Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Το Εβγάκι






     Μια σταλιά ήταν το Εβγάκι.´Ενα ψυγείο, δυο ξύλινοι πάγκοι αντικριστοί και ράφια ολόγυρα. Εφημερίδες, περιοδικά, κλασσικά εικονογραφημένα, γάλα, τσιγάρα, μπλε πορτοκαλάδα. Κρατούσε και βερεσέ στα κρυφά. Μύριζε τσίχλα και παστέλι. Μια μικρή ανάσα ήταν το Εβγάκι. Να έβλεπες συνωστισμό κάποιες μέρες, που δεν θα το πίστευες. Πιασμένα όλα τα τραπέζια, όρθιοι, γύρω-γύρω και μέσα και έξω. Απέναντι απο το Χημείο. Στις εξεταστικές δεν το συζητάμε. Ολομέλεια!

     Τα Σάββατα είχαν χαρά. Ξεκίναγες με τις γλάστρες στο βεραντάκι. Πότισμα, σκάλισμα, καφεδάκι με την λουίζα και το γεράνι. Κατέβαινες Ιπποκράτους και Σταδίου για κανένα δίσκο. Άκου 300 δρχ ο δίσκος! Ώρες βόλτα και χάζεμα. Χιλιόμετρα προσδοκίας. Το μεσημέρι οικογενειακή μάζωξη και κουνέλι στιφάδο με την γνωστή καζούρα για την αξυρισιά σου.
     Όταν μείναμε μαζί, έφευγες το πρωί πάντα πρώτος για την δουλειά. Άφηνες έτοιμο γαλλικό στην καφετιέρα. Ζάχαρη, γάλα και το φλιτζάνι στο τραπέζι. Εφτά παρά τέταρτο, ξεκλείδωνες. Ένα φιλί στα κλεφτά. Λιγάκι άλλαξε αυτό μετά. Πενήντα λεπτά σου έπαιρνε για τα Οινόφυτα, τέτοια ώρα το πρωί. Κάπνιζες μέχρι την πόρτα του γραφείου το τελευταίο. Η γόπα στο τασάκι της Μαρίκας, έτσι για σπάσιμο. Εννιά, δέκα ώρες στο γραφείο. Εσύ και ο χαλκοσωλήνας. Οι διαστάσεις, οι ορέξεις και οι νέες προοπτικές του. Γύρναγες κατά τις επτά, καμιά φορά και οκτώ. Το καλοκαίρι ήταν μέρα ακόμα. Με θύμωνες που άφηνες τα κλειδιά μέσα στην φρουτιέρα, δίπλα στα φρούτα. Τι εκνευριστικό συνήθειο. Και αυτό, το άλλο να μην αλλάζεις τα ρούχα της δουλειάς παρά ώρα μετά που είχες γυρίσει. Μια ώρα μετά για να αφήσεις πίσω σου τα όλα της όλης μέρας. Και το άλλο πάλι, να μην μου αφήνεις ούτε ψίχουλο στην ψωμιέρα.
     Εκείνη η φέτα που έφερνες απο το Εβγάκι τις Τετάρτες ήταν άλλο πράγμα. Ήθελα ρίγανη στη φέτα. Δεν σου το είχα πει ποτέ. Έτσι για να μου λείπει, και να σου δείχνω πειστικά μουτρωμένη. Φουντωμένη απο τα νεύρα. Νεύρα σιωπηλά που τσιτσιρίζαν ενδοφλεβίως. Νεύρα που λάτρευα, που ποτέ δεν εγκατέλειψα. Γιατί σκέψου να τα εγκατέλειπα και άνευ ορίων να ερχόμουν εκεί μπροστά σου, νέτη σκέτη. Και να αφηνόμουν, εκεί δα. Και να με βάλεις στο χέρι.
Τις Παρασκευές περιμέναμε το Σαββατοκύριακο. Ήρθαν και τα παιδιά μετά. Δοξασμένες εποχές. Μπουκάλια, πιπίλες και σαλιάρες πολλές. Πάλι έφευγες πρώτος για την δουλειά. Ξεμαλλιασμένη απο τα ξενύχτια. Με μια ξεκούμπωτη ρόμπα, ένα ζωντανό, όρθιο μπιμπερό. Ξεφλουδισμένα, χείλη χειμώνα καλοκαίρι. Δεν έβλεπα το λιγωμένο βλέμμα σου. Για τον πλανήτη ανυπαρξίας είπα πως φύγαμε. Ούτε τότε σταμάτησες να αφήνεις τα κλειδιά στην φρουτιέρα, έτσι για χατήρι μου.
     Τις Κυριακές στην Αίγλη καμιά βόλτα. Μαγείρεμα για την νέα βδομάδα. Είχαμε πάει και καμιά θάλασσα, θυμάσαι; Μια ώρα για να ντυθούμε όλοι. Εκνευριζόσουν, σε είχαμε βάλει στο χέρι. Περπατούσαμε, πετούσαμε απο τα βραχάκια βοτσαλάκια. Τι μας έφταιγε άραγε η θάλασσα και την πετροβολούσαμε; Γυρνούσαμε. Ένιωθα όμορφα, γεμάτη, μια αδιόρατη γλυκειά μελαγχολία για τον χρόνο που περνά. Το ιώδιο, θα είναι σκεφτόμουν.
Ακόμα στην φρουτιέρα αφήνεις τα κλειδιά. Ούτε τα ρούχα σου αλλάζεις, όταν γυρνάς από την δουλειά. Πάλι μια ώρα μετά. Δεν βάζω ζάχαρη πια στον καφέ. Αφήνεις τον γαλλικό στην καφετιέρα. Λιγόστεψε και το φιλί. 
     Α, δεν σου είπα.      Προχθές πέρασα απο το Εβγάκι. Έτσι μου ήρθε ξαφνικά. Είχε κλείσει. Ήθελα να το ξαναδώ. Κάθησα στο μικρό καφέ εκεί δίπλα. Παράγγειλα μια σοκολάτα. Μου φέρανε και μπισκοτάκι. Διάβασα το τελευταίο του Τίτου Πατρίκιου. Πολύ καλό να το διαβάσεις. Ποτέ δεν θα μάθω πώς θα ήταν η ζωή αν διάβαζες και εσύ βιβλία, όπως και εγώ. Μου έλεγες πάντα, εγώ τα διαβάζω μέσα απο σένα. Βερεσέ απο το Εβγάκι μου θυμίζει αυτό. Σου τηλεφώνησα να σου πω πως το Εβγάκι έκλεισε. Δεν σε βρήκα, ήσουν απασχολημένος πολύ. Έφυγα. Στην Ιπποκράτους άρχισα να περπατώ πιο γρήγορα. Ήμουν μόνη; Δεν ήξερα. Ποτέ στην ζωή μου δεν κατάφερα να απαντήσω με ειλικρίνεια σ' αυτή την ερώτηση. Άρχισα να περπατώ ακόμα πιο γρήγορα. Η Άννα θα γύρναγε απο την Πάτρα για Σαββατοκύριακο και το μικράκι μας απο την Κρήτη. Ψίχα δεν θα έχεις αφήσει πάλι. Να μην ξεχάσω να πάρω ψωμί. Μέρα που με βρήκε και αυτή η μελαγχολία! 'Αντε απο κει! Εμένα δεν με βάζουν στο χέρι.

Στην Γιούλη και στην Μαρία.

Δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο protagon στις 28/12/2012

1 σχόλιο: