Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Ρίσκο λένε το όνειρο




    Τώρα θα ετοιμάζεσαι για την βόλτα έθιμο τέτοιας μέρας. Της μέρας που η στολή μένει στην ντουλάπα. Καφές με μερικούς φίλους στο κέντρο της πόλης. Μιας πόλης φάντασμα του αληθινού εαυτού της. Κοντεύεις να την ξεχάσεις. Τόσα χρόνια την έφτυνες και τώρα που ρήμαξε, την λυπάσαι. Το ίδιο με σένα. Τόσα χρόνια σε ρήμαζαν και τώρα που δεν έχουν τι άλλο να σου πάρουν, σε μισούν. Πέρασμα από τα βιβλιοπωλεία, χάζεμα στις καινούργιες εκδόσεις. Κανένα τσίπουρο στο Θησείο και γραμμή για το σπίτι.
     Λίγες ώρες πριν αλλάξει ο νέος χρόνος τον παλιό. Μπαμ, μπουμ θ΄ανοίξεις την πόρτα και τα παράθυρα να μπει ο καινούργιος αέρας και εσύ θα έχεις ήδη προχωρήσει ένα χρόνο παρακάτω. Θ΄ αρχίσεις τα ''καλή χρονιά'' και τις άλλες ευχές που καταβάθος πιστεύεις πως στερούνται παντελώς λογικής αφού βλέπεις ν΄ απευθύνονται σε διασωληνωμένους  σε χρόνο κατ΄επίφαση ή κατά αναγκαία συνθήκη ''υγιή''. Θες εσύ στις μέρες μας να τον πεις ''υγιή'', πές τον. Τα φυλακισμένα σε εισαγωγικά νοήματα είναι εξακριβωμένο πως πουλάνε πιο πολύ. Σαν το παραμύθι που ο καθένας αποφασίζει μόνος του να αγοράσει. Το τεστάρεις πάνω στον εαυτό σου, χωρίς κανένα άλλο μέτρο σύγκρισης. Χωρίς λόγο ούτε στο σενάριο, ούτε στο casting και φυσικά ούτε στην σκηνοθεσία. 
     Τώρα θα κοιμάσαι ακόμα. Μπορεί το στόμα σου να είναι λίγο ανοικτό και το ένα χέρι σου να είναι ξεχασμένο στο στήθος της κοπέλας σου ή στο δικό σου,  στο μέρος της καρδιάς. Μπορεί μια βραχνή αναπνοή να κυλάει στην άκρη του στόματος. Μπορεί να έχεις αφήσει ανοιχτή μια μουσική από τον υπολογιστή να παίζει σιγά, παρηγορητικά. Το τασάκι δίπλα σου γεμάτο. Πολύ καπνίζεις. 
    Από μεθαύριο πάλι τα γνωστά. Μίζερες εποχές, μίζερα τα λεφτά και οι συνθήκες. Προσπαθείς αλλά με κομμένα τα φτερά. Καλά είναι τ΄αστεία με τους φίλους και αυτά που γράφεις από δω και από κει στο διαδίκτυο με το ξινό κέφι που γεννάει η απελπισία. Κωλοκατάσταση. Μερικοί τα καταφέρνουν, παίρνουν φόρα και φτιάχνουν ένα κόσμο μέσα στον κόσμο. Δικό τους. Είναι λίγοι όμως. Δεν είσαι εσύ απ΄αυτούς. Τουλάχιστον μην καπνίζεις τόσο πολύ μέχρι να δεις τι θα κάνεις. 
      Βρίσκεις τον εαυτό σου λίγο εκτός θέματος. Έτσι που χάνεσαι και ψάχνεσαι πάλι από την αρχή. Το παιχνίδι αυτό είναι παλιό, και εκεί που λες πως τελείωσε, συμβαίνει κάτι και ξαναγυρίζει από κει που ξεκίνησε. Κι αυτό οι σοφοί το λένε ζωή. Καλά θα κάνουμε ν΄αρχίσουμε να το ψιλολέμε και εμείς. Γιατί ζωή δεν είναι μόνο ό,τι ζεις, αλλά κυρίως ό,τι ονειρεύεσαι πως θα ζήσεις ή ακόμα ό,τι σου απαγορεύουν να ζήσεις. Αυτό το ρίσκο το λένε όνειρο. Αυτό το όνειρο είναι τόσο μοναχικό, όσο ο περίπατος δυό αγγέλων με κομμένα φτερά, στην άδεια Πανεπιστημίου, μιας πόλης κλειστής λόγω απελπισίας.

Καλή χρονιά


Φωτογραφία Πέτρος Κοτζαμπάσης

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Βαλσάκι



Βαλσάκι...Όλα αυτά τα μικρά λουλουδάκια μιλούν για μια ζωή που δεν είναι μόνο απλή κατανάλωση του χρόνου αλλά κάτι μυστηριώδες και απίστευτα πλούσιο (μέσα στις αντιφάσεις της). Ένας δροσερός κήπος. Γι΄αυτό κι όταν μπαίνουμε σε ξένους κήπους, ας το χαιρόμαστε σαν μοναδικό προνόμιο. Με κάθε σεβασμό.

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά, χρόνια ελεύθερα


Χρόνια πολλά.
Χρόνια ελεύθερα.
Χρόνια αγάπης.

Μετά άμα θέλουμε τραγουδάμε και την Άγια νύχτα.


Φωτεινά παράθυρα



Πόσο ζεστασιά νοιώθεις όταν περπατάς
μέσα στο σκοτάδι και βλέπεις φωτεινά
παράθυρα με μισοτραβηγμένες τις
κουρτίνες και ανθρώπινες φιγούρες
να καλοσωρίζουν την νύχτα.
Κάθε παράθυρο και ένας ολόκληρος
ξεχωριστός κόσμος.
Ο μικρόκοσμος της κάθε οικογένειας.
Αυτά τα φωτεισμένα παράθυρα είναι ίσως
και τα μοναδικά πραγματικά ανοίγματα
προς τον έξω κόσμο.
Την μέρα όλα διαφορετικά το φως τα
σβήνει όλα.

Μαρία Ντούμα


Φωτογραφία Άσπα Μόσχου
Εξάρχεια

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ήταν κάποτε μια



   Ήταν κάποτε μια που είχε στα μάτια κόκκινη φωτιά παγιδευμένων λύκων. Πάνω - κάτω στις ίδιες ατελείωτες διαδρομές, πλάι σε ποινικούς και επαναστάτες. Εξάρχεια-Πατήσια-Μεταξουργείο-Μετς. Μ΄ένα παλιοπαντέλονο. Χιλιόμετρα έρχονταν καταπάνω της οι μέρες. Στα παιδικά της χρόνια κανείς. Ερημιά εκεί. Μπαίναν κρυφά στο σπίτι της, κοιμόντουσαν στο κρεβάτι της, τρώγανε από το φαί της. Όταν βράδιαζε φεύγανε και αφήνανε τα πιάτα άπλυτα. Δεν εξηγείται αλλιώς, έτσι βρόμικος που ήταν  πάντα ο νεροχύτης, έτσι πολλοί που ήταν πάντα οι άνθρωποι. 
   Ανήμερα της γιορτής της, την είδα πάλι. Ν' ανοίγει την πόρτα σιγά σιγά και να μπαίνει. Πρέπει να είχε περάσει καιρός πολύς γιατί τα νύχια της είχαν μακρύνει και η φωνή της ακουγόταν με διακοπές. Κρύωνε τυλιγμένη σ΄ένα ξύλινο παλτό. Από μέσα περασμένα τα ποιήματα, δεμένα σφιχτά στο μέρος της καρδιάς. Εκεί που οι άλλοι κρεμάνε συνήθως ματάκια και μενταγιόν για να ξορκίζουν το κακό. 
    Την κοπάνησα εντάξει; Αυτό μου είπε. Να γλυτώσω από τις διασπάσεις,  την αποτρόπαιη μοναξιά. Τον ανυπόφορο θόρυβο των δρόμων. Να γλυτώσω ρε. Τις ίδιες, ατελείωτες διαδρομές στους δρόμους. Φωτογραφίσανε τον πόνο και βάλανε την φωτογραφία μου, δεν βλέπεις; Μια στάλα σταλαγμίτης απόμεινα, ένα τόσο δα πουλάκι. Κοίτα, χωράω σ΄ένα άδειο  μπουκάλι. Και η ζωή; την ρώταγα εγώ. Θέλω να σε ακούσω. Μην σωπαίνεις. Μην τους κάνεις την χάρη. Μην χάνεσαι τώρα. Μην αφήσεις την ασχήμια που σαν δεν έχει υπόσταση και ζωή, παίρνει δύναμη. 
    Ταυτότητα μια τροβαδούρος του χθες, μέλος μιας απενεργοποιημένης ζωής. Ένα πρόσωπο καθαρό σαν νεράκι και μια ψυχή όμορφη σαν νερού, μοίραζε ποιήματά της χέρι με χέρι. Αμετάκλητες προκηρύξεις μιας μεγάλης διαδήλωσης που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πάει. Αυτό ήταν. 
Να ξανάρθεις. Μ΄ακούς; Εδώ θα είμαι. Κανείς δεν κρίθηκε. Ακόμη. 


Ζωγραφική Lale Mudlur



     
  

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Έρημα σπίτια


Κάθονται ήσυχα, πεθαίνουν αθόρυβα τα έρημα σπίτια.
Δεν διεκδικούν, δεν παραπονιούνται. Κρατάνε μέσα τους όλα όσα έζησαν όσοι έμεναν εκεί.
Τα κρατούν τρυφερά και περιμένουν πότε θα τους ανοίξουν τα παράθυρα και θα μπει μέσα πάλι.
 Ο ήλιος, το φως.
Άλλα θα ξανανοίξουν, θα ξαναγεννηθούν, θα ξαναφορέσουν τα καλά τους. Άλλα όμως είναι καταδικασμένα.
Να πεθάνουν μέσα στην εγκατάλειψη όπως οι άνθρωποι.
Θα ξεθωριάσουν, θα ξεφτύσουν και μια μέρα θα γίνουν άμορφη μάζα υλικών.
Το ξέρουν, το νιώθουν.
Μάταια όμως.


Μαρία Ντούμα

Σ΄ευχαριστώ Μαρία για την εμπιστοσύνη να αναρτηθεί στο μπλογκ

Ζωγραφική Matteo Massagrande

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Ύστατη στιγμή



Ένας άνθρωπος πεθαίνει. Διεκδικώντας με την ζωή του δικαιώματα του. Εμείς νιώθουμε την ανάγκη (κάποιοι) να εστιάσουμε, να διαμαρτυρηθούμε, να κάνουμε επιτέλους κάτι επειγόντως. Πάντα όμως ξεκινώντας με το ΄΄Αν και διαφωνώ με τις απόψεις του''. Λες και έχει κάποια αξία η διαφοροποίηση μας την στιγμή που ένας άνθρωπος πεθαίνει. Το πώς ακούγεται, το πώς φαίνεται, να μην παρεξηγηθώ. Ακόμα και την ύστατη στιγμή... όπως έλεγε ο Π. Σιδηρόπουλος.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Ευθείες μέρες




     Απόγευμα μιας εντελώς τυχαίας καθημερινής βρίσκεται στο καφέ με την μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη. Έχει μόνο μισή ώρα να γράψει, να σκεφθεί, να πιει δυο γουλιές καφέ, πριν φορτωθεί την μεγάλη κόκκινη τσάντα με τα χαρτιά και τις σημειώσεις και φύγει για την δουλειά. Μια απλή καθημερινή που τον αφήνει με την αίσθηση πως μάλλον είναι ένας ανόητος που αφήνει ανήμπορος τον χρόνο να καλπάζει. Που έρχονται γιορτές και δεν ξέρει που πήγαν οι ενδιάμεσοι μήνες. Mια μαύρη οριζόντια γραμμή απλώθηκε και ένωσε αυτόματα τον Αύγουστο με τον Δεκέμβριο.  Μια ευθεία χωρίς καμπύλες και διαλείμματα. Ευθείες μέρες. Δεν του αρέσουν οι ευθείες. Μοιάζουν με το τίποτα. 
    Μπαίνει μέσα στο καφέ και η μυρωδιά του καφέ είναι ανακατεμένη με αυτή του χαρτιού και των βιβλίων. Ανεβαίνει την ξύλινη σκάλα που οδηγεί στο πατάρι. Στα σκαλοπάτια βρίσκονται βιβλία, βιβλία, βιβλία. Σκέφτεται πως όλες οι σκάλες θα έπρεπε να είχαν βιβλία δεξιά και αριστερά στα σκαλοπάτια. Να σε προσκαλούν να βγάλεις τα παπούτσια σου, να περπατήσεις ανάμεσα στα βιβλία με γυμνά πέλματα για να μην άθελα σου τα πατήσεις. Έτσι ξυπόλητος, θα είσαι για στιγμές ανοχύρωτος. Θα γίνουν οι λέξεις οι ξύλινες σανίδες που πατάς. Οι άνω τελείες θα διακόψουν τις ευθείες σου. 
    Μια γωνίτσα και πέντε έξι λευκά τραπεζάκια όλα κι όλα να κοιτούν την πίσω μεριά της Νομικής. Δεν έχει κόσμο, και αυτό του αρέσει. Έχουν λιγοστέψει τα μέρη με ησυχία στο κέντρο της πόλης. Κάθεται πάντα στο ίδιο τραπεζάκι, δίπλα στο παράθυρο. Στο τραπεζάκι μπροστά ήρθε ξαφνικά μια κοπέλα. Είχε μακριά κυμματιστά μαλλιά και μεγάλα μάτια. Παρήγγειλε ένα καφέ και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Έριχνε κάθε τόσο κλεφτές ματιές προς την πόρτα. Σκέφθηκε πως μάλλον κάποιον θα περίμενε. Το παταράκι ήταν ακόμα άδειο και έτσι η ανυπομονησία της έφθανε ανενόχλητη μέχρι εκείνον. Στο θόρυβο των βημάτων που ακούστηκε στρέψανε και οι δυό το κεφάλι για να δουν ποιος ήρθε. Ένας μελαχρινός νεαρός εμφανίστηκε. Κάθησε δίπλα της και την φίλησε. Ανταλλάξανε λίγες κουβέντες με λόγια και άλλες τόσες με τα μάτια. Είχαν το βλέμμα των ανθρώπων που απολάμβαναν την κάθε στιγμή μεταξύ τους. Σχεδόν ένιωσε άσχημα που άθελα του χαλούσε το κάδρο της στιγμής τους, αν και το πιο πιθανό είναι να μην είχαν προσέξει καν την παρουσία του. Κάποια στιγμή πήραν μια χαρτοπετσέτα και γράψανε κάτι. Ίσως μια ημερομηνία, μια λέξη, ένα συνθηματικό, μια άνω τελεία. Κάτι που μόνο εκείνοι θα μπορούσαν να διαβάσουν. Η κοπέλα πήρε την χαρτοπετσέτα, την δίπλωσε και την έκλεισε στο βιβλίο της. 
    Σηκώθηκαν. Πριν σηκωθούν κοιτάχτηκαν βαθειά μέσα στα μάτια. Κάτι σαν άκαιρος αποχαιρετισμός. Μια έντονη γεύση απώλειας τον πλημμύρισε. Απόμεινε μόνος να χαζεύει το άδειο τραπέζι. Έγινε άθελα του μάρτυρας μιας κοινής ανάμνησης και ενός ιδιαίτερου αντίο δύο αγνώστων.
   Πολλές φορές από τότε σκέφθηκε το άγνωστο ζευγάρι. Τι απέγινε η κοπέλα με το βιβλίο και ο μελαχρινός νεαρός. Ίσως είναι περίεργο, αλλά όποτε περνάει πίσω από την Νομική, έξω από το καφέ σφίγγεται. Ίσως να φοβάται μήπως ξανανιώσει την ίδια αίσθηση απώλειας. Γιατί βαθειά μέσα του ξέρει πως το μόνο που θα μείνει απ΄αυτό το ζευγάρι κάποια στιγμή είναι μια διπλωμένη χαρτοπετσέτα στο βιβλίο της κοπέλας. Και πως ακόμα δεν έχει βρει έναν τρόπο να πετάει στην άκρη τα παπούτσια όποτε θέλει. Να μένει ξυπόλυτος, να ανεβαίνει τα ξύλινα σκαλιά με τα βιβλία. Να βάζει μια ρημάδα άνω τελεία για να διακόπτει την ευθεία. 
   Πριν ο δείκτης δείξει ακριβώς, ήθελε να γράψει πως δεν τον φοβίζουν οι ευθείες μέρες κι ας μην του αρέσουν τόσο. Ακόμα και απ΄αυτές κάτι μαθαίνει, αφού ο πόνος είναι το σπάσιμο του οστράκου που περικλείει τη γνώση σου. 

Ακριβώς.
Έφυγε.


Ζωγραφική Raphael Soyer (1959)