Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Καλή Ανάσταση

  





    Η Ανάσταση είναι για τον καθένα κάτι διαφορετικό. Απέχεις απ΄αυτή διαφορετικό χρόνο, έχει διαφορετική οσμή, χρώμα, γεύση. Μπορεί να είναι αιώνες μακριά σου. Μπορεί μονάχα ένα λεπτό μακριά. Όσο περνούν τα χρόνια και προσπαθώ να μην χαθώ, να συνεχίσω να είμαι εδώ και να παλεύω, να επιμένω, επιμένει κι αυτή. Σαν να στέλνει μια αδιόρατη υπόσχεση πως πλησιάζει όσο εσύ θέλεις. 
    Η θλίψη σου είναι γνωστή. Έχει αφήσει τα χνάρια της, γι΄αυτό την αναγνωρίζεις εύκολα. Όπως όμως ο χρόνος φυσά, το ίδιο όπως μας φύσαγε πάντα κι εσύ παλεύεις να κρατηθείς, να δουλεύεις όλα αυτά που αγαπάς σιωπηλά με επιμονή, να μην σε καταπίνουν τα κενά, να υπάρχεις και για τους άλλους, όλους αυτούς τους ανθρώπους ανοιχτές πληγές, να γίνεσαι όλο και πιο απλός, πιο ανθρώπινος, οι φίλοι σου ν΄αντιλαμβάνεσαι πως είναι οι τροφοδότες σου και εσύ να μαθαίνεις πιο καλά ν΄αγαπάς, αυτή πλησιάζει γιατί εσύ πλησιάζεις. Συνειδητοποιείς τότε πως μπορεί να έχεις μια ζωή αληθινή και απλή αλλά σπουδαία χωρίς μεγαλοστομίες και πόζες. Καμιά φορά φθάνει ένα λεπτό. Καμιά φορά απέχει αιώνες. 

Καλή Ανάσταση
Ζωγραφική Χρήστος Μποκόρος

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Exit

  






       Ξεφυλλίζοντας το κουτί με τις φωτογραφίες βρήκα τα εισητήρια από την συναυλία της Μόνικα στο Λυκαβηττό τον Ιούνη του 2009. Ήταν το τελευταίο που κάναμε πριν με χωρίσεις. Πάντα μου άρεσε να κρατάω τέτοιου είδους χαρτιά. Αποδείξεις πως είχαμε περάσει κι εμείς από δω. Γι αυτό δεν αιφνιδιάστηκα που βρήκα τα εισιτήρια. Μονάχα που το ένα είχε ακόμα τα γράμματα σου πάνω να γράφουν exit, το αγαπημένο σου άλμπουμ και κόλλησα.
    Θυμήθηκα πως είχες επιμείνει πολύ να πληρώσεις τα εισιτήρια, πιθανόν γιατί είχες προετοιμάσει το τέλος και μάλλον θεωρούσες αναξιοπρεπές να έπρεπε από πάνω να πληρώσω εγώ.  Το ότι κράτησα ακόμα κι αυτό το εισιτήριο δεν μου προκάλεσε καμιά έκπληξη. Παρά το βάρος του μου φάνηκε σημαντικό να το φυλάξω, ίσως σαν μια αδιάψευστη απόδειξη ενός τέλους. Η αλήθεια είναι πως η επιλογή μιας συναυλίας ως ουδέτερου εδάφους με πόνεσε σχεδόν όσο και εκείνο το ‘’χάθηκε’’ που αποφεύγοντας το βλέμμα μου, ανακοίνωσες.
     Κοιτάζοντας τα γράμματα σου πάνω στο εισιτήριο χαμογέλασα. Θυμήθηκα πως λίγα λεπτά πριν χωρίσουμε, φιληθήκαμε. Θυμήθηκα πως είχες τα μαλλιά σου δεμένα αλογοουρά και περνούσες κάθε τρεις και λίγο δυο τούφες που ξέφευγαν πίσω από το αφτί. Για μήνες προσπαθούσαμε να κάνουμε παιδί. Υπολογίζαμε τις μέρες γονιμότητας, τις φάσεις της Σελήνης, τη βασική θερμοκρασία σώματος και τα πλεονεκτήματα συγκεκριμένων στάσεων. Κάναμε έρωτα με αθλητική πειθαρχία λόγω της σπουδαιότητας του σκοπού μας. Αν και τα ντοκουμέντα δεν διευκρίνιζαν τι ένιωθε ο καθένας μας εκείνη την στιγμή, είναι εύκολο να το συμπεράνει κανείς από την έκβαση.
         Όταν χωρίζεις από ένα εκατομμύριο πράγματα που είναι μια πόλη, γίνεται για σένα ένα. Ένα μεγάλο ένα. Αρρώστησα λίγο τις επόμενες μέρες. Σπάσανε τα νεύρα μου και έπεφτε η πίεση μου. Στη εκπομπή δεν ήθελα να μιλάω. Έβαζα συνέχεια τραγούδια και προσφορές. «Όποιος μου τηλεφωνήσει πρώτος θα του χαρίσω δύο βιβλία» έλεγα.  Όμως δεν μου τηλεφωνούσε κανείς. Η εκπομπή πήγαινε στην αρχή κατά διαόλου. Μετά τα πράγματα άλλαξαν. Ανήμπορος να λειτουργήσω εγκατέστησα ένα τέλειο λογισμικό που διαχειριζόταν και προετοίμαζε όλα για την εκπομπή στην αρχή και αργότερα για μένα. Από εκείνη την εποχή έχουν μείνει συνεντεύξεις, ψαγμένες επιλογές τραγουδιών, βίντεο, λίστα καλεσμένων, αρχειοθέτηση εκπομπών. Το λογισμικό είχε τα πάντα, ακόμα και φωνή. Εγώ και το λογισμικό είμαστε αχώριστοι εδώ και χρόνια. Σκέφτεται για μένα, απορεί, μαθαίνει, προετοιμάζει και κυρίως αρχειοθετεί για μένα. Επέλεξα την φωνή του ανάμεσα σε διάφορες επιλογές που είχα. Μια ερωτική γυναικεία φωνή να μου θυμίζει. Η μνήμη να ξέρεις είναι κανίβαλος. Κάποιες φορές το λογισμικό με αφήνει για λόγους αναβάθμισης. Όμως επιστρέφει σύντομα.
       Το θέατρο στο Λυκαβηττό έπαψε για λίγα χρόνια να λειτουργεί. Και μετά που λειτούργησε εγώ δεν ξαναγύρισα εκεί ποτέ γιατί δεν έτυχε συναυλία που ήθελα να πάω. Και επίσης γιατί, αν και έχουν περάσει χρόνια δεν θέλω να διακινδυνεύσω να πέσω πάνω σου και να πρέπει να σε χαιρετήσω, να σε ρωτήσω πώς είσαι, κι εσύ εμφανώς αμήχανη να πρέπει να με συστήσεις με έντονη χειραψία στον καινούργιο σου άντρα ή ακόμα χειρότερα στα παιδιά σου, φτυστά εσύ, που θα έπρεπε να είχαμε αποκτήσει. Η πόλη να είναι ένα εκατομμύριο πράγματα και για μένα να παραμένει ένα. Ένα μεγάλο ένα.


Ζωγραφική Duy Huynh      

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Θέλω


 

       ΄Ηταν κάποιος που έκλεινε όσα ήθελε σ΄ένα δωμάτιο. Λίγο πιο μεγάλο από ένα δωμάτιο φθηνού ξενοδοχείου, λίγο πιο άδειο από ένα εφηβικό υπνοδωμάτιο. Άνοιγε την πόρτα του δωματίου και άφηνε να πέσουν στο πάτωμα τα θέλω του. Καμιά φορά όταν του περίσσευε χρόνος, έμπαινε για λίγα λεπτά στο δωμάτιο και τα επεξεργαζόταν. Περπατούσε ανάμεσα τους, άνοιγε τα παράθυρα ν΄ανανεωθεί ο αέρας, τα χάιδευε στις γωνιώδεις επιφάνειες τους. Καμιά φορά όταν άρχιζε να ονειροπολεί, νόμιζε πως άφηνε την πόρτα του δωματίου ανοιχτή, και αυτά ελαφρά σαν πούπουλα πετούσαν και γέμιζαν τον αέρα. 
     Ό,τι κι αν γινόταν αυτός άφηνε τα θέλω του στο δωμάτιο. Ακόμα κι όταν ήταν Άνοιξη, ακόμα κι όταν είχε βρει εισητήριο για την συναυλία που πάντα ήθελε, ακόμα κι όταν ήταν Κυριακή. Ακόμα κι όταν πήγαινε λίγες μέρες στο αγαπημένο του νησί. Ακόμα κι όταν είχε γενέθλια
     Μια στιγμή άρχισε να μην αντέχει στην ιδέα πως το δωμάτιο ήταν μέσα στο σπίτι. Αρρώσταινε με την ιδέα πως το δωμάτιο θα γέμιζε κάποτε, κι εκείνος δεν θα είχε που να κλείσει τα θέλω του. Φοβόταν την περίπτωση που τα θέλω φούσκωναν σαν υγρασία τους τοίχους και περνούσαν και στ΄άλλα δωμάτια. Θα χτυπούσαν οι επιθυμίες τους τοίχους σαν προβολή ταινίας βουβού κινηματογράφου. Τα θέλω θα δραπέτευαν και τίποτα πια δεν θα ήταν το ίδιο. 
     Έπρεπε να πάρει γρήγορα απόφαση τι θα κάνει. Να κατορθώσει ξανά να βάλει σε μια σειρά την ζωή του. Να μην χάσει τον έλεγχο πριν είναι πολύ αργά. Έτσι έχτισε την πόρτα του δωματίου με διπλή σειρά τούβλα και τσιμέντο αφού είχε πρώτα αφήσει το παράθυρο ανοιχτό. Πέταξε ένα στουπί βουτηγμένο στην βενζίνη από το ανοιχτό παράθυρο και έβαλε φωτιά. Τα θέλω λαμπαδιάσαν στο λεπτό. Μέρες σιγόσβηνε η φωτιά. Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα άλλο να καεί. Το σπίτι παρέμεινε σαν βομβαρδισμένο για μήνες. Ένα σαββατοκύριακο το επιδιόρθωσε. Η ζωή σιγά σιγά ξαναπήρε τον κανονικό της ρυθμό. Εκείνος πήγε ξανά λίγες μέρες στο αγαπημένο του νησί, βρήκε ξανά εισητήριο για την συναυλία που ήθελε. Η Άνοιξη ήρθε στην ώρα της και στα γενέθλια του πήρε διάφορα δώρα. Όλα είχαν επανέλθει όπως ήταν πριν. Μονάχα κάποια καλοκαιρινά βράδια, όταν έβγαινε στην βεράντα να ρεμβάσει, τον έπιανε μια βαριά μυρωδιά καμμένου. Έμπαινε μέσα στο λεπτό. Έκλεινε την πόρτα και τραβούσε τις κουρτίνες. Η μυρωδιά έμενε μέρες στα ρουθούνια του. Δεν έβγαινε με το νερό, ούτε με την αλμύρα της θάλασας. Ούτε με την δουλειά, ούτε με τα πολλά του καθήκοντα. Καθόταν στα ρουθούνια του όπως η πρωινή υγρασία στα παντζούρια. Τόσο όμορφη και τόσο υγρή μέσα στην σιγαλιά του πρωινού. Αδύνατον για τον καθένα να την ξεχάσει. 

ζωγραφική Jim Holland








Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Ο καθρέφτης








     Είχε πια ξημερώσει και ο θόρυβος της πόλης εισέβαλε ολοκληρωτικά στο σπίτι. 
Σηκώθηκε μισοκοιμισμένος, σαν ένας απλός, συνηθισμένος άνθρωπος. Λίγα λεπτά πριν το σώμα του βρισκόταν ακόμα βυθισμένο στον ωκεανό των ονείρων. Με τα βλέφαρα κλειστά εξοικονομούσε ζωτικές, πολύτιμες δυνάμεις. Μια ολοκληρωτική απουσία οργανικής κατανάλωσης. Μια εντελώς προνομιακή θέση απ΄όπου θα μπορούσε να ζει τεχνητά και χωρίς να καταναλώνει ενέργεια με άλλους ανθρώπους, να λύνει τις εξισώσεις του γραφείου του, να σώζει καταστάσεις, να ισσοροπεί στα δύσκολα. Ένας κόσμος όπου θα μεγαλουργούσε ενεργώντας με τον ίδιο τρόπο όπως και στον πραγματικό κόσμο αλλά χωρίς να εκτείθεται και κυρίως χωρίς να αισθάνεται παρά μονάχα συμπυκνωμένα και πανομοιότυπα συναισθήματα. 
   Αυτά όμως δεν γίνονται. Κινήθηκε μηχανικά προς το λουτρό, επιστρέφοντας στο συμβατικό κόσμο. Σε πενήντα πέντε λεπτά θα έπρεπε να κάθεται ήδη στο γραφείο. Δέκα λεπτά μπάνιο και ξύρισμα. Καφές και τοστ άλλα οκτώ. Διαδρομή με αυτοκίνητο, μικρή κίνηση στο κόμβο της Κατεχάκη. Συνολικά πενήντα λεπτά. Οριακά προλαβαίνει. Τουλάχιστο να κατάφερνε να θυμηθεί με ποιο τραγούδι αποκοιμήθηκε χθες βράδυ. 
     Με τις πιτζάμες μπροστά στο νιπτήρα τώρα. Ένα υπναλέο πρόσωπο, ξεχτένιστο και αξύριστο, τον κοίταξε βαριεστημένα από τον καθρέφτη. Μια παγωμένη ανατριχίλα τον ξάφνιασε. Κάτι παλιό και ξεχασμένο έβρισκε σ΄αυτή την εικόνα. Σ΄αυτό το κουρασμένο πρόσωπο που δεν είχε καλοξυπνήσει. Κάποιον του θύμιζε που όμως είχε πεθάνει και το ήξερε. 
    Άνοιξε το νερό. Το ζεστό νερό τρέχει σαν χείμαρρος ασυγκράτητος και παρεμβάλεται ανάμεσα σ΄αυτόν και στο κρύσταλλο. Ο καθρέφτης θαμπώνει και καταφέρνει να συμφωνήσει με τον δικό του εσωτερικό χρόνο και την θαμπή του όραση. Γέμισε το πρόσωπο του αφρό και άρχισε να ξυρίζεται. Χαμογέλασε. Έβγαλε στον εαυτό του την γλώσσα. Αυτός που έβλεπε στον καθρέφτη είχε μια γλώσσα κίτρινη και γλοιώδη. ''Κάτι θα σε πείραξε'' είπε με μια γκριμάτσα. Έστρωσε τα μαλλιά. Χαμογέλασε ξανά. Του φάνηκε το χαμόγελο του άλλου ηλίθιο. Ήξερε πως έπρεπε να βιαστεί αν δεν ήθελε να δώσει αφορμή για κουβέντες και σχόλια σ΄ένα γραφείο που είχε μετατραπεί σε χώρο βασανιστηρίων. Το σαπουνισμένο του πρόσωπο τον έβγαλε από τα βάσανα του. Το ξυραφάκι ανεβοκατέβαινε με μαεστρία και ο δίδυμος εαυτός του αποκτούσε καθαρές λωρίδες στο πρόσωπο του. 
    Έφθασε στο πιο δύσκολο σημείο, να ξυρίσει την περιοχή κοντά στο αυτί. Δεν υπήρχαν πληγές στο πρόσωπο του, όμως εκεί στον καθρέφτη ο άλλος μάτωνε σιωπηλά. Έψαξε το πρόσωπο του στο αντίστοιχο σημείο, όμως η επιδερμίδα του παρέμενε καθαρή. Μέσα του παρουσιάσθηκε ξανά η ίδια αγωνία. ΄Αλλη μια φορά η αίσθηση της συνείδησης του διχασμού μπροστά σ΄ένα καθρέφτη. 
      Κοίταξε με απορία την πετσέτα. Έκλεισε τα μάτια του, ενώ εκεί στο καθρέφτη ένα πρόσωπο το ίδιο με το δικό του τον κοιτούσε με μεγάλα, σαστισμένα μάτια και με το πρόσωπο χαραγμένο από μια κόκκινη κλωστή. Θυμήθηκε ξαφνικά το τραγούδι από το χθεσινό βράδυ. ''To build a home'' των Cinematic Orchestra, αυτό άκουγε. Το αναζήτησε εκεί επι τόπου να το ακούσει. Ξέχασε την αργοπορία και την καλή εικόνα που ήθελε να δώσει. 
       Κι ένιωσε μια ικανοποίηση. Μια μεγάλη ικανοποίηση που μες στην ψυχή του ένας μεγάλος σκύλος είχε αρχίσει να κουνάει την ουρά του. 


Φωτογραφία Andrew B Myers