Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Εμείς και εμείς




      Συναντάς ένα γνωστό, ανταλλάσσετε χαιρετισμούς, αισθάνεσαι τον δισταγμό, έρχεται η σιωπή, ο κενός χρόνος, το μετέωρο βήμα. Μετά έρχεται εκείνο το ''πώς βλέπεις τα πράγματα;''. Παλιά σχεδόν παντοτινή ερώτηση που εσύ τώρα την εισπράτεις διαφορετικά. Περιέχει αγωνία. Μια αγωνία που συσσωρεύεται, μεταλλάσσεται και πολλαπλασιάζεται. Μια αγωνία για το απολύτως κοντινό αύριο. Μια αγωνία που περιέχει και την ελπίδα του καινούργιου.  Μια ελπίδα που πηγαινοέρχεται.
    Η αγωνία οδηγεί σε παραδοχές. Ο καθένας την δική του. Άλλος θα πει πως η κρίση δεν είναι περαστική. Έχει εγκατασταθεί μόνιμα και πως οι πιθανότητες τα πράγματα  ν΄αλλάξουν είναι μηδαμινές, άντε στην καλή περίπτωση λίγο περισσότερες. Κάποιος θα τον πει πραγματιστή. Άλλος θα πει πως η κρίση είναι παροδική, πως η επαναφορά αν και δύσκολη είναι εφικτή και θέμα χρόνου. Κάποιος θα τον πει αισιόδοξο. Δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Εμείς και εμείς. Όπως κοιτά τα πράγματα ο καθένας δηλαδή. Όχι τα εξωτερικά πράγματα. Αυτά με  τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι αντικειμενική πραγματικότητα. Όπως κοιτά ο καθένας τα μέσα του. Πόσα κενά αντέχει ο καθένας μας. 
    Η φύση απεχθάνεται το κενό; Μάλλον οι άνθρωποι το φοβούνται, και γι΄αυτό επινοούν πληρώματα. Γεμίζουν το φοβερό κενό με ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα. Καμιά φορά με αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Τρόποι να διώξουμε τον ανθρώπινο φόβο μας είναι. Κι ας είναι αυτό που ζούμε στην ουσία μετάβαση, μεταίχμιο, μια τράνζιτ διαδρομή. Μας φοβίζει όλους. Πιο πολύ απ΄όλα φοβίζει η αίσθηση της αδυναμίας να ορίζουμε την ζωή μας. Σαν κάποιος αόρατος παντοδύναμος οργανωτής να μας ακολουθεί, και στην πρώτη ευκαιρία που του ταιριάζει να μας πετάει έξω από το παρόν και το μέλλον, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος παντοδύναμος να σβήνει φάρους, σταθερές και δεδομένα. 
    Ο κίνδυνος της απώλειας του μέλλοντος μας φέρνει μπροστά στο  παρελθόν. Νοσταλγούμε τότε. Ανθρώπους, βλέμματα, εικόνες που έχουν εξαχνωθεί και τώρα ευωδιάζουν. Αυτή είναι η ύλη της νοσταλγίας. Ό,τι θυμόμαστε, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε. Ό,τι έχουμε ανάγκη. Όπως όταν στέκεσαι μπροστά στ΄αμπέλια και έρχεται ένα αεράκι και σου ταράζει το μουδιασμένο σου σώμα. Ψάχνουμε να βρούμε μια παρηγοριά στην νοσταλγία. Μόνο που δεν υπάρχει παρηγοριά. Μονάχα σκέψη, στοχασμός και η συνείδηση ότι είμαστε άνθρωποι στην καρδιά μιας ιστορικής στιγμής. Ιστορικοί άνθρωποι. 
    Αυτή η συνείδηση της ιστορίας, σαν σκηνή τραγωδίας μας καλεί να θυμηθούμε τις συνάφειες, τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα σ΄ένα δημοτικό τραγούδι κι ένα πέρασμα, την ευαισθησία μιας κοινότητας παλαιών ανθρώπων. Μας βοηθά να ξεχωρίσουμε το ουσιαστικό από το ανούσιο. Να νιώσουμε πως την ίδια ώρα που είμαστε ανεμοδαρμένοι και ξυλάρμενοι είμαστε και παλιοί και αγκυροβολημένοι. Και πως για να λυτρωθούμε από τα ρήγματα και τα ερείπια πρέπει εμείς οι ίδιοι να μην φοβηθούμε την διάρρηξη, την ασυνέχεια που θα μας ξανοίξει σ΄ένα διαφορετικό μέλλον, απελευθερωτικό. Εκεί μπροστά σ΄αυτή την νοσταλγία και στον κοινό κίνδυνο ο πραγματιστής και ο αισιόδοξος συγκλίνουν έστω και από διαφορετικούς δρόμους. Αυτό ναι, μπορεί να ονομάζεται ελπίδα. Ισορροπία σ΄ένα καινούργιο επίπεδο. 

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Σταδιοδρομία



Τώρα
από τα πέρατα μιας νοσταλγίας παίρνω ειδήσεις σου:
κατάντησες θαμών
κάποιας παλιάς φωτογραφίας σου
διαπρέποντας στην χάρτινη ένταση της.

Κική Δημουλά ( Ποιήματα θ' έκδοση/ εκδόσεις Ίκαρος)

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Η μούγγα




Από καιρό δεν μιλάμε πια. Πού και πού του δίνω μια φάπα για να φωνάξει και να σπάσει η μούγγα. Δεν φωνάζει αλλά παίρνει το χέρι μου και το ακουμπάει στο κεφάλι του.


Εύα Στεφανή ''Τα μαλλιά του Φιν'' εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Ένα κομμάτι βαμβάκι και λίγο μπεταντίν



     Ο κύριος Χ ξεσπαθώνει κατά της Τρόικας. Μιλά για τους ανέργους και βουρκώνει. Πάντα και μόνο on-air.  Τραγουδάει Θεοδωράκη, Λοϊζο. Τίποτα δεν πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή. Κοιτά την κάμερα 3 κατάματα και δακρύζει. Μετά την κάμερα 2 και σηκώνει την γροθιά. Ο κόσμος συγκινείται. Η εκπομπή συνεχίζεται, κερδοφορεί. Ο κύριος Χ χειροκροτείται. Οι παλάμες κατακόκκινες από το χειροκρότημα, ελευθερώνονται και σφίγγουν την παλάμη του διπλανού. Οι τηλεθεατές, οι θεατές, το πλήθος, το κοινό αγαλιάζει και ονειρεύεται μια πλατεία. Ο κύριος Χ αφήνει για το τέλος να πει ένα αστείο. Να χαλαρώσει η διάθεση. Να αποφευχθεί η πολλή συγκίνηση. Δεν ξέρεις καμιά φορά που σε βγάζει. Να μην χαθούμε στην μετάφραση των αντιφάσεων. Το αστείο πιάνει. Πάντα πιάνει. Έχει τους κανόνες του το παιχνίδι της δημοσιότητας. Το πλήθος γελάει. Ξεκαρδίζεται στα γέλια, σαν να μην έχει γελάσει ποτέ ξανά. Ευκαιρία δευτερολέπτου να ζήσει. Όσο κρατάει μια τζούρα από ένα τσιγάρο. Ο κύριος Χ είναι ο άνθρωπος μας, είναι ο επαναστάτης που δεν μπορέσαμε να γίνουμε εμείς. Ο δούρειος ίππος στην καρδιά του συστήματος. Δεν σε άκουσα τι λες; Θέλεις να βγεις από το σύστημα; Άσε ρε φίλε, για κουκίδες μας μιλάς;
    Τα φώτα σβήνουν. Οι κάμερες σταματούν. Ο κόσμος φεύγει, γλυστρά στα μικρά, στα καθημερινά και στ΄ασήμαντα. Ο κύριος Χ βγάζει τα ρούχα της δουλειάς, ξεκολάει τα δάκρυα και τα βάζει στην θήκη που γράφει απ΄έξω ''εργαλεία για νοικοκοιραίους''. Μπαίνει  στο καλογυαλισμένο σκούρο αμάξι με τα φιμέ τζάμια και αναπτύσει ταχύτητα. Να φύγει, να ξεκολήσει από τους απλούς ανθρώπους. Δεν αντέχει άλλη επαφή μαζί τους. Θα γυρίσει σπίτι του, θα βάλει το ουισκάκι του, θα κάνει τα τηλεφωνήματα του με το σμαρτφόν του, θα μιλήσει με τους αριθμούς του. Μετά θα γίνει λίγο γονιός, άνετος σαν αυτούς που βλέπουμε στις γαλλικές ταινίες. Θα ξαπλώσει στην μπαμπουδένια πολυθρόνα του και στο εναλλακτικά ημιφωτισμένο σπίτι του και θα μιλήσει με το παιδί του για λίγα λεπτά. Με το μοναχικό παιδί, με το πληγωμένο παιδί. Δύο χτυπήματα στην πλάτη, μπορεί και ένα στίχο του Σεφέρη. Και η ζωή θα συνεχιστεί.
     Από την άλλη στους συρμούς, στις στάσεις και στις πλατείες, οι κάτοικοι αυτής αλλά και της άλλης πόλης τρέχουν από συνήθεια. Μπορεί από την όρεξη και την βιασύνη στα χρόνια της ευφορίας να έμεινε κουσούρι. Τρέχουν οι άνθρωποι έτσι. Σαν καθημερινό ραντεβού με την αλλοτινή ευτυχία τους. Και αυτή να μην έρχεται στη συνάντηση  ποτέ. Είχε έρθει άραγε ποτέ στο ραντεβού; Το βράδυ κάθονται στην άκρη του κρεβατιού τους, στην άκρη του μπαρ, στην άκρη του δρόμου, στην άκρη του γκρεμού και ξεφυσάνε τις ίνες που έχουν αποσυνθέσει τα έλκη τους. Αιωρούνται στην πτώση. Οι ιδέες αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια και ποτέ δεν μπαίνουν μέσα. 
    Αυτά τα προεκλογικά λευκά μάρμαρα του συντάγματος σε χωρίζουν από το βαγόνι που κάθε μέρα σε πάει σπίτι σου. Θες δεν θες κάποια στιγμή από κει θα περάσεις. Εκεί έξω συναντάς συνήθως τα παιδιά που πουλούν την Σχεδία. Να σου πω την αλήθεια θα προτιμούσα  το περιοδικό να το ονομάσουν ''Σα δε ντρέπεστε''. Να δίνουμε 3 ευρώ για να εξαγοράζουμε τις ενοχές μας. Μετά μ΄ένα μακροβούτι στα έγκατα της γης θα βρεθείς στην πλατφόρμα και θα περιμένεις το βαγόνι σου. Αυτό που θα σε πάει κοντά στο δικό σου παιδί. Αυτό που περιμένει την κουβέντα, το χάδι, το βλέμμα σου. Όχι για να καλύψει την μοναξιά του. Η μοναξιά δεν καλύπτεται με ανθρώπους. Δεν είναι τρύπα, είναι εξόγκωμα. Αλλά για να συνεχίσει. Να σχηματίσει ικανότητα να φτιάξει νόημα. Μπορείς να του δώσεις; Νόημα; Να συνεχίσει η ζωή. Να μην καταστραφεί άλλη μια γενιά. 
        Μετακινείς το βάρος σου από το ένα πόδι στο άλλο. Ακούς το τραίνο να πλησιάζει. Κοιτάς όλο αυτό τον κόσμο δεξιά κι αριστερά. Κρατάνε όλοι από ένα κομμάτι βαμβάκι και ψάχνουν για  λίγο μπεταντίν. 


Φωτογραφία Πέτρος Κοτζαμπάσης
    

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Καλή χρονιά




Επιστρέφοντας ξημερώματα διαπιστώσαμε πως υπήρξε μια διαρροή χρόνου εδώ γύρω.
Αναστενάξαμε πως το παρόν αποτελεί προιόν πραγματικότητας.
Ήταν όμως και η τεκίλα καλή.
Καλή χρονιά Amigos.
Γεμάτη ζωή. Που να την ζούμε όμως γιατί καμιά φορά ξεχνιόμαστε. 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Ρίσκο λένε το όνειρο




    Τώρα θα ετοιμάζεσαι για την βόλτα έθιμο τέτοιας μέρας. Της μέρας που η στολή μένει στην ντουλάπα. Καφές με μερικούς φίλους στο κέντρο της πόλης. Μιας πόλης φάντασμα του αληθινού εαυτού της. Κοντεύεις να την ξεχάσεις. Τόσα χρόνια την έφτυνες και τώρα που ρήμαξε, την λυπάσαι. Το ίδιο με σένα. Τόσα χρόνια σε ρήμαζαν και τώρα που δεν έχουν τι άλλο να σου πάρουν, σε μισούν. Πέρασμα από τα βιβλιοπωλεία, χάζεμα στις καινούργιες εκδόσεις. Κανένα τσίπουρο στο Θησείο και γραμμή για το σπίτι.
     Λίγες ώρες πριν αλλάξει ο νέος χρόνος τον παλιό. Μπαμ, μπουμ θ΄ανοίξεις την πόρτα και τα παράθυρα να μπει ο καινούργιος αέρας και εσύ θα έχεις ήδη προχωρήσει ένα χρόνο παρακάτω. Θ΄ αρχίσεις τα ''καλή χρονιά'' και τις άλλες ευχές που καταβάθος πιστεύεις πως στερούνται παντελώς λογικής αφού βλέπεις ν΄ απευθύνονται σε διασωληνωμένους  σε χρόνο κατ΄επίφαση ή κατά αναγκαία συνθήκη ''υγιή''. Θες εσύ στις μέρες μας να τον πεις ''υγιή'', πές τον. Τα φυλακισμένα σε εισαγωγικά νοήματα είναι εξακριβωμένο πως πουλάνε πιο πολύ. Σαν το παραμύθι που ο καθένας αποφασίζει μόνος του να αγοράσει. Το τεστάρεις πάνω στον εαυτό σου, χωρίς κανένα άλλο μέτρο σύγκρισης. Χωρίς λόγο ούτε στο σενάριο, ούτε στο casting και φυσικά ούτε στην σκηνοθεσία. 
     Τώρα θα κοιμάσαι ακόμα. Μπορεί το στόμα σου να είναι λίγο ανοικτό και το ένα χέρι σου να είναι ξεχασμένο στο στήθος της κοπέλας σου ή στο δικό σου,  στο μέρος της καρδιάς. Μπορεί μια βραχνή αναπνοή να κυλάει στην άκρη του στόματος. Μπορεί να έχεις αφήσει ανοιχτή μια μουσική από τον υπολογιστή να παίζει σιγά, παρηγορητικά. Το τασάκι δίπλα σου γεμάτο. Πολύ καπνίζεις. 
    Από μεθαύριο πάλι τα γνωστά. Μίζερες εποχές, μίζερα τα λεφτά και οι συνθήκες. Προσπαθείς αλλά με κομμένα τα φτερά. Καλά είναι τ΄αστεία με τους φίλους και αυτά που γράφεις από δω και από κει στο διαδίκτυο με το ξινό κέφι που γεννάει η απελπισία. Κωλοκατάσταση. Μερικοί τα καταφέρνουν, παίρνουν φόρα και φτιάχνουν ένα κόσμο μέσα στον κόσμο. Δικό τους. Είναι λίγοι όμως. Δεν είσαι εσύ απ΄αυτούς. Τουλάχιστον μην καπνίζεις τόσο πολύ μέχρι να δεις τι θα κάνεις. 
      Βρίσκεις τον εαυτό σου λίγο εκτός θέματος. Έτσι που χάνεσαι και ψάχνεσαι πάλι από την αρχή. Το παιχνίδι αυτό είναι παλιό, και εκεί που λες πως τελείωσε, συμβαίνει κάτι και ξαναγυρίζει από κει που ξεκίνησε. Κι αυτό οι σοφοί το λένε ζωή. Καλά θα κάνουμε ν΄αρχίσουμε να το ψιλολέμε και εμείς. Γιατί ζωή δεν είναι μόνο ό,τι ζεις, αλλά κυρίως ό,τι ονειρεύεσαι πως θα ζήσεις ή ακόμα ό,τι σου απαγορεύουν να ζήσεις. Αυτό το ρίσκο το λένε όνειρο. Αυτό το όνειρο είναι τόσο μοναχικό, όσο ο περίπατος δυό αγγέλων με κομμένα φτερά, στην άδεια Πανεπιστημίου, μιας πόλης κλειστής λόγω απελπισίας.

Καλή χρονιά


Φωτογραφία Πέτρος Κοτζαμπάσης

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Βαλσάκι



Βαλσάκι...Όλα αυτά τα μικρά λουλουδάκια μιλούν για μια ζωή που δεν είναι μόνο απλή κατανάλωση του χρόνου αλλά κάτι μυστηριώδες και απίστευτα πλούσιο (μέσα στις αντιφάσεις της). Ένας δροσερός κήπος. Γι΄αυτό κι όταν μπαίνουμε σε ξένους κήπους, ας το χαιρόμαστε σαν μοναδικό προνόμιο. Με κάθε σεβασμό.

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά, χρόνια ελεύθερα


Χρόνια πολλά.
Χρόνια ελεύθερα.
Χρόνια αγάπης.

Μετά άμα θέλουμε τραγουδάμε και την Άγια νύχτα.


Φωτεινά παράθυρα



Πόσο ζεστασιά νοιώθεις όταν περπατάς
μέσα στο σκοτάδι και βλέπεις φωτεινά
παράθυρα με μισοτραβηγμένες τις
κουρτίνες και ανθρώπινες φιγούρες
να καλοσωρίζουν την νύχτα.
Κάθε παράθυρο και ένας ολόκληρος
ξεχωριστός κόσμος.
Ο μικρόκοσμος της κάθε οικογένειας.
Αυτά τα φωτεισμένα παράθυρα είναι ίσως
και τα μοναδικά πραγματικά ανοίγματα
προς τον έξω κόσμο.
Την μέρα όλα διαφορετικά το φως τα
σβήνει όλα.

Μαρία Ντούμα


Φωτογραφία Άσπα Μόσχου
Εξάρχεια

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Ήταν κάποτε μια



   Ήταν κάποτε μια που είχε στα μάτια κόκκινη φωτιά παγιδευμένων λύκων. Πάνω - κάτω στις ίδιες ατελείωτες διαδρομές, πλάι σε ποινικούς και επαναστάτες. Εξάρχεια-Πατήσια-Μεταξουργείο-Μετς. Μ΄ένα παλιοπαντέλονο. Χιλιόμετρα έρχονταν καταπάνω της οι μέρες. Στα παιδικά της χρόνια κανείς. Ερημιά εκεί. Μπαίναν κρυφά στο σπίτι της, κοιμόντουσαν στο κρεβάτι της, τρώγανε από το φαί της. Όταν βράδιαζε φεύγανε και αφήνανε τα πιάτα άπλυτα. Δεν εξηγείται αλλιώς, έτσι βρόμικος που ήταν  πάντα ο νεροχύτης, έτσι πολλοί που ήταν πάντα οι άνθρωποι. 
   Ανήμερα της γιορτής της, την είδα πάλι. Ν' ανοίγει την πόρτα σιγά σιγά και να μπαίνει. Πρέπει να είχε περάσει καιρός πολύς γιατί τα νύχια της είχαν μακρύνει και η φωνή της ακουγόταν με διακοπές. Κρύωνε τυλιγμένη σ΄ένα ξύλινο παλτό. Από μέσα περασμένα τα ποιήματα, δεμένα σφιχτά στο μέρος της καρδιάς. Εκεί που οι άλλοι κρεμάνε συνήθως ματάκια και μενταγιόν για να ξορκίζουν το κακό. 
    Την κοπάνησα εντάξει; Αυτό μου είπε. Να γλυτώσω από τις διασπάσεις,  την αποτρόπαιη μοναξιά. Τον ανυπόφορο θόρυβο των δρόμων. Να γλυτώσω ρε. Τις ίδιες, ατελείωτες διαδρομές στους δρόμους. Φωτογραφίσανε τον πόνο και βάλανε την φωτογραφία μου, δεν βλέπεις; Μια στάλα σταλαγμίτης απόμεινα, ένα τόσο δα πουλάκι. Κοίτα, χωράω σ΄ένα άδειο  μπουκάλι. Και η ζωή; την ρώταγα εγώ. Θέλω να σε ακούσω. Μην σωπαίνεις. Μην τους κάνεις την χάρη. Μην χάνεσαι τώρα. Μην αφήσεις την ασχήμια που σαν δεν έχει υπόσταση και ζωή, παίρνει δύναμη. 
    Ταυτότητα μια τροβαδούρος του χθες, μέλος μιας απενεργοποιημένης ζωής. Ένα πρόσωπο καθαρό σαν νεράκι και μια ψυχή όμορφη σαν νερού, μοίραζε ποιήματά της χέρι με χέρι. Αμετάκλητες προκηρύξεις μιας μεγάλης διαδήλωσης που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πάει. Αυτό ήταν. 
Να ξανάρθεις. Μ΄ακούς; Εδώ θα είμαι. Κανείς δεν κρίθηκε. Ακόμη. 


Ζωγραφική Lale Mudlur



     
  

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Έρημα σπίτια


Κάθονται ήσυχα, πεθαίνουν αθόρυβα τα έρημα σπίτια.
Δεν διεκδικούν, δεν παραπονιούνται. Κρατάνε μέσα τους όλα όσα έζησαν όσοι έμεναν εκεί.
Τα κρατούν τρυφερά και περιμένουν πότε θα τους ανοίξουν τα παράθυρα και θα μπει μέσα πάλι.
 Ο ήλιος, το φως.
Άλλα θα ξανανοίξουν, θα ξαναγεννηθούν, θα ξαναφορέσουν τα καλά τους. Άλλα όμως είναι καταδικασμένα.
Να πεθάνουν μέσα στην εγκατάλειψη όπως οι άνθρωποι.
Θα ξεθωριάσουν, θα ξεφτύσουν και μια μέρα θα γίνουν άμορφη μάζα υλικών.
Το ξέρουν, το νιώθουν.
Μάταια όμως.


Μαρία Ντούμα

Σ΄ευχαριστώ Μαρία για την εμπιστοσύνη να αναρτηθεί στο μπλογκ

Ζωγραφική Matteo Massagrande

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Ύστατη στιγμή



Ένας άνθρωπος πεθαίνει. Διεκδικώντας με την ζωή του δικαιώματα του. Εμείς νιώθουμε την ανάγκη (κάποιοι) να εστιάσουμε, να διαμαρτυρηθούμε, να κάνουμε επιτέλους κάτι επειγόντως. Πάντα όμως ξεκινώντας με το ΄΄Αν και διαφωνώ με τις απόψεις του''. Λες και έχει κάποια αξία η διαφοροποίηση μας την στιγμή που ένας άνθρωπος πεθαίνει. Το πώς ακούγεται, το πώς φαίνεται, να μην παρεξηγηθώ. Ακόμα και την ύστατη στιγμή... όπως έλεγε ο Π. Σιδηρόπουλος.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Ευθείες μέρες




     Απόγευμα μιας εντελώς τυχαίας καθημερινής βρίσκεται στο καφέ με την μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη. Έχει μόνο μισή ώρα να γράψει, να σκεφθεί, να πιει δυο γουλιές καφέ, πριν φορτωθεί την μεγάλη κόκκινη τσάντα με τα χαρτιά και τις σημειώσεις και φύγει για την δουλειά. Μια απλή καθημερινή που τον αφήνει με την αίσθηση πως μάλλον είναι ένας ανόητος που αφήνει ανήμπορος τον χρόνο να καλπάζει. Που έρχονται γιορτές και δεν ξέρει που πήγαν οι ενδιάμεσοι μήνες. Mια μαύρη οριζόντια γραμμή απλώθηκε και ένωσε αυτόματα τον Αύγουστο με τον Δεκέμβριο.  Μια ευθεία χωρίς καμπύλες και διαλείμματα. Ευθείες μέρες. Δεν του αρέσουν οι ευθείες. Μοιάζουν με το τίποτα. 
    Μπαίνει μέσα στο καφέ και η μυρωδιά του καφέ είναι ανακατεμένη με αυτή του χαρτιού και των βιβλίων. Ανεβαίνει την ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο πατάρι. Στα σκαλοπάτια βρίσκονται βιβλία, βιβλία, βιβλία. Σκέφτεται πως όλες οι σκάλες θα έπρεπε να είχαν βιβλία δεξιά και αριστερά στα σκαλοπάτια. Να σε προσκαλούν να βγάλεις τα παπούτσια σου, να περπατήσεις ανάμεσα στα βιβλία με γυμνά πέλματα για να μην άθελα σου τα πατήσεις. Έτσι ξυπόλητος, θα είσαι για στιγμές ανοχύρωτος. Θα γίνουν οι λέξεις οι ξύλινες σανίδες που πατάς. Οι άνω τελείες θα διακόψουν τις ευθείες σου. 
    Μια γωνίτσα και πέντε έξι λευκά τραπεζάκια όλα κι όλα να κοιτούν την πίσω μεριά της Νομικής. Δεν έχει κόσμο, και αυτό του αρέσει. Έχουν λιγοστέψει τα μέρη με ησυχία στο κέντρο της πόλης. Κάθεται πάντα στο ίδιο τραπεζάκι, δίπλα στο παράθυρο. Στο τραπεζάκι μπροστά ήρθε ξαφνικά μια κοπέλα. Είχε μακριά κυμματιστά μαλλιά και μεγάλα μάτια. Παρήγγειλε ένα καφέ και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Έριχνε κάθε τόσο κλεφτές ματιές προς την πόρτα. Σκέφθηκε πως μάλλον κάποιον θα περίμενε. Το παταράκι ήταν ακόμα άδειο και έτσι η ανυπομονησία της έφθανε ανενόχλητη μέχρι εκείνον. Στο θόρυβο των βημάτων που ακούστηκε στρέψανε και οι δυό το κεφάλι για να δουν ποιος ήρθε. Ένας μελαχρινός νεαρός εμφανίστηκε. Κάθησε δίπλα της και την φίλησε. Ανταλλάξανε λίγες κουβέντες με λόγια και άλλες τόσες με τα μάτια. Είχαν το βλέμμα των ανθρώπων που απολάμβαναν την κάθε στιγμή μεταξύ τους. Σχεδόν ένιωσε άσχημα που άθελα του χαλούσε το κάδρο της στιγμής τους, αν και το πιο πιθανό είναι να μην είχαν προσέξει καν την παρουσία του. Κάποια στιγμή πήραν μια χαρτοπετσέτα και γράψανε κάτι. Ίσως μια ημερομηνία, μια λέξη, ένα συνθηματικό, μια άνω τελεία. Κάτι που μόνο εκείνοι θα μπορούσαν να διαβάσουν. Η κοπέλα πήρε την χαρτοπετσέτα, την δίπλωσε και την έκλεισε στο βιβλίο της. 
    Σηκώθηκαν. Πριν σηκωθούν κοιτάχτηκαν βαθειά μέσα στα μάτια. Κάτι σαν άκαιρος αποχαιρετισμός. Μια έντονη γεύση απώλειας τον πλημμύρισε. Απόμεινε μόνος να χαζεύει το άδειο τραπέζι. Έγινε άθελα του μάρτυρας μιας κοινής ανάμνησης και ενός ιδιαίτερου αντίο δύο αγνώστων.
   Πολλές φορές από τότε σκέφθηκε το άγνωστο ζευγάρι. Τι απέγινε η κοπέλα με το βιβλίο και ο μελαχρινός νεαρός. Ίσως είναι περίεργο, αλλά όποτε περνάει πίσω από την Νομική, έξω από το καφέ σφίγγεται. Ίσως να φοβάται μήπως ξανανιώσει την ίδια αίσθηση απώλειας. Γιατί βαθειά μέσα του ξέρει πως το μόνο που θα μείνει απ΄αυτό το ζευγάρι κάποια στιγμή είναι μια διπλωμένη χαρτοπετσέτα στο βιβλίο της κοπέλας. Και πως ακόμα δεν έχει βρει έναν τρόπο να πετάει στην άκρη τα παπούτσια όποτε θέλει. Να μένει ξυπόλυτος, να ανεβαίνει τα ξύλινα σκαλιά με τα βιβλία. Να βάζει μια ρημάδα άνω τελεία για να διακόπτει την ευθεία. 
   Πριν ο δείκτης δείξει ακριβώς, ήθελε να γράψει πως δεν τον φοβίζουν οι ευθείες μέρες κι ας μην του αρέσουν τόσο. Ακόμα και απ΄αυτές κάτι μαθαίνει, αφού ο πόνος είναι το σπάσιμο του οστράκου που περικλείει τη γνώση σου. 

Ακριβώς.
Έφυγε.


Ζωγραφική Raphael Soyer (1959)
    

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Στην ίδια πόλη ζουν



     Στην ίδια πόλη ζουν, τον ίδιο αέρα αναπνέουν δύο άνθρωποι ξεχωριστοί. Ζουν ολομόναχοι. Δεν κάνουν σπουδαία πράγματα, οι περισσότεροι δεν τους υπολήπτονται. Όμως είναι καλά. Γελούν.
     Ο ένας είναι πολύ ουσιαστικός, σχεδόν κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Είναι πολύ γκρεμισμένος για να τον κάνουν παρέα. Κάποτε χρόνια πριν ήταν σαν όλους τους άλλους. Είχε σαν τους άλλους σπίτι, οικογένεια και δουλειά. Καλό τυπάκι τον λέγανε. Είχε γκρίζο παντελόνι με τσάκιση, άσπρο καθαρό πουκάμισο με κουμπάκια δεξιά κι αριστερά στον γιακά, δερμάτινο πορτοφόλι με λεφτά. Γερνούσε εμβαθύνοντας σ΄αυτό που κρύβεται καλά. Σ΄αυτό που τελικά δεν ήθελε. Γι΄αυτό δεν γέλαγε. Δεν γέλαγε γιατί ένα απόγευμα τυχαία  είδε τον άλλον, τον πραγματικό του εαυτό που τον περίμενε. Αυτός έμενε στην άκρη της πόλης, μέσα σε μια παράγκα, είχε για πόρτα μια κουρελού - περγαμηνή και για παρέα μια γατούλα σουρλουλού. Μια μέρα το πήρε απόφαση. Άφησε σπίτι και δουλειά και πήγε να ζήσει στην παράγκα. Φυσικά κανείς πια στην πόλη δεν τον υπολήπτεται. Όμως δεν τον πειράζει. Ξέφυγε από τον χυλό και την σύγχυση. Βγαίνει και καμιά βόλτα τα βράδια μόνος του και γελάει.
    Ο άλλος άνθρωπος που ξέρω δεν χρειάστηκε να βγει έξω από την κοινωνία, γιατί απλούστατα μια ζωή έξω ήταν. Έξω στους δρόμους ζούσε από παιδί. Oι άλλοι, οι συνάνθρωποι, τον βλέπανε λυπημένο. Λυπημένος ήταν, αυτό είναι αλήθεια. Άλλη εικόνα εκτός από τη λύπη δεν είχε για τον εαυτό του. 'Ωρες περπάταγε στους δρόμους της πόλης φορώντας το μαύρο, τριμμένο του παλτό. Μέχρι που μια νύχτα τον πήρε από πίσω ένα αδέσποτο σκυλί.  Από εκείνη την νύχτα άλλαξε μεμιάς. Έπαψε να ζει στους δρόμους. Έφτιαξε μια παράγκα και πίσω από την παράγκα έφτιαξε μια άλλη πιο μικρή για το σκυλί. Κάθε πρωί του χτυπάει το κουδούνι. Ο σκύλος ξυπνάει και τρέχει κοντά του. Φεύγουν μαζί και κόβουν βόλτες όλη μέρα στους δρόμους της πόλης γελώντας.
     Δεν ξέρω ποιος τελικά είναι η εικόνα του άλλου. Δύο εικόνες του ίδιου νομίσματος. Αφού και η ίδια η νύχτα είναι συνήθως δύο. Αυτή που τριγυρνάει - με όλα τα φώτα αναμμένα - στα δωμάτια.  Και η άλλη, η δεύτερη που ζει μόνιμα μέσα στην άλλη. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος που η πρώτη έχει γίνει υστερική. Εγκαταλείπει προσχήματα και λεπτότητες και κρεμάει όπου τύχει τα σφαχτά της. Καταλαμβάνεται από μια κρίση υστερίας, παίρνει το χάπι της, κλειδώνει δυό φορές την πόρτα, κάτι τελειώς υποκριτικό αφού γνωρίζει πως ο φόβος είναι μέσα, και πάει για ύπνο. Αφήνοντας τον χώρο ελεύθερο για την δεύτερη νύχτα. Με όλα τα δάση και τ΄αγρίμια της, τα σκοτεινά της πλάσματα και τον ερωτισμό των πλυσταριών της.
   Μ΄αυτή την δεύτερη νύχτα τα πάω και εγώ καλύτερα. Κοιτάει καμιά φορά τα γραπτά μου και μου κλείνει το μάτι. Κάτι είναι αυτό για μένα. Αφού ο άνθρωπος που γνωρίζω περισσότερο και λιγότερο απ΄όλους είναι εαυτός μου. Οι άνθρωποι που περιγράφω είναι άνθρωποι που μου μοιάζουν. Νύχτες που μου μοιάζουν. Στο πίσω μέρος του χαρτιού, εκεί στον άδειο χώρο με τα χάσματα του νου, κόβει βόλτες ο κάθε ήρωας μόνος .

Ζωγραφική Troche