Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015

Σπουδαίες ιστορίες




      Γνωρίζω έναν άνθρωπο. Είναι εδώ και αρκετό καιρό θλιμμένος. Στην αρχή, όταν τον συνάντησα φαινόταν κοινωνικός, γελούσε δυνατά και εγκάρδια. Ήταν πάντα με το δικό του προσωπικό τρόπο περιποιημένος, χτενισμένος και δοτικός. Πρότεινε χωρίς περιστροφές να σε βοηθήσει αν περνούσε από το χέρι του, να σου προσφέρει, να σου δώσει. Μιλούσε δυνατά, γρήγορα, αψεγάδιαστα. Διάβαζε, παρακολουθούσε παραστάσεις, αγαπούσε την μουσική, αγαπούσε ανθρώπους και πάνω απ' όλα σκεφτόταν.
    Είχε φτιάξει ένα δικό του κόσμο και ένιωθε ασφαλής μέσα σ΄αυτόν. Σιγά σιγά γίναμε  φίλοι και άρχισα να βλέπω από κοντά την μοναξιά του. Ήταν ένας πραγματικά μοναχικός άνθρωπος. Πήγα σπίτι του, γνώρισα φίλους του, ξενυχτήσαμε, είπαμε  πολλά, μοιραστήκαμε σκέψεις και προβληματισμούς, γελάσαμε πολύ όλoι μαζί. Βλέπεις οι θλιμμένοι ξέρουν και να γελούν πολύ και να έχουν φίλους.
      Το θέμα είναι πως όσο γινόταν όλα αυτά γύρω έπεφτε ξεραϊλα. Σιγά σιγά, το χυδαίο, η κακογουστιά και όλα αυτά που δεν είχαν καμιά απολύτως αξία, ποιότητα και αισθητική άρχιζαν να επικρατούν. Όχι πως δεν το είχε καταλάβει. Κατάφερνε όμως να το ξεπερνάει, να το νικάει. Φυσικά αυτές οι νίκες ούτε μόνιμες ήταν, ούτε σίγουρες πως θα επικρατήσουν. Η ξεραϊλα έφερε και σιωπή. Αόρατα σχοινιά άρχισαν να ακινητοποιούν τους ανθρώπους στην θέση τους, αφήνοντας τους να κάνουν μόνο τις απoλύτως απαραίτητες καθημερινές κινήσεις και τίποτα παραπάνω. Όλο και λιγότερες διαμαρτυρίες και απόψεις ακούγονταν. Αυτό συνεχιζόταν με γρήγορους ρυθμούς και ορατό ένα κακό τέλος.
    Μέσα σ΄όλα αυτά έψαχνε απεγνωσμένα ένα νόημα. Κάπως όπως έψαχνε ένα νόημα και στις ταινίες που με τόση αγάπη έβλεπε. Η ζωή όμως δεν είναι κινηματογράφος για να την κατανοήσεις και να την νοηματοδοτήσεις. Ούτε τις περισσότερες φορές είναι γεμάτη φαντασμαγορικά χρώματα και ακροβατικά. Άσε που έχει και μια μεγάλη δόση ματαιότητας. Λοιπόν;
     Λοιπόν σκέφτηκε όλες εκείνες τις πανέμορφες, μικρές, και αθόρυβες στιγμές. Τις στιγμές που είναι γεμάτες με σπουδαίες ιστορίες. Ιστορίες που στην πραγματικότητα ξεκινούν πριν αρχίσεις καν να τις ζεις και τελειώνουν σε άδειες αίθουσες την ώρα που οι επόμενοι θεατές μπαίνουν για να ζήσουν την δική τους σπουδαία ιστορία.
    Όλες αυτές τις σπουδαίες ιστορίες που εκτυλίσσονται πάντα ενδιάμεσα της προσοχής μας. Αυτές που ποτέ δεν συγκράτησε ακριβώς την αρχή τους. Ούτε προέβλεψε με ακρίβεια το τέλος τους. Αυτές τις ιστορίες που ξεκινούν, διαρκούν και τελειώνουν αθόρυβα. Αφού ακόμα και κατά την διάρκεια της εξέλιξης τους δεν συνειδητοποιείς πόσο μεγάλο και σπουδαίο είναι αυτό που ζεις. Κι ίσως κι έτσι διασφαλίζουν την επιβίωση τους σε όποιο χρόνο τους αντιστοιχεί. Αφού στην πραγματικότητα το αληθινό τους μέγεθος κρίνεται στις μελλοντικές αποτιμήσεις και στην αναπόφευκτη σύγκριση τους με τις επόμενες.
    Αυτά σκέφθηκε κι άνοιξε την πόρτα και τα παράθυρα να βγει στο δρόμο, να έρθουν κατά πάνω του οι καινούργιες σπουδαίες ιστορίες του. Να μην τις προσπεράσει άθελα του.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Παρών απών








      Τις πιο καθαρές σκέψεις της μέρας της έκανε στην στάση το πρωί. Πολύ της άρεσε που φεύγοντας το καλοκαίρι, ήρθε κι εμφανίστηκε πάλι η πρωινή δροσιά. Ήρθε ξανά η ώρα του τζην μπουφάν. Βούλιαζε τα χέρια της στις τσέπες, ρουφούσε την μύτη της, έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ που κουβάλαγε μαζί της. Αποκτούσαν οι σκέψεις της μια γεύση δροσερή. 
      Όταν έφθανε στην δουλειά και προχωρούσαν οι ώρες, άρχιζε σιγά σιγά να σπάει σε κομμάτια. Κάποιο αόρατο, άγνωστο χέρι την άρπαγε χωρίς προειδοποίηση, την πέταγε στον τοίχο και αυτή έσπαγε. Άρχιζαν μετά αυτόκλητοι σωτήρες να της μιλούν μέσα από μεγάφωνα. Δεν μπέρδευαν τα λόγια τους ποτέ. Ντυμένοι το μανδύα του σοφού, φώναζαν να ακούσει την μοναδική αλήθεια που κατοικούσε στα μυαλά τους. Το ενδεχόμενο να υπάρχουν και άλλες αλήθειες ούτε σαν φαντασία δεν περνούσε. Ούτε σε κανένα τραπέζι έπεφτε προς συζήτηση. Στην τελική αυτά εναντιώνονται στο ένα και μοναδικό Μέγα Συμφέρον. Σήκωνε το βλέμμα της τότε ψηλά να εντοπίσει από πού έρχεται η φωνή. Καθόταν αγκαλιά με το ψέμα τους, θαλασσόδερνε μέσα στο σάλιο τους, ανεβοκατέβαινε στις καταστροφές και στα βρώμικα δόντια τους. Μόνο λάθη, απώλειες και θανάτους μέτραγε τότε.
     Όταν πια γύρναγε το βράδυ στο σπίτι εξαντλημένη από το μονόλογο μιας ολόκληρης μέρας, στους ώμους της είχε ρίξει την κουβέρτα του παρών απών. Του δεν υπάρχει λόγος να νοιάζεται κανείς για κανένα. Πρόσφυγας της ζωής της. Συνέβαιναν όμως κάτι μικρά που της άλλαζαν μυαλά. Χθες γυρνώντας είδε στο μπαλκόνι του δεύτερου δεμένο ένα ροζ μπαλόνι. Οι γείτονες γεννήσανε ένα κοριτσάκι. Γεννήθηκε κι αυτό τις μέρες που άλλα παιδάκια πνίγονται στις θάλασσες σκέφθηκε. Προχθές πάλι γυρνώντας άκουσε σειρήνες ασθενοφόρου. Τρέχανε μέσα στη νύχτα κουβαλώντας τραυματίες. Ίσως και να μην ήταν τραυματίες. Ίσως να ήταν ανθρωπάκια που κουβαλούσαν τα πτώματα των εαυτών τους και είχαν βάλει τις σειρήνες για να προλάβουν να φθάσουν στην ώρα τους. 
    Τέτοιες αλλόκοτες σκέψεις έκανε. Ήταν τότε που πέταγε την κουβέρτα από πάνω της. Θυμόταν πως είχε ξεχάσει την μυρωδιά του χώματος, της ντομάτας, του θυμαριού και της ελπίδας. Σκεφτόταν πως καιρό τώρα ήθελε να φυτέψει πιπεριές, λεβάντες, φρασκόμηλο, μελισσόχορτο και ρίγανη σε γλάστρες στην βεράντα και πως όσο ζούσε ο παππούς της εκείνη ήθελε να γίνει κηπουρός. Να αφοσιώνεται στα λουλούδια, στα βότανα και στα μυρωδικά. 
     Μετά ο παππούς της πέθανε και εκείνη μεγάλωσε. Ξέχασε να θυμάται αυτά που ήθελε και έχασε τις αφοσιώσεις. Καιρός ήταν να γίνει τώρα κηπουρός. Μια απόφαση είναι. Να φτιάξει ένα κήπο ακόμα και με λέξεις. Να φυτεύει λέξεις, ν΄ανθίζουν συναισθήματα. Να έρθουν πίσω οι αφοσιώσεις. Ν' ακουστούν φυσαρμόνικες. Άνεμοι να φυσήξουν. Να ξηλωθεί η κουβέρτα παρών-απών. Ν΄ανοίγει μια χαμομηλένια ομπρέλα στη βροχή. Να παραμένει παρούσα.


Φωτογραφία Alison Juliah