Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Φθινόπωρα


   
       Μέσα στον ύπνο της είχε όλο φθινόπωρα. Νεκρά φύλλα γέμιζαν τα όνειρα της. Άδεια πάρκα, μισοκλεισμένες τέντες, αδιάβροχα, βοριάδες που ρίχνουν ξερά φύλλα. Για να καταλάβει καλύτερα τα φθινόπωρα έκανε ησυχία. Μέσα στην ησυχία μπορούσε ν΄ακούει το ανεπαίσθητο θόρυβο που κάνουν τα φύλλα όταν πέφτουν, τις σταγόνες των πρώτων βροχών που κυλούν στα σκονισμένα τζάμια. Χαμήλωνε το θόρυβο που χρειάζεται η ζωή για να επιβεβαιωθεί όπως χαμηλώνεις το volume στο ραδιάκι του αυτοκινήτου και αφηνόταν στα φθινοπωρινά τοπία.
     Τα φθινοπωρινά τοπία σπάνια έχουν ανθρώπους. Συνήθως είναι όλοι απόντες από εκεί και τα ίχνη τους έχουν μείνει μετέωρα για να ζωντανέψουν μια άλλη εποχή. Ίσως να μην ξαναζωντανέψουν κάποια άλλη εποχή, όμως αυτή δεν το ξέρει. Τα φθινόπωρα της είναι γεμάτα απουσίες και για αυτό την εξοικειώνουν με την απώλεια. Συχνά κάθεται πάνω σε βουνά ξερών φύλλων και ξεφυλλίζει άλμπουμ με φωτογραφίες χθεσινών μορφών που τις κατάπιε ο χρόνος. Άλλοτε πάλι σηκώνεται και φτυαρίζει τα ξερά φύλλα για να τα πετάξει μακριά. Να καθαρίσει ο τόπος. Ν΄αλλάξει ο χρόνος δέρμα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να αποδεχθεί την απώλεια. Η αποδοχή της απώλειας είναι πάντα κάτι μεγάλο και σπουδαίο που φέρνει μια νέα αρχή.  
     Ο ουρανός του φθινοπώρου την περιέγραφε. Αποφασισμένα, ασημένια σύννεφα που ταξίδευαν ψηλά στον ουρανό, κατέβαιναν όμως και έφεραν συχνά βροχή. Η βροχή έμπαινε μέσα στα παπούτσια της, έβρεχε και διαπερνούσε τα ρούχα της μέχρι που έφθανε στο μεδούλι  έτσι όπως συνήθως την έβρισκαν απροστάτευτη.  
     Φυσικά για κάποιο σκοπό γινόντουσαν όλα αυτά. Τα σύννεφα την περίμεναν πάντα έτοιμα. Σαν ένας τρόπος να μετρά αυτά που έφυγαν προς τα πίσω σχηματίζοντας ένα συνεχώς αυξανόμενο βουναλάκι.  Μαζί μ΄αυτά στο ίδιο βουναλάκι έβαζε κι όλα αυτά που ήθελε ν΄αλλάξει κατά καιρούς και ακόμα δεν τα είχε καταφέρει. Καθώς λοιπόν κατανοούσε όλο και περισσότερο κάθε φορά τα φθινόπωρα, πλησίαζε όλο και κοντύτερα εκείνο το πολυπόθητο ''δεσμεύομαι''.
        Δεσμεύομαι μονολογούσε πως ακόμα κι αν η συνατγή δεν είναι συναρπαστική αλλά αντίθετα λίγο πολύ μονότονη ή ακόμα και βολική, θα σφουγγίζω με τα σύννεφα την επιδερμίδα του χρόνου για να μπορούν να κυλούν ανεμπόδιστα οι εποχές και να ξεσκεπαστούν όλες οι αυταπάτες, να πάψει να τις παίρνει σοβαρά. Να κρατήσει μόνο μια. Όταν βλέπω την βροχή, το ένα μισό μου μισό να νομίζει πως είναι θαύμα. Ενώ το άλλο μισό μου, αυτό που δεν  πιστεύει στα θαύματα, να πιστεύει στο τυχαίο.

Φωτογραφία Anna Morosini


Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα




      Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα ζούσαν απλά. Τον χειμώνα όταν γυρνούσαν από την δουλειά ρίχναν στη σόμπα ξύλα και μαλάκωναν το κρύο. Τηλεόραση στα βαγόνια δεν υπήρχε. Αν ήθελαν θα μπορούσαν να ρίξουν μια μπαλαντέζα, να πάνε να βρουν μια γεννήτρια και να πάρουν ρεύμα. Όμως δεν ήθελαν. Τους αρκούσε που μάθαιναν τα νέα ο ένας του άλλου. Καθόντουσαν γύρω από ένα κύκλο τα βράδια και λέγανε τα νέα τους. Γέλαγαν, εξηγούσαν, περιέγραφαν, ρωτούσαν. Με δυο λόγια συζητούσαν. Καμιά φορά έκλαιγαν για κάτι θλιβερό που είχε συμβεί και έδιναν ο ένας χαρτομάντηλα στον άλλο. Πιάνανε κουβέντα και μαλάκωναν την μοναξιά. 
     Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα διάβαζαν πολλά βιβλία. Ο ένας δανειζόταν βιβλία από τον άλλο, γι΄αυτό είχαν κάνει μια συμφωνία να μην σημειώνουν ποτέ με μελάνι πάνω στα βιβλία. Να σημειώνουν μονάχα με μολύβι και μόνο αν ήταν μεγάλη ανάγκη, γιατί θα περνούσε το βιβλίο από πολλά χέρια, πολλά μάτια θα μελετούσαν τις σελίδες του και χρειαζόταν να αφήσουν χώρο και για τους υπόλοιπους. Διάβαζαν βιβλία και μαλάκωναν τον φόβο. 
    Στα τραίνα έπαιζε τα βράδυα μουσική. Οι ένοικοι είχαν φτιάξει διάφορα σχήματα εγχόρδων,  πνευστών και κρουστών. Εναλλάσσονταν οι μουσικές και κάποιες φορές παύαν τα σχήματα και μονοπολούσε την μουσική ένα και μόνο όργανο. Ήταν η μέρα του, η στιγμή του, ήταν τότε που ο μουσικός έσκαβε μόνος του μέχρι τους άλλους ενοίκους. Ήταν τότε που και οι άλλοι ένοικοι έσκαβαν, μέχρι αυτόν. Έξω από το τραίνο, κάτω από ένα υπόστεγο υπήρχε ένα πιάνο. Αυτό σηματοδοτούσε πιο μεγάλες γιορτές τότε που ερχόντουσαν ένοικοι από άλλα τραίνα πιο μακρινών περιοχών. Γνώριζαν άγνωστους μέχρι τότε ανθρώπους. Μεγάλωνε ο κόσμος τους και ήταν αιτία αυτό για μεγάλη γιορτή. Παίζανε μουσική και μαλάκωναν τον χρόνο. 
      Οι άνθρωποι που έμεναν  στα τραίνα χόρευαν. Παίζαν μουσική και χόρευαν. Έδιναν στον εαυτό τους μια ευκαιρία να ξεμουδιάσει το σώμα τους. Σαν μωρό να ακουμπήσει λίγο πιο κοντά στους παλμούς της καρδιάς και να ηρεμήσει. Χόρευαν άλλες φορές σε γρήγορους, χαρούμενους ρυθμούς και άλλες φορές σε αργούς, μελαγχολικούς. Ο ρυθμός αυτός είχε να κάνει λίγο με την εποχή του χρόνου. Σε φθινοπωρινή εποχή διάλεγαν πιο χαμηλούς ρυθμούς. Τα καλοκαίρια διάλεγαν γρήγορους, διεγερτικούς. Χόρευαν και μαλάκωναν τον πόνο. 
      Οι άνθρωποι που έμεναν στα τραίνα ονειρευόντουσαν. Όχι μια καλύτερη ζωή, αλλά να κρατήσει κι άλλο το τραγούδι του τριζονιού στην σιγαλιά της ήρεμης νύχτας. Να κρατηθεί κι άλλο ο παφλασμός του κύματος στην αγαπημένη ακτή. Να μείνει για πάντα ζεστό το χέρι του όταν κρατάει το δικό της, και τα μαλλιά της να ανεμίζουν ανέμελα στο αεράκι της Άνοιξης. Οι βάρκες να  μεταφέρουν ταξιδιώτες που ψάχνουν να γνωρίσουν κι άλλες γωνιές της γης, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Τα όνειρα αυτά δεν σταματούσαν. Το ένα διαδεχόταν το άλλο, όπως η μια στιγμή την άλλη. Οι άνθρωποι που ζούσαν στα τραίνα ζούσαν αληθινά. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που δεν ήταν πολλοί. Οι άνθρωποι είναι δύσπιστοι στην αλήθεια.
     Έτσι τους γνώρισε η Μαρία τις μέρες που έζησε μαζί τους. Απλούς και αληθινούς. Ήρθε όμως η μέρα που έπρεπε να φύγει. Έπρεπε ήθελε δεν ήθελε να επιστρέψει στην άλλη, την κανονική της ζωή. Πήρε το πρώτο αεροπλάνο και γύρισε. Από τις αφίξεις πήγε κατευεθείαν στη στάση του λεωφορείου. Σε μια ώρα το πολύ θα ήταν σπίτι. Σε κάθε στάση επιβάτες έμπαιναν και άλλοι έβγαιναν. Οι περισσότεροι με βαλίτσες στο χέρι και σακίδια στους ώμους επέστρεφαν από ταξίδια. Η ώρα περνούσε, πλησίαζε σχεδόν στην μέση της διαδρομής. Το λεωφορείο σταμάτησε στο φανάρι, έξω από ένα φούρνο. Η Μαρία κοίταξε από το παράθυρο. Δεκάδες μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα στο δρόμο. Οι οδηγοί μέσα στα αυτοκίνητα μιλούσαν στα κινητά και χειρονομούσαν νευρικά. Άνθρωποι μπαινόβγαιναν βιαστικά από τις ηλεκτρικές πόρτες στο φούρνο κρατώντας σακούλες με ψωμιά και κουλούρια, και άλλοι προσπαθούσαν να παρκάρουν για να πάνε στις δουλειές τους. Σε ότι τέλος πάντων ονόμαζαν δουλειές τους. Καλύτερα θα ήταν να έλεγαν στα κομμάτια που σπάγανε την ζωή τους. 
       Η Μαρία κοίταζε έξω από το παράθυρο. Σε τίποτα απ΄όλα αυτά δεν κολλούσε. Το ήξερε. Θα είναι αργά σκέφτηκε για μια στιγμή να ξεκουμπιστεί να φύγει, να γυρίσει πίσω στα τραίνα.  Να δώσει μια να ξεκολλήσει. Κάτι περίμενε να συμβεί, που θα της έδινε την λύση. Κάτι, οτιδήποτε. Να ανάψει το φανάρι, ν΄ανοίξει η πόρτα, να προσγειωθούν στην οροφή του λεωφορείου εξωγήινοι και να κάνουν κατάληψη. Κάτι να μηδενίσει το κοντέρ. Να ξαναρχίσει ο χρόνος να μετρά θαύματα.