  Πάντως εγώ θα ψάξω να τον βρω. Να του πω , πως ακόμα και στον Παράδεισο δεν μπορείς να ζήσεις κλαίγοντας διαρκώς.


φωτογραφία Χρήστος Λαλαούνης


Δημοσιεύθηκε στο vetonews
http://www.vetonews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=14720:2013-02-21-07-12-34&catid=85:2012-09-02-10-34-45&Itemid=90

11 σχόλια:

  1. πολλά πολλά χαμόγελα για το όμορφο κείμενο σου, αυτό το δούναι και λαβείν της ψυχοενέργειας, Αννίτα μου.
    Καλή σου μέρα, http://www.youtube.com/watch?v=XRXXFUf3Ug4
    Χρυσόθεμις :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η Μαλαγάνα
    Ένας δρομέας μικρών αποστάσεων έχω γίνει από την κουζίνα με το τασάκι στο δωμάτιο με τον υπολογιστή και τούμπαλιν, περπατάω και σκέφτομαι, περπατάω και παραμιλώ. Κάποιες φορές τρακάρω πάνω του, κάνε στη άκρη του λέω, αφού με βλέπεις ότι με τρώει από μέσα μου. Αυτός εκεί αρματωμένος με κατσαβίδια και σφυριά, ό,τι κινείται να το στερεώσει, άστο βρε χριστιανέ μου για λίγο από τα χέρια σου το αναθεματισμένο. Αυτός εκεί, με το κεφάλι σκυφτό, παλεύει με τις βίδες του ‘Ετσι μου’ρχεται να του πατήσω μια γερή τσιμπιά στο κώλο να με δει, να με σκουντήξει, να μου φωνάξει. Το τηλέφωνο χτυπάει και ακούω μια αγριοφωνάρα να με απειλεί, τώρα θα σου λέγα και σένα, αλλά η παιδεία μου και η αγωγή μου μου το απαγορεύει. Να την βράσω και δαύτηνε τέτοιες ώρες που με τρώει. Όλα συρρικνώνονται στο φτωχικό μου, η πρώτη φράση (“σε μια τροχιά βρισκόμαστε όλοι”) θέριεψε καμιά 80ριά σελίδες γινήκαν, Λευκό χαλί κανονικό κι αυτός εκεί με τα σφυριά του. Κοντοστέκομαι από πάνω του και κουνάω το κεφάλι, έρε βρεγμένη κρανιά που σου χρειάζεται, λέω από μέσα μου και μνημονεύω τα λόγια της γιαγιάς μου. Σουρίζω στο αυτί του ότι ζεσταίνομαι, ανοιγοκλείνω το παράθυρο λίγο αεράκι να μπει μπας και το καταλάβει. Όλος ο κόσμος πάει μια βόλτα να ξεσκάσει και εμείς εδώ φυλακισμένοι σα τους κατάδικους του Αλκατράζ, μα κι αυτήν τη κλείσαν του φωνάζω. Είπες κάτι; Με ρωτάει αργά χωρίς να με κοιτάξει, δεν την γλιτώνεις την τσιμπιά του απαντώ και πάω στη κουζίνα, το τασάκι κοντεύει να γίνει ο εραστής μου, ο εξομολογητής μου. Βρε τάχα τι του ζήτησα και με αποπαίρνει; Θα τα μαζέψω καμιά μέρα όλα του τα παλιοεργαλεία και θα τα δώσω κοψοχρονιάς για ένα ταξίδι, για μια εκδρομή, έστω για μια βόλτα μέχρι το πάρκο, ξέρω ένα καφέ εκεί κοντά με καλό εσπρέσο, μπας και τον ξεγελάσω από τις βίδες του. Σβήνω κι ανάβω το ένα μετά το άλλο, ένα μικρό Έβερεστ έγινε η ζωή του σταχτοδοχείου, άντε να δούμε πως θα ανεβώ στο κορφοβούνι του, μονολογώ αγανακτισμένη… Νιώθω τα χέρια του να μ’αγκαλιάζουν και με φιλάει στο λαιμό, έρε ψυχοβγάλτη του λέω και χάνομαι στο χάδι του…!

    Αυτά τα ολίγα για την καλημέρα μου και Brava για το κείμενο σου. Την τσιμπιά ακόμη να φανταστείς δεν του την έδωσα, καταλαβαίνεις με τι μαλαγάνα έχω μπλέξει;
    Ηλέκτρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ειναι πολυ δυνατο, ειναι εξαιρετικο.
    Μπραβο και συνεχισε, ολα ειναι μπροστα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια. Παρακαλώ όμως όλους τους σχολιαστές αν δεν θέλουν να Γράφουν με το πραγματικό τους όνομα ή το όνομα που έχουν ως μέλη της σελίδας, τουλάχιστον να συνοδεύουν το σχόλιο τους με ένα μικρό όνομα.

      Διαγραφή
  4. Καιρός κάποιος να ασχοληθεί με αυτό που έχει πραγματικά νόημα.
    Αληθινό το κείμενο σου!:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Με πιάνω να παίρνω την δική του θέση.Νομίζω πως δεν θα κατάφερνα να ξεπερλασω την απογοήτευση μου. Σεντόνια βιογραφικά και ολόγυρα καμιά ευκαιρία, πόσες φορές δεν το είδαμε αυτό το φαινόμενο; Και από την άλλη όλα αυτά που λες υπάρχουν, και οι άνθρωποι που νοσταλγούν μιά άλλη Ελλάδα και οι άνθρωποι που θέλουν να δραπετέυσουν γιατί αισθάνονται σαν τον Λουκι Λουκ στην φωτογραφία . Και όλα αυτά που συμβαίνουν μπορεί να μην κατορθώνουν να σβήσουν την μυρωδιά του βασιλικού αλλά και από την άλλη , αυτά τα ίδαι σκοτεινάζουν το μυαλό μας. Δεν ξέρω.
    Μιχάλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Σας ευχαριστώ πολύ όλους για την συμμετοχή σας, μου δίνει πολύ κουράγιο. Σας παρακαλώ πολύ όσο το δυνατόν τα σχόλια σας να παραμένουν κοντά στο θέμα του κειμένου για να παράγουμε ένα περιβάλλον αλληλοβοήθειας και προβληματιμού παραγωγικού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. μέρες σαν αιώνες ακούω τη φωνή μου να σιγοκοχλάζει
    πλησίασα το κάγκελο του δώμα μου, σκληρό και παγωμένο από τα χρόνια
    τη θέρμη του ηλιάτορα να σφίξω έστω για λίγο, όσο μπορώ τώρα που θέλω
    μου ’χανε πει να μην το επιχειρήσω, κακό μεγάλο για μένα και γι’ αυτούς το τόλμημα μου
    κιότεψα στις πάρλες των μεγάλων τόσο καιρό, κτήμα μου γινήκαν τα όνειρα τους
    παχύ στρωσίδι οι σκιές τους και με μιας μου χτίσανε το μικρό μου παραθύρι

    ΥΓ. η γεωγραφική θέση, η χρονική στιγμή και η οπτική γωνία στην ανάγνωση ενός κειμένου ή η φόρτιση που προκαλεί μια φωτογραφία ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα του καθενός μας. Αν κρίνεις ότι δεν συνάδουν οι ρίμες μου με το σύνολο, σου ζητώ διπλά συγνώμη για την κατάχρηση της φιλοξενίας σου και ασυζητητί να τις κατεβάσεις.
    Ιφιγένεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η πραγματικότητα συνδέει τους ανθρώπους δεν τους αποσυνδέει. Επαναλαμβάνω την ίδια παράκληση.

      Διαγραφή
    2. 'Έχεις δίκιο, έχεις απόλυτο δίκιο, όσο κι αν θέλω να στηρίξω με επιχειρήματα το κοντράστ της αφίσας με τις ανθρώπινες φιγούρες της φωτογραφίας. Κάλο σου βραδάκι :)
      Ιφιγένεια

      Διαγραφή
  8. "από τους ανθρώπους δεν λείπει η δύναμη, λείπει η θέληση" Β. Ουγκώ
    Μέσα στο κυκεώνα των γεγονότων και των εξελίξεων που μας βομβαρδίζουν καθημερινά ανέκαθεν υπήρχαν μικρές φράσεις επώνυμων που λειτουργούσαν σαν τα ρεσώ κεράκια, διακοσμητικά με λίγο φως αλλά χρήσιμα και απαραίτητα στη φαρέτρα μας.
    Ακόμη και οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού που αναφέρεις, κλείνουν με το “Ανα-Ζητήται Ελπίς”:
    “…πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά
    που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;”
    http://www.youtube.com/watch?v=q4-8WE6YizE
    Καλή σου Μέρα ;)
    Σπύρος Τ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή