Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Τα αμίλητα





     Αυτή τη φορά εσύ ήσουν ακούνητος. Τα χέρια σου στο πλάι. Ο δεξιός σου ώμος εξαρθρωμένος έπεφτε ανεπαίσθητα προς τα κάτω. 365 μέρες πέρασαν, οι εξελίξεις άργησαν βαριά και άφησαν το σημάδι της βαριάς αργοπορίας τους. Ανεπαίσθητα όμως. Μόνο οι παρατηρητικοί θα το έβλεπαν, οι υπόλοιποι δεν θα καταλάβαιναν τίποτα. Σου χτύπησα απαλά την πλάτη, σημάδι πως έπρεπε να με αγκαλιάσεις κι εσύ.

   "Αύριο Κυριακή θα φύγω, μαζεύω τα πράγματα μου και βγάζω εισητήριο. Θα έρθεις μαζί μου γιατί δεν ξέρω το πρακτορείο; " 

Σιωπή. Επιτέλους βρήκαμε το κοινό μας τόπο, μονολόγησα.


Too late to beg σκέφθηκα. Δεν πήγα στο πρακτορείο (χλωμό και κρύο). Ο χρόνος θα μας ενώσει κάποια άλλη στιγμή.
   Έμεινα να θέλω να βάλω μάτια, χείλη, μύτη, στόμα, ζυγωματικά σ´ ένα χρόνο που εκπνέει. Θυμήθηκα τα post it που ανταλλάξαμε τις προηγούμενες μέρες. Αυτά δεν θα τα ξέχναγα ποτέ, ίσως γιατί ήταν τα μόνα που έκαναν την στοιχομυθία μας να μοιάζει σουρεάλ. Στα κόλλαγα στο ψυγείο για να βλέπεις τι χρωστάω.
Λοιπόν κρατώ την κινούμενη εικόνα σου. Είναι η καλύτερη εικόνα σου. Με τον βγαλμένο ώμο και τα μαλλιά καρφιά γεροχρόνε μου. Φαίνεσαι έτσι πιο αιχμηρός. Στη διάσταση της καθημερινότητας εσύ πια δεν θα υπάρχεις. Αυτή ίσως να είναι η τελευταία μας συνομιλία. 
    Έρχεται όμως ο καιρός που και τα μεγαλύτερα αμίλητα ξεσπάνε.


Ζωγραφική Μανουέλα Χ




Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ένας χρόνος



      Στη πλάκα ενός ρολογιού οι δείκτες γυρίζουν κυκλικά.  Οι αστρολόγοι λένε πως ο μοναδικός αστερισμός που σχηματίζουν οι πλανήτες τη στιγμή της γέννησης του κάθε ανθρώπου είναι το διαρκές θέμα της ζωής του, είναι αυτό που καθορίζει την διαδρομή της ζωής του. Μοιρολατρικό μου φαίνεται αυτό. 
      Το κοριτσάκι με τα σπίρτα δεν είναι παραμύθι, αυτό πιστεύω. Είναι μια ιστορία απολύτως αληθινή. Πρώτο σπίρτο και ο παράφορος έρωτας σου εμφανίζεται στο λεπτό, σε αστροδευτερόλεπτα όμως χάνεται και μένεις εσύ και το κενό. Δεύτερο σπίρτο και ντύνεσαι μαλάματα, παλεύεις, χτίζεις σπίτια, αγοράζεις τραπεζαρία, κρεβατοκάμαρα, με ορμή όμως σε συμπαντοδευτερόλεπτα χάνονται κάτω από σκόνη στο πρώτο σεισμό. Τρίτο σπίρτο στο νοσοκομείο αντί για ανυπόμονες νοσοκόμες βλέπεις να υπάρχουν  άγγελοι. Το σπίρτο όμως σβήνει σε απειροδευτερόλεπτα και εσύ έχεις χτυπηθεί αμείληκτα από την ίδια αρρώστια.  Στη πλάκα ενός  ρολογιού οι δείκτες γυρίζουν κυκλικά, ακριβώς όπως και η αυταπάτη.  
   Τον απολογισμό του χρόνου που πέρασε δεν τον κάνω ποτέ. 'Αλλωστε γιατί; Αφού ο χρόνος φεύγει. Αυτοί που φεύγουν να πηγαίνουν στο καλό ή να πηγαίνουν στο διάολο. Δεν είναι ανάγκη να μας γράφουν. Ανοικτός θα παραμείνει ο σταθμός της Ομόνοιας απόψε για να προστατέψει τους άστεγους από το δυνατό ψύχος. Στην πλατεία στήθηκε μια πελώρια ρόδα που ακόμα δεν γυρνάει. Όταν αρχίσει να γυρνάει θα γυρνάει κυκλικά όπως οι δείκτες στη πλάκα του ρολογιού.
    Στο βλέμμα σου είδα λύπη για τα παιδιά που κρυώνουν στους δρόμους, και έχει καταφέρει η λύπη εαυτών και αλλήλων να μας εξιλεώνει. Ζέστανε στο μαγκάλι του καστανά όλη σου την απώλεια. Όταν μετράμε τον χρόνο ανάποδα ξέρω πως θα μετρά και το κορίτσι που ζει πια στην Κοπεγχάγη και η οικογένεια που έφυγε για Βερολίνο. Καλύτερα ή χειρότερα; Εσύ θα πεις καλύτερα, εγώ θα πω χειρότερα, δεν είναι εκεί το θέμα. Είναι κάπου αλλού, κάπου μακριά, κάτι άφησαν πίσω και δεν ήθελαν. 
     Είναι οι μέρες που μοιάζουν πιο σκοτεινές. Σαν κάποιος να δίνει την εντολή πως  υπερβήκαμε τα επιτρεπτά βήματα, απαγορεύεται πλέον ο προαυλισμός και θα μείνουμε σε απομόνωση διαρκείας.  Είναι οι μέρες που μετριόμαστε και βγαίνουμε λίγοι. Είναι μέρες που βγήκαν οι υποχωρήσεις σε πρώτο πλάνο. Είναι οι μέρες που κοιτάμε τα ταβάνια γεμάτοι ενοχές. Οι μέρες που μου λες πως δεν ερωτεύεσαι πια κανέναν και εγώ γεμίζω λύπη. 
  Μένει κάτι. Μια ξεχασμένη αίσθηση του μέτρου, του αληθινά αναγκαίου, του απαραίτητου, του ουσιώδους. Τα απαραίτητα είναι εντυπωσιακά κοινότοπα και προς μεγάλη μας έκπληξη δεν μας λείπουν όλα. Χωρίς δαπάνες προβολής, χωρίς φλύαρες συμβάσεις, χωρίς χλιδή και κούφια ματαιοδοξία, αλλά με πίστη πως η ζωή έχει ένα εκατομμύριο λόγους και παραπάνω που αξίζει να την ζεις. 
     Την καρδιά του χειμώνα διαλέγει ο χρόνος για ν΄αλλάξει σκυτάλη. Μέσα στο δυνατό ψύχος θα γυρίσει άλλη μια στροφή ο δείκτης. Με τα ίδια υλικά, τα ίδια τούβλα θα είναι χτισμένος και ο καινούργιος χρόνος; Τα ίδια προβλήματα; Kι αυτό που ονειρευτήκαμε μια άλλη καλύτερη ζωή είναι χιμαιρικό; Θα προχωράμε έτσι μέχρι που μετά από χρόνια από το παραθυράκι του μεγάλου ρολογιού θα βγει μια μαριονέτα και θα λεει ''όταν ήσασταν νέος..''; 
     Όχι!  Ο πραγματικός χρόνος δεν έχει αντίστροφες μετρήσεις. Κάποια πράγματα άργησαν βαριά και αφήνουν πίσω τους το βάρος της αργοπορίας. Την ώρα που το 16 θα εκπνέει και εμείς θα εξακολουθούμε να ρωτάμε τους ανθρώπους αν μας αγαπάνε, να μην ξεχάστούμε και χάσουμε από τα μάτια μας τη φωτιά στο τζάκι.  Αυτή να τη κρατήσουμε δυνατά να καίει πάνω απο την εορταστική χοληστερίνη. Να κάψει όλη την σιωπή που φέρνει ο φόβος του καινούργιου. Μαζί και την μοναξιά που γδέρνει την φωνή μας (όλων την φωνή). Μέχρι να ξημερώσει. 
      
         

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Η φάρσα




       Ξαφνικά δεν είχε τη δύναμη να υποφέρει κανένα βλέμμα. Άρχισε να περπατάει στο πλαινό ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου όπου τα αυτοκίνητα έτρεχαν το ένα πίσω από το άλλο. Αποροφημένη στις σκέψεις της, ανιχνεύοντας μόνο τα κατάβαθα της ψυχής της που της έστελναν τις ίδιες ταπεινωτικές εικόνες ξανά και ξανά. Κάποιες στιγμές μόνο όταν κάποια μοτοσυκλέτα, της οποίας η εξάτμιση της τρύπαγε τα τύμπανα περνούσε από κοντά της,  συνειδητοποιούσε πως ο εξωτερικός κόσμος υπήρχε. 
       Τα αυτοκίνητα κυλούσαν γρήγορα στους στολισμένους χριστουγεννιάτικα δρόμους. Τα αυτοκίνητα ήταν γεμάτα δύναμη σε αντίθεση με την ίδια που ένιωθε αδύναμη αφού δεν μπορούσε να εναντιωθεί σε όλες τις άδικες εξελίξεις που κατέφθαναν στη ζωή  της. 
       Προσπάθησε να συλλάβει μια φευγαλέα ανάμνηση. Το νησί της. Θυμήθηκε πόσο ωραία είναι η θάλασσα στο νησί της. Πόσο ωραία ήταν τα καλοκαίρια εκεί όταν ήταν παιδί.  Η ανάμνηση ήχησε σαν μια χορευτική μουσική στην μέση της ερήμου. Βάλθηκε να κάνει σινιάλο στα αυτοκίνητα, αλλά αυτά  περνούσαν χωρίς να σταματήσουν, τυφλώνοντας την με τους προβολείς τους. Λίγες ώρες πιο πριν είχε συμβεί μια μεγάλη ανατροπή. Μια κατάσταση που όπως δείχνουν τα πράγματα δεν θα μπορέσει να αποφύγει. Απο την μια στιγμή στην άλλη  έχασε σταθερές και δεδομένα χρόνων, την δουλειά της.
      Να αφήσει τον μεγάλο αυτοκινητόδρομο αυτό σκέφτηκε για μια στιγμή. Να πάρει το μικρότερο, τον πιο ήσυχο δρόμο.  Σ΄έναν ήσυχο δρόμο ίσως καταφέρει να βρει την ψυχραιμία της πριν γυρίσει σπίτι. Ο κόσμος προχωρούσε βιαστικά κάτω από τα Χριστουγεννιάτικα φωτάκια κι εκείνη ξαναγυρνούσε στα βάθη της ψυχής της που συναντούσε μονάχα το φόβο. Αυτή η εποχή αρνείται να αναγνωρίσει στους ανθρώπους το δικαίωμα να βρεθούν σε δυσαρμονία με τον κόσμο. Όμως εκείνη δεν υπήρξε ποτέ αθλήτρια. Ποτέ δεν διάλεξε τον ανταγωνισμό. Δεν ήθελε να είναι ούτε πρότυπο, ούτε δείγμα. Άνθρωπος ήθελε να κρατηθεί. Ίσως και να ήταν το πρόσωπο ενός παραμυθιού που γνώριζε από τότε που ήταν παιδί. Ενός παραμυθιού που μόλις τώρα άρχιζε να διακρίνει το τέλος του.
      Τα χέρια της όμως είναι τώρα άδεια. Ίσως θα έπρεπε να φύγει. Να πάει να ψάξει κάπου αλλού για δουλειά. Δύσκολο εγχείρημα.  Σχεδόν απραγματοποίητο, παρόμοιο με όλες αυτές τις ουτοπικές αυταπάτες με τις οποίες έντυσε την ζωή της ενώ στην πραγματικότητα στο βάθος του μυαλού της ήξερε πως δεν θα μπορούσε σχεδόν τίποτα στην ηλικία της πια να κάνει. Όμως πώς είναι να μην κάνει τίποτα; 
     Κοίταξε τους περαστικούς. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τις γιορτές. Ξέρουν όμως να τις γιορτάσουν; Πρόσεξε την κατήφεια τους, την νευρική σιωπή τους, την σκληρότητα στο βλέμμα τους. Κάποιοι απ΄αυτούς θα έχουν μόλις κλείσει πού θα κάνουν το ρεβεγιόν τους, θα έχουν προβάρει φουστάνια και κουστούμια, θα έχουν βγει από το κομμωτήριο. Υπάρχει άραγε κάτι πιο μελαγχολικό από μια γιορτή που η παρουσία σου εκεί είναι σχεδόν τυχαία ή εφήμερη; 
      Συνέχισε να περπατάει μονολογώντας με μια τόσο αδύναμη φωνή που κανείς δεν την άκουγε. Δεν ήξερε από που θα έρθει η λύση. Μπορεί η λύση να έρθει απ΄έξω, να είναι απρόσμενη ή να είναι η πιο κοινή μαζί. Μπορεί η λύση να είναι ένα ''ναι'' που δίνοντας το θα εκπλήξει όλους . Ένα ''ναι'' που θα στηρίξει την επιθυμία της να μην μείνει σε μια ζωή που θα μοιάζει με ένα κακό αστείο, μια φάρσα που την είχε παίξει στον εαυτό της από φόβο ή φιλαρέσκεια και χωρίς καν να την πιστεύει, αλλά κάτι σοβαρό και πραγματικό. 
       Προχωρώντας διασταυρώνεται με τους περαστικούς. Μια γυναίκα περπατάει μόνη της στο πλάι ενός μεγάλου αυτοκινητόδρομου φωτισμένου με χιλιάδες χριστουγεννιάτικα φωτάκια. Αυτή είναι η εικόνα. Οι άνθρωποι περνούν δίπλα της και δεν την βλέπουν ούτε την ακούν γιατί είναι άνετα εγκαταστημένοι αποκλειστικά στον εαυτό τους. Οι άνθρωποι κινούνται ενώ είναι ακίνητοι και κουβαλούν μέσα τους ένα αμίλητο φόνο. Κι όλα αυτά τα βήματα της, οι μονόλοι και τα βλέμματα είναι αφορμές για να γίνει κάτι. Γίνονται στο λεπτό αναμνήσεις και μ΄έναν ακατανόητο τρόπο σου φουσκώνουν τα πανιά. 
    Χωρίς να το καταλάβει γύρισε με τα πόδια στο σπίτι. Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα κρατήθηκε για δευτερόλεπτα πριν μπει μέσα. Δεν ήξερε ακριβώς τι θα έλεγε.  Θα έλεγε όσα είχε να πει. Οι λέξεις θα αναλάμβαναν την αφήγηση. Αυτές οι λέξεις που γίνονται μετά υγρασία και σκάνε τους σοβάδες στους τοίχους.  Μια απολύτως απαραίτητη υγρασία για να αντιλαμβανόμαστε επαρκώς όσα ακόμα δεν καταφέραμε αλλά εξακολουθούμε να θέλουμε. 


Ζωγραφική Andrew Stevovich