Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Υπόγειες διαδρομές





    Μόνο που δεν είχε καμιά επιθυμία να επωφεληθεί από τη θέση της. Κι ακόμα λιγότερο να αποδείξει την αξία της. Κάποτε ίσως. Στην αρχή μπορεί να ήταν κι αυτό ανάμεσα στα άλλα κίνητρα. Μετά αυτό της τελείωσε. Περιφερόταν στους δρόμους σαν αμνησιακή και δάμαζε λέξεις. Τελειόφοιτη πια του καλού της τμήματος με ελάχιςτες ακαδημαϊκές ευκαιρίες ν΄απλώνονται μπροστά της αν τις κυνηγούσε. Αντί να παρακολουθεί τα σεμινάρια, τις διαλέξεις και τις παρουσιάσεις που της είχαν απευθύνει πρόσκληση ταξίδευε με το μετρό σε απομακρυσμένες, ξεχασμένες από το Θεό γειτονιές και περιφερόταν μόνη ανάμεσα σε μυρωδιές κάρυ, καφενεία βαμμένα με πράσινη λαδομπογιά και κομμωτήρια με εξειδίκευση στα εξτένσιονς και ψεύτικα μαλλιά. Εκατοντάδες χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών την απομόνωναν από το σαματά της πόλης. 
      Καμιά φορά την κούραζε το ενδιαφέρον της για την νεοαποκτηθείσα κινητικότητα της και το έριχνε στην χαμαλοδουλειά. Έπιασε δουλειά σ΄ένα συνοικιακό, υπόγειο παλαιοπωλείο όπου πάλευε να μάθει τα μεγάλα μυστικά της αληθινής φθοράς του χρόνου. Βυθιζόμενη στη σιωπή όπως βουλιάζει μια πέτρα αθόρυβα σε βαθειά νερά, μια ευπρόσδεκτη νάρκη κάτω από το επίπεδο του δρόμου. Κάπου που ήταν εντελώς ευτυχής γυαλίζοντας τραπέζια και ακούγοντας μουσική, κλασσική κατά προτίμηση από τα ακουστικά για ατελείωτες ώρες. Σχολούσε τα μεσημέρια την ίδια πάντα ώρα. Πολλές φορές έτρωγε σ΄ένα υπόγειο μικρό εστιατόριο εκεί κοντά, που έκανε ωραίες πατάτες τηγανητές με τριμμένο τυρί. Άλλες φορές έτρωγε στο διάλειμμα μαζί με τους άλλους, φορώντας τη μαύρη σκονισμένη ποδιά και έχοντας σηκωμένα τα μανίκια, καθισμένη σε σκαμνί. 
     Στο κάτω κάτω της γραφής τι το παράξενο να θέλει να εξακολουθεί να κοιμάται μέχρι αργά με τα σκεπάσματα τραβηγμένα πάνω από το κεφάλι της, και μετά να περιφέρεται σ΄ένα βυθισμένο στην ησυχία σπίτι με συρτάρια γεμάτα κοχύλια, εισητήρια από περασμένες συναυλίες, περιοδικά και φωτογραφίες. Το φως του δειλινού να μπαίνει από τις γρύλιες και να σχηματίζει κοραλλένιες αιχμές στο πάτωμα. 
     Κινούμενη ανάμεσα στην σχολή και το παλαιοπωλείο γρήγορα βυθίστηκε σε ένα είδος ονειρικής ζωής όπου έπαψε να κυκλοφορεί σε οικείους δρόμους ενώ ζούσε σε ανοίκειες συνθήκες. Όλο και περισσότερο σκεφτόταν την παλιά, την προς το παρόν χαμένη ζωή, την χαρούμενη φτωχογειτονιά των παιδικών της χρόνων με τις φυτεμένες βεράντες και τις αλάνες γεμάτες παιδιά. Έπαψε να ζει καταμεσής του τίποτα.
      Στο παλαιοπωλείο μελέτησε από κοντά τα σημάδια φθοράς, τις περήφανες ουλές, τα γδαρσίματα. Κοντά στους μαστόρους έμαθε να λιώνει μελισσοκέρι, να φτιάχνει ρητίνη, να περνάει σωστά το βερνικόχρωμα. Να φτιάχνει καλή πατίνα σ΄ένα παλιό κομμάτι. Έμαθε πως η κανονική φθορά του χρόνου, όπως αντιλήφθηκε σταδιακά παρατηρώντας τα γνήσια κομμάτια που περνούσαν από τα χέρια της, είναι απρόβλεπτη, ακανόνιστη, ιδιότροπη και αφήνει άθικτα κάποια σημεία ενώ πλήττει σοβαρά κάποια άλλα. Η υπερβολικά ομοιόμορφη φθορά στην ουσία δεν λέει απολύτως τίποτα για το αντικείμενο. 
       Έπαψε σιγά σιγά να ασχολείται με το τι ακριβώς θα κάνει όταν τελειώσει τις σπουδές. Παλαιότερα ασχολιόταν μ΄αυτό σχεδόν εμμονοληπτικά. Το κόλπο ήταν να μην πιστέψει τίποτα που να δείχνει υπερβολικά καλό. Είχε μάθει  πως όταν λέμε καλό δεν εννοούμε  ποτέ κανονικό. 

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Λίγα Λόγια για το Ιώδιο



Είχα την τύχη το Ιώδιο να διαβαστεί από την συγγραφέα Αγγελική Πλουμά. 
Αυτά είναι τα λόγια της:


Iώδιο: Ένα ρευστό ανάγνωσμα
Αγγελική Πλουμά
Το ιώδιο καίει, όπως κάθε γιατρικό πάνω σε ανοιχτή πληγή… Θυμάστε όταν ήμασταν παιδιά; όσο κι αν μας προετοίμαζαν, όσο κι αν οι στοργικοί «μεγάλοι» το φυσούσαν, εμείς «ξέραμε». Πέσαμε, χτυπήσαμε; Θα ακολουθούσε το κάψιμο του. Η μυρωδιά του ήταν ήδη στη μύτη μας… Στεκόμασταν γεμάτοι φόβο μπροστά στον επερχόμενο πόνο… και μάθαμε με τον καιρό πως η επίπονη επίδραση κάποιων γιατρικών είναι αναπόφευκτη. Είναι, όμως, κι ανακουφιστική αφού ο πόνος που δημιουργούν τελικά «θεραπεύει»…
Έτσι είναι και «Το ιώδιο» της Αννίτας Λουδάρου (Ανν Λου). Ένα γιατρικό που σε πονάει πριν σου στείλει τα μηνύματα της διεξόδου προς τη ζωή! Κοφτό, απέριττο, στέκεται για λίγο διστακτικό πριν ακουμπήσει, τα μεγάλα ανοικτά παγκόσμια ζητήματα. Μητρότητα, ψυχική ασθένεια, έρωτας, φιλία, γάμος. Και μετά …στοχεύει ακριβώς στο κέντρο, εκεί που βρίσκεται η ανοιχτή πληγή και προκαλεί το εσωτερικό σου ουρλιαχτό. «Το Ιώδιο» είναι τρυφερό και σκληρά ειλικρινές μαζί, όπως οφείλει να είναι και κάθε καλός σύμβουλος, θεραπευτής ή και συνοδοιπόρος.
Όσο προχωράς στις σελίδες, η γροθιά στο στομάχι σφίγγεται και οι λέξεις ανοίγουν μια μια τις μυστικές πόρτες της αυθεντικής αίσθησης που ενεδρεύει στα σύνορα συνειδητού και ασυνείδητου.
Η μάνα που αγαπά «με όρους» αλλά και ταυτόχρονα αναζητά σε όλη της τη ζωή με μια άγρια λαχτάρα, την άλλη αγάπη, αυτή που ημερεύει και δε σου θέτει προυποθέσεις. Η μικρή, ευαίσθητη κόρη που σαν όλα τα νεαρά και ευαίσθητα πλάσματα του κόσμου, αφήνει να ξεσπάσουν σαν κεραυνός πάνω της, τα ανείπωτα, τα ανείδωτα κι τα αβίωτα, τριών θηλυκών γενεών. Ο πατέρας, σαν πολλούς άντρες που ξέρουμε, φαινομενικά «καλός», αλλά άβουλος, απαθής, που αναμενόμενα καταφεύγει στο τέλος σ τη μόνη έξοδο που αντέχει: στη φυγή. Η ψυχική αρρώστια που κληρονομείται όχι μέσα από το κύτταρο αλλά από το βίωμα. Η τραχιά σεξουαλικότητα που ζητά διέξοδο έκφρασης μέσα σε σκοτεινά υπόγεια.
Στο «Ιώδιο» της Ανν Λου, ο πόνος και η αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η καταπίεση και η ελευθερία δεν συμβιώνουν απλά και συμβατικά στήνοντας ανάμεσά τους τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα των στερεοτυπικών περιορισμών αλλά αφήνονται, με μεγάλη μάλιστα επιτρεπτικότητα, να λιώσουν, να ρευστοποιηθούν, να συνουσιαστούν, σχηματίζοντας ένα μεγάλο ερωτηματικό που περιέχει το μυστήριο της ζωής και που δεν έχει καθόλου χώρο για βεβαιότητες.
Άνθρωποι, που όταν η ζωή καταιγιστικά αλλάζει, αυτοί παραμένουν ίδιοι και αμετακίνητοι μένοντας στις παλιές πληγές τους και κωφεύοντας στα μηνύματα του καινούργιου. Άνθρωποι, που συγκρούονται με τις επιπτώσεις των πράξεων τους και κάνουν τους ανήξερους. Άνθρωποι που ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις …. αλλάζουν…
Μικρές και δυνατές φράσεις σαν αυτή «Στο τελευταίο σκαλί, κλώτσησα την πόρτα του διαμερίσματος. Κανείς δεν βρέθηκε να με πάρει στην αγκαλιά του»…. όλα τα απλά και καθημερινά, όλα όσα όλοι νοιώσαμε και όλα αυτά με τα οποία συναντηθήκαμε. Και στο τέλος σου μένει η χαρμολύπη, εκείνη η γλυκόπικρη γεύση που αφήνουν, τα αριστοτεχνικά μαγειρεμένα φαγητά. Αυτή που κλείνεις τα μάτια κι έχεις για λίγο την ψευδαίσθηση ότι είσαι ο σεφ της δημιουργίας μιας μοναδικής ευωχίας. Υπόκλιση!

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Γεύση θέρους





    Πριν φύγει πήγαινε εκεί συχνά. Στην μέση του πουθενά, ανάμεσα στο χωριό και στην πόλη, μετά από μια κρυφή στροφή, άρχιζε ένα μυστικό χωματοδρομάκι. Στο τέλος του κατέληγε σ΄έναν όρμο με καταγάλανα νερά σε σχήμα τέλειου ύψιλον.  Πώς ζωγραφίζονται άραγε τα τέλεια σχήματα; Γυαλιστερά, χρωματιστά βότσαλα, βράχια, αρμυρίκια. Ένας τόπος μυστικός, παρέμενε απόρθητος και απαράλλαχτος μακριά από αδέσποτα βλέμματα. Έλεγες πως ο προηγούμενος που θα είχε περάσει από δω θα ήταν πριν από χρόνια. Τίποτα παραπανήσιο. Τίποτα αταίριαστο. Γαλήνη.
     Πώς να περιγράφεται αλήθεια η γαλήνη; Η γαλήνη δεν είναι ησυχία. Είναι ένα βρεγμένο, μεγάλο χωριάτικο παξιμάδι με λάδι, ρίγανη, αλάτι, αλειμμένο με μια ολόκληρη ντομάτα κομμένη κομματάκια. Σαν αυτό που τρώγαμε παιδιά όταν το μυαλό μας ήταν πάντα έξω από το σπίτι. Τότε που τρώγαμε όρθιοι και βρεγμένοι ακόμα από την θάλασσα για να προλάβουμε να ξαναβγούμε έξω. Είναι πατάτες τηγανητές στην λαδόκολα. Χωρίς πιάτα, χωρίς πιρούνια, γεύματα με γεύση θέρους. Τότε που τα έξω έφερναν τις νίκες των μέσα και τα καλοκαίρια τα μετρούσαμε με τα σώματα μας. 
    Βούτηξε στη θάλασσα ξανά όπως τότε. Το νερό γυαλί, διαυγές, τον υποδέχθηκε σαν καλό φίλο παλιό. Άκουσε τα σκουριασμένα του άκρα να τρίζουν. Τις κλειδώσεις του να ξεκλειδώνουν. Βούτηξε το κεφάλι του, κράτησε την αναπνοή του, άνοιξε τα μάτια και είδε κατάματα τον βυθό, τα βότσαλα, τα ψάρια, τις ανεμώνες. Βούτηξε πολλές φορές. Μπαινόβγαινε από τα μέσα στα έξω όπως όταν ήταν παιδί.
     Μετά που μεγάλωσε έφυγε. Είδε τα έξω να γίνονται μέσα. Πέρασαν πολλά καλοκαίρια, ήρθαν φθινόπωρα και χειμώνες. Οι ανάγκες άλλαξαν, ωρίμασαν, πήραν σοβαρή όψη. Η επιδερμίδα στους αγκώνες και στις πατούσες σκλήρυνε. Κάποια από τα έξω πατήθηκαν και άλλα ξεχάστηκαν. Βαθειά κρυμμένα στις υγροσπηλιές της μνήμης παρέμεναν τα υπόλοιπα πρόσωπα της γλυκιάς συμμορίας. Όπως οι σαρδέλες μες στην άλμη. Το θέρος άλλαξε γεύση. Έκλεινε δωμάτια με θέα, air condition και wi-fi. Προγραμμάτιζε εισητήρια, συναυλίες και διαδρομές περιπατητικές. Ταξίδευε με αεροπλάνα, οδηγούς, χάρτες και προγραμματισμούς.  Πατούσε με τα καλοραμμένα μποτάκια τα έξω. Καμιά φορά έκλαιγε κρυφά. Κλεινόταν όλο και  περισσότερο στα μέσα του. Ξεθώριασαν τα χρώματα. Ξέχασε την γεύση της αλειμμένης  ντομάτας στο παξιμάδι. Άρχισαν οι ανορεξίες και οι βουλιμίες.
    Όταν βγήκε από τη θάλασσα, κάθησε σ΄ένα βραχάκι και ατένιζε τον ορίζοντα. Ο αέρας μύριζε πέλαγος, ιώδιο και αλάτι. Στα πόδια του είχαν κολλήσει φύκια. Παρέα του οι πεταλίδες, οι χοχλιοί και μια σαύρα. Ιδέα δεν είχε πόση ώρα είχε περάσει. Ούτε πού πήγε ο  χαμένος χρόνος. Κανείς δεν ήξερε το αύριο, ούτε καν το λίγα λεπτά μετά. Έγλειψε το αλάτι στα χείλη του. Είχε γεύση. Γεύση θέρους αθάνατη.