Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Ο καθρέφτης








     Είχε πια ξημερώσει και ο θόρυβος της πόλης εισέβαλε ολοκληρωτικά στο σπίτι. 
Σηκώθηκε μισοκοιμισμένος, σαν ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος. Λίγα λεπτά πριν το σώμα του βρισκόταν ακόμα βυθισμένο στον ωκεανό των ονείρων. Με τα βλέφαρα κλειστά εξοικονομούσε ζωτικές, πολύτιμες δυνάμεις. Μια ολοκληρωτική απουσία οργανικής κατανάλωσης. Μια εντελώς προνομιακή θέση απ΄όπου θα μπορούσε να ζει τεχνητά και χωρίς να καταναλώνει ενέργεια με άλλους ανθρώπους, να λύνει τις εξισώσεις του γραφείου του, να σώζει καταστάσεις, να ισσοροπεί στα δύσκολα. Ένας κόσμος όπου θα μεγαλουργούσε ενεργώντας με τον ίδιο τρόπο όπως και στον πραγματικό κόσμο αλλά χωρίς να εκτείθεται και κυρίως χωρίς να αισθάνεται παρά μονάχα συμπυκνωμένα και πανομοιότυπα συναισθήματα. 
   Αυτά όμως δεν γίνονται. Κινήθηκε μηχανικά προς το λουτρό, επιστρέφοντας στο συμβατικό κόσμο. Σε πενήντα πέντε λεπτά θα έπρεπε να κάθεται ήδη στο γραφείο. Δέκα λεπτά μπάνιο και ξύρισμα. Καφές και τοστ άλλα οκτώ. Διαδρομή με αυτοκίνητο, μικρή κίνηση στο κόμβο της Κατεχάκη. Συνολικά πενήντα λεπτά. Οριακά προλαβαίνει. Τουλάχιστο να κατάφερνε να θυμηθεί με ποιο τραγούδι αποκοιμήθηκε χθες βράδυ. 
     Με τις πιτζάμες μπροστά στο νιπτήρα τώρα. Ένα υπναλέο πρόσωπο, ξεχτένιστο και αξύριστο, τον κοίταξε βαριεστημένα από τον καθρέφτη. Μια παγωμένη ανατριχίλα τον ξάφνιασε. Κάτι παλιό και ξεχασμένο έβρισκε σ΄αυτή την εικόνα. Σ΄αυτό το κουρασμένο πρόσωπο που δεν είχε καλοξυπνήσει. Κάποιον του θύμιζε που όμως είχε πεθάνει και το ήξερε. 
    Άνοιξε το νερό. Το ζεστό νερό τρέχει σαν χείμαρρος ασυγκράτητος και παρεμβάλεται ανάμεσα σ΄αυτόν και στο κρύσταλλο. Ο καθρέφτης θαμπώνει και καταφέρνει να συμφωνήσει με τον δικό του εσωτερικό χρόνο και την θαμπή του όραση. Γέμισε το πρόσωπο του αφρό και άρχισε να ξυρίζεται. Χαμογέλασε. Έβγαλε στον εαυτό του την γλώσσα. Αυτός που έβλεπε στον καθρέφτη είχε μια γλώσσα κίτρινη και γλοιώδη. ''Κάτι θα σε πείραξε'' είπε με μια γκριμάτσα. Έστρωσε τα μαλλιά. Χαμογέλασε ξανά. Του φάνηκε το χαμόγελο του άλλου ηλίθιο. Ήξερε πως έπρεπε να βιαστεί αν δεν ήθελε να δώσει αφορμή για κουβέντες και σχόλια σ΄ένα γραφείο που είχε μετατραπεί σε χώρο βασανιστηρίων. Το σαπουνισμένο του πρόσωπο τον έβγαλε από τα βάσανα του. Το ξυραφάκι ανεβοκατέβαινε με μαεστρία και ο δίδυμος εαυτός του αποκτούσε καθαρές λωρίδες στο πρόσωπο του. 
    Έφθασε στο πιο δύσκολο σημείο, να ξυρίσει την περιοχή κοντά στο αυτί. Δεν υπήρχαν πληγές στο πρόσωπο του, όμως εκεί στον καθρέφτη ο άλλος μάτωνε σιωπηλά. Έψαξε το πρόσωπο του στο αντίστοιχο σημείο, όμως η επιδερμίδα του παρέμενε καθαρή. Μέσα του παρουσιάσθηκε ξανά η ίδια αγωνία. ΄Αλλη μια φορά η αίσθηση της συνείδησης του διχασμού μπροστά σ΄ένα καθρέφτη. 
      Κοίταξε με απορία την πετσέτα. Έκλεισε τα μάτια του, ενώ εκεί στο καθρέφτη ένα πρόσωπο το ίδιο με το δικό του τον κοιτούσε με μεγάλα, σαστισμένα μάτια και με το πρόσωπο χαραγμένο από μια κόκκινη κλωστή. Θυμήθηκε ξαφνικά το τραγούδι από το χθεσινό βράδυ. ''To build a home'' των Cinematic Orchestra, αυτό άκουγε. Το αναζήτησε εκεί επι τόπου να το ακούσει. Ξέχασε την αργοπορία και την καλή εικόνα που ήθελε να δώσει. 
       Κι ένιωσε μια ικανοποίηση. Μια μεγάλη ικανοποίηση που μες στην ψυχή του ένας μεγάλος σκύλος είχε αρχίσει να κουνάει την ουρά του. 


Φωτογραφία Andrew B Myers 

1 σχόλιο:

  1. Υπέροχο...
    μην σταματάς να γράφεις, το έχεις το τάλαντο.
    Καλή η ποίηση, αλλά εδώ απλώνεσαι και χωράς παντού,
    όλες οι διαστάσεις του χαρτιού σε κανακεύουν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή