Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Στην ίδια πόλη ζουν



     Στην ίδια πόλη ζουν, τον ίδιο αέρα αναπνέουν δύο άνθρωποι ξεχωριστοί. Ζουν ολομόναχοι. Δεν κάνουν σπουδαία πράγματα, οι περισσότεροι δεν τους υπολήπτονται. Όμως είναι καλά. Γελούν.
     Ο ένας είναι πολύ ουσιαστικός, σχεδόν κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Είναι πολύ γκρεμισμένος για να τον κάνουν παρέα. Κάποτε χρόνια πριν ήταν σαν όλους τους άλλους. Είχε σαν τους άλλους σπίτι, οικογένεια και δουλειά. Καλό τυπάκι τον λέγανε. Είχε γκρίζο παντελόνι με τσάκιση, άσπρο καθαρό πουκάμισο με κουμπάκια δεξιά κι αριστερά στον γιακά, δερμάτινο πορτοφόλι με λεφτά. Γερνούσε εμβαθύνοντας σ΄αυτό που κρύβεται καλά. Σ΄αυτό που τελικά δεν ήθελε. Γι΄αυτό δεν γέλαγε. Δεν γέλαγε γιατί ένα απόγευμα τυχαία  είδε τον άλλον, τον πραγματικό του εαυτό που τον περίμενε. Αυτός έμενε στην άκρη της πόλης, μέσα σε μια παράγκα, είχε για πόρτα μια κουρελού - περγαμηνή και για παρέα μια γατούλα σουρλουλού. Μια μέρα το πήρε απόφαση. Άφησε σπίτι και δουλειά και πήγε να ζήσει στην παράγκα. Φυσικά κανείς πια στην πόλη δεν τον υπολήπτεται. Όμως δεν τον πειράζει. Ξέφυγε από τον χυλό και την σύγχυση. Βγαίνει και καμιά βόλτα τα βράδια μόνος του και γελάει.
    Ο άλλος άνθρωπος που ξέρω δεν χρειάστηκε να βγει έξω από την κοινωνία, γιατί απλούστατα μια ζωή έξω ήταν. Έξω στους δρόμους ζούσε από παιδί. Oι άλλοι, οι συνάνθρωποι, τον βλέπανε λυπημένο. Λυπημένος ήταν, αυτό είναι αλήθεια. Άλλη εικόνα εκτός από τη λύπη δεν είχε για τον εαυτό του. 'Ωρες περπάταγε στους δρόμους της πόλης φορώντας το μαύρο, τριμμένο του παλτό. Μέχρι που μια νύχτα τον πήρε από πίσω ένα αδέσποτο σκυλί.  Από εκείνη την νύχτα άλλαξε μεμιάς. Έπαψε να ζει στους δρόμους. Έφτιαξε μια παράγκα και πίσω από την παράγκα έφτιαξε μια άλλη πιο μικρή για το σκυλί. Κάθε πρωί του χτυπάει το κουδούνι. Ο σκύλος ξυπνάει και τρέχει κοντά του. Φεύγουν μαζί και κόβουν βόλτες όλη μέρα στους δρόμους της πόλης γελώντας.
     Δεν ξέρω ποιος τελικά είναι η εικόνα του άλλου. Δύο εικόνες του ίδιου νομίσματος. Αφού και η ίδια η νύχτα είναι συνήθως δύο. Αυτή που τριγυρνάει - με όλα τα φώτα αναμμένα - στα δωμάτια.  Και η άλλη, η δεύτερη που ζει μόνιμα μέσα στην άλλη. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος που η πρώτη έχει γίνει υστερική. Εγκαταλείπει προσχήματα και λεπτότητες και κρεμάει όπου τύχει τα σφαχτά της. Καταλαμβάνεται από μια κρίση υστερίας, παίρνει το χάπι της, κλειδώνει δυό φορές την πόρτα, κάτι τελειώς υποκριτικό αφού γνωρίζει πως ο φόβος είναι μέσα, και πάει για ύπνο. Αφήνοντας τον χώρο ελεύθερο για την δεύτερη νύχτα. Με όλα τα δάση και τ΄αγρίμια της, τα σκοτεινά της πλάσματα και τον ερωτισμό των πλυσταριών της.
   Μ΄αυτή την δεύτερη νύχτα τα πάω και εγώ καλύτερα. Κοιτάει καμιά φορά τα γραπτά μου και μου κλείνει το μάτι. Κάτι είναι αυτό για μένα. Αφού ο άνθρωπος που γνωρίζω περισσότερο και λιγότερο απ΄όλους είναι εαυτός μου. Οι άνθρωποι που περιγράφω είναι άνθρωποι που μου μοιάζουν. Νύχτες που μου μοιάζουν. Στο πίσω μέρος του χαρτιού, εκεί στον άδειο χώρο με τα χάσματα του νου, κόβει βόλτες ο κάθε ήρωας μόνος .

Ζωγραφική Troche

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Αποτυπώματα




       Δίπλα στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού ένα μικρό σκυριανό τραπεζάκι. Πάνω ένα σεμεδάκι σταυροβελονιά, σκυριανό και αυτό. Απέναντι από το τραπεζάκι και το άνοιγμα της πόρτας,  η  μακρόστενη, μικρή κουζίνα. Οριακά χωρούσε τέσσερις ανθρώπους, οι δύο καθιστοί. Το τραπέζι κολλημένο στον τοίχο στρωμένο με καρώ τραπεζομάντηλο. Άσπρα κόκκινα τετράγωνα. Παντοτινά ψίχουλα στο πάγκο της κουζίνας. Χιλιάδες κουβέντες μπροστά από την ψωμιέρα και τα κλειδιά στην φρουτιέρα. Στο σκυριανό τραπεζάκι ένα τηλέφωνο γκρι αναλογικό και δίπλα του δύο πήλινα βαζάκια. Το ένα να χωράει ένα στυλό και το άλλο ένα κλωναράκι. Φρέσκο νερό και ένα κλωναράκι γιασεμί ή ζουμπούλι από τις γλάστρες στην βεράντα. Δίπλα στο τραπεζάκι μια καρέκλα. Κάθε φορά που καθόταν στο καρεκλάκι να μιλήσει, τέντωνε τα πόδια της απέναντι στον τοίχο. Αποτυπώματα.
    Σαν όνειρα είναι που βλέπει συχνά πως στέκεται μπροστά απ ΄αυτό το τραπεζάκι, να ψάχνει τ΄αποτυπώματα. Nα προσπαθεί να επικοινωνήσει. Τα χέρια της ψάχνουν τα νούμερα ενώ το τουτ τουτ της τρυπάει το μυαλό. Κάθεται στην καρέκλα και κοιτάζει απέναντι. Από μέσα ακούγεται ο ήχος της τηλεόρασης. Δεν διακρίνει λόγια, μονάχα τον βόμβο της.
    Θυμάται τις κουβέντες τους. Προχωρούσαν στον δρόμο, γύρναγε, την κοιτούσε, της εξηγούσε. Ξενάγηση στα ψυχικά ορυκτά του. Στα λόγια των ανθρώπων υπάρχει πάντα ένα αδιόρατο κενό. Πίσω από τις λέξεις. Πώς άρχισε η συζήτηση, που τελείωσε, ποιός μίλησε τελευταίος; Είπες αυτό που ήθελες να πεις; Μήπως είπες αυτό που δεν ήθελες να πεις; Κι έτσι περνούν οι μέρες σαν σελίδες κιτρινισμένες βαθιά κολλημένες στην ράχη ενός βιβλίου. Κάποτε τα γράμματα σκορπίζουν στο αέρα και γίνονται ζωή, άλλοτε κλείνονται σε τζάμινη, γυαλιστερή προθήκη με ραφάκια για να μπορείς να βλέπεις μέσα και να καθρεφτίζεσαι στις απώλειες σου. Θα της άρεσε πολύ η ιδέα να κατάφερνε να τον ρωτήσει ''εσένα ποιά μέρα τελείωσε η ζωή σου;"
    Επικοινωνία. Συναντήσεις με καθαρά πρόσωπα, απ΄αυτά που τα κουβαλάει κανείς μαζί του είτε σε κουτιά, είτε σε μάτια, είτε σε αισθήματα. Να γίνεται έτσι να μην σε νικά η παραίτηση. Μεγάλη και σπουδαία πράξη η διαίρεση. Κόβεις και κόβεσαι. Νικάς το ένα. Ενοικείς. Στο αυτί ακούει ακόμα την περιστρoφή του μηδέν να ολοκληρώνεται. Δεν ακουμπάει το ακουστικό κάτω και σε όλόκληρο το δωμάτιο απλώνεται σαν από ηχεία η γνώριμη φωνή ''στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι...'' Μέχρι τώρα σε εκείνο το επόμενο τόνο η ώρα ήταν μια παλιά ώρα. Να γίνει καινούργια για να γίνει καινούργιος και ο χρόνος, αυτό θέλει. Στον επόμενο τόνο η ώρα να την αφήσει να νιώσει πως δεν ζει μονάχα για να αφήσει αποτυπώματα αλλά και για να την νιώσουν μέσα απ΄αυτά που άφησε.
     

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Τα σύνορα του κόσμου



   Ένα ταξίδι είχε ξεκινήσει, αυτό ήταν όλο. Ταξίδευε και προχωρούσε. Ξεκολούσαν τα πόδια του από τα τσιμεντωμένα ίδια. Σ΄ένα παραλογισμό στηρίχθηκε, το παραδεχόταν αδιαμαρτύρητα. Είναι ωραίο όμως όταν η πίστη αντί να σε διαψεύδει σε ανταμοίβει. Δεν  ήταν ποιητής. Ωκεανογράφος ήταν. Ένας απλός παρατηρητής των αμέτρητων, καθημερινών θαυμάτων. Ένας εξερευνητής του κοσμικού παραλόγου. 
    Η αναρρίχηση ήταν η πιο συχνή επιλογή του. Ακόμα και όταν δεν ήξερε αν η επιλογή της κατεύθυνσης  ήταν σωστή εκείνος προχωρούσε. Να βρει συντεταγμένες, σύνορα, να γράψει τη θέση του. Τον κόσμο του έψαχνε. Ανακαλύπτοντας ποιός ήταν ο κόσμος του ίσως και να έψαχνε άνοιγμα να φύγει. Προχωρούσε δίνοντας απαντήσεις σε ερωτήσεις που σχεδόν ποτέ δεν κατόρθωσε να διατυπώσει φωναχτά. Με ακατανόητους χάρτες και σκοροφαγωμένα από το χρόνο μισόλογα έψαχνε το κομβικό σημείο ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην υποκειμενικότητα. Ένα σημείο που θα μπορούσε να πάρει μια περισσότερο ακέραιη και λιγότερο χυδαία αναπνοή. Κι ας ήξερε πως ιδανικός κόσμος δεν υπάρχει. 
    Η αίσθηση πως ο κόσμος που είχε μπροστά του όλο και περισσότερο έμοιαζε με το τέλος του δικού του κόσμου, του έδινε βαθιά ελπίδα πως η κατεύθυνση που είχε πάρει ήταν η σωστή. Ξεπερνούσε την κούραση που άρχιζε να φωλιάζει στους λυωμένους μύες του και προχωρούσε. Τα σύνορα του κόσμου μου ψάχνω, έλεγε και συνέχιζε. Για μια στιγμή αισθάνθηκε σαν απειροελάχιστο μικρόβιο που πορεύεται σε μια θάλασσα λευκών αιμοσφαιρίων, αυτά που με αυτοθυσία υπερασπίζονται την ανοσία του δικού τους κόσμου και είναι έτοιμα να σε καταπιούν αμάσητο. ''Τι πιθανότητα έχω να νοιάζεται ο κόσμος για τις προθέσεις μου; σκέφθηκε. Σαν να αναρρωτιόταν τι αξία μπορεί να έχει μια ακόμα γνώμη ανάμεσα σε τόσες άλλες. Ποιός νοιάζεται τι νιώθεις. Άλλωστε αυτή ακριβώς η σκέψη είναι που κάνει πολλούς ταξιδευτές να εγκαταλείπουν και να φθάνουν πριν την ώρα τους στο τέλος του κόσμου τους. 
   Κοιτάζοντας με απόγνωση τον ωκεανό που απλωνόταν στα πόδια του, νόμισε πως για μια στιγμή είδε τα νεογέννητα κύματα να ενώνονται με τα υπερήλικα σ΄ένα αμείλικτο και πανίσχυρο μπλε και τελικά να γλυστρούν μακριά από τον επικείμενο θάνατο τους μετά από μια βίαιη και περιπετειώδη ζωή. Στάθηκε συγκλονισμένος γιατί ήξερε για τα καλά πως αυτό που είδε ήταν μια δική του βιωματική εμπειρία. Κάτι που δεν θα το έβλεπαν όλοι. Ήταν μια δική του αλήθεια, μια προβολή του δικού του ειδώλου. Μια καθόλα πραγματική, δική του εμπειρία που δεν είναι ορατή απ΄όλους. 
   Ήταν η πρώτη στιγμή του ταξιδιού του που χαμογέλασε. Η κορυφογραμμή του φάνηκε ανούσια. Καμιά φορά οι απαντήσεις είναι βάσανα, σκέφθηκε. Άλλοτε έχουν την ρίζα τους στο σπόρο μιας νέας ερώτησης που αναιρεί την ομορφιά της προηγούμενης και άλλοτε μεταμορφώνονται σε σαρκοφάγα που καταβροχθίζουν την αγνότητα των ερωτημάτων που τις δημιούργησε. Άρχισε να συνειδητοποιεί πως τα σύνορα του κόσμου του, του ήταν αδιάφορα. Μπορεί αυτό για έναν ωκεανογράφο να ήταν απαράδεκτο. Δεν θα εξακρίβωνε λοιπόν ποτέ ποιός κινεί τις σκιές πίσω από τον μπερντέ. Παραδέχθηκε πως η μόνη πραγματικότητα που έχει αξία κατοικεί στο χαμόγελο της αγαπημένης του την ώρα που αδιαμαρτύρητα τον περιμένει να γυρίσει από τους νοερούς νυχτερινούς του περιπάτους. 
Ίσως να είχε έρθει η ώρα να γίνει ποιητής. 


Ζωγραφική Paolo Ventura 

Ανυπομονησία