Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Το παράθυρο



    Αυτό ήταν το δικό τους παράθυρο. Από τις πρώτες μέρες άφησε στο περβάζι μια γλάστρα  με γεράνια. Στο παράθυρο του διαδρόμου με την γλάστρα λέγανε όλοι και ορίζανε το χώρο. 
    Από κει έβλεπε τον άνεμο να κυνηγά τα φύλλα κάθε φορά που φύσαγε. Την βροχή να χορεύει πέφτοντας στα βρώμικα πλακάκια και να γεμίζει τις λακκούβες. Από κει έβλεπε τον τελευταίο όροφο του απέναντι σχολείου, να ξεχειλίζει βουητό στα διαλείμματα, την μπουγάδα της γωνιακής ταράτσας να στεγνώνει ανενόχλητη στην ραστώνη του μεσημεριού. Από κει την έβλεπε να φεύγει, τα μαλλιά της να ανεβοκατεβαίνουν, να μπαινοβγαίνει ο γυμνός λαιμός της στο μαύρο της παλτό. Όσα χωρούσαν στο κάδρο του παράθυρου τα έβλεπε όλα. Πέρα απ΄αυτά, τίποτα. 
    Αργόσυρτα κυλούσαν οι μέρες. Το καλοκαίρι άφηνε ανοικτό το παράθυρο τα βράδια. Τα χαράματα άκουγε τα πουλιά που όριζαν  την νέα μέρα και τ΄απογεύματα γέμιζε την σιωπή τους που έφερνε την νύχτα. Από εκεί έβλεπε το φεγγάρι να προχωράει. Ένα φεγγάρι ασθενικό, σε απόχρωση  νοσοκομείου.
     Είχε αλλάξει την μέρα με την νύχτα. Όταν κρύωνε ο καιρός, τα πρωινά άφηνε το παράθυρο ανοικτό να φύγουν οι οσμές της νύχτας. Αλήθεια φεύγουν ποτέ; Κινούνται ίσως όπως τα σύννεφα που έβλεπε από το παράθυρο ν΄αλλάζουν θέση. Προχωρούν όπως οι σιωπές και οι ενοχές. 
    Το αγάπησε εκείνο το παράθυρο. Το παράθυρο τους. Πέρασαν τρεις μήνες και δυνάμωσε. Τον έπιασε η θεραπεία, οπισθοχώρησε η ασθένεια. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, χάρισε την γλάστρα με τα γεράνια στον Σπύρο του διπλανού θαλάμου. ''Να μου τα προσέχεις'' του είπε. Κι εκείνος του το υποσχέθηκε. 

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Δεκάξι




   Με ρωτάει πια λίγες φορές. Σε μια ακανόνιστη  συχνότητα που δεν μπορώ να προσδιορίσω. Επιτηδευμένα κρυμμένες ερωτήσεις μέσα σε ξερές απαντήσεις και απόλυτες έννοιες.
    Δεν περιμένει απάντηση. Ίσως έχει αρχίσει να υποψιάζεται πως δεν υπάρχει απάντηση, τουλάχιστον όχι μια. Να είναι λες το σημείο που το παίρνεις απόφαση; Ίσως είναι αυτό. Από την εποχή μου το παίρνω απόφαση σημαίνει συμβιβασμός. Άσχημο ήχο που έχει η λέξη συμβιβασμός! Πιο άσχημος όμως είναι να τον βιώνεις στο πετσί σου. Είσαι ένα ανθισμένο κλαράκι πριν δώσεις καρπό. Ε και; Τι σημασία έχει; Είσαι ήδη δεκάξι, συμβιβάσου!
    Συμβιβάσου και σπούδασε κάτι που δεν το θέλεις. Αυτό που δεν θέλεις θα το εξασκήσεις. Το άλλο, αυτό που λαχταράς, δεν θα το εξασκήσεις ποτέ μάλλον. Όλες οι συνθήκες και όλα τα συστήματα βοηθούν στην αποτυχία σου. Μόνιμη και δεδομένη.
    Συμβιβάσου με την έλλειψη αισθητικής, την κακοποιημένη τέχνη των έντεχνων καλλιτεχνών της εποχής. Με τον συγγενή που πετάει τις ρατσιστικές αντιλήψεις του ξεδιάντροπα στα μούτρα σου. Και τους δικούς σου που έχουν καταπιεί τα λόγια τους γιατί τους κατάπιε η καθημερινότητα και τα κακομεταχειρισμένα δεδομένα της.
    Συμβιβάσου με τους ειδικούς της καταστροφής σου. Άκου τις απόψεις τους και ετοιμάσου να τους ψηφίσεις μόλις αποκτήσεις το δικαίωμα. Σαν τους μοναδικούς και απόλυτους κομιστές του απέραντου τίποτα. Αν δεν τους αντέξεις άλλαξε κανάλι. Δες μια ταινία σπλάτερ, καμιά εκπομπή μαγειρικής γκουρμέ, ή καμιά mainstream τσόντα. Τώρα στην περίπτωση που αναρωτηθείς που πήγε η έφηβη, ορμητική αναπνοή σου, συμβιβάσου. Στην τελική θα έρθουν τα πιττόγυρα με τον ντελιβερά σε λίγο.
     Αργότερα συμβιβάσου μ΄αυτόν που αγάπησες και δεν τα καταφέρατε. Μ΄αυτόν που ενώ αλλάξατε παράγραφο, παραμείνατε στην ίδια σελίδα κολλημένοι. Από φόβο, από ντροπή, από ανασφάλεια και δυστυχία. Από ό,τι ακόμα δεν ξέρεις.
    Συμβιβάσου στην μελλοντική ρουτίνα σου, στην αναχαίτιση σου, στα παρατημένα γιατί σου, στις νερωμένες αποφάσεις σου, στα ξεχασμένα χρώματα σου. Συμβιβάσου πως ακόμα και όλα αυτά που διαβάζεις τώρα τα βρίσκεις υπερβολικά, απαραίτητα κοινωνικά φαινόμενα που δεν θα μπορούσε κανείς να τα αντιπαρέλθει και που όλοι τα ζούμε.
    Σε κοιτώ έτσι που κάθεσαι και σχεδιάζεις τι μπορείς να κάνεις μετά τις καλοκαιρινές εξετάσεις. Με την σκέψη μου πιάνω το χέρι σου όπως τότε που ανακαλύπταμε μαζί τις μυστικές γωνιές του σπιτιού μας. Μαζί είχαμε ανακαλύψει πως τελικά υπάρχουν ξωτικά που όταν σκοτεινιάζει τρεμοπαίζουν τα φαναράκια τους, στα παραμύθια. Καθόμασταν κουλουριασμένες στο μικρό, χρωματιστό χαλί σου και διαβάζαμε αυτά τα παραμύθια.
   Αγάπησε τα τωρινά φαναράκια σου. Την στιγμή σου γιατί είναι ανεπανάληπτη. Αγάπησε τα όνειρα σου, τις ατέλειωτες διαδρομές με το λεωφορείο και το βρεγμένο, δανεικό  εισητήριο στην κωλότσεπή σου. Αγάπησε το δυνατό σας γέλιο στα τραπεζάκια έξω, όταν μοιράζεστε ένα καφέ στα έξι. Τις χειμωνιάτικες λιακάδες της ευαισθησίας σου. Τα ασπρόμαυρα σκίτσα σου, τις παιδικές ζωγραφιές σου, τις θλιμμένες ηλιαχτίδες σου, τα εικονογραφημένα ποιήματα σου. Τους φίλους που κυλούν μες στην σταγόνα σου, τις βροχούλες στα βραχάκια. Τις μοναχικές θυμωμένες διαδρομές σου με τ΄ακουστικά στ΄αυτιά στους άδειους και εχθρικούς δρόμους. Τις λέξεις της μοναξιάς σου και το αγόρι με το σκουλαρίκι που ρολάρει μπροστά σου, αυτή τη στιγμή. Το αλάτι που στάζει από το μαγιώ σου και την αλμύρα των δακρύων σου. Το κάθε τι που ξέρεις, το κάθε τι που δεν ξέρεις και ό,τι νομίζεις πως ξέρεις. Την ελπίδα, την αδιόρατη νοσταλγία .
    Τις σακούλες με τα άπλυτα των εκδρομών, τις δανεικές τσάντες που δεν αδειάζουν ποτέ. Τα κρυφά τηλεφωνα μέχρι τις τρεις το πρωί. Την προσμονή της θάλασσας, τις φωτιές τα καλοκαίρια, την δική σου μοναδική εξέγερση στο χρόνο.
    Γιατί το θέμα δεν είναι να σώσεις τον κόσμο. Το θέμα είναι να κατανοήσεις τον χρόνο. Να αγκαλιάσεις την κάθε μέρα σφιχτά, σαν ένας ήλιος ακόμα καυτός. Ακόμα και μπροστά στις απώλειες. Έχεις προλάβει να γευτείς και απ΄αυτές. Θα έρθουν κι άλλες. Αγάπησε τις ανάγκες σου. Γιατί ο χρόνος είναι έννοια και εσύ έχεις την βαθύτερη κατανόηση της.
   Εγώ παραδίπλα λίγο αθέατη, λίγο ξεχασμένη θα κολλώ τα κομματάκια της πιο τρυφερής ανάμνησης του εαυτού μου για να σε κατανοώ.
   Μην συμβιβάζεσαι, ζήσε.



Στην Μ.


Φωτογραφία Ανν Λου

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Εν πτωχεύσει






Είμαι σχεδόν χωρίς επάγγελμα τώρα.
Νεότερη
κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες.
Αλλά και μεταχειρισμένες καταστάσεις
μάζευα
που μεταποιούσα εύκολα
σε πρωτοτυπίες και παραφορές.
Στρωμένη δουλειά.
Ευπορούσα.

Τώρα επιδίδομαι στο άσκοπο.
Ίσα ίσα προς το ζην
επιβαίνω του ανέργου χρόνου μου
και εκτελώ μικρά δρομολόγια
για λίγη αναδρομή
στα εύκρατα της νεότητας μου επαγγέλματα.


Κική Δημουλά Ποιήματα Εκδόσεις Ίκαρος

Φωτογραφία από την ταινία Metropolis



Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Η αλήθεια είναι λοξή





    Κάθεται απέναντι και σου φωνάζει. Χειρονομεί, ισχυρίζεται πράγματα ακατανόητα σε σένα. Ουρλιάζει. Σάλια ξεφεύγουν από το στόμα της, ανάμεσα στις λέξεις κάνοντας την ατμόσφαιρα του δωματίου παράξενα υγρή. Σηκώνεται, ξανακάθεται, εξαπολύει κατηγορίες. Ένας άνθρωπος εκτός ελέγχου που αδικεί, αλλά κυρίως ξεχνά. Πως εσύ είσαι διαφορετική. Αρχίζεις να φοβάσαι. Απλώνεται μέσα σου ο φόβος σαν ένας παλιός σου γνωστός. Μπαινοβγαίνει σε όλα τα ψυχοντουλαπάκια σου σαν να ξέρει και το πιο κρυφό τους σημείο. Σε κατακλύζει όπως ο καπνός μιας φωτιάς που σιγοκαίει σε κάποια μακρινή πατρίδα. ''Γιατί φοβάμαι; '' αναρρωτιέσαι. Δεν μπορείς ν΄ απαντήσεις. Φοβάσαι και μοιάζει σαν να θυμάσαι. Ας όψονται οι τραμπούκοι της ζωής σου. 
    Αυτοί που πέσανε πάνω σου απ΄όταν ακόμα ήσουν παιδί  να σε πατήσουν. Επειδή είσαι ψυχικά, σωματικά, πολιτικά, σεξουαλικά, φυλετικά διαφορετική. Επειδή είχες τις απόψεις σου, και όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν και διαφορετικές από τις δικές τους. Είχες και τον τρόπο σου, διαφορετικός και αυτός. Εσύ δεν έπαιζες ποδόσφαιρο, δεν φορούσες τα μοδάτα ρούχα, δεν φοβόσουν τ΄αδέσποτα. Λοξή όπως είμαστε όλοι μας δηλαδή. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν μάθει ν΄αγαπούν τον εαυτό τους. Την λόξα τους αντί να την αγαπούν την αποφεύγουν και την κακοποιούν. Όταν όμως είσαι παιδί, ένα κλαράκι Άνοιξης δηλαδή, που ακόμα ούτε ρίζες έβγαλες, ούτε άνθη, την κακοποίηση της απόρριψης δεν ξέρεις τι να την κάνεις και την νιώθεις σαν ξαφνικό θάνατο. Αν κάποτε καταφέρουμε να μετρήσουμε όλους αυτούς που ενώ νομίζουν πως ζουν ανάμεσα μας, έχουν πεθάνει με τέτοιο θάνατο από την παιδική τους ηλικία, θα βρεθούν πολύ λίγοι υγιείς ζωντανοί.
    Όταν είσαι παιδί και πέσει πάνω σου ένα φορτηγό επιθετικότητας, κακίας, έμφυτης σκληρότητας, καθωπρεπισμού, ανορίοτης εγωπάθειας και όλα αυτά που μπορεί η ανθρώπινη ψυχή κατα καιρούς και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να φιλοξενήσει, δεν ξέρεις από πού να πιαστείς και πού να πας να κρυφτείς. Γιατί είσαι παιδί και δεν έχεις ακόμα σχηματίσει την κρίσιμη μάζα μέσα σου να τους στείλει στον αγύριστο και ακόμα παραπέρα. Παιδί είσαι και θέλεις ν' αγαπηθείς. 
    Αν είχες την ατυχία σ΄αυτή την ηλικία να φοβηθείς, δεν το ξεχνάς. Δεν ξεχνιέται. Δεν σου άρεσαν ποτέ οι ψεύτικες παρηγοριές. Σήμερα το λένε εκφοβισμό, ενδοσχολικό, διαδικτυακό, ψηφιακό. Χύμα καλύτερα να τον λέγαμε. Χύμα εκφοβισμός κυρίως μέσα στα σπίτια. Από κει θα ξεπηδήσει ο τραμπούκος. Εκεί θα έχει πάρει τα πρώτα του μαθήματα για να τα μεταφέρει στις ζωές των άλλων. Το ίδιο και οι δάσκαλοι που λυγίζουν κάτω από τα δικά τους και ξεσπούν πάνω στα παιδιά.  Όπως και να λέγεται είναι το ίδιο. Είναι αυτό που σ' έκανε τα βράδια να κλαις κρυφά κάτω από τα σεντόνια σου. 
   Κι ας έγιναν παλιά αυτά. Εσύ από τότε απέκτησες το κουσούρι να μην πιστεύεις καλά στον εαυτό σου. Από τότε αναρρωτιέσαι σε κάθε νέο σου βήμα, σε κάθε νέο σου κατόρθωμα αν το αξίζεις. ''Εγώ το έκανα;΄΄ αναρωτιέσαι αυτό. Κι ας έχεις καταφέρει πολλά. Κι ας χρησιμοποιείς τις λέξεις όπως λένε κάποιο καλά. Εσύ θα συνεχίσεις μια ζωή να το αμφισβητείς και να το αποδεικνύεις. 
   Καμιά φορά θυμάσαι τους τραμπούκους. Δες πώς κατάντησαν, λες στον εαυτό σου. Τίποτα δεν έκαναν στην ζωή τους, δυστυχισμένοι μείνανε. Κοίτα πώς προσπαθείς να γλυκάνεις το χάπι . Κατά βάθος προσπαθείς τον αντίλαλο της κακίας τους να μειώσεις για να παρηγορηθείς. Έπαψε να σε τρυπάει και εκείνο το ''γιατί;''. Το πήρες απόφαση γιατί δεν υπάρχει. Ούτε σε νοιάζει πια η απάντηση. Θα φοβόντουσαν λες κι αυτοί. Φοβόντουσαν και γι΄αυτό φόβιζαν.
    Τι άλλο μένει τώρα; Ο χρόνος τρέχει και εσύ μεγαλώνεις. Με την δική σου ιστορία τελείωσες. Ο φόβος πού και πού θα εμφανίζεται. Όπως όμως μπαίνει το βράδυ ο σύρτης πίσω από την πόρτα και κλείνει μέσα όλα εκείνα που χωρίς αυτά λένε δεν ζεις, έτσι κάτι ζητάς. Το φαγητό, την κατανόηση, την ήσυχη συνείδηση. Άμα μπει όμως ο σύρτης χωρίς να έχεις κατασταλάξει με ποιους θα πας και ποιους θ΄αφήσεις, χωρίς να ξέρεις δηλαδή αν ζεις ή δεν ζεις, το μόνο που κάνεις είναι να κάνεις κακό στους επόμενους. 
   Άλλωστε εσύ δεν ήσουν ποτέ της φυγής. Ούτε χρήματα και εξουσία και δύναμη αναζήτησες. Η προσωπική ευτυχία είναι το ζητούμενο. Ο σύρτης είναι για να μπαίνει λοιπόν και συ να ξέρεις με ποιους μένεις. Μιλάμε για τους επόμενους. Για τους επόμενους  ανθρώπους στους επόμενους καιρούς. Είσαι με όλους αυτούς που ονειρεύονται εκείνους τους  κόσμους που θα μπορούν να εκπαιδευτούν τα μικρά και τα μεγάλα παιδάκια που ξερνούν φορτία βίας στους συμπαίχτες τους. Είσαι με όλους εκείνους που όταν μιλούν για εκφοβισμό ξεκινούν απ΄αυτόν που εκδηλώνεται στο σπίτι, στα σπλάχνα της άγιας οικογένειας. Αυτός είναι ο πιο ύπουλος γιατί έχει το περιτύλιγμα των καλών προθέσεων, αλλά συνάμα είναι και ο περισσότερο επικίνδυνος γιατί σε κτυπά στα πρώτα ευαίσθητα χρόνια. Μετά προχωρούν σ΄αυτό που συμβαίνει στο σχολείο από τους ίδιους τους καθηγητές, που χωρίς να αξιολογηθούν ποτέ αναπαράγουν τα δικά τους στρεβλά πρότυπα και μετά φθάνουν στα παιδιά. Ο εκφοβισμός πρέπει ν΄αναγνωρίζεται, ν΄ αναχαιτίζεται, να τιμωρείται. Όλων των ειδών οι εκφοβισμοί. Ακόμα και αυτοί που εξαπολύωνται από τους υπεράνω πάσης υποψίας αυτοπροσδιοριζόμενους ως προοδευτικούς. Αυτοί να δεις ''ξύλο'' που ρίχνουν μπροστά στο διαφορετικό. Χύμα εκφοβισμός. 
   Τελικά τους ανθρώπους τους αποδεχόμαστε με τις λόξες τους. Τον εαυτό μας τον αγαπάμε με την λόξα του. Εκεί κρύβεται η διαφορετικότητα, η αυθεντικότητα. Η λοξή ευθεία είναι η πιο αληθινή.


Ζωγραφική Andrea Calisi

    

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Την εικόνα σου


Την εικόνα σου σεβάστηκα.
Και κράτησα.
Και τα χέρια μου θα ενώσω
πριν στην ζητιανιά την δώσω.


Καλύτερο τρόπο δεν έχω για όλα αυτά που ζούμε

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Εμείς και εμείς




      Συναντάς ένα γνωστό, ανταλλάσσετε χαιρετισμούς, αισθάνεσαι τον δισταγμό, έρχεται η σιωπή, ο κενός χρόνος, το μετέωρο βήμα. Μετά έρχεται εκείνο το ''πώς βλέπεις τα πράγματα;''. Παλιά σχεδόν παντοτινή ερώτηση που εσύ τώρα την εισπράτεις διαφορετικά. Περιέχει αγωνία. Μια αγωνία που συσσωρεύεται, μεταλλάσσεται και πολλαπλασιάζεται. Μια αγωνία για το απολύτως κοντινό αύριο. Μια αγωνία που περιέχει και την ελπίδα του καινούργιου.  Μια ελπίδα που πηγαινοέρχεται.
    Η αγωνία οδηγεί σε παραδοχές. Ο καθένας την δική του. Άλλος θα πει πως η κρίση δεν είναι περαστική. Έχει εγκατασταθεί μόνιμα και πως οι πιθανότητες τα πράγματα  ν΄αλλάξουν είναι μηδαμινές, άντε στην καλή περίπτωση λίγο περισσότερες. Κάποιος θα τον πει πραγματιστή. Άλλος θα πει πως η κρίση είναι παροδική, πως η επαναφορά αν και δύσκολη είναι εφικτή και θέμα χρόνου. Κάποιος θα τον πει αισιόδοξο. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Εμείς και εμείς. Όπως κοιτά τα πράγματα ο καθένας δηλαδή. Όχι τα εξωτερικά πράγματα. Αυτά με  τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι αντικειμενική πραγματικότητα. Όπως κοιτά ο καθένας τα μέσα του. Πόσα κενά αντέχει ο καθένας μας. 
    Η φύση απεχθάνεται το κενό; Μάλλον οι άνθρωποι το φοβούνται, και γι΄αυτό επινοούν πληρώματα. Γεμίζουν το φοβερό κενό με ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα. Καμιά φορά με αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Τρόποι να διώξουμε τον ανθρώπινο φόβο μας είναι. Κι ας είναι αυτό που ζούμε στην ουσία μετάβαση, μεταίχμιο, μια τράνζιτ διαδρομή. Μας φοβίζει όλους. Πιο πολύ απ΄όλα φοβίζει η αίσθηση της αδυναμίας να ορίζουμε την ζωή μας. Σαν κάποιος αόρατος παντοδύναμος οργανωτής να μας ακολουθεί, και στην πρώτη ευκαιρία που του ταιριάζει να μας πετάει έξω από το παρόν και το μέλλον, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος παντοδύναμος να σβήνει φάρους, σταθερές και δεδομένα. 
    Ο κίνδυνος της απώλειας του μέλλοντος μας φέρνει μπροστά στο  παρελθόν. Νοσταλγούμε τότε. Ανθρώπους, βλέμματα, εικόνες που έχουν εξαχνωθεί και τώρα ευωδιάζουν. Αυτή είναι η ύλη της νοσταλγίας. Ό,τι θυμόμαστε, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε. Ό,τι έχουμε ανάγκη. Όπως όταν στέκεσαι μπροστά στ΄αμπέλια και έρχεται ένα αεράκι και σου ταράζει το μουδιασμένο σου σώμα. Ψάχνουμε να βρούμε μια παρηγοριά στην νοσταλγία. Μόνο που δεν υπάρχει παρηγοριά. Μονάχα σκέψη, στοχασμός και η συνείδηση ότι είμαστε άνθρωποι στην καρδιά μιας ιστορικής στιγμής. Ιστορικοί άνθρωποι. 
    Αυτή η συνείδηση της ιστορίας, σαν σκηνή τραγωδίας μας καλεί να θυμηθούμε τις συνάφειες, τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα σ΄ένα δημοτικό τραγούδι κι ένα πέρασμα, την ευαισθησία μιας κοινότητας παλαιών ανθρώπων. Μας βοηθά να ξεχωρίσουμε το ουσιαστικό από το ανούσιο. Να νιώσουμε πως την ίδια ώρα που είμαστε ανεμοδαρμένοι και ξυλάρμενοι είμαστε και παλιοί και αγκυροβολημένοι. Και πως για να λυτρωθούμε από τα ρήγματα και τα ερείπια πρέπει εμείς οι ίδιοι να μην φοβηθούμε την διάρρηξη, την ασυνέχεια που θα μας ξανοίξει σ΄ένα διαφορετικό μέλλον, απελευθερωτικό. Εκεί μπροστά σ΄αυτή την νοσταλγία και στον κοινό κίνδυνο ο πραγματιστής και ο αισιόδοξος συγκλίνουν έστω και από διαφορετικούς δρόμους. Αυτό ναι, μπορεί να ονομάζεται ελπίδα. Ισορροπία σ΄ένα καινούργιο επίπεδο. 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Σταδιοδρομία



Τώρα
από τα πέρατα μιας νοσταλγίας παίρνω ειδήσεις σου:
κατάντησες θαμών
κάποιας παλιάς φωτογραφίας σου
διαπρέποντας στην χάρτινη ένταση της.

Κική Δημουλά ( Ποιήματα θ' έκδοση/ εκδόσεις Ίκαρος)

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Η μούγγα




Από καιρό δεν μιλάμε πια. Πού και πού του δίνω μια φάπα για να φωνάξει και να σπάσει η μούγγα. Δεν φωνάζει αλλά παίρνει το χέρι μου και το ακουμπάει στο κεφάλι του.


Εύα Στεφανή ''Τα μαλλιά του Φιν'' εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Ένα κομμάτι βαμβάκι και λίγο μπεταντίν



     Ο κύριος Χ ξεσπαθώνει κατά της Τρόικας. Μιλά για τους ανέργους και βουρκώνει. Πάντα και μόνο on-air.  Τραγουδάει Θεοδωράκη, Λοϊζο. Τίποτα δεν πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή. Κοιτά την κάμερα 3 κατάματα και δακρύζει. Μετά την κάμερα 2 και σηκώνει την γροθιά. Ο κόσμος συγκινείται. Η εκπομπή συνεχίζεται, κερδοφορεί. Ο κύριος Χ χειροκροτείται. Οι παλάμες κατακόκκινες από το χειροκρότημα, ελευθερώνονται και σφίγγουν την παλάμη του διπλανού. Οι τηλεθεατές, οι θεατές, το πλήθος, το κοινό αγαλιάζει και ονειρεύεται μια πλατεία. Ο κύριος Χ αφήνει για το τέλος να πει ένα αστείο. Να χαλαρώσει η διάθεση. Να αποφευχθεί η πολλή συγκίνηση. Δεν ξέρεις καμιά φορά που σε βγάζει. Να μην χαθούμε στην μετάφραση των αντιφάσεων. Το αστείο πιάνει. Πάντα πιάνει. Έχει τους κανόνες του το παιχνίδι της δημοσιότητας. Το πλήθος γελάει. Ξεκαρδίζεται στα γέλια, σαν να μην έχει γελάσει ποτέ ξανά. Ευκαιρία δευτερολέπτου να ζήσει. Όσο κρατάει μια τζούρα από ένα τσιγάρο. Ο κύριος Χ είναι ο άνθρωπος μας, είναι ο επαναστάτης που δεν μπορέσαμε να γίνουμε εμείς. Ο δούρειος ίππος στην καρδιά του συστήματος. Δεν σε άκουσα τι λες; Θέλεις να βγεις από το σύστημα; Άσε ρε φίλε, για κουκίδες μας μιλάς;
    Τα φώτα σβήνουν. Οι κάμερες σταματούν. Ο κόσμος φεύγει, γλυστρά στα μικρά, στα καθημερινά και στ΄ασήμαντα. Ο κύριος Χ βγάζει τα ρούχα της δουλειάς, ξεκολάει τα δάκρυα και τα βάζει στην θήκη που γράφει απ΄έξω ''εργαλεία για νοικοκοιραίους''. Μπαίνει  στο καλογυαλισμένο σκούρο αμάξι με τα φιμέ τζάμια και αναπτύσει ταχύτητα. Να φύγει, να ξεκολήσει από τους απλούς ανθρώπους. Δεν αντέχει άλλη επαφή μαζί τους. Θα γυρίσει σπίτι του, θα βάλει το ουισκάκι του, θα κάνει τα τηλεφωνήματα του με το σμαρτφόν του, θα μιλήσει με τους αριθμούς του. Μετά θα γίνει λίγο γονιός, άνετος σαν αυτούς που βλέπουμε στις γαλλικές ταινίες. Θα ξαπλώσει στην μπαμπουδένια πολυθρόνα του και στο εναλλακτικά ημιφωτισμένο σπίτι του και θα μιλήσει με το παιδί του για λίγα λεπτά. Με το μοναχικό παιδί, με το πληγωμένο παιδί. Δύο χτυπήματα στην πλάτη, μπορεί και ένα στίχο του Σεφέρη. Και η ζωή θα συνεχιστεί.
     Από την άλλη στους συρμούς, στις στάσεις και στις πλατείες, οι κάτοικοι αυτής αλλά και της άλλης πόλης τρέχουν από συνήθεια. Μπορεί από την όρεξη και την βιασύνη στα χρόνια της ευφορίας να έμεινε κουσούρι. Τρέχουν οι άνθρωποι έτσι. Σαν καθημερινό ραντεβού με την αλλοτινή ευτυχία τους. Και αυτή να μην έρχεται στη συνάντηση  ποτέ. Είχε έρθει άραγε ποτέ στο ραντεβού; Το βράδυ κάθονται στην άκρη του κρεβατιού τους, στην άκρη του μπαρ, στην άκρη του δρόμου, στην άκρη του γκρεμού και ξεφυσάνε τις ίνες που έχουν αποσυνθέσει τα έλκη τους. Αιωρούνται στην πτώση. Οι ιδέες αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια και ποτέ δεν μπαίνουν μέσα. 
    Αυτά τα προεκλογικά λευκά μάρμαρα του συντάγματος σε χωρίζουν από το βαγόνι που κάθε μέρα σε πάει σπίτι σου. Θες δεν θες κάποια στιγμή από κει θα περάσεις. Εκεί έξω συναντάς συνήθως τα παιδιά που πουλούν την Σχεδία. Να σου πω την αλήθεια θα προτιμούσα  το περιοδικό να το ονομάσουν ''Σα δε ντρέπεστε''. Να δίνουμε 3 ευρώ για να εξαγοράζουμε τις ενοχές μας. Μετά μ΄ένα μακροβούτι στα έγκατα της γης θα βρεθείς στην πλατφόρμα και θα περιμένεις το βαγόνι σου. Αυτό που θα σε πάει κοντά στο δικό σου παιδί. Αυτό που περιμένει την κουβέντα, το χάδι, το βλέμμα σου. Όχι για να καλύψει την μοναξιά του. Η μοναξιά δεν καλύπτεται με ανθρώπους. Δεν είναι τρύπα, είναι εξόγκωμα. Αλλά για να συνεχίσει. Να σχηματίσει ικανότητα να φτιάξει νόημα. Μπορείς να του δώσεις; Νόημα; Να συνεχίσει η ζωή. Να μην καταστραφεί άλλη μια γενιά. 
        Μετακινείς το βάρος σου από το ένα πόδι στο άλλο. Ακούς το τραίνο να πλησιάζει. Κοιτάς όλο αυτό τον κόσμο δεξιά κι αριστερά. Κρατάνε όλοι από ένα κομμάτι βαμβάκι και ψάχνουν για  λίγο μπεταντίν. 


Φωτογραφία Πέτρος Κοτζαμπάσης
    

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Καλή χρονιά




Επιστρέφοντας ξημερώματα διαπιστώσαμε πως υπήρξε μια διαρροή χρόνου εδώ γύρω.
Αναστενάξαμε πως το παρόν αποτελεί προιόν πραγματικότητας.
Ήταν όμως και η τεκίλα καλή.
Καλή χρονιά Amigos.
Γεμάτη ζωή. Που να την ζούμε όμως γιατί καμιά φορά ξεχνιόμαστε. 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Ρίσκο λένε το όνειρο




    Τώρα θα ετοιμάζεσαι για την βόλτα έθιμο τέτοιας μέρας. Της μέρας που η στολή μένει στην ντουλάπα. Καφές με μερικούς φίλους στο κέντρο της πόλης. Μιας πόλης φάντασμα του αληθινού εαυτού της. Κοντεύεις να την ξεχάσεις. Τόσα χρόνια την έφτυνες και τώρα που ρήμαξε, την λυπάσαι. Το ίδιο με σένα. Τόσα χρόνια σε ρήμαζαν και τώρα που δεν έχουν τι άλλο να σου πάρουν, σε μισούν. Πέρασμα από τα βιβλιοπωλεία, χάζεμα στις καινούργιες εκδόσεις. Κανένα τσίπουρο στο Θησείο και γραμμή για το σπίτι.
     Λίγες ώρες πριν αλλάξει ο νέος χρόνος τον παλιό. Μπαμ, μπουμ θ΄ανοίξεις την πόρτα και τα παράθυρα να μπει ο καινούργιος αέρας και εσύ θα έχεις ήδη προχωρήσει ένα χρόνο παρακάτω. Θ΄ αρχίσεις τα ''καλή χρονιά'' και τις άλλες ευχές που καταβάθος πιστεύεις πως στερούνται παντελώς λογικής αφού βλέπεις ν΄ απευθύνονται σε διασωληνωμένους  σε χρόνο κατ΄επίφαση ή κατά αναγκαία συνθήκη ''υγιή''. Θες εσύ στις μέρες μας να τον πεις ''υγιή'', πές τον. Τα φυλακισμένα σε εισαγωγικά νοήματα είναι εξακριβωμένο πως πουλάνε πιο πολύ. Σαν το παραμύθι που ο καθένας αποφασίζει μόνος του να αγοράσει. Το τεστάρεις πάνω στον εαυτό σου, χωρίς κανένα άλλο μέτρο σύγκρισης. Χωρίς λόγο ούτε στο σενάριο, ούτε στο casting και φυσικά ούτε στην σκηνοθεσία. 
     Τώρα θα κοιμάσαι ακόμα. Μπορεί το στόμα σου να είναι λίγο ανοικτό και το ένα χέρι σου να είναι ξεχασμένο στο στήθος της κοπέλας σου ή στο δικό σου,  στο μέρος της καρδιάς. Μπορεί μια βραχνή αναπνοή να κυλάει στην άκρη του στόματος. Μπορεί να έχεις αφήσει ανοιχτή μια μουσική από τον υπολογιστή να παίζει σιγά, παρηγορητικά. Το τασάκι δίπλα σου γεμάτο. Πολύ καπνίζεις. 
    Από μεθαύριο πάλι τα γνωστά. Μίζερες εποχές, μίζερα τα λεφτά και οι συνθήκες. Προσπαθείς αλλά με κομμένα τα φτερά. Καλά είναι τ΄αστεία με τους φίλους και αυτά που γράφεις από δω και από κει στο διαδίκτυο με το ξινό κέφι που γεννάει η απελπισία. Κωλοκατάσταση. Μερικοί τα καταφέρνουν, παίρνουν φόρα και φτιάχνουν ένα κόσμο μέσα στον κόσμο. Δικό τους. Είναι λίγοι όμως. Δεν είσαι εσύ απ΄αυτούς. Τουλάχιστον μην καπνίζεις τόσο πολύ μέχρι να δεις τι θα κάνεις. 
      Βρίσκεις τον εαυτό σου λίγο εκτός θέματος. Έτσι που χάνεσαι και ψάχνεσαι πάλι από την αρχή. Το παιχνίδι αυτό είναι παλιό, και εκεί που λες πως τελείωσε, συμβαίνει κάτι και ξαναγυρίζει από κει που ξεκίνησε. Κι αυτό οι σοφοί το λένε ζωή. Καλά θα κάνουμε ν΄αρχίσουμε να το ψιλολέμε και εμείς. Γιατί ζωή δεν είναι μόνο ό,τι ζεις, αλλά κυρίως ό,τι ονειρεύεσαι πως θα ζήσεις ή ακόμα ό,τι σου απαγορεύουν να ζήσεις. Αυτό το ρίσκο το λένε όνειρο. Αυτό το όνειρο είναι τόσο μοναχικό, όσο ο περίπατος δυό αγγέλων με κομμένα φτερά, στην άδεια Πανεπιστημίου, μιας πόλης κλειστής λόγω απελπισίας.

Καλή χρονιά


Φωτογραφία Πέτρος Κοτζαμπάσης

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Βαλσάκι



Βαλσάκι...Όλα αυτά τα μικρά λουλουδάκια μιλούν για μια ζωή που δεν είναι μόνο απλή κατανάλωση του χρόνου αλλά κάτι μυστηριώδες και απίστευτα πλούσιο (μέσα στις αντιφάσεις της). Ένας δροσερός κήπος. Γι΄αυτό κι όταν μπαίνουμε σε ξένους κήπους, ας το χαιρόμαστε σαν μοναδικό προνόμιο. Με κάθε σεβασμό.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά, χρόνια ελεύθερα


Χρόνια πολλά.
Χρόνια ελεύθερα.
Χρόνια αγάπης.

Μετά άμα θέλουμε τραγουδάμε και την Άγια νύχτα.


Φωτεινά παράθυρα



Πόσο ζεστασιά νοιώθεις όταν περπατάς
μέσα στο σκοτάδι και βλέπεις φωτεινά
παράθυρα με μισοτραβηγμένες τις
κουρτίνες και ανθρώπινες φιγούρες
να καλοσωρίζουν την νύχτα.
Κάθε παράθυρο και ένας ολόκληρος
ξεχωριστός κόσμος.
Ο μικρόκοσμος της κάθε οικογένειας.
Αυτά τα φωτεισμένα παράθυρα είναι ίσως
και τα μοναδικά πραγματικά ανοίγματα
προς τον έξω κόσμο.
Την μέρα όλα διαφορετικά το φως τα
σβήνει όλα.

Μαρία Ντούμα


Φωτογραφία Άσπα Μόσχου
Εξάρχεια

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Ήταν κάποτε μια



   Ήταν κάποτε μια που είχε στα μάτια κόκκινη φωτιά παγιδευμένων λύκων. Πάνω - κάτω στις ίδιες ατελείωτες διαδρομές, πλάι σε ποινικούς και επαναστάτες. Εξάρχεια-Πατήσια-Μεταξουργείο-Μετς. Μ΄ένα παλιοπαντέλονο. Χιλιόμετρα έρχονταν καταπάνω της οι μέρες. Στα παιδικά της χρόνια κανείς. Ερημιά εκεί. Μπαίναν κρυφά στο σπίτι της, κοιμόντουσαν στο κρεβάτι της, τρώγανε από το φαί της. Όταν βράδιαζε φεύγανε και αφήνανε τα πιάτα άπλυτα. Δεν εξηγείται αλλιώς, έτσι βρόμικος που ήταν  πάντα ο νεροχύτης, έτσι πολλοί που ήταν πάντα οι άνθρωποι. 
   Ανήμερα της γιορτής της, την είδα πάλι. Ν' ανοίγει την πόρτα σιγά σιγά και να μπαίνει. Πρέπει να είχε περάσει καιρός πολύς γιατί τα νύχια της είχαν μακρύνει και η φωνή της ακουγόταν με διακοπές. Κρύωνε τυλιγμένη σ΄ένα ξύλινο παλτό. Από μέσα περασμένα τα ποιήματα, δεμένα σφιχτά στο μέρος της καρδιάς. Εκεί που οι άλλοι κρεμάνε συνήθως ματάκια και μενταγιόν για να ξορκίζουν το κακό. 
    Την κοπάνησα εντάξει; Αυτό μου είπε. Να γλυτώσω από τις διασπάσεις,  την αποτρόπαιη μοναξιά. Τον ανυπόφορο θόρυβο των δρόμων. Να γλυτώσω ρε. Τις ίδιες, ατελείωτες διαδρομές στους δρόμους. Φωτογραφίσανε τον πόνο και βάλανε την φωτογραφία μου, δεν βλέπεις; Μια στάλα σταλαγμίτης απόμεινα, ένα τόσο δα πουλάκι. Κοίτα, χωράω σ΄ένα άδειο  μπουκάλι. Και η ζωή; την ρώταγα εγώ. Θέλω να σε ακούσω. Μην σωπαίνεις. Μην τους κάνεις την χάρη. Μην χάνεσαι τώρα. Μην αφήσεις την ασχήμια που σαν δεν έχει υπόσταση και ζωή, παίρνει δύναμη. 
    Ταυτότητα μια τροβαδούρος του χθες, μέλος μιας απενεργοποιημένης ζωής. Ένα πρόσωπο καθαρό σαν νεράκι και μια ψυχή όμορφη σαν νερού, μοίραζε ποιήματά της χέρι με χέρι. Αμετάκλητες προκηρύξεις μιας μεγάλης διαδήλωσης που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πάει. Αυτό ήταν. 
Να ξανάρθεις. Μ΄ακούς; Εδώ θα είμαι. Κανείς δεν κρίθηκε. Ακόμη. 


Ζωγραφική Lale Mudlur