Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Υπόγειο ρεύμα

 



      Βήματα παλιά, περήφανα, κουρασμένα  και λίγο στραβά , δεν μπορούσες να τα ξεχάσεις. Όταν τον είδα ήταν βράδυ και περπατούσε στην άδεια πόλη. Εγώ ήμουν σταματημένη στο φανάρι και αυτός περπατούσε με τους ώμους σκυφτούς  στο πεζοδρόμιο.  Σκούρο μπλε το πουκάμισο του ανοικτό στα πάνω δυό κουμπιά , φαινόταν η φανέλα του από μέσα.  Αναμαλλιασμένος και ιδρωμένος έπαιζε στα χέρια  του μια χάρτινη σακούλα. Κοίταξα προσεκτικότερα την σακούλα. Κόλυβα. Είχε στα χέρια του κόλυβα . Λίγο πιο πίσω του μια γυναίκα σιωπηλή τον ακολουθούσε. Ένας άγνωστος ήταν ο άνθρωπος και εγώ από κάπου τον ήξερα. 
       Ένας άνθρωπος ολόκληρο βιβλίο που δεν άντεξε κανείς να το δαβάσει. Ένας απ΄όλους εμας. Τους ανθρώπους με τις χίλιες δικαιολογίες που ξύνουν πληγές. Τους ανθρώπους κύκλους που τέμνονται . Τους ανθρώπους που νομίζουν, που εκφεδονίζονται από το μηδέν στο εκατό και πάλι πίσω. Τους ανθρώπους δρόμους με φωτιές και τους άλλους με την απόλυτη ησυχία .Τους ανασφαλείς  που αρκούνται στην ασφάλεια . Τους μπερδεμένους , τους γρίφους, τους ανθρώπους που σου σφίγγουν το χέρι και μετά δεν στο επιστρέφουν ολόκληρο. Τους ανθρώπους δυνατές φωνές και τους άλλους που δεν ακούγονται. Τους αμήχανους, τους μηχανικούς, αυτούς που αναπνέουν και τους άλλους που εκπνέουν. Απ΄αυτούς που ο ιδρώτας τους μυρίζει παραδοχή ή από τους άλλους που σου αλλώνουν την παραδοχή. Απ΄αυτούς που δεν αντέχουν τον πόνο ή από τους άλλους που τον προκαλούν. 
     Δεν ξέρω ποιος ήταν ακριβώς. Τα βήματα του αναγνώριζα. Δεν ξέρω ποιον έχασε και μέσα στην νύχτα έτρωγε κόλυβα σκυφτός.  Δεν ξέρω ποιο βάρος έκανε τους ώμους του σκυφτούς . Μέσα στην σιωπή της πόλης άκουσα για μια στιγμή κάτι σαν σκαρπέλο .  Μπορεί να ήταν η πατημασιά του στο πεζοδρόμιο ή το μασούλημα του κριθαριού. Λαξευτής στιγμών είναι  ο άνθρωπος . Ψάχνει να ανακαλύψει την ευτυχία. Κανείς δεν μπορεί να του διδάξει τον τρόπο. Μονάχος ψάχνει . 
     Σε λεπτά άναψε πράσινο και ετοιμάστηκα να περάσω. Γύρισα  να τον κοιτάξω .  Διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας. Κάτι σαν υπόγειο ρεύμα μας έφερε τον έναν μπροστά στο άλλο. Τον είδα να αδειάζει τον χρόνο. Τίποτα απολύτως δεν είχε άλλαξει τριγύρω. Ούτε νομίζω πως θα είχε τίποτα σπουδαίο να πει ή να προτείνει για όλα αυτά που συμβαίνουν . Η πόλη στην καλοκαιρινή της βραδιά αργόσερνε τα δικά της βαριά βήματα. Αν έκλεινες την ένταση από τους καβγάδες στις τηλεοράσεις όπως έβγαινε από τις ανοικτές μπαλκονόπορτες , θα έπεφτες σε μια εκκωφαντική σιωπή. Αυτός περίμενε ν΄ανάψει πράσινο για τους πεζούς , να πάρει την ελπίδα αγκαλιά και να περάσει απέναντι.  Μου φάνηκε ένας απ΄αυτούς που στο γύρισμα ενός κλειδιού στην πόρτα το βράδυ αναγνωρίζουν όλη τους την πληρότητα. Τους  ερωτευμένους που αναποδογυρίζουν  το είναι και δεν είναι τους για  μια  μονάχα στιγμή. Αυτους αγαπώ πιο πολύ. Αυτούς που έχουν το βήμα. 
     Η ιστορία με τα χρόνια αποκτά την δικούς της θρύλους . Κάθε θρύλος και εκδοχή. Το λησμονούν όσοι αμφισβητούν το δικαίωμα στην αλήθεια του απέναντι και νομίζουν πως κρατούν το τρόπαιο.  Πολλές τέτοιες ιστορίες είναι καλά κρυμμένες σε φυλαχτά, σε ποιήματα, σε κόκκινες σημαίες. Ιστορίες που σε μαθαίνουν , αν προσεκτικά τις διαβάσεις να συγχωρέσεις όσους από δειλία εκπέσανε. Το άλφα στον άνθρωπο δεν είναι κυκλωμένο. Στερητικό είναι. 
     
   
   

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Αρόδου




      Προσπαθώ καθημερινά να κατανοήσω και βασανίζομαι. Πέφτουν πάνω μου οι απόλυτες βεβαιότητες και θυμώνω. Θυμώνω με τους απόλυτα σίγουρους. Mοιάζουν πως κάτι κρύβουν. Τους υποψιάζομαι για φανατισμό και κρυφό συμφέρον. Δεν ξέρω αν έχω δώσει λανθασμένη εντύπωση γράφοντας όλα αυτά τα χρόνια. Όμως έτσι είμαι. Δεν τα πάω καλά με τα σίγουρα. Επίσης δεν μου αρέσουν καθόλου οι μονολεκτικές αποφάσεις. Ιδιαίτερα όταν γνωρίζω πως οι λόγοι που οδήγησαν σ΄αυτές είναι κυρίως που μετράνε. Θα ήθελα πολύ ένας από τους αρμόδιους, ξέρεις απ΄αυτούς που βλέπουμε τουλάχιστον τρεις, τέσσερις φορές την μέρα, να μου εξηγήσει απλά και καθαρά, αν βγουν τι έχουν σκοπό να κάνουν. Στην ουσία δεν έχω σε κανέναν εμπιστοσύνη πως θα διαχειριστεί δίκαια την δυστυχία που έτσι κι αλλιώς θα συνεχίσει να υπάρχει.
      Απλά και καθαρά. Και φυσικά τρέμω μην τα φέρει η τύχη και ξανά βρω μπροστά μου κάτι παλαιοκομματικές φάτσες ή τίποτα απ΄αυτούς που δεν προλαβαίνω ποτέ να καταλάβω πώς αφού είναι στην φυλακή είναι την κατάλληλη στιγμή πάντα έξω. Αυτά σου λέω εδώ καταμεσίς στις μέρες που γραπώθηκαν στην μέγγενη των ΑΤΜ. Σ΄ένα τοπίο εξώκοσμο,  ακατέργαστο, παρατημένο στην μοίρα του. Δεν σου γράφω με ηρεμία. Ο κόσμος το έριξε στα βαριά αντικαταθλιπτικά και παίζει ποδόσφαιρο μπροστά στις τηλεοράσεις με τις θλίψεις. Γιατί βλέπεις της χαράς μπορείς να της κρυφτείς, της λύπης ποτέ. Αλλά κάτω τα χέρια από τα ποδόσφαιρα. Αριστεροί, δεξιοί και άμπαλοι ενώνονται σε μια ενιαία άμορφη μάζα γκολτζήδων. 
     Τα λόγια μας, τα επιχειρήματα, σκάνε σαν αναβράζοντα δισκία για εκτόνωση. Για όλα τα φανερά, τα από καιρό γνωστά, τα άλυτα, τα εμπλεκόμενα, τα διαιωνίζοντα. Για όλα αυτά που δεν κάναμε και τίποτα για να τα σβήσουμε και να προχωρήσουμε. Στο τέλος έρχεται πάντα η διάλυση. Ρίχνουμε την κουβέντα στο νερό και τελειώνουμε. Για ένα άλλοθι, δικό τους και δικό μας. Οι τηλεοράσεις δεν κλείσαν ποτέ, δεν τις σπάσαμε. Θυμάμαι πως το βράδυ που σκοτώσαν τον Παύλο Φύσσα τα κανάλια είπαν πως κάποιοι τσακωθήκαν για την μπάλα. 
     Νεκρά κουφάρια αδερφών που δεν βγήκαμε από την ίδια μήτρα αλλά θα πεθάνουμε στον ίδιο πλανήτη. Ενω το πλοίο θα μένει αρόδου. Η μεγαλύτερη φτώχεια είναι που έγιναν οι άνθρωποι αόρατοι ο ένας για τον άλλον. Κοιταζόμαστε σαν ενοχλητική παρεμβολή. Παίρνουμε το βλέμμα μας βιαστικά και ενοχλημένα. Το να βλέπεις κοιτώντας είναι μια μάλλον σύγχρονη προσευχή των πόλεων. 
      Χρειάζομαι αέρα. Πόσο αφελείς καταντήσαμε. Πόσο γρήγορα θα ξανακλειστούμε στην σιωπή μας. Γι ΄αυτό την άλλη φορά λέω τα κουτάκια να είναι πιο μεγάλα. Το ένα για να χωράρει τα άλλοθι του καθενός μας, έτσι που να μην διχαστούμε ποτέ. Τουλάχιστον όχι παραπάνω από όσο είμαστε διαχασμένοι από κούνια. Ταξική διαφορά το λένε αυτό. Και το άλλο κουτάκι να χωράει μια λέξη μόνο. Ευτυχία. Ευτυχία φίλε μου και ενώ οι οθόνες θα ψάχνουν την ευημερία. Σαν εκείνο το πλοίο που στέκει πάντα αρόδου.