Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή



     Φοράει ριγέ, φαρδύ παντελόνι. Φοράει μια πράσινη μάλλινη κάλτσα με μια τρύπα στο μεγάλο δάκτυλο που δεν φαίνεται μέσα από τα μποτάκια και μια άλλη μαύρη αταίριαστη. Κανείς δεν μπορεί να διακρίνει πως οι κάλτσες της είναι αταίριαστες και φθαρμένες. Φοράει την χοντρή, ναυτική ζακέτα της. Όταν ήταν φοιτήτρια την είχε αγοράσει ένα Σάββατο στο Πορτομπέλλο από τους πλανόδιους. Είχε ονειρευτεί τότε πως θα την φοράει και θα ταξιδεύει κατάστρωμα διασχίζοντας ωκεανούς. Θα κρατιέται από την κουπαστή, θα κοιτάει τα κύματα από ψηλά, ο άνεμος θα την κτυπάει στο πρόσωπο, η θάλασσα θα την βρέχει και η αυτή θα ταξιδεύει φορώντας την ναυτική ζακέτα της  με λαχτάρα να γνωρίσει καινούργιους τόπους. Μα τα ταξίδια αργήσαν πολύ κι εκείνη έπαψε να τ΄αναζητά. Φοράει τα γυαλιά ηλίου της. Μελιά και στρογγυλά κατεβαίνουν στα ζυγωματικά και κρύβουν το βλέμμα της. Φοράει την θλίψη της, την καλή την Κυριακάτικη. Φοράει τις συνήθειες όλης της βδομάδας για να την προφυλάξουν από το κρύο. Κρατάει σφιχτά μέσα στα δόντια της την ανάσα της, σαν κάτι πολύτιμο, σπάνιο και σίγουρα όχι δεδομένο. Κρατάει σφιχτά και κάτι άλλο ανάμεσα στα  δάχτυλα του ενός χεριού. Είναι μέσα στο σπίτι της. 
    Κάποια στιγμή αυτό που κρατά σφιχτά στα σκεβρωμένα χέρια της θα γλυστρίσει και θα  πέσει. Όχι επειδή το έριξε ή επειδή δεν πρόσεξε. Ίσως γιατί δεν άντεξε να το κρατά. Ίσως  λόγω βαρύτητας ή κατά λάθος ή ακόμα και κατά τύχη. Θα το κοιτάξει και μην ξέροντας τι άλλο να κάνει μια τέτοια στιγμή θα πει ''Κορόνα ή γράμματα''. Το κρατάει όμως καιρό και δεν θα θυμάται τι ήταν στο ''κορόνα'' και τι στο ''γράμματα''. 
    Μετά θα βγάλει τις συνήθειες, τα ρούχα, τη θλίψη, τα γυαλιά ηλίου και τις αταίριαστες κάλτσες της που είναι μια πράσινη και μια μαύρη. Δεν ξέρω αν θα μείνει μέσα στο σπίτι της ή αν θα βγει έξω να τριγυρνάει σε γνωστούς ή άγνωστους δρόμους. Εκείνη αυτό που έχει αφήσει να είναι απολύτως σαφές είναι πως θέλει να προχωρήσει, κι ας μην της έχει μείνει πια τίποτα από τα γνωστά. 
    Πιστεύω αλήθεια πως θα βγεί. Θα ξεκινήσει. Ίσως ξυπόλητη. Περαστική και διαβατάρισσα σαν άνεμος. Έτοιμη να αντικρίσει τον ήλιο κατάματα κι ας δακρύσει. Θα αρχίσει να βλέπει όλα αυτά που προσπερνούσε. Όλα αυτά που την εμπόδιζαν να ζήσει. Χωρίς να βιάζεται να δημιουργήσει αναμνήσεις ωραίων στιγμών. Θα χρειαστεί λίγο χρόνο να μαλακώσουν τα σφιγμένα δάκτυλα της. Λίγο χρόνο να μάθει να χτίζει κάτι που το λένε ΄΄μαζί ΄΄. 
    Αλλά δεν μπορώ να αποφασίζω εγώ για εκείνη.  Ο καθένας αποφασίζει με τον δικό του ρυθμό. Χάνεται κι έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις η απόφαση. Εκεί που είναι μπροστά σου, δεν την βλέπεις κι έρχεται από τα δεξιά σου. Και εκεί που δεν την νιώθεις, σε σπρώχνει από τα πλάγια.  Σαν άνεμος έρχεται η απόφαση. Ο άνεμος φυσάει, αυτό ξέρει να κάνει κι αυτό κάνει. Τίποτα δεν κρατά και τίποτα δεν αφήνει.
''Ούτε κορόνα, ούτε γράμματα'' είπε και σώθηκε από βέβαιο πνιγμό.





    

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Απουσία




    Tην νύχτα που πέθανε ο ζογκλέρ πετάχτηκαν πολλά πεινασμένα φωνήεντα και κτύπησαν με το ράμφος τους το τζάμι. Και τότε από της μπλούζας το καλοκαιρινό τσεπάκι ανασύρθηκε κατάχλωμη μια οικογενειακή γαρδένια. Πρώτα λιποθύμησε στην αγκαλιά του αλουμινόχαρτου και μετά φώναξε δυνατά: 
- Ήταν περαστικός, ο ζογκλέρ ήταν περαστικός! 
Όχι δεν ήταν περαστικός, αντιστάθηκες με σθένος. Τον συνάντησα, τον είδα με τα μάτια μου εκεί, στημένο, όρθιο. Χόρευε και τραγουδούσε. Στο βλέμμα του αγωνιούσε της αγωνίας η αντανάκλαση. Οι κινήσεις του ήταν απαγγελία νερού. Με λόγια πολλά και ασύνδετα μ΄έκανε πολλές φορές να του εξιστορήσω άλλοτε την ιστορία μου κι άλλοτε την μοναξιά μου. Κάπου είναι, κάπου έχει πάει. 
     Υπάρχει όμως. Μια απουσία φτιαγμένη από χιλιάδες μικρές παρουσίες που δεν έχουν όμως αρκετή δύναμη να προφέρουν ένα όνομα.  Είναι η τσακισμένη σελίδα του αγαπημένου σου βιβλίου που λες πως θα το συνεχίσεις αύριο και δεν τα καταφέρνεις. Είναι τα  ξεχασμένα ρούχα σου πάνω στην καρέκλα. Είναι να συνεχίζεται η μουσική και στην σιωπή. Είναι η λίστα με τα ψώνια του Σαββάτου που δεν έγιναν ποτέ. Είναι που περιμένω ακόμα πως θα σε δω και δεν τα καταφέραμε. Απουσία είναι η συντροφιά της τηλεόρασης. Είναι η βεβαιότητα που καταρρέει με τους τίτλους του τέλους. Είναι που αισθάνεσαι ξεχωριστός και δεν έχεις ποιος να το εκτιμήσει. Είναι ένα τηλέφωνο που κτυπάει σ΄ένα σπίτι που δεν υπάρχει ψυχή. Απουσία είναι που δεν υπάρχει κανείς να ακούσει μαζί σου το αγαπημένο σου cd και εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου με τα χαλασμένα του ρολόγια. Απουσία είναι οι οθόνες με τ΄αντικριστά πληκτρολόγια μέσα στο ίδιο σπίτι. Η διπλωμένη αφίσα της συναυλίας που είχες χρόνια στο εφηβικό σου δωμάτιο και τώρα έκρυψες. Απουσία είναι ο ύπνος στον καναπέ μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα, πριν πας στο σαν άδειο κρεβάτι σου. Είναι η άδεια κούπα στο τραπέζι της κουζίνας, μια άδεια καρδιά. Είναι που δεν ήρθε και την περίμενες. Το άδειο βάζο, τα ξεραμένα από μέρες λουλούδια στα σκουπίδια, το κείμενο που δεν έγραψες, το κορίτσι που δεν φίλησες. Τα χαμένα όνειρα σου. 
      Απουσία είναι ένα σωρό μικροπράγματα που άφησες πίσω σου και δεν θα σε απασχολήσουν ποτέ ξανά. Είναι αμέτρητες μικρές, αδύναμες παρουσίες που δεν έχουν την δύναμη να προφέρουν ένα όνομα. Οι αναμμένοι μας αναπτήρες στην συναυλία. Είναι ο μονόδρομος σου. Απουσία είσαι εσύ και η ολοκαίνουργια διάσταση να σε κατανοήσω καλύτερα. 
         Γι αυτό την  νύχτα που πέθανε ο ζογκλέρ κανείς δεν γέλασε. Γέμισε ο χρόνος από μελαγχολία. Με πράγματα που δεν αντέχεις δεν γελάς. 
     



Φωτογραφία Hengki Koentjoro      

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

11/01/2016




Την νύχτα που πέθανε ο David Bowie άρχισε να νυχτώνει μέχρι την μέση. Όσο πιο κοντός ήσουν άρχιζες να ξημερώνεις. Όλοι μιλήσανε για θαύμα. 
























Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

ΚΤΕΛ







     ΚΤΕΛ, οι σταθμοί που κτυπούν όλες μαζί τις νεανικές σου καρδιές. Ποτέ δεν τους ξεχνάς. Όσο κι αν ξεμακρύνεις, σ΄αυτούς τους σταθμούς ξαναγυρνάς. Δεν χάνεσαι. Από κει ξεκινάς.
     Σε παίρνουν από το χέρι και γίνονται σε δευτερόλεπτα άχρονα στιχάκια δυνατών φίλων. Αντικατοπτρισμοί πρωινών στα νερά της Λιοσίων. Ζωγραφίζεις στο κρύο την άχνα σου. Καντίνες, ξενυχτισμένα βρώμικα, καφέδες, δάση από κεραίες πάνω από το κεφάλι σου, βαλίτσες που σέρνονται στην άσφαλτο, φιλιά αποχωρισμού, ρύποι στην διαπασών, σώβρακα και φανέλες στα μπαλκόνια.
     Τακ, τακ, τακ ήχοι προσδοκίας. Εμείς είμαστε, που μπροστά στα μικρούτσικα, μικρούτσικα κομμάτια του χρόνου, τα δευτερόλεπτα πορευόμαστε στο έλεος της μνήμης. 

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Δώσε!






Δώσε!
Δώσε ευκαιρία νέε χρόνε σε όσους μέχρι τώρα δεν είχαν ποτέ ή την έχασαν.
Δώσε αγάπη!
Δώσε ανθρωπιά!
Φέρε πίσω τον άνθρωπο που έγινε σκόνη.
Μάζεψε αυτόν που κοιμάται στην λάσπη.
Και δώσε υπόσχεση να είσαι φλόγα, πνοή.
Μαζί σου κι εμείς.
Δώσε ζωή!



Καλή μας χρονιά !