Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Τζιμάκος





     Πάει μια βδομάδα που έμαθα για το θάνατο σου. 
Κοίτα σύμπτωση. Μόλις είχα βγει από μια ομάδα που μιλούσαμε για το θάνατο. Ξέρεις τι κάνουν οι άνθρωποι μπροστά στο θάνατο; Σκύβουν τα κεφάλια και ενώνονται για να περάσει από μπροστά τους η σορός. Σκύβουν τα κεφάλια τους και ενώνονται για να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν τον εκλιπόντα και μαζί του τα περασμένα χρόνια τους που έφυγαν και δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ. Αυτό κάναμε με εκείνη την ομάδα πριν μια βδομάδα. Ένα βιβλίο ήταν η αφορμή, αλλά εμείς σκύψαμε για να περάσει η ανάμνηση. Χωρίς να το ζητήσει κανείς από κανένα , αυτοβούλως όπως λέγεται θυμηθήκαμε τη κόρη, την αδερφή, την μάνα, το πατέρα, το φίλο που χάσαμε. Τι έκπληξη, κανείς δεν έλειπε από το προσκλητήριο. 
      Φεύγοντας πέρασα από την Απόπειρα να πω καμιά κουβέντα, ήταν όμως κλειστά. Σάββατο απόγευμα και οι δρόμοι στο σούρουπο έχουν μια παράξενη σιγαλιά. Μια προσωρινή ηρεμία, μια αφανή προετοιμασία για ένα Σαββατόβραδο που ίσως φέρει χαρές και συναντήσεις ή ίσως απλά προσπεράσει και ενωθεί με άλλα ανεπίδοτα Σάββατα και προστεθεί σε ένα ιδιότυπο βουναλάκι που στέκει αμήχανα και αυξητικά μεγαλώνει με όλα αυτά που θέλαμε αλλά δεν καταφέραμε, ενώ τα χρόνια περνούν αμείληκτα. Ο χρόνος το Σάββατο έχει περισσότερο ανθρώπινο ρυθμό.
     Στο αυτοκίνητο άνοιξα το ραδιόφωνο και στο ύψος της Αλεξάνδρας λίγο πριν τον Άγιο Σάββα έμαθα για τον θάνατο σου. Συμπεριφέρθηκα όπως μάλλον πάντα κάνω σε τέτοια ξαφνικά. Είπα δυνατά ένα '' Άντε ρε αλήθεια; " και μετά πάγωσε η εικόνα. Η εικόνα μέσα μου. Δεν μίλησα μέρες για σένα. Διάβαζα όσα πολλά γραφόντουσαν. Μου έκανε εντύπωση πως γράφτηκαν και αρνητικά. Δεν μου έκαναν τόσο εντύπωση τ΄αρνητικά αλλά να ρε παιδί μου, η όρεξη που έχουν άνθρωποι να γράφουν αρνητικά λίγες ώρες μόλις ο άλλος έχει πεθάνει. Που δεν σκύβουν το κεφάλι να περάσει η σορός. 
       Η εικόνα μέσα μου άρχισε να ξεπαγώνει μετά απο μέρες. Έλιωσε σε πολλές στρογγυλές, κρυστάλλινες, διαυγείς και διαφανείς υγρές μπάλλες, μικρής, ακριβής διαμέτρου. Μου έκανε εντύπωση πως η διαδρομή τους ήταν εσωτερική και δεν θέλησαν καθόλου να βγουν στον αέρα. Στην αρχή σκέφθηκα θα είναι που έχω μεγαλώσει και μπορώ να κρατηθώ, αλλά μετά  γρήγορα κατάλαβα πως είναι ένας διάλογος με αυτό που άφησες πίσω σου. Εσύ συνήθως δεν απαντούσες με λόγια. Ό,τι ήταν να πεις το έκανες στάση ζωής. 
      Η πρώτη κρυστάλλινη μπαλίτσα με έφθασε χρόνια πολλά πίσω. Εγώ κατά την διάρκεια ενός εκκλησιασμού  που ανήκε στο ετήσιο σχολικό πρόγραμμα. Εγώ να λύνω στα σκοτεινά τα μαθηματικά της επόμενη ώρας μεσούσης της μυρωδιάς του λιβανιού και υπό τον ήχο του ψαλμού του ιερέα. Εγώ να προσπαθώ να πιάσω την κασετίνα μου που πέφτει θορυβωδώς στο μωσαϊκό της εκκλησίας και την καθηγήτρια της οικειακής οικονομίας να σκύβει να την πιάσει. Ο έντεχνος κότσος της κόμμωσης της καθηγήτριας να πάλλεται από θυμό καθώς διαβάζει τους στίχους του Eρωτικού γραμμένους με στυλό στη κασετίνα.  Εγώ στο γραφείο της διευθύντριας. Με διήμερη αποβολή στα χέρια. 
     Πίσω στο γυμνασιακό δωμάτιο μου. Με το γουόκμαν στα αυτιά να ακούω το Ερωτικό στην διαπασών. Με κόκκινα μάγουλα από την χαρά που τότε δεν ήξερα να εξηγήσω. Την μάνα μου να φωνάζει για τα χάλια μου που δεν ξέρει πού θα καταλήξω. 
  Κατέληξα. Να μπορώ να παίρνω αποβολή για όσα αγαπώ και επιλέγω, για όσα υπερασπίζομαι χωρίς να με νοιάζει. Να μπορώ να διαχωρίζομαι για όσα υποστηρίζω ανεξαρτήτως κόστους και συνθηκών. Έτσι μεγαλώνουν οι άνθρωποι μέσα σε μια ζωή που δίνει πολλές και άδικες αποβολές. Κι αν σήμερα μου λείπεις είναι γιατί μου θυμίζεις όλα αυτά. 
Αφού μέσα στα χρόνια είναι πολλά αυτά που σε κάνουν να ξεχνάς, σε δυσκολεύουν, σε εμποδίζουν και τελικά κάποιες φορές σε κερδίζουν.
Χρειάζεται ένα Ερωτικό να σου θυμίζει όλα αυτά που ξεχνάς ενώ είναι εκεί. Μας το άφησες αυτό. Εδώ χάμω μέσα στα χέρια μας να το κάνουμε ό,τι γουστάρουμε και ό,τι αγαπάμε. 
Σ' ευχαριστώ!
        
     

2 σχόλια:

  1. Κάποια στιγμή έγραψα για τα σχολικά μας χρόνια και για μια στέκα στο κεφάλι. Τώρα όσο κι αν το ψάχνω, δεν το βρίσκω στο αρχείο μου. Μου λείπουν οι άηχες κουβέντες... πολύ μάλιστα. Δυσκόλεψαν οι λέξεις και μας κρατούν σε απόσταση, αλλάξαν οι καιροί. Κακώς, πολύ κακώς! Αν βρεθεί το σχόλιο περί σχολείου, παρακαλώ να ειδοποιηθεί ο κάτοχος, αγνοείται η τύχη του και ο κάτοχος του!
    Τζιμάκος ήταν κι έφυγε, κάτι άφησε και κάτι πήρε μαζί του, εμείς εδώ το παλεύουμε ακόμη με καμιά έξοδο και με καμιά ρίμα. Που και που φυτεύουμε και κάνα λελουδικό να ξεθολώσει το βλέμμα μας!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανήκεις, κάπου ανήκεις, κάπως ξεκίνησαν όλα. Στο μονοκύτταρο οργανισμό ξεκίνησες, οικογένεια σού ‘παν φτιάξανε και μαζί με αυτούς τρύπωσες κι εσύ. Μετά την εφηβεία με τα σουβλιά στα μηνίγγια και την αμφισβήτηση παντιέρα, σειρά πήρες εσύ. Κάτι να κάνεις, κάτι να αποδείξεις, κάτι να αφήσεις πίσω σου. Λίγο ιστορικός στο παρελθόν σου να γίνεις, κάνα δυό φωτογραφίες, κάποια χαρτιά στα συρτάρια ή στους τοίχους σου και έτοιμος θαρρείς για το μεγαλύτερο σύνολο. Ο κόσμος σου σού λένε, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι συνάδελφοι σου. Μιλάς και προβληματίζεις, ακούς και πάλι προβληματίζεις. Ανακαλύπτεις το διαδίκτυο, μια απόδραση απ’ την πραγματικότητα σου. Σε καταπίνει προς στιγμήν η μοναξιά του. Ακούς την ηχώ της φωνής σου εκεί και νιώθεις μια ζάλη, ένας ανεμοστρόβιλος να σε καταπίνει. Λες και τα φτερά που σου τάξανε είναι πουλιού, αληθινά. Μιλάς και προβληματίζεις, σιωπείς μα και πάλι προβληματίζεις. Το Μάτριξ αποδείχτηκε το ασφαλέστερο προφυλακτικό, η πιο φαντεζί απομόνωση του αιώνα. Όλες οι σκηνές του σα σινεάκ εξελίχτηκαν μπροστά σου. Μπούκωσες από καρέ των «προσεχώς». Τόσο προβλέψιμα στην αναπαραγωγή που μ’ ένα δεξί κλικ του ποντικιού τα ιμάτια διαρρηγνύονται ολοσχερώς. Ανασήκωσες το φρύδι, πήρες το βιβλίο και βγήκες για καφέ. Κάπου εκεί καραδοκεί ο αληθινός σου κίνδυνος. Η ζωή σου.
    Γιούλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή