Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Το παράθυρο



    Αυτό ήταν το δικό τους παράθυρο. Από τις πρώτες μέρες άφησε στο περβάζι μια γλάστρα  με γεράνια. Στο παράθυρο του διαδρόμου με την γλάστρα λέγανε όλοι και ορίζανε το χώρο. 
    Από κει έβλεπε τον άνεμο να κυνηγά τα φύλλα κάθε φορά που φύσαγε. Την βροχή να χορεύει πέφτοντας στα βρώμικα πλακάκια και να γεμίζει τις λακκούβες. Από κει έβλεπε τον τελευταίο όροφο του απέναντι σχολείου, να ξεχειλίζει βουητό στα διαλείμματα, την μπουγάδα της γωνιακής ταράτσας να στεγνώνει ανενόχλητη στην ραστώνη του μεσημεριού. Από κει την έβλεπε να φεύγει, τα μαλλιά της να ανεβοκατεβαίνουν, να μπαινοβγαίνει ο γυμνός λαιμός της στο μαύρο της παλτό. Όσα χωρούσαν στο κάδρο του παράθυρου τα έβλεπε όλα. Πέρα απ΄αυτά, τίποτα. 
    Αργόσυρτα κυλούσαν οι μέρες. Το καλοκαίρι άφηνε ανοικτό το παράθυρο τα βράδια. Τα χαράματα άκουγε τα πουλιά που όριζαν  την νέα μέρα και τ΄απογεύματα γέμιζε την σιωπή τους που έφερνε την νύχτα. Από εκεί έβλεπε το φεγγάρι να προχωράει. Ένα φεγγάρι ασθενικό, σε απόχρωση  νοσοκομείου.
     Είχε αλλάξει την μέρα με την νύχτα. Όταν κρύωνε ο καιρός, τα πρωινά άφηνε το παράθυρο ανοικτό να φύγουν οι οσμές της νύχτας. Αλήθεια φεύγουν ποτέ; Κινούνται ίσως όπως τα σύννεφα που έβλεπε από το παράθυρο ν΄αλλάζουν θέση. Προχωρούν όπως οι σιωπές και οι ενοχές. 
    Το αγάπησε εκείνο το παράθυρο. Το παράθυρο τους. Πέρασαν τρεις μήνες και δυνάμωσε. Τον έπιασε η θεραπεία, οπισθοχώρησε η ασθένεια. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, χάρισε την γλάστρα με τα γεράνια στον Σπύρο του διπλανού θαλάμου. ''Να μου τα προσέχεις'' του είπε. Κι εκείνος του το υποσχέθηκε. 

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Δεκάξι




   Με ρωτάει πια λίγες φορές. Σε μια ακανόνιστη  συχνότητα που δεν μπορώ να προσδιορίσω. Επιτηδευμένα κρυμμένες ερωτήσεις μέσα σε ξερές απαντήσεις και απόλυτες έννοιες.
    Δεν περιμένει απάντηση. Ίσως έχει αρχίσει να υποψιάζεται πως δεν υπάρχει απάντηση, τουλάχιστον όχι μια. Να είναι λες το σημείο που το παίρνεις απόφαση; Ίσως είναι αυτό. Από την εποχή μου το παίρνω απόφαση σημαίνει συμβιβασμός. Άσχημο ήχο που έχει η λέξη συμβιβασμός! Πιο άσχημος όμως είναι να τον βιώνεις στο πετσί σου. Είσαι ένα ανθισμένο κλαράκι πριν δώσεις καρπό. Ε και; Τι σημασία έχει; Είσαι ήδη δεκάξι, συμβιβάσου!
    Συμβιβάσου και σπούδασε κάτι που δεν το θέλεις. Αυτό που δεν θέλεις θα το εξασκήσεις. Το άλλο, αυτό που λαχταράς, δεν θα το εξασκήσεις ποτέ μάλλον. Όλες οι συνθήκες και όλα τα συστήματα βοηθούν στην αποτυχία σου. Μόνιμη και δεδομένη.
    Συμβιβάσου με την έλλειψη αισθητικής, την κακοποιημένη τέχνη των έντεχνων καλλιτεχνών της εποχής. Με τον συγγενή που πετάει τις ρατσιστικές αντιλήψεις του ξεδιάντροπα στα μούτρα σου. Και τους δικούς σου που έχουν καταπιεί τα λόγια τους γιατί τους κατάπιε η καθημερινότητα και τα κακομεταχειρισμένα δεδομένα της.
    Συμβιβάσου με τους ειδικούς της καταστροφής σου. Άκου τις απόψεις τους και ετοιμάσου να τους ψηφίσεις μόλις αποκτήσεις το δικαίωμα. Σαν τους μοναδικούς και απόλυτους κομιστές του απέραντου τίποτα. Αν δεν τους αντέξεις άλλαξε κανάλι. Δες μια ταινία σπλάτερ, καμιά εκπομπή μαγειρικής γκουρμέ, ή καμιά mainstream τσόντα. Τώρα στην περίπτωση που αναρωτηθείς που πήγε η έφηβη, ορμητική αναπνοή σου, συμβιβάσου. Στην τελική θα έρθουν τα πιττόγυρα με τον ντελιβερά σε λίγο.
     Αργότερα συμβιβάσου μ΄αυτόν που αγάπησες και δεν τα καταφέρατε. Μ΄αυτόν που ενώ αλλάξατε παράγραφο, παραμείνατε στην ίδια σελίδα κολλημένοι. Από φόβο, από ντροπή, από ανασφάλεια και δυστυχία. Από ό,τι ακόμα δεν ξέρεις.
    Συμβιβάσου στην μελλοντική ρουτίνα σου, στην αναχαίτιση σου, στα παρατημένα γιατί σου, στις νερωμένες αποφάσεις σου, στα ξεχασμένα χρώματα σου. Συμβιβάσου πως ακόμα και όλα αυτά που διαβάζεις τώρα τα βρίσκεις υπερβολικά, απαραίτητα κοινωνικά φαινόμενα που δεν θα μπορούσε κανείς να τα αντιπαρέλθει και που όλοι τα ζούμε.
    Σε κοιτώ έτσι που κάθεσαι και σχεδιάζεις τι μπορείς να κάνεις μετά τις καλοκαιρινές εξετάσεις. Με την σκέψη μου πιάνω το χέρι σου όπως τότε που ανακαλύπταμε μαζί τις μυστικές γωνιές του σπιτιού μας. Μαζί είχαμε ανακαλύψει πως τελικά υπάρχουν ξωτικά που όταν σκοτεινιάζει τρεμοπαίζουν τα φαναράκια τους, στα παραμύθια. Καθόμασταν κουλουριασμένες στο μικρό, χρωματιστό χαλί σου και διαβάζαμε αυτά τα παραμύθια.
   Αγάπησε τα τωρινά φαναράκια σου. Την στιγμή σου γιατί είναι ανεπανάληπτη. Αγάπησε τα όνειρα σου, τις ατέλειωτες διαδρομές με το λεωφορείο και το βρεγμένο, δανεικό  εισητήριο στην κωλότσεπή σου. Αγάπησε το δυνατό σας γέλιο στα τραπεζάκια έξω, όταν μοιράζεστε ένα καφέ στα έξι. Τις χειμωνιάτικες λιακάδες της ευαισθησίας σου. Τα ασπρόμαυρα σκίτσα σου, τις παιδικές ζωγραφιές σου, τις θλιμμένες ηλιαχτίδες σου, τα εικονογραφημένα ποιήματα σου. Τους φίλους που κυλούν μες στην σταγόνα σου, τις βροχούλες στα βραχάκια. Τις μοναχικές θυμωμένες διαδρομές σου με τ΄ακουστικά στ΄αυτιά στους άδειους και εχθρικούς δρόμους. Τις λέξεις της μοναξιάς σου και το αγόρι με το σκουλαρίκι που ρολάρει μπροστά σου, αυτή τη στιγμή. Το αλάτι που στάζει από το μαγιώ σου και την αλμύρα των δακρύων σου. Το κάθε τι που ξέρεις, το κάθε τι που δεν ξέρεις και ό,τι νομίζεις πως ξέρεις. Την ελπίδα, την αδιόρατη νοσταλγία .
    Τις σακούλες με τα άπλυτα των εκδρομών, τις δανεικές τσάντες που δεν αδειάζουν ποτέ. Τα κρυφά τηλεφωνα μέχρι τις τρεις το πρωί. Την προσμονή της θάλασσας, τις φωτιές τα καλοκαίρια, την δική σου μοναδική εξέγερση στο χρόνο.
    Γιατί το θέμα δεν είναι να σώσεις τον κόσμο. Το θέμα είναι να κατανοήσεις τον χρόνο. Να αγκαλιάσεις την κάθε μέρα σφιχτά, σαν ένας ήλιος ακόμα καυτός. Ακόμα και μπροστά στις απώλειες. Έχεις προλάβει να γευτείς και απ΄αυτές. Θα έρθουν κι άλλες. Αγάπησε τις ανάγκες σου. Γιατί ο χρόνος είναι έννοια και εσύ έχεις την βαθύτερη κατανόηση της.
   Εγώ παραδίπλα λίγο αθέατη, λίγο ξεχασμένη θα κολλώ τα κομματάκια της πιο τρυφερής ανάμνησης του εαυτού μου για να σε κατανοώ.
   Μην συμβιβάζεσαι, ζήσε.



Στην Μ.


Φωτογραφία Ανν Λου

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Εν πτωχεύσει






Είμαι σχεδόν χωρίς επάγγελμα τώρα.
Νεότερη
κατασκεύαζα κυρίως διαμαρτυρίες.
Αλλά και μεταχειρισμένες καταστάσεις
μάζευα
που μεταποιούσα εύκολα
σε πρωτοτυπίες και παραφορές.
Στρωμένη δουλειά.
Ευπορούσα.

Τώρα επιδίδομαι στο άσκοπο.
Ίσα ίσα προς το ζην
επιβαίνω του ανέργου χρόνου μου
και εκτελώ μικρά δρομολόγια
για λίγη αναδρομή
στα εύκρατα της νεότητας μου επαγγέλματα.


Κική Δημουλά Ποιήματα Εκδόσεις Ίκαρος

Φωτογραφία από την ταινία Metropolis



Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Η αλήθεια είναι λοξή





    Κάθεται απέναντι και σου φωνάζει. Χειρονομεί, ισχυρίζεται πράγματα ακατανόητα σε σένα. Ουρλιάζει. Σάλια ξεφεύγουν από το στόμα της, ανάμεσα στις λέξεις κάνοντας την ατμόσφαιρα του δωματίου παράξενα υγρή. Σηκώνεται, ξανακάθεται, εξαπολύει κατηγορίες. Ένας άνθρωπος εκτός ελέγχου που αδικεί, αλλά κυρίως ξεχνά. Πως εσύ είσαι διαφορετική. Αρχίζεις να φοβάσαι. Απλώνεται μέσα σου ο φόβος σαν ένας παλιός σου γνωστός. Μπαινοβγαίνει σε όλα τα ψυχοντουλαπάκια σου σαν να ξέρει και το πιο κρυφό τους σημείο. Σε κατακλύζει όπως ο καπνός μιας φωτιάς που σιγοκαίει σε κάποια μακρινή πατρίδα. ''Γιατί φοβάμαι; '' αναρρωτιέσαι. Δεν μπορείς ν΄ απαντήσεις. Φοβάσαι και μοιάζει σαν να θυμάσαι. Ας όψονται οι τραμπούκοι της ζωής σου. 
    Αυτοί που πέσανε πάνω σου απ΄όταν ακόμα ήσουν παιδί  να σε πατήσουν. Επειδή είσαι ψυχικά, σωματικά, πολιτικά, σεξουαλικά, φυλετικά διαφορετική. Επειδή είχες τις απόψεις σου, και όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν και διαφορετικές από τις δικές τους. Είχες και τον τρόπο σου, διαφορετικός και αυτός. Εσύ δεν έπαιζες ποδόσφαιρο, δεν φορούσες τα μοδάτα ρούχα, δεν φοβόσουν τ΄αδέσποτα. Λοξή όπως είμαστε όλοι μας δηλαδή. Οι άνθρωποι όμως δεν έχουν μάθει ν΄αγαπούν τον εαυτό τους. Την λόξα τους αντί να την αγαπούν την αποφεύγουν και την κακοποιούν. Όταν όμως είσαι παιδί, ένα κλαράκι Άνοιξης δηλαδή, που ακόμα ούτε ρίζες έβγαλες, ούτε άνθη, την κακοποίηση της απόρριψης δεν ξέρεις τι να την κάνεις και την νιώθεις σαν ξαφνικό θάνατο. Αν κάποτε καταφέρουμε να μετρήσουμε όλους αυτούς που ενώ νομίζουν πως ζουν ανάμεσα μας, έχουν πεθάνει με τέτοιο θάνατο από την παιδική τους ηλικία, θα βρεθούν πολύ λίγοι υγιείς ζωντανοί.
    Όταν είσαι παιδί και πέσει πάνω σου ένα φορτηγό επιθετικότητας, κακίας, έμφυτης σκληρότητας, καθωπρεπισμού, ανορίοτης εγωπάθειας και όλα αυτά που μπορεί η ανθρώπινη ψυχή κατα καιρούς και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες να φιλοξενήσει, δεν ξέρεις από πού να πιαστείς και πού να πας να κρυφτείς. Γιατί είσαι παιδί και δεν έχεις ακόμα σχηματίσει την κρίσιμη μάζα μέσα σου να τους στείλει στον αγύριστο και ακόμα παραπέρα. Παιδί είσαι και θέλεις ν' αγαπηθείς. 
    Αν είχες την ατυχία σ΄αυτή την ηλικία να φοβηθείς, δεν το ξεχνάς. Δεν ξεχνιέται. Δεν σου άρεσαν ποτέ οι ψεύτικες παρηγοριές. Σήμερα το λένε εκφοβισμό, ενδοσχολικό, διαδικτυακό, ψηφιακό. Χύμα καλύτερα να τον λέγαμε. Χύμα εκφοβισμός κυρίως μέσα στα σπίτια. Από κει θα ξεπηδήσει ο τραμπούκος. Εκεί θα έχει πάρει τα πρώτα του μαθήματα για να τα μεταφέρει στις ζωές των άλλων. Το ίδιο και οι δάσκαλοι που λυγίζουν κάτω από τα δικά τους και ξεσπούν πάνω στα παιδιά.  Όπως και να λέγεται είναι το ίδιο. Είναι αυτό που σ' έκανε τα βράδια να κλαις κρυφά κάτω από τα σεντόνια σου. 
   Κι ας έγιναν παλιά αυτά. Εσύ από τότε απέκτησες το κουσούρι να μην πιστεύεις καλά στον εαυτό σου. Από τότε αναρρωτιέσαι σε κάθε νέο σου βήμα, σε κάθε νέο σου κατόρθωμα αν το αξίζεις. ''Εγώ το έκανα;΄΄ αναρωτιέσαι αυτό. Κι ας έχεις καταφέρει πολλά. Κι ας χρησιμοποιείς τις λέξεις όπως λένε κάποιο καλά. Εσύ θα συνεχίσεις μια ζωή να το αμφισβητείς και να το αποδεικνύεις. 
   Καμιά φορά θυμάσαι τους τραμπούκους. Δες πώς κατάντησαν, λες στον εαυτό σου. Τίποτα δεν έκαναν στην ζωή τους, δυστυχισμένοι μείνανε. Κοίτα πώς προσπαθείς να γλυκάνεις το χάπι . Κατά βάθος προσπαθείς τον αντίλαλο της κακίας τους να μειώσεις για να παρηγορηθείς. Έπαψε να σε τρυπάει και εκείνο το ''γιατί;''. Το πήρες απόφαση γιατί δεν υπάρχει. Ούτε σε νοιάζει πια η απάντηση. Θα φοβόντουσαν λες κι αυτοί. Φοβόντουσαν και γι΄αυτό φόβιζαν.
    Τι άλλο μένει τώρα; Ο χρόνος τρέχει και εσύ μεγαλώνεις. Με την δική σου ιστορία τελείωσες. Ο φόβος πού και πού θα εμφανίζεται. Όπως όμως μπαίνει το βράδυ ο σύρτης πίσω από την πόρτα και κλείνει μέσα όλα εκείνα που χωρίς αυτά λένε δεν ζεις, έτσι κάτι ζητάς. Το φαγητό, την κατανόηση, την ήσυχη συνείδηση. Άμα μπει όμως ο σύρτης χωρίς να έχεις κατασταλάξει με ποιους θα πας και ποιους θ΄αφήσεις, χωρίς να ξέρεις δηλαδή αν ζεις ή δεν ζεις, το μόνο που κάνεις είναι να κάνεις κακό στους επόμενους. 
   Άλλωστε εσύ δεν ήσουν ποτέ της φυγής. Ούτε χρήματα και εξουσία και δύναμη αναζήτησες. Η προσωπική ευτυχία είναι το ζητούμενο. Ο σύρτης είναι για να μπαίνει λοιπόν και συ να ξέρεις με ποιους μένεις. Μιλάμε για τους επόμενους. Για τους επόμενους  ανθρώπους στους επόμενους καιρούς. Είσαι με όλους αυτούς που ονειρεύονται εκείνους τους  κόσμους που θα μπορούν να εκπαιδευτούν τα μικρά και τα μεγάλα παιδάκια που ξερνούν φορτία βίας στους συμπαίχτες τους. Είσαι με όλους εκείνους που όταν μιλούν για εκφοβισμό ξεκινούν απ΄αυτόν που εκδηλώνεται στο σπίτι, στα σπλάχνα της άγιας οικογένειας. Αυτός είναι ο πιο ύπουλος γιατί έχει το περιτύλιγμα των καλών προθέσεων, αλλά συνάμα είναι και ο περισσότερο επικίνδυνος γιατί σε κτυπά στα πρώτα ευαίσθητα χρόνια. Μετά προχωρούν σ΄αυτό που συμβαίνει στο σχολείο από τους ίδιους τους καθηγητές, που χωρίς να αξιολογηθούν ποτέ αναπαράγουν τα δικά τους στρεβλά πρότυπα και μετά φθάνουν στα παιδιά. Ο εκφοβισμός πρέπει ν΄αναγνωρίζεται, ν΄ αναχαιτίζεται, να τιμωρείται. Όλων των ειδών οι εκφοβισμοί. Ακόμα και αυτοί που εξαπολύωνται από τους υπεράνω πάσης υποψίας αυτοπροσδιοριζόμενους ως προοδευτικούς. Αυτοί να δεις ''ξύλο'' που ρίχνουν μπροστά στο διαφορετικό. Χύμα εκφοβισμός. 
   Τελικά τους ανθρώπους τους αποδεχόμαστε με τις λόξες τους. Τον εαυτό μας τον αγαπάμε με την λόξα του. Εκεί κρύβεται η διαφορετικότητα, η αυθεντικότητα. Η λοξή ευθεία είναι η πιο αληθινή.


Ζωγραφική Andrea Calisi

    

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Την εικόνα σου


Την εικόνα σου σεβάστηκα.
Και κράτησα.
Και τα χέρια μου θα ενώσω
πριν στην ζητιανιά την δώσω.


Καλύτερο τρόπο δεν έχω για όλα αυτά που ζούμε