Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Γεύση θέρους





    Πριν φύγει πήγαινε εκεί συχνά. Στην μέση του πουθενά, ανάμεσα στο χωριό και στην πόλη, μετά από μια κρυφή στροφή, άρχιζε ένα μυστικό χωματοδρομάκι. Στο τέλος του κατέληγε σ΄έναν όρμο με καταγάλανα νερά σε σχήμα τέλειου ύψιλον.  Πώς ζωγραφίζονται άραγε τα τέλεια σχήματα; Γυαλιστερά, χρωματιστά βότσαλα, βράχια, αρμυρίκια. Ένας τόπος μυστικός, παρέμενε απόρθητος και απαράλλαχτος μακριά από αδέσποτα βλέμματα. Έλεγες πως ο προηγούμενος που θα είχε περάσει από δω θα ήταν πριν από χρόνια. Τίποτα παραπανήσιο. Τίποτα αταίριαστο. Γαλήνη.
     Πώς να περιγράφεται αλήθεια η γαλήνη; Η γαλήνη δεν είναι ησυχία. Είναι ένα βρεγμένο, μεγάλο χωριάτικο παξιμάδι με λάδι, ρίγανη, αλάτι, αλειμμένο με μια ολόκληρη ντομάτα κομμένη κομματάκια. Σαν αυτό που τρώγαμε παιδιά όταν το μυαλό μας ήταν πάντα έξω από το σπίτι. Τότε που τρώγαμε όρθιοι και βρεγμένοι ακόμα από την θάλασσα για να προλάβουμε να ξαναβγούμε έξω. Είναι πατάτες τηγανητές στην λαδόκολα. Χωρίς πιάτα, χωρίς πιρούνια, γεύματα με γεύση θέρους. Τότε που τα έξω έφερναν τις νίκες των μέσα και τα καλοκαίρια τα μετρούσαμε με τα σώματα μας. 
    Βούτηξε στη θάλασσα ξανά όπως τότε. Το νερό γυαλί, διαυγές, τον υποδέχθηκε σαν καλό φίλο παλιό. Άκουσε τα σκουριασμένα του άκρα να τρίζουν. Τις κλειδώσεις του να ξεκλειδώνουν. Βούτηξε το κεφάλι του, κράτησε την αναπνοή του, άνοιξε τα μάτια και είδε κατάματα τον βυθό, τα βότσαλα, τα ψάρια, τις ανεμώνες. Βούτηξε πολλές φορές. Μπαινόβγαινε από τα μέσα στα έξω όπως όταν ήταν παιδί.
     Μετά που μεγάλωσε έφυγε. Είδε τα έξω να γίνονται μέσα. Πέρασαν πολλά καλοκαίρια, ήρθαν φθινόπωρα και χειμώνες. Οι ανάγκες άλλαξαν, ωρίμασαν, πήραν σοβαρή όψη. Η επιδερμίδα στους αγκώνες και στις πατούσες σκλήρυνε. Κάποια από τα έξω πατήθηκαν και άλλα ξεχάστηκαν. Βαθειά κρυμμένα στις υγροσπηλιές της μνήμης παρέμεναν τα υπόλοιπα πρόσωπα της γλυκιάς συμμορίας. Όπως οι σαρδέλες μες στην άλμη. Το θέρος άλλαξε γεύση. Έκλεινε δωμάτια με θέα, air condition και wi-fi. Προγραμμάτιζε εισητήρια, συναυλίες και διαδρομές περιπατητικές. Ταξίδευε με αεροπλάνα, οδηγούς, χάρτες και προγραμματισμούς.  Πατούσε με τα καλοραμμένα μποτάκια τα έξω. Καμιά φορά έκλαιγε κρυφά. Κλεινόταν όλο και  περισσότερο στα μέσα του. Ξεθώριασαν τα χρώματα. Ξέχασε την γεύση της αλειμμένης  ντομάτας στο παξιμάδι. Άρχισαν οι ανορεξίες και οι βουλιμίες.
    Όταν βγήκε από τη θάλασσα, κάθησε σ΄ένα βραχάκι και ατένιζε τον ορίζοντα. Ο αέρας μύριζε πέλαγος, ιώδιο και αλάτι. Στα πόδια του είχαν κολλήσει φύκια. Παρέα του οι πεταλίδες, οι χοχλιοί και μια σαύρα. Ιδέα δεν είχε πόση ώρα είχε περάσει. Ούτε πού πήγε ο  χαμένος χρόνος. Κανείς δεν ήξερε το αύριο, ούτε καν το λίγα λεπτά μετά. Έγλειψε το αλάτι στα χείλη του. Είχε γεύση. Γεύση θέρους αθάνατη.
  

1 σχόλιο:

  1. Ειλικρινά αναρωτιέμαι Άννα, αν χάνεται η γαλήνη όταν πραγματικά την έχει γευτεί κανείς...
    Το υπέροχο κείμενο σου το έζησα ολοζώντανα και έχω ακόμα τη γεύση της πατάτας στο στόμα!
    Καλό φωτεινό και δημιουργικό Φθινόπωρο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή