Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Και όπου έχει κατάληξη -o μπορείς να βάλεις και -η



    Ήταν τότε που ζητούσε επίμονα ένα μεγάλο ξύλινο κουκλόσπιτο γεμάτο δωμάτια με μινιατούρες έπιπλα. Να κάνει στρογγυλά κουλουράκια από χιλιάδες λέξεις πλαστελίνες. Σε ανυποψίαστο χρόνο ν΄απλώνει τα κουλουράκια, να τα κάνει χαλιά. Να βρίσκουν δρόμο να τρέχουν πάνω τους οι διάλογοι του άλλου του μεγάλου σπιτιού. Ήταν τότε που ζητούσε να του αγοράσουν ένα ποδήλατο ισορροπίας. Αυτό με τη σέλα, το τιμόνι και τη μια ρόδα. Όπως αυτό που έχουν οι ακροβάτες. Να μάθει μόνος του να ισορροπεί, στο διάδρομο, στο δρόμο, στην πυλωτή. Να φρενάρει στον πάγκο της κουζίνας, την ώρα που κόβανε την σαλάτα για να διεκδικήσει το δικό του φιλί.  Ήταν τότε που ζητούσε να ντυθεί Super Man και η φίλος του Bad Man. Να τριγυρίζουν όλη μέρα με μπέρτες και δύναμη μαγική. Τα βράδια να βγαίνουν στην πυλωτή να κάνουν κόλπα ζογκλερ με κορίνες, μπαλάκια και στεφάνια. 
    'Ομως τα κουκλόσπιτα ήταν ακριβά και κυρίως δεν ήταν για άντρες. Η μαμά προτιμούσε το κολυμβητήριο και τα αγγλικά από τις μπέρτες και τις κορίνες. Στην πυλωτή αντί για ποδήλατο ισορροπίας φύτρωσε μια μπασκέτα, μόνο και μόνο γιατί έτσι το ήθελε ο μπαμπάς. Στο φίλο του δεν άρεσαν οι ζογκλέρ και εκείνος ήταν πολύ μικρός για να ισορροπήσει μόνος του. Πόσο μάλλον για να διεκδικήσει αγάπες και φιλιά. 
    Περάσαν τα χρόνια. Οι εποχές άλλαξαν. Τώρα μπορεί να παραγγείλει από το εξωτερικό το πιο μεγάλο κουκλόσπιτο μαζί με τις πιο λεπτοδουλεμένες μιανιατούρες έπιπλα. Έπιπλα από αληθινό κέδρο και οξιά. Κουκλόρουχα ραμμένα από κανονικές έμπειρες μοδίστρες. Μπορεί να αποκτήσει το καλύτερο ποδήλατο ισσοροπίας. Μπορεί ν΄ αγοράσει όλα τα τρικ του ζογκλέρ, μαζί και το μαγαζάκι που τα πουλάει. Μπορεί αλλά δεν θέλει. 
    Θέλει μονάχα να εξαφανίσει τις συζυγικές επιθυμίες.  Να μην θυμάται τις παιδικές προσευχές, αφού παράδεισος δεν υπάρχει. Να θάψει βαθιά τα όνειρα των δικών του μικρών. Να μην θυμάται ούτε εκείνος που τα έθαψε για να μην τα βρει όταν του ζητηθούν. Γιατί μια μέρα θα του ζητηθούν, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Αυτό τότε θα είναι ένα τέλος. Ένα τέλος που δεν θα ταιριάζει με την μεγάλη του επιτυχία, ούτε με το γυαλιστερό χαμόγελο του.
     Για την μελαγχολία που τον βασάνιζε δεν μίλησε ποτέ κανείς. Ούτε τότε, ούτε μετά.


Ζωγραφική Liu Yue

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Έχω και τον Αύγουστο

 

    Όλο τον χρόνο έλεγα ''έχω και τον Αύγουστο'' και ο Αύγουστος πάντα ερχόταν στην ώρα του. Μήνας μετά τον Ιούλιο. Κέρδιζε τον Ιούλιο στο πι και φι.  Κάτι σαν αποκορύφωση έφερνε ο Αύγουστος. Κάτι σαν ανατροπή στο καθορισμένο. Αυτός και τα κόκκινα  φεγγάρια του. Τον Αύγουστο τον θυμάμαι στην αρχή από τις κατάμαυρες πατούσες που είχα  όταν  παιδί γύρναγα σπίτι αργά το βράδυ. Αργότερα από τους έρωτές του. Σαν παιδιά  το  τέλος μιας  τεράστιας  μέρας γεμάτης παιχνίδι ήταν ένας μικρός θάνατος, αλλά δεν το παραδεχόμασταν. Η γλύκα της μέρας δεν μας άφηνε τίποτα να αποδεχθούμε πως χάσαμε. Όχι πως είχε καμιά σημασία τότε. Ένα εισητήριο διαρκείας σε καθημερινό παιχνίδι κρατούσαμε στα χέρια μας, και αυτό μας έφτανε.  Τα πρωινά χωριζόμαστε σε αγόρια και κορίτσια και παίζαμε μήλα, κυνηγητό, κρυφτό στα χωράφια, στις αλάνες, στους δρόμους. Ιδρώναμε και συνεχίζαμε με απληστία. Ο καθένας ήταν όλοι οι άλλοι μαζί. Μια παρέα μας φάρδαινε τις ωμοπλάτες χωρίς καν να μας ρωτήσει. Μας μαγνήτιζε το διαφορετικό λαχάνιασμα, η διαφορετική αναπνοή των αγοριών. Και αυτοί το ίδιο κάνανε. Φωνάζαμε δυνατά ''Φτου ξελεφτερία'' και νικούσαμε το χρόνο με την μία.
    Όταν σουρούπωνε, ξεκινάγαμε για την θάλασσα. Ξαπλώναμε ο καθένας με το κεφάλι  πάνω στην κοιλιά του άλλου και κοιτάγαμε τ΄άστρα. Λέγαμε ό,τι ξέραμε από τους αστερισμούς και κάναμε σχέδια. Θα γυρίσω όλο τον κόσμο με ιστιοφόρο. Θα κάνω πολλά παιδιά. Θα πάρω μηχανή. Θα παντρευτώ από έρωτα. Θα φτιάξω δικό μου συγκρότημα. Θα πάω με οτοστόπ στον Ισημερινό. Θα σ΄αγαπώ μέχρι να πεθάνω. Γνωρίζαμε τους άγνωστους   υπογάστριους ήχους και την κινητικότητα των εντέρων μας όταν στηρίζαμε πάνω τους ολόκληρο έναστρο ουρανό μαζί και το φεγγάρι. Μετά αποχωριζόμασταν αποκαμωμένοι. Για να ανταμώσουμε την άλλη μέρα πάλι. Με ανανεωμένα τα σχέδια για τα παιχνίδια και την επιθυμία πιο βαθιά χαραγμένη. Να με σκέφτεται άραγε καθόλου; αναρωτιόμασταν και φεύγαμε ο καθένας για τον προορισμό του. Μήπως κάνουμε και τίποτα άλλο ολόκληρη την ζωή μας; Συναντιόμαστε, γνωριζόμαστε και απομακρυνόμαστε ο καθένας προς τον προορισμό του. Είναι και κάποιοι προορισμοί που στρέφουν τα κεφαλάκια τους προς την ίδια κατεύθυνση. Όμορφα είναι τότε. Η απάντηση όμως στην ερώτηση αν με σκέφτεται άραγε, δεν μπορεί πάντα ν΄απαντηθεί. 
      Πως από τους Αύγουστους περιμένω πάντα τα ίδια, αυτό κατάλαβα. Κι ας μεγαλώνω, εγώ περιμένω αυτό που περίμενα και μικρή. Να πάω ταξίδια, εκδρομές, να φάω καρπούζι, να μπω σε ζωές άλλων, να γίνω και άλλοι. Να βγω από την κανονικότητα. Μάλλον με την σιγουριά πως ο Σεπτέμβρης είναι παρακάτω και θα την ξαναφέρει. Τα ίδια και τώρα. Με την διαφορά πως προχωρώντας γίνεσαι οι άλλοι έτσι κι αλλιώς. Λίγο να μην είσαι συνεχώς απασχολημένος με τον εαυτό σου χωράς και άλλους, κι ας μην είναι Αύγουστος. Σαν να έχει ο καιρός σκορπίσει Αύγουστους τριγύρω και εσύ πλαταίνεις για να τους χορτάσεις. Έτσι που να μπορείς να πεις "έχω και τον Αύγουστο" και να παρηγοριέσαι.


Ζωγραφική - Κολλάζ Irene Bonnevie Obias

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Αύγουστος στεγνώνει στα μανταλάκια




Το Τράνζιτ ταξίδεψε με τις αποσκευές δυό καλών φίλων στα Κουφονήσια. Δεν του έφθασε μονάχα αυτό. Φιλοξενήθηκαν και φωτογραφήθηκαν οι σκέψεις του στα υπέροχα ''Καλάμια''. 'Οταν οι αποστάσεις μικραίνουν και η ανταλλαγή σκέψεων μας κάνει μια μεγάλη παρέα.
Πολλά εγκάρδια ευχαριστώ!


Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Ο Βυθός του Μπικίνι



      Εκείνος ήταν ένας Πάκμαν. Έτρωγε δηλαδή τελίτσες μέχρι να πάρει τα χάπια του.  Τα χάπια δεν ήταν επιλογή αφού μονάχα μετά την κατανάλωση τους μπορεί να νικήσει τα φαντάσματα του.  Εκείνη ήταν και αυτή Πάκμαν  αλλά θηλυκό, Πακμίνα δηλαδή. Αυτή αντί για τελίτσες έτρωγε τρελλίτσες και της άρεσαν πολύ και οι μακαρονάδες. Αν την ρωτούσες τι του βρήκε θα σου απαντούσε το χιούμορ του και την κοινή επιθυμία να ταξιδέψουν στο βυθό του Μπικίνι. 
      Πέρα απ΄αυτά δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό. Αυτός ήταν εντελώς αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε γύρω του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα. Οι άλλοι δεν τον ένοιαζαν. Τα προβλήματα τους δεν τον ένοιαζαν. Οι απώλειες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα πένθη τους δεν τον ένοιαζαν. Οι ελπίδες τους δεν τον ένοιαζαν. Τα συναισθήματα τους δεν τον ένοιαζαν και φυσικά οι ανάγκες τους δεν τον ένοιαζαν. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν μόνο ο εαυτός του. Να είναι καλά να φάει τις τελίτσες, και να πάρει τα χάπια του.  Φρόντιζε τον εαυτό του με τρελλή όρεξη και φαντασία χωρίς αναστολές και ντροπές, γι΄αυτό και ήταν πάντα ένας καλογυαλισμένος και ατσαλάκωτος Πάκμαν πλήρως κατειλλημένος από τον εαυτό του .  
        Εκείνη φυσικά δεν τον άντεξε. Τον σιχάθηκε σχετικά σύντομα, αν και η αλήθεια είναι πως θα μπορούσε να τον έχει σιχαθεί και νωρίτερα. Στα τραπεζάκια έξω από το Γκρι Καφέ του ζήτησε κλαίγοντας και ρουφώντας την μύτη της να χωρίσουν. Δεν άντεχε άλλο την αδιαφορία του, και δυστυχώς δεν θα μπορούσαν έτσι να φθάσουν ποτέ στο Βυθό του Μπικίνι. Εκείνος αν και αρχικά ξαφνιάστηκε και πήγε να δακρύσει, γρήγορα έβαλε σε λειτουργία τους άριστους μηχανισμούς αυτοσυγκράτησης που διέθετε και λίπαινε με τα ακριβότερα λιπαντικά της αγοράς. Είπε ''Ουδόλως με ενδιαφέρει'' και σηκώθηκε να πάει  να φάει ένα σουβλάκι τυλιχτό παρακάτω στον Κάβουρα.
        Εκείνη γύρισε με τα πόδια στο σπίτι ελπίζοντας πως το περπάτημα θα της κάνει λίγο καλό. Έστρεφε με ενδιαφέρον το βλέμμα της σε κάθε περαστικό διαβάτη, περιπατητή ή συνεπιβάτη. Αν διαπίστωνε πως κάτι τον βασάνιζε επέμενε περισσότερο να τον παρατηρεί με ενδιαφέρον. Το βλέμμα της διαδεχόταν χαμόγελα τα οποία οι περαστικοί της ανταπόδιδαν. Έστειλε χιλιάδες χαμόγελα, έσφιξε εκατοντάδες χέρια και απηύθυνε αμέτρητα βλέμματα γεμάτα ειλικρινή έγνοια, παρόλη την αμηχανία τους.  
       Οι περισσότεροι περαστικοί την έπαιρναν τουλάχιστον για παράξενη, αφού δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να συναντάς άνθρωπο που ενδιαφέρεται ειλικρινά όχι μονάχα για τον φίλο και τον συγγενή του αλλά ακόμα και για τον περαστικό διαβάτη.  Παρόλη την αμηχανία και την δυσπιστία τους, το συμπτωματικό της συνάντησης τους μαζί της καθώς και η θέρμη της έγνοιας της τους ξυπνούσε κάτι σχεδόν ξεχασμένο και καλά βυθισμένο στα αχανή της μνήμης. Υπήρχαν πάντα και αυτοί που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ μια τέτοια συμπεριφορά και παρόλα αυτά την καλοδεχόντουσαν. Αργότερα κατάλαβε πως ήταν είτε άνθρωποι που ήξεραν την τέχνη της εμπιστοσύνης είτε άνθρωποι που ήθελαν να μάθουν την τέχνη της εμπιστοσύνης. 
       Αργά το βράδυ γύρισε στο σπίτι της. Ήταν τόσο κουρασμένη που ξάπλωσε με τα ρούχα και τα παπούτσια στο κρεβάτι. Πεινούσε και στο σπίτι δεν είχε τίποτα να φάει. Άνοιξε το παράθυρο και φώναξε ''Πεινάω''. Τρέξανε οι περαστικοί να της προσφέρουν την αυτοσχέδια μακαρονάδα τους.  Έφαγε, χόρτασε και ένιωσε απίστευτα τυχερή. 
       Κάπου εδώ τελειώνει αυτή η ιστορία. Δεν έχω πολλά νέα της. Κάποιος την είδε τελευταία πάνω σε έναν ιππόκαμπο να ταξιδεύει στα αχανή βάθη του Βυθού του Μπικίνι. 


Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Αύγουστος




Κρέμασες θάλασσες και ουρανούς στους τοίχους.
Αθόρυβα ακύρωσες τα καλοκαίρια.
Κατέγραψες  τελειωμένα βιογραφικά στοιχεία.
Έκλεισες τα παράθυρα.
Καρφίτσωσες μουσικές στο πέτο, σαν εκείνο το κόκκινο τριαντάφυλλο που σου πέταξε γελώντας το κορίτσι στην λαϊκή, δεκαπέντε χρόνια πριν
και ανέβασες πυρετό.
Καίγεσαι από τα όνειρα τα αιωνίως αποκλεισμένα.
Θυμάσαι μονάχα κάθε πρωί να εκφωνείς στάχτες και να ευθύνεσαι κυρίως για τις καθυστερήσεις.
Χωρίς να το καταλάβεις έφτιαξες την αποθήκη σου. Κλείστηκες μέσα.
Όταν έρχονται οι φίλοι τα λέτε. Δεν έχει σημασία τι λέτε. Το άρωμα της πούδρας απολαμβάνεις.
Μετά φεύγουν.
Δεν θα ξημερώσει άραγε ποτέ σ΄άυτή την μουσική;
Αλλιώς μπήκες εδώ μέσα και αλλιώς θα βγεις.
Χωρίς να μπορείς ν ΄αλλάξεις το παραμικρό.
Το πιο αστείο χωρίς να θέλεις ν΄αλλάξεις το παραμικρό.
Η ζωή κάνει την δική της σκηνοθεσία.
Θα ήθελες παρακάτω να υπάρχει ένας ρόλος πιο ενεργός.
Αλλάζουν ποτέ οι άνθρωποι;
Να δουν τον κόσμο με διαφορετικά χρώματα.
Πόσος χρόνος περνά για να γίνουν τα ίδια καθάρματα;
'Ανθρωποι με μεγάλες άπληστες μπουκιές μασουλάνε την ποίηση.
Και ο χρόνος σαν ηλεκτρικό μωρό να γελάει.
Ο καθένας μπορεί να γράφει ποιήματα και μάλιστα καλά. Είτε το παραδέχεσαι, είτε όχι.
Αυτό είπες.
Ακούμπησες με εφηβικό ενθουσιασμό όλες τις βεβαιότητες σου στο κορμό ενός δέντρου.
Έτρεξες να προλάβεις το  πρωινό λεωφορείο.
Κάτι έμαθες. Και αυτό το κάτι δεν είναι αποκλειστικά δικό σου.

Φωτογραφία Πάνος Μιχαήλ