Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Φραγή



    Mου λες πως δεν μπορείς εύκολα πια  να συγκεντρωθείς να διαβάσεις. Δεν αντέχεις να σκέφτεσαι. Ξυπνάς και κοιμάσαι με αριθμούς. Ατελείωτα συν πλην . Και πάλι απ΄την αρχή.
     Μου λες πως δεν υπάρχουν αληθινές σκιές για να προφυλαχθείς . Μονάχα λίγες , στριμωγμένες, που ποιον να πρωτοχωρέσουν. Πως θάφτηκαν τα καλοκάιρια κάτω από τόνους μπετό μέσα στην άσφαλτο . Πως φοβάσαι  πως τα θαμμένα καλοκαίρια μην μπορώντας τίποτα άλλο να κάνουν θα μας εκδικηθούν που δεν τα υπερασπιστήκαμε.
     Μου λες πως ούτε να βλέπεις θέλεις , ούτε να ακούς. Κι όμως και βλέπεις και ακούς, θυμώνεις , σκας .Κλαις. Πράξεις λαθραίες και επαναστατικές στις μέρες μας που σε κρατάνε ζωντανό. Σκέψου μια μέρα να αναρρωτηθείς που έθαψες τον άλλον που ζούσε μέσα σου. Να σε συλλάβουν και να σου πουν '' πήγαινε μας τώρα στο τόπο του εγκλήματος'' . Και εσύ να  απαντήσεις '' αυτός που λέτε δεν έζησε εδώ''. Τίποτα άλλο, ούτε λέξη. Χωρίς να βρεθεί πτώμα , θα γλυτώσεις.
     Μου λες πως απ΄όλες τις ιστορίες που καταφέρνεις τελικά να διαβάσεις, προτιμάς αυτές που κάτι σου θυμίζουν. Για τις διαδρομές δίπλα στο παράθυρο, τότε που σέρναμε βαλίτσες με δυό μηνών άπλυτα . Με τα σταυρωμένα χέρια στο ύψος του στήθους , ή κάτω από το κεφάλι σαν μαξιλάρι. Για τα ακίνητα , σοφά δάκτυλα που ήξεραν να ακουμπούν μια επιδερμίδα και όχι να χαιδεύουν εικονίδια πάνω σε 4-5 ίντσες. Για το ρεφενέ που βάζαμε να αγοράσουμε βινύλια.  Για τις πεταλούδες στο στομάχι. Για τα ξεκαρδιστικά γέλια που μας έπιαναν στις στάσεις των διαδρομών με τα ΚΤΕΛ , έξω από κάτι βρωμερά WC γιατί θυμηθήκαμε το ένα και το άλλο. Τότε που ταξιδεύαμε παρέα. Μετά χωρίσαμε. Άλλοι αγάπησαν πάνω. Άλλοι κάτω. Άλλοι φύγανε για ακόμα πιο μακριά.
     Αυτές οι ιστορίες σου αρέσουν, μου λες. Αυτές που έζησες. Όπως τότε που ξύπναγες για να βλέπεις  μια πλάτη γυμνή. Για να την κοιτάς τρυφερά και υπαινικτικά. Τώρα σκεπάζεις την γύμνια για να μην κρυώσει, για να μην βλέπεις, για να μην σκέφτεσαι , για να μην χάσεις την σειρά στα συν και πλην. Και αν χαθείς μέσα στην γυμνή πλάτη ; Τότε τι θα γίνει ; Να υπάρχουν άραγε καλόψυχες Αριάδνες; Μεσουράνησες και ακόμα δεν απάντησες.
      Υπάρχουν δεν υπάρχουν η αλήθεια είναι πως όλοι αλλάξαμε. Κοινότυπο αλλά αληθινό. Άλλοι φαρδύναμε , άλλοι κοντύναμε, άλλοι στενέψαμε. Δυσκολέψανε και οι καιροί. Ξεθώριασαν και οι πεταλούδες. Με το '' σκέφτεσαι ΄΄όμως τι γίνεται ; Μπορείς ακόμα ή έβαλες φραγή ; Με την δική σου σκέψη . Ούτε δήθεν , ούτε φυτευτή . Δεν μιλώ για μνήμες μόνο. Έτσι κι αλλιώς μερικές κάθονται άπραγες και περιμένουν  , μπας και ξαναπεράσουμε απο κει. Για την φραγή εισερχομένων ερεθισμάτων , σκέψεων , ιδεών, επιχειρημάτων, βλεμμάτων, συναισθημάτων, γι΄αυτά μιλώ.
     Όπως τότε που περίμενε ( όπως άλλωστε και εσύ ) να ξημερώσει για να δει αν φιλάς όπως την τελευταία φορά ή έφυγες ήδη για αλλού. Ούτε τηλέφωνα, ούτε SMS, ούτε fb . Μονάχα φιλί και χνώτα.
Fake or real.

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Η διαδρομή




       Πέντε έξι ώρες μακριά από την Αθήνα υπάρχει μια ταράτσα που κοιτάει σε δύο νησιά. Πηγαινοέρχονται τα πλοία της γραμμής . Δεν ήσουν ποτέ σίγουρος ποιο ήταν κάθε φορά και αυτό αποτελούσε μια μόνιμη κουβέντα. Συζητήσεις κάθε φορά, μπροστά στο  απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Από τα νησιά που  κρατήθηκαν και δεν έγιναν ένα απέραντο Frozen Yogurt.
      Πρωινό καφεδάκι και σχέδια για την μέρα που προχωράει ακάθεκτη για να εγκατασταθεί. Το βράδυ με το αεράκι του , σβήνει  μαζί του κι άλλα από τα ''δεν αντεχω άλλο'' του χειμώνα. Το μεσημέρι χαιρετάς ανθρώπους στο δρόμο. Ξαναθυμάσαι να ρωτάς, να μιλάς. Μαθαίνεις έστω και καθυστερημένα νέα . Ο Πάνος σε διαθεσιμότητα , η Έλλη έπιασε τελικά δουλειά σε Λούνα Παρκ, το Μαράκι σταμάτησε το πιάνο. Μπορείς επιτέλους να λυθείς και να λυπηθείς σαν άνθρωπος. Καμιά ανάγκη να δείξεις ούτε πρόθυμος, ούτε διαθέσιμος, ούτε ακούραστος. Θυμάσαι και γελάς μια συνάδελφος στο γραφείο , που όταν της είπες πάμε για μπάνιο σου απάντησε '' δεν είσαι καλά, δεν βλέπεις τι γίνεται ; να μας πάρουν και για αδιάφορους; ''
     Τρως γεμιστά και φέτα και στάζουν νερά και αλάτια στο μπαλκόνι. Γεμίζουν τα βιβλία σου άμμο. Για σελιδοδείκτη έχεις ένα φύκι. Αποφασίζεις να ζωγραφίσεις για πρώτη σου φορά. Στο δωμάτιο απλώνεται το '' Lillies of the valley'' από το ανοικτό παράθυρο. To αποφάσισες δεν απαγορεύεται το καλοκαίρι. Ούτε τα βότσαλα, ούτε η παραλία , τα επιτρέπεις στον εαυτό σου . Του χρόνου μπορεί να είσαι εσύ που θα ξεμείνεις.
     Δεν έχεις καλό σήμα. Χάνεις τα ΜΜΕ. Τα βράδια μιλάτε στο μπαλκονάκι βλέποντας τα φώτα του απέναντι χωριού. Είναι αυτό που ζεις μια παράλληλη ζωή ;  Αγοράζεις ρίγανη , θυμάρι και μέλι για το σπίτι.
    Αθήνα. Υγρασία και ζέστη στο λιμάνι. Στην διαδρομή πλέον για το σπίτι και ώρα περασμένη , ένας άντρας γυμνός από την μέση και πάνω τρέχει στην μέση του δρόμου. Τι κάνει ; Ασυναίσθητα πατάς το κουμπί και κατεβάζεις το παράθυρο. Συνεχίζει ακάθεκτος. Κόβεις ταχύτητα. Λίγο πριν ο ένας ακουμπήσει τον άλλο , παρακάμπτει και συνεχίζει. Θυμάσαι ακόμα το βλέμμα του. Δεν ξέρεις αν έτρεχε να σωθεί , να κρυφτεί ή κάτι άλλο. Βγαίνετε από το αυτοκίνητο. Γυρίσαμε ρε γαμώτο. Είναι μια παραλληλη ζωή ;
    Θυμάσαι πως ακόμα και όταν έμπαινες στο καφενείο , να ζητήσεις μια σπιτική λεμονάδα, ανθρώπους αυθεντικούς έψαχνες. Λάτρης της ατμόσφαιρας παρέμενες. Τρόπους έψαχνες να αποδράσεις από την εγκεφαλικότητα, ή από τον μελαγχολικό ανικανοποίητο εαυτό σου που δεν βρίσκει νόημα στην τυπική κοινωνική συνθήκη. Αλλά χρειάστηκε να μεγαλώσεις  και εσύ αρκετά για να αναγνωρίσεις το πρόσωπο πίσω από τον στερεωμένο ρόλο ,κατελλειμένος καθώς είσαι διαρκώς από το δικό σου αίτημα , το δικό σου παράπονο ζωής. Να κατορθώσεις τελικά να βγάλεις κάποια συμπεράσματα και να μην ψάχνεις συνεχώς εκείνον που θα καλύπτει τις επιλογές σου , θα σε φροντίζει εσαεί , ενώ ταυτόχρονα εσύ θα εξεγείρεσαι αποκλειστικά εναντίον του. Λες και ακόμα και στην εξέγερση σου θέλεις προστασία.
     Δεν είναι μια παράλληλη ζωή . Είναι μια διαδρομή και ο τρόπος που την ταξιδεύεις. Μια διαδρομή που τέμνεται με τόσες  πολλές πολλές άλλες που τελικά μοιάζει και δική σου και ξένη.

ζωγραφική Faith Te

   

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Σημεία




Μου αρέσουν οι παράλληλες διατάξεις.
Έτσι λέω όταν με ρωτούν τις Κυριακές τα μεσημέρια .
Στην πραγματικότητα δεν μου αρέσουν οι παράλληλες διατάξεις.
Δεν πιστεύω καν πως υπάρχουν. Όαση στην γεωμετρία είναι.
Αληθινές μόνο στο χαρτί.
Πιο πραγματικές είναι οι κάθετες διατάξεις.
Κι εμείς που σπαρταράμε στα διάφορα σημεία κοπής, τριβής, καμπής, βρασμού.
Συναντήσεις τα ονομάσαμε.
Μοναδικά σημεία, μοναδικών συνθηκών, του κάθε μοναδικού.
Από μια εγκόλπωση  γεννιέται το σημείο. Ακριβώς όπως και η ζωή σε κάθε της μορφή.
Απρόβλεπτα και την ίδια ώρα προβλέψιμα.
Ανάσες,μυρωδιές, σημάδια , φορτία ανακατεύονται.
Μουλιάζουν στο ίδιο μαλακτικό.
Κοιτάνε την ίδια φρουτιέρα τα μεσημέρια.
Σκεπάζονται τα ίδια ιδρωμένα σεντόνια.
Συνηθίζεις σιγά σιγά να μην ακούς.
Νομίζεις πως όλα μοιάζουν με όλα τ΄άλλα σημεία.
Αρχίζεις να συντονίζεσαι με το οικείο.
Γίνεται στιγμές η μνήμη έγκαυμα.
Σηκώνεις τότε το χέρι και δείχνεις επίμονα αυτόν που δήθεν φταίει.
Εύκολα ξεχνάς πως θα μπορούσες να βρεθείς ακριβώς στο ίδιο σημείο μ΄εκείνον.
Κάποτε αλλάζει σχήμα το σημείο. Έχω δει σημείο να γίνεται νησίδα.
Κάποτε το σημείο χάνει τις συνθήκες του. Πας τότε παρακάτω. Ανοίγεις και κλείνεις με μοναδικούς συνδιασμούς. Δισεκατομμύρια μοναδικών συνδιασμών.
Κοινή σε όλους η μοναξιά.



Ζωγραφική Lucian Freud ''Η γυναίκα με το γκρι πουλόβερ''

Δημοσιεύθηκε http://bibliotheque.gr/?p=26687

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ελαφροβραδιά



     Μεγάλη ζέστη. Ο ήλιος έμπαινε από το σκονισμένο τζάμι στο δωμάτιο. Έπεφτε πάνω στα έπιπλα, στο μισάδειο ποτήρι του καφέ, στα στιβαγμένα βιβλία, στις μισοτελειωμένες παλέτες. Ο σκύλος της γειτόνισσας γάβγιζε αλύπητα στην κάψα του μεσημεριού.
     Έβλεπα την πλάτη του και την ιεροτελεστεία του μπράτσου του, να σηκώσει την βελόνα του πικάπ, να την ακουμπήσει πάνω στον δίσκο και να πλημμυρίσει το δωμάτιο η φωνή του John Lurie. Το πικαπ είχε έρθει μαζί του. Απόκτημα από ένα ταξίδι στο Άμστερνταμ. Ήταν η εποχή των προσδοκιών.
- Δεν είναι καλοκαίρι για όλους, μου λες.
Είναι απλήρωτα όλα. Και μετά που να πάω; Τα ίδια σε κυνηγάνε παντού. Κάνω και τις θεραπείες τώρα.
- Θέλεις να σου φέρω τίποτα απ 'έξω;
- Φέρε μου αν γίνεται την σιωπή. Μπορείς να μου φέρεις την σιωπή;
Πώς είναι διάολε η σιωπή, αναρρωτήθηκα.
- Θα καθήσεις πολύ κοντά στ΄αυτί μου και θα μου την φέρεις. Θα μοιραστούμε το αεράκι που σηκώνει ανεπαίσθητα την άμμο ψηλά. Τ΄αλμυρίκια που γλύφουν σιωπηλά τ΄απογεύματα τα βράχια. Τα γυμνά πέλματα που τσαλαβουτούν περπατώντας  απ΄άκρη σ΄άκρη στην αμμουδιά, κουβαλώντας στα χέρια τα πάνινα. Την σιωπή του μεσημεριού με τα τζιτζίκια ολόγυρα, ενώ το βρεγμένο σου μαγιώ στεγνώνει στην απλώστρα. Θα ταξιδέψουμε σε μια  βραδυνή σιωπή στο μπαλκονάκι με θέα στα φώτα του χωριού. Σε εκείνη την ελαφροβραδιά, που δεν κουβαλά καμιά προσδοκία, που της φθάνει και της περισσεύει αυτό που είναι εκείνη ακριβώς την στιγμή. Ό,τι είναι, όπως είναι, αφού είναι.
-Έλα ένα απόγευμα να μου φέρεις την σιωπή, συνεχίζεις. Η αγαπημένη μου ώρα της μέρας είναι το απόγευμα. Είναι λίγο μετά την μέση της μέρας. Το φως είναι πλάγιο. Μισοκατεβάζω και τις γρίλλιες και σχηματίζονται κάτι όμορφες συμμετρικές τρυπούλες στο πάτωμα. Μου αρέσουν αυτές οι τρυπούλες πολύ.
    Έφυγα για λίγο, βγήκα να καπνίσω ένα τσιγάρο έξω. Δεν ξέρω ακριβώς πόσο έλειψα. Γύρισα ένα απόγευμα. Τον βρήκα να ζωγραφίζει. Το φως έμπαινε πλάγιο από τις γρίλλιες και έκανε τις συμμετρικές τρυπούλες στο πάτωμα. Κάθησα ήσυχα δίπλα του. Έσκυψα στ΄αυτί του και του ψιθύρισα τον ήχο της σιωπής. Τον είχα μάθει πια. Έκανα και άλλους ήχους. Τους γλάρους, τα κύματα, τις πέτρες. Μου έσφιξε το χέρι. Έμεινα δίπλα του, χωρίς προσδοκίες. Σηκώθηκε να διαλέξει δίσκο. Μουσική υπόκρουση στην ελαφροβραδιά.


Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

O ''Χρόνος''




      Κοιτάς γύρω.
      Ο χρόνος αρχίζει να είναι το θέμα για τους περισσότερους που ξέρεις. Για μερικούς αρχίζει να δείχνει ήδη λιγοστός. Ήρθε και η ανεργία και ο χρόνος βούλιαξε σε αχαρτογράφητα νερά. Ο ωφέλιμος χρόνος, αυτός ο απόλυτος ζωτικός χρόνος στριμώχνεται σε κάποια μικροσκοπικά μεσοδιαστήματα . Ένθετο , αραχνούφαντο φύλλο ανάμεσα στις ρουτίνες , στο μόχθο, στην υποταγή, στις απανταχού ανάγκες σου. Στριμώχνεις αισθήματα, όνειρα, κουβέντες εμπειρίες σε μικροσκοπικά αεροστεγώς κλεισμένα ψυχοντουλαπάκια . Κυνηγάς να αποκλείσεις τα κενά , τις διαφυγές, τα χασομέρια. Γιατί άραγε σε φοβίζουν τα κενά ; Αλήθεια πιστεύεις πως μπορείς να ζήσεις χωρίς κενά και διαφυγές;
     Κοιμάσαι βαριά , ανονείρευτα. Ξυπνάς με κράμπες . Ένα πρωί ξύπνησες αλαφιασμένος από ένα όνειρο.
     Ο ''Χρόνος'' λέει  με τ΄αμπάρια του φορτωμένα με όλα του κόσμου τα καλά και τα κακά, περίμενε  καρτερικά δεμένος στο λιμάνι . Γεγονός πρωτοφανές , δηλαδή αφού ποτέ ξανά δεν είχε συμβεί κάτι παρόμοιο. Το καράβι αυτό δεν είχε πιάσει ποτέ λιμάνι , φόρτωνε , ξεφόρτωνε , ανεφοδιαζόταν πάντα εν πλω. Κινούνταν διαρκώς πότε πιο γρήγορα και πότε πιο αργά.
     Αυτή την φορά όμως αναγκάστηκε να σταματήσει, όταν το πλήρωμα του απηυδισμένο από την ανέχεια και απλήρωτο για χρόνια , αποφάσισε να κάνει ανταρσία και να  στασιάσει. Οδήγησε το περήφανο '' Χρόνο '' στην μαρίνα όπου τον έδεσε και απειλούσε να τον κρατήσει δεμένο μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματα του. Με τον '' Χρόνο'' δεμένο , το Χθες ήταν οριακά παρελθόν και δεν κατάφερνε ακόμα να γίνει Ιστορία, ενώ το Αύριο φαινόταν αμφίβολο. Το Σήμερα δεν μπορούσε να αποχωρήσει χωρίς το ''Χρόνο'' , είχε παγιδευτεί στο Τώρα σ΄ενα λιμάνι στην άκρη του πουθενά. Η κατάσταση φαινόταν αδιέξοδη. Όλοι παρακολουθούσαν την ακινησία του ''Χρόνου '' με κομμένη την ανάσα για πολύ καιρό. Όλα όμως πήραν το δρόμο τους όταν το Σήμερα εξουθενωμένο από την ασυνήθιστη διάρκεια του και κακογερασμένο από την ταλαιπωρία της βίαιης παραμονής του, τελικά πέθανε. Τότε το Αύριο αναγκάστηκε να αναλάβει υπηρεσία , αποκαλύπτοντας πως ο ''Χρόνος'' ουδέποτε είχε σταματήσει να πλέει. Συνέχιζε έστω και ανεπαίσθητα το αέναο ταξίδι του. Βέβαια οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να παρατηρήσουν τέτοια φαινόμενα γιατί είναι συνεχώς απασχολημένοι με την επαναφορά στο κανονικό. Και όλα τα άλλα ήταν μια συνηθισμένη ψευδαίσθηση.
     Τινάχτηκες αλαφιασμένος . Η μέρα σου μπήκε ξανά γρήγορα στο γνωστό  της ρυθμό. Τα συνηθισμένα παράπονα, το ίδιο. Παγκόσμια κρίση, ανεργία , τράπεζες. Αλήθεια είσαι έτοιμος να ζήσεις έξω , μακριά απ΄ αυτή την παγκόσμια αρπαγή του χρόνου ;
     Πεταχτά πήρες ένα τηλέφωνο δύο φίλους, να χωρέσεις σε ένα πεντάλεπτο όλη την ελπίδα. Δυό ωφέλιμες ασυναρτησίες με συναδέλφους. Ένα ουσιαστικό σχόλιο στο κείμενο του Μιχάλη. Χρόνο ζητάμε και χρόνο χαρίζουμε σε όσους αγαπάμε. Αφού ο χρόνος παρασέρνει μαζι του όλες τις συντεταγμένες και όλες τις στεριές. Αυτό είναι όλο.