Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Τα κουστούμια





      Mόνο που έλεγες πως ζεις για τους άλλους. Ψέματα έλεγες. Ζεις για να ονειρεύεσαι πως οι άλλοι υπάρχουν. Το ανακάλυψες μια μέρα κοιτώντας τα παλιά σου κουστούμια να κρέμονται στις κρεμάστρες από το ταβάνι των δωματίων. Εκείνοι μέσα στα δωμάτια διαβάζουν εφημερίδα, ανελλιπώς τις κηδείες και τα κοινωνικά, βηματίζουν γύρω από τα τραπέζια, βήχουν και μιλούν στα τηλέφωνα. H αλήθεια είναι πως δεν θέλανε να κρεμάσουν τα κουστούμια στο ταβάνι. Αλλά η απουσία σου στάθηκε ευκαιρία να αεριστούν.
        Ρίχνεις μια  ματιά στα δωμάτια, στο αγαπημένο σου παράθυρο με την λευκή κουρτίνα. Το κίτρινο φως μπαίνει από το ημιδιάφανο πανί και φθάνει μέχρι την μπλε πολυθρόνα. Κόκκοι σκόνη από τα κρεμασμένα κουστούμια, σαν μικρά πολύχρωμα μπαλόνια αιωρούνται τριγύρω. Για δευτερόλεπετα θυμάσαι τα θαλασσινά μπάνια όταν ήσουν παιδί. Στην φρουτιέρα δύο πορτοκάλια, ένα μήλο και ένα αχλάδι, ακριβώς όσα χωράει. Ανταλλάσσεις τις κουβέντες σου περί ανέμων και υδάτων.
       Ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις.   Άλλαξε απότομα ο καιρός, το είχαν πει και δεν τους πίστευες. Δεν το περίμενες. Ούτε πως δεν θα σε χωράνε τα κουστούμια σου,περίμενες. Ανυπόφορα, λεηλετημένα από τις επελάσεις των καταχραστών. Σηκώνεις το γιακά, βουλιάζεις τα χέρια στις τσέπες , ανοίγεις το βήμα. Σφυρίζοντας προχωράς . Στην πλατεία σε περιμένει το παρόν. 


Φωτογραφία Karrah Kobus

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Διαδρομή στα σύννεφα





Όταν ονειρεύομαι, καταργείται η γεωγραφία. Καθώς περιεργάζομαι τις αισθήσεις των τοπίων , μικρά ρινίσματα σελήνηες κυλούν απ;τα μάτια μου. Συναιρούμαι σε γλώσσες , μια ρουφηξιά ακόμα και τα έγκατα της γης θα περάσουν οριστικά μέσα μου.

Γεννάω μονόφθαλμα έθνη που προσεύχονται στα πόδια μου , ερήμην της Ιστορίας. 

Σ.Σταυρόπουλος  από το βιβλίο : ''Οι άλλοι που είμαι'' , εκδ Μεταίχμιο 

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Εμείς οι άνθρωποι



     Ο κόσμος είναι ένα βιβλίο που διάβάζεται απ΄όλους υποχρεωτικά. Από μας τους ανθρώπους  δεν εξαιρούνται , ούτε όσοι δεν ενδιαφέρονται για το διάβασμα , ούτε όσοι θα προτιμούσαν να διαβάσουν κάτι άλλο. Κανείς όμως δεν μπορεί να σ΄εμποδίσει να καταλάβεις, από το βιβλίο αυτό, ό,τι θέλεις ή ό,τι μπορείς. Αυτή είναι και η μόνη διαθέσιμη ελευθερία. Μπορεί να βρεις μέσα σ΄αυτό αφηγήσεις που θα μισήσεις θανάσιμα κι άλλες που θα αγαπήσεις παθιασμένα. Μπορεί να το βρεις ενδιαφέρον και να θελήσεις να ερμηνεύσεις την κάθε λέξη του , μπορεί να το διαβάσεις επιφανειακά , μπορεί να το απορρίψεις ,να το αρνηθείς, να το στεγανοποιήσεις για το ενδεχόμενο που μουλιάσουν οι σελίδες του από τις υγρασίες ή να το λατρέψεις.
     Να το αποφύγεις όμως αποκλείεται.


Φωτογραφία Magdalena Berny


Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Αναρωτιέμαι



 
 Αναρωτιέμαι τι νίωθεις.
Αναρωτιέμαι τι σκέφτεσαι.
Αναρωτιέμαι που είσαι .
 Αναρωτιέμαι με τι γεμίζεις.
Αναρωτιέμαι με τι αδειάζεις.
Αναρωτιέμαι με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορείς να πεις την ίδια λέξη.
Αναρωτιέμαι με πόσους διαφορετικούς τρόπους μπορείς ν΄ακούσεις την ίδια λέξη. Αναρωτιέμαι από ποια γωνία με κοιτάς.
      Αναρωτιέμαι  πόσες οπτικές υπάρχουν για την ίδια σταγόνα. Σταγόνα, λέξη , πράξη, συναίσθημα, οξεία, γωνία, τελεία. Αναρωτιέμαι τι σημαίνει αυτό για σένα. Αυτό η δουλειά, η πορεία , η διαδρομή, το βαρίδι, η θηλιά, η βιτρίνα σου.Αναρωτιέμαι πόσα σ΄εμποδίζουν , πόσο μοιάζουμε, πόσο διαφέρουμε. Ποσες οσμές έχει η μοναξιά. Αναρωτιέμαι τι εκπροσωπεί για σένα η επιλογή σου. Η επιλογή σου, η θέση, η στάση, η άποψη σου. 
    Αναρωτιέμαι σε ποιους δρόμους περπατάς, που χάνεσαι, που βρίσκεσα ξανά. Αναρωτιέμαι ποια να είναι η πιο κρυφή  πληγή που σου τρώει τα σωθικά. Αναρωτιέμαι πως τα φέρνεις βόλτα, όταν  έρχεται καπάκι η ζωή. Αναρωτιέμαι ποια είναι η φυλακή σου, ποιο το υλικό. Υλικό, σχήμα, πλαίσιο, θεσμός, ταυτότητα, στίγμα, κλουβί, τσιμέντο , σύμβολο αιώνιο. Αναρωτιέμαι αν κολλάνε τα υλικά μας και πόση είναι η απόσταση ανάμεσα μας. Χιλιάδες χιλιόμετρα, εκατό , πενήντα, τριάντα , πέντε μέτρα, δύο , μηδέν. Αναρωτιέμαι αν θα συναντηθούμε. Αναρωτιέμαι ποιος σ΄ελευθερώνει , ποιος σου δίνει χάρη , ποιος σου ανοίγει το κλουβί. Κι αν αυτός υπάρχει ή είναι γέννημα του πυρετού σου.
     Αναρωτιέμαι εδώ μπροστά σου. Πλησιάζω να ακούσεις πιο καλά τα ερωτηματικά. Και αναρωτώμενη ξεκολλώ από τα στενά , αφήνω πίσω μου τα στεγανά. Φαρδαίνω, ψηλώνω , πετιέμαι. Με παρατηρώ. Καίω δίπλα σου τα ξεράδια. Αποκτά το τίποτα βάρος. Τα πόδια μου χαράζουν τα πρώτα βήματα. Δειλά στην αρχή και ευέλικτα, γρήγορα, δυνατά λίγο πιο μετά. Γυμνά, με πέλματα γυμνά. Δεν είναι για σόλες όλοι οι δρόμοι. Τα χείλη ξεκινούν τα κινούνται .  Να γίνουν οι  λέξεις πουλιά, να καταφέρουν να φθάσουν στην ακουστική σου οπή. Να κυνηγήσουν μια θέση στου στήθους σου την ευχή. Αρχίζω να σε χωρώ. Οι ώμοι μου παύουν να είναι κυρτοί. Ευθυτενής με πόδια να ακουμπούν γερά την γη.  Ξεφυτρώνουν  φτερούγιες στα πλατάκια τα παλιά. Σε κοιτώ στα μάτια άφοβα , σταθερά. Γίνεται η κόρη , ψύχα. 
   -Δεν σου είπα ποτέ πως θέλω να σε κερδίσω. Να περνάμε καλά αυτό θέλω.
      Γι΄αυτό θα αγωνιστώ. Τον έμαθα πλεον καλά αυτό τον αγώνα . Αναρωτώμενη συνεχίζω να ψάχνω τον τρόπο. Τον τρόπο, τον λόγο, το σύνολο, το όλο, την ροή, το χρόνο.
     Αναρωτιέμαι . Αναρωτιέσαι ;

Στην Αγγελίνα που μου έμαθε την δύναμη του ρήματος '' αναρωτιέμαι''


Φωτογραφία από την ταινία των αδερφών Coen ΄΄Ιnside Llweyn Davis''

Inside LLewyn Davis












Να σου πω ξανά φίλε μου πως τουρίστες στην ζωή μας δεν υπήρξαμε ποτέ. 

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Παθητική φωνή




       Τα πρωινά ένα ένα θα σηκώναμε τα ρολά. Αξημέρωτα σχεδόν το ηλικιωμένο ζευγαράκι του τρίτου και ο Αλέκος που έφευγε για την ψαραγορά. Ακολουθούσαμε ένας ένας οι υπόλοιποι εμείς. Ο καθένας ανάλογα με την δουλειά του και την φόρα που είχε πάρει η τελευταία του βραδιά. Τέτοια μου λες. Ο Μιχάλης του δεύτερου ήταν πάντα τελευταίος. Αυτός κοιμότανε εκ πεποιθήσεως την ώρα που ξυπνάγαμε οι υπόλοιποι.
        Προχωρούσε η μέρα . Ποτίζαμε τα βασιλικά , απλώναμε τις μπουγάδες, άρχιζαν και τα φρου φρου και τσαρ τσαρ από τα τσιγαριστά στα τηγάνια και στις μαρινάδες. Έβλεπες τότε απ' τ' ανοικτά  παράθυρα έργα τέχνης αλησμόνητα. Στρογγυλούτσικα χεράκια να τσουλάνε αυτοκινητάκια στα μωσαικά. Κάποια ξεφλουδισμένα μπιμπελό πάνω στο τζάκι και  οι γονείς να μιλούν στο μέσα δωμάτιο. Λερωμένα χέρια να σκουπίζονται βιαστικά στην λερωμένη ποδιά , πόδια να σηκώνονται στις μύτες να βοηθήσουν ένα σκαστό φιλί να κάνει το ΄΄φεύγω'' να μοιάζει με γιορτή.
      Ήταν και μέρες με φωνές. Έτσι μου λες. Ξεσπούσαν καβγάδες, κλάμματα , κτυπήματα, σπασίματα. Μπερδεύονταν οι φωνές με το '' Riders on the storm '' του τέταρτου και τα ξεκαρδισμένα γέλια του πρώτου. Είχαμε και το ζευγάρι του πρώτου να λέει ακόμα  και στα λάχανα την αγαπημένη του ατάκα ''Τουρίστες της ζωής μας είμαστε ''. Αθόρυβα και μυστικά ψήλωναν τα παχουλούτσικα ποδαράκια, ίσιωναν τα σγουρά μαλλιά , κύρτωναν οι ώμοι. Έτσι διαβέναμε τα χρόνια στο  ακάλυπτο , μου λες.
       Μετά οι περισσότεροι μετακόμισαν στα προάστια . Σταμάτησαν να ξεκαρδίζονται στα γέλια και άρχισαν να ξεχνιούνται. Την λησμονιά την διαδέχτηκε ο φόβος. Τον ακάλυπτο διαδέχθηκε ο άστεγος, με μια μικρή στάση στην γιασεμιού και αδιεξόδου γωνία. Στον ακάλυπτο δεν φοβόσουν , μου λες ποτέ. Μπορεί ο ήλιος που σου αντιστοιχούσε να ήταν λιγοστός και από συγκεκριμένη γωνία , να ανεβοκατέβαιναν οι προσδοκίες μαζί με τα ρολλά, ο φόβος του κενού όμως είχε γεφυρωθεί.
       Που και που σ΄αυτή την πόλη συνατιούνται οι τροχές μας . Σ΄ένα λεωφορείο που χαλάει , στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο σε μια βασανιστική αναμονή . Ζητάς ένα τσιγάρο από τον διπλανό σου και κλέβεις μερικά λεπτά από την ιστορία του. Συναντάς αγνώστους που κάνουν ακριβώς την ίδια διαδρομή με σένα , για τον ίδιο ακριβώς λόγο σ΄ένα άλλο σημείο της πόλης . Πέντε , δέκα τυχαίες συναντήσεις στην Πατησίων , στο Θησείο , σ΄ένα τρακάρισμα στην Λένορμαν , στο τυροπιτάδικο στην Ιπποκράτους. Συναντήσεις σαν παράσημα μιας ζωής που άλλαξε. Και όλη η αγωνία , η ενοχή της επιβίωσης και ο διχασμός της εποχής πέρνουν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια σου. Τέτοια μου λες.
     Δεν ξέρω αλήθεια αν σε καταλαβαίνω καλά. Κι αν πράγματι ο φόβος ήταν τελειωμένη υπόθεση τότε. Όμως θαυμάζω στην αφήγηση σου την ενεργητική φωνή. Πάει καιρός που έχουμε καθηλωθεί στην παθητική.  Τα ρήματα έχουν γίνει υπαρξιακά μπουμερανγκ και οι μετοχές έχουν αφεθεί σε μια αέναη επιστροφή στο εγώ. Τα πάντα κλίνονται αυτοαναφορικά.  Σαν κατηγορούμενα μιας  πρότασης. Δεν θαυμάζουμε, θαυμαζόμαστε. Δεν ψηφίζουμε , ψηφιζόμαστε. Δεν κοιτάμε , κοιταζόμαστε. Δεν υποφέρουμε, υποφερόμαστε. Δεν αγαπάμε, αγαπιόμαστε. Αρνούμενοι, διωκόμενοι, αδικούμενοι, καταδιωκόμενοι, πανταχού παρόντες δρώμενα οι ίδιοι , μιας επικοινωνίας που παραδόθηκε στο πάθος της παθητικής φωνής.
       Όμως να σου πω τι σκέφτομαι,  είκοσι χρόνια για να τους θυμόμαστε όλους φίλε μου , τουρίστες στην ζωή μας δεν υπήρξαμε  ποτέ.