Πήρε απόφαση να του πει πως έχει καιρό να την ρωτήσει αν ήθελε να πάνε κάποια βόλτα στο κήπο. Να καθήσουν στο παγκάκι κάτω από την ψηλή βελανιδιά να ταίζουν τα περιστεράκια. Να είναι Κυριακή, να έχει λιακάδα, να γελάνε. Παιδιά με μπαλόνια στα χέρια να περνούν μπροστά τους και σκυλάκια στο λουρί να κουνούν την ουρά τους. Μετά να φύγουν, να πάνε με τα πόδια στο Μοναστηράκι για να χαζέψουν βινύλια, παλιά βιβλία και περιοδικά. Να αγοράσουν μικροπραγματάκια από τους πλανόδιους και να καθίσουν για ένα μεζέ στον Κυρ Λευτέρη απέναντι από τον ηλεκτρικό. Να γυρίσουν αργά το απόγευμα στο σπίτι.
Να του πει πως είχαν πολύ καιρό που είχαν σχεδιάσει μια ημέρα να μαγειρέψουν μαζί κι αυτό ξεχάστηκε. Πως όταν κάποτε μαγείρευαν μαζί ήταν ωραία, οι κατσαρόλες χαμογελούσαν και τα πλακάκια της κουζίνας έπαιζαν τζαζ. Θυμάται πως μόνο απόγευμα μετά από την δουλειά μπορούσαν να μαγειρέψουν. Το πρωί φεύγαν για τις δουλειές πολύ νωρίς. Όποιος έφθανε νωρίτερα ξεκινούσε και ο άλλος τον έβρισκε στα μισά και συνέχιζαν μαζί. Δεν τους πείραζε όμως. Κι ας ήταν νηστικοί από το πρωί. Το φαγητό που έτρωγαν ήταν ζεστό και μοσχομυριστό. Καθόντουσαν αντικρυστά στο τραπέζι της κουζίνας, έτρωγαν και μιλούσαν για όλα αυτά που είχαν συμβεί στην μέρα τους. Ήταν τότε που στο βάζο της κουζίνας υπήρχαν ανεμώνες το Χειμώνα και ζουμπούλια την Άνοιξη. Ήταν τότε που στη πόρτα του ψυγείου αφήνανε μικρά σημειώματα με μεγάλες υπενθυμίσεις. Φρέσκα κρεμμυδάκια και φράουλες. Ειητήρια για την συναυλία του Cave. Τηλέφωνο Γιώργου Κιθαρίστα. Τηλεφωνο Ματίνα δωμάτια στην Λέρο.
Να του πει πως μια φορά θυμάται της ζήτησε να του ξυρίσει το μούσι γιατί δεν προλάβαινε να πάει στον κουρέα. Είχε επιστρατέψει όλη την μαεστρία της. Είχε δέσει τα μαλλιά της σε αλογοουρά μην τύχει και την ενοχλούν και κάνει κανένα λάθος. Θυμάται πως εκείνος είχε καθήσει αναπαυτικά στη μαύρη καρέκλα του σκηνοθέτη και απολάμβανε την φροντίδα του ιδιωτικού κουρέα του ενώ εκείνη άλοιβε με τρυφερότητα στα γένια του τη κρέμα ξυρίσματος. Ήταν και μια άλλη φορά που εκείνος της είχε βάψει τα νύχια των ποδιών της με εκείνο το χρώμα που πάντα κορόιδευε. Γιατί το λένε σάπιο μήλο; Είναι ωραίο ένα χρώμα να το λένε σάπιο; Έτσι την ρώταγε και γελούσαν. Είχε ακουμπήσει το πόδι της στο τραπεζάκι του καθιστικού και αυτός είχε γονατίσει μπροστά της να της βάψει τα νύχια των ποδιών. Ήταν καλοκαιρινό απόγευμα. Ο ήλιος έδυε σιγά σιγά πίσω από τις πολυκατοικές και το δωμάτιο γέμιζε όλα τα χρώματα του δειλινού. Η απόχρωση του σάπιου μήλου μπλεκόταν με όλα τα κοραλιά του ουρανού και οι κουρτίνες μπροτά στην ανοικτή μπαλκονόπορτα χόρευαν μπλουζ.
Να του πει πως όλα αυτά χάθηκαν σιγά σιγά, σταλίτσα σταλίτσα, χωρίς να καταλάβει. Να τον ρωτήσει πως έγινε όλη αυτή η διαρροή χρόνου, χώρου; Γιατί οι κουρτίνες της ανοικτής μπαλκονόπορτας δεν χορεύουν πια μπλουζ; Γιατί τα πλακάκια της κουζίνας παραμένουν σιωπηλά και οι κατσαρόλες ακούνητες μέσα στο συρτάρι; Γιατί δεν αφήνουν πια στην πόρτα του ψυγείου μικρά σημειώματα με μεγάλες υπενθυμίσεις; Γιατί τρώνε ο καθένας μόνος; Γιατί δεν μίλησαν για όλα αυτά ποτέ ενώ κάθε μέρα μιλούν για τόσα άσχετα,ανούσια και άπνοα; Γιατί οι ημερομηνίες έπαψαν να χαμογελούν.
Θα χαμογελάσουν άραγε ξανά ποτέ;
Την άφησε στο διαβάστηκε.
Ζωγραφική http://www.nathanaelleherbelin.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου