Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Κραυγή



    Είχαμε ένα ψηλό στην τάξη που κρέμαγε κάθε φορά που είχαμε γεωγραφία τον χάρτη στο καρφί του πίνακα. Τον θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Θυμάμαι και τα διαλλείματα , τις ώρες, τη μυρωδιά του σαπουνιού στα ρούχα. Μα δεν θυμάμαι καλά τον γραφικό μου χαρακτήρα.
     Θυμάσαι τον γραφικό σου χαρακτήρα ; Λίγα χαρτάκια πάνω στα ντουλάπια της κουζίνας , στο ψυγείο , στα πλαινά του απορροφητήρα , κάτι σου θυμίζουν . '' Πήρες γάλα; '' , '' Συγνώμη'' , '' Πάμε θάλασσα μετά τη δουλειά ; '' Και παίρνει χρώμα το σπίτι μέσα σε λεπτά.
      Νοσταλγείς ; Γιατί δεν το λες ; Αδύνατον θα μου πεις. Δεν έχει save στις κουβέντες , ούτε επεξεργασία , ούτε ορθογραφικό και γραμματικό έλεγχο . Ούτε προεπισκόπηση . Μεγάλο ρίσκο , παράτολμο.
     Κι όμως όλοι τριγύρω μιλάμε γράφοντας ( κάποτε και φωτογραφίζοντας) . Συγγραφείς κανονικοί, συγγραφείς  wannabe, οικονομολόγοι συγγραφείς, νομικοί, ψυχολόγοι συγγραφείς, καλλιτέχνες συγγραφείς , δημοσιογράφοι συγγραφείς , κανονικοί άνθρωποι . Γράφουμε , σχολιάζοντας μια ζωή που ζούμε και μια άλλη που θα θέλαμε να ζούμε. Γράφουμε και ξαναγράφουμε την προσωπική μας απελπισία , την οικονομική μας ανασφάλεια, τις αδυναμίες μας , τα πάθη και τα λάθη μας. Έρχεται η γλώσσα , να μας ανοίξει και να νας βοήθήσει να επικοινωνήσουμε και εμείς αντιστεκόμαστε . Κι άλλες φορές αρνιόμαστε καθολικά. Αντί να ανοίξουμε τα παραθυρόφυλλα , δροσιά να μπει του Μάη, κλείνουμε ερμητικά . Κολλημένες κασέτες.  Μιλάμε την διάλεκτο των συντηρητικών, των προοδευτικών, των αριστερών , των νεοφιλελεύθερων, των ποιοτικών, των επιφανειακών. Έτσι είναι η διάλεκτος των πολυπαραγοντικώς απελπισμένων.  Κάθε λέξη και καημός , κάθε κουβέντα βράχος. Και απομακρύνεται όλο και περισσότερο ο κοινός τόπος και ακόμα περισσότερο ο κοινός τρόπος.
     Δεν ακούμε ο ένας τον άλλο. Δεν ρωτάμε με αληθινό ενδιαφέρον   ΄΄Τι κάνεις ; πως είσαι ;  πως περνάς ; '' και αν τύχει και τα καραφέρουμε να ρωτήσουμε σπανιώς πέρνουμε απάντηση. Σαν να είναι η απόσταση φωλιά για να κουρνιάσουμε. Και καταλήγουμε στην κραυγή. Και στην διαλεκτική της κραυγής που θρέφει και ενισχύει την νύχτα.Καταλήγει ο νους ορφανός . Ένας νους που έτσι κι άλλιώς είναι στο μεγαλύτερο του μέρος αχαρτογράφητος . Παντοδύναμος σκηνοθέτης αναμνήσεων χαράς και δράματος. Πως μπορεί άραγε ένας ορφανός νους να ταξινομήσει, ν΄ αναλύσει, να δημιουργήσει και να αντέξει αντιθέσεις, να συνθέσει , να ισορροπίσει ; Πως θα μπορέσει να κάνει στην άκρη, να αμφισβητήσει τον ίδιο του τον εαυτό και να βρει νέες λύσεις και προοπτικές ;
      Ενισχύει τη νύχτα του φασισμού και της βίας. Και η βία δεν είναι μονάχα στην πολιτική , στο παρακράτος, στο δρόμο . Είναι μέσα μας. Στα λόγια μας. Όλων μας. Στο σπίτι μας. Στην αδυναμία κατανόησης του παιδιού μας. Στις επιλογές μας , στις προκαταλήψεις και στα στερεότυπα μας. Στην απλή καθημερινή μας επικοινωνία και στην απουσία της. Στις λέξεις μας.
        Αυτή είναι η πατρότητα της βίας σε τέτοιες στείρες εποχές. Και ό,τι ζούμε και βλέπουμε στις οθόνες μας η κραυγή της.




Η Αννίτα Λουδάρου είναι ψυχοθεραπεύτρια , αρθρογράφος που ζει καταναλώνοντας λέξεις.
   
     

2 σχόλια:

  1. Το φθαρμένο πανωφόρι μου με τον ξεβαμμένο γιακά μου ήρθε στο μυαλό κα Λουδάρου με το κείμενο σας. Όντως ξεφτίζουν, ξεθωριάζουν οι λέξεις, οι έννοιες, οι ανθρώπινες σχέσεις. Έχω συλλάβει τον εαυτό μου να αποζητώ μια δυνατή χειραψία ως σημάδι επαφής κι ας μου πονέσει το χέρι από το δαχτυλίδι μου, ίσως έτσι πείσω τον εαυτό μου για τα απομεινάρια της επαφής, του αγγίζειν. Πολύ αξιόλογη η γραφή σας.
    Χαρά Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ πολύ γαι τα λόγια σας .

    ΑπάντησηΔιαγραφή