Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ελαφροβραδιά



     Μεγάλη ζέστη. Ο ήλιος έμπαινε από το σκονισμένο τζάμι στο δωμάτιο. Έπεφτε πάνω στα έπιπλα, στο μισάδειο ποτήρι του καφέ, στα στιβαγμένα βιβλία, στις μισοτελειωμένες παλέτες. Ο σκύλος της γειτόνισσας γάβγιζε αλύπητα στην κάψα του μεσημεριού.
     Έβλεπα την πλάτη του και την ιεροτελεστεία του μπράτσου του, να σηκώσει την βελόνα του πικάπ, να την ακουμπήσει πάνω στον δίσκο και να πλημμυρίσει το δωμάτιο η φωνή του John Lurie. Το πικαπ είχε έρθει μαζί του. Απόκτημα από ένα ταξίδι στο Άμστερνταμ. Ήταν η εποχή των προσδοκιών.
- Δεν είναι καλοκαίρι για όλους, μου λες.
Είναι απλήρωτα όλα. Και μετά που να πάω; Τα ίδια σε κυνηγάνε παντού. Κάνω και τις θεραπείες τώρα.
- Θέλεις να σου φέρω τίποτα απ 'έξω;
- Φέρε μου αν γίνεται την σιωπή. Μπορείς να μου φέρεις την σιωπή;
Πώς είναι διάολε η σιωπή, αναρρωτήθηκα.
- Θα καθήσεις πολύ κοντά στ΄αυτί μου και θα μου την φέρεις. Θα μοιραστούμε το αεράκι που σηκώνει ανεπαίσθητα την άμμο ψηλά. Τ΄αλμυρίκια που γλύφουν σιωπηλά τ΄απογεύματα τα βράχια. Τα γυμνά πέλματα που τσαλαβουτούν περπατώντας  απ΄άκρη σ΄άκρη στην αμμουδιά, κουβαλώντας στα χέρια τα πάνινα. Την σιωπή του μεσημεριού με τα τζιτζίκια ολόγυρα, ενώ το βρεγμένο σου μαγιώ στεγνώνει στην απλώστρα. Θα ταξιδέψουμε σε μια  βραδυνή σιωπή στο μπαλκονάκι με θέα στα φώτα του χωριού. Σε εκείνη την ελαφροβραδιά, που δεν κουβαλά καμιά προσδοκία, που της φθάνει και της περισσεύει αυτό που είναι εκείνη ακριβώς την στιγμή. Ό,τι είναι, όπως είναι, αφού είναι.
-Έλα ένα απόγευμα να μου φέρεις την σιωπή, συνεχίζεις. Η αγαπημένη μου ώρα της μέρας είναι το απόγευμα. Είναι λίγο μετά την μέση της μέρας. Το φως είναι πλάγιο. Μισοκατεβάζω και τις γρίλλιες και σχηματίζονται κάτι όμορφες συμμετρικές τρυπούλες στο πάτωμα. Μου αρέσουν αυτές οι τρυπούλες πολύ.
    Έφυγα για λίγο, βγήκα να καπνίσω ένα τσιγάρο έξω. Δεν ξέρω ακριβώς πόσο έλειψα. Γύρισα ένα απόγευμα. Τον βρήκα να ζωγραφίζει. Το φως έμπαινε πλάγιο από τις γρίλλιες και έκανε τις συμμετρικές τρυπούλες στο πάτωμα. Κάθησα ήσυχα δίπλα του. Έσκυψα στ΄αυτί του και του ψιθύρισα τον ήχο της σιωπής. Τον είχα μάθει πια. Έκανα και άλλους ήχους. Τους γλάρους, τα κύματα, τις πέτρες. Μου έσφιξε το χέρι. Έμεινα δίπλα του, χωρίς προσδοκίες. Σηκώθηκε να διαλέξει δίσκο. Μουσική υπόκρουση στην ελαφροβραδιά.


4 σχόλια:

  1. καταπληκτικό!!!!!
    Ξένια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απλά υπέροχο!!
    Υπάρχουν βραδιές που είναι έτσι και δεν μπορούσα να τις περιγράψω με μία και μόνη λέξη....Επίσης υπάρχουν και κάποιες άλλες βραδιές που δεν είναι έτσι... που χάνομαι στα δήθεν σημαντικά. Η νέα σου λέξη ήρθε και κούμπωσε μέσα μου. Πόσο σε ευχαριστώ για αυτές τις λέξεις !
    Νέκτη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κι έτσι όμορφα είναι τα ταξίδια, χαμογελαστή παρέα να υπάρχει κι όλο νέα μέρη θα ανακαλύψεις. Με καραβάκια και θάλασσες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή