Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Για την ολοκάθαρη μνήμη μας


Σας ευχαριστώ όλους πολύ . Η ζωή τρέχει, τα καύσιμα υπάρχουν καλή μας διαδρομή και αντάμωση. Τα χρόνια εκείνα στέκουν για μας, φάρος στα ταξίδια μας. 

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Στης Κυρά Γιωργίας



Τέλειωνε η Γεροκωστοπούλου και έπεφτες πάνω στον χάλκινο τρούλο της Παντάνασσας. Με το τελευταίο σκαλί , που σου παιρνε την αναπνοή , ερχότανε αυτή η ομορφιά να σου κλέψει και τα μάτια.  Σαν κοίταγες αυτό τον τρούλο να χάνεται μέσα στον ουρανό, να μπλέκεται στα σύννεφα αγάλιαζες. Λες και  ήτανε η σκέπη σου, και εσύ μια ψηφίδα στη φλούδα του, και ξεκινάγατε μαζί ταξίδι αναπάντεχο στο πέρα.
Τρία για τέσσερα στενά μετά , ήταν το μαγειριό που τρώγαμε. Της Κυρά Γιωργίας , της χήρας. Eπί της Αγίου Δημητρίου , στο νούμερο 23 . Για το νούμερο μπορεί και να σφάλω. Αυγά τηγανιτά και χόρτα η σπεσιαλιτέ, είχε όμως η χήρα και τα έκτακτα , είχε και τα επιπλέοντα. Υπόγειο το μαγειριό, μωσαικό στο πάτωμα, λίγα τραπεζάκια , καρέκλες, η κουζίνα και η χήρα. Μας μαγείρευε , ζούσαμε εμείς και ζούσε και αυτή. Καλή της ώρα, όπου και να είναι. Ήταν μεγάλη η αγκαλιά της.
Στο μαγειριό αυτό , σαν μπαίναμε είμαστε πουλιά. Πουλιά μπαίναμε και πουλιά βγαίναμε. Ο Βασιλάκης ο Κατραλής, ο Νιόνιος ο μαθηματικός, η Βάσω , η Χαρά, ο Ζωγραφόπουλος, ο Νίκος, ο Μήτσος, ο Χρήστος ο Μωάμεθ, ο Παναγιώτης, η Χρυσούλα, φίλοι πολλοί και καλοί. Καμιά φορά ερχότανε και πιάναμε και καμιά κιθάρα. Η ζωή τότε είχε χρώμα, άρωμα και γεύση. Μεθυσμένοι από την γλύκα της ζωής, στιγμή δεν χάναμε. Τα σκαλάκια της Κυρά Γιωργίας, χορτάτοι τα καταεβαίναμε. Μιά ζωή λεβέντισα με εικόνες και βιώματα . Ενωμένες και οι αναπνοές και οι ιδρώτες μας. Την ζούσαμε την μέρα, την γλεντούσαμε, ρουφούσαμε από το μεδούλι της και γλείφαμε και τα δάκτυλα μας, σαν το βραστό της χήρας , εκεί στο υπόγειο. Γράφαμε ότι θέλαμε, λέγαμε ότι θέλαμε και  το τραγουδούσαμε. Εμείς εκεί φόβο πάντως δεν είχαμε. Μέρα και όνειρο, στιγμή και τραγούδι. Ο καημός μας ήταν που η μέρα θα τελείωνε και το βράδυ θα μας χώριζε, από μας, αλλά και απο την προσδοκία. Για λίγες ώρες θα μου πεις. Σωστά. Μα και αυτό τον μικρό τον χωρισμό δεν τον θέλαμε. Και αφήναμε σημειώματα , στις κολώνες , στα κολλημένα  άδεια πακέτα των τσιγάρων , στις μυστικές κρυψώνες, για την επαύριο και την αγάπη της.
Μετά πήραμε μια βαθειά αναπνοή και κάναμε ένα μεγάλο μακροβούτι. Ο καθένας μοναχός του . Που και που και δυό δυό  βουτήξανε. Με τα δυνατά μας πόδια , τις πλάτες και  τα χέρια κολυμπήσαμε. Μεγάλες απλωτές στην αρχή, με πίστη πως το ίσως , ίσως και να γίνει. Χαθήκαμε στην διαδρομή. Άπειρες οι ενδεχόμενες διαδρομές. Πόσες λίγες πιθανότητες είχε στα αλήθεια , η φλόγα να κρατηθεί. Ήρθαν μαντάτα, ήρθαν αρρώστιες, ήρθαν οι μοναξιές. Ήρθε και σβήστηκαν πολλά. Δεν έφυγε το όνειρο, η διαχείρηση μας πείραξε.
Στράγγιξε μια ολόκληρη γενιά.
Όταν βγήκαν οι πρώτοι στην ακτή, είπαμε κάτι μπορεί να γίνει. Σημασία δεν είχε που σε ξέβγαλε, φτάνει που βγήκες. Μα είχαν αλλάξει πια πολλά. Άνοιγες και έκλεινες το στόμα και φωνή δεν έβγαινε. Ούτε ο αναστεναγμός ακόμα δεν ακουγόταν. Λάσπη και φύκια σε ρουθούνια και αυτιά. Μετά σιωπή. Σώπασε μια ολόκληρη γενιά. Μπήκαμε στην απομόνωση. Σε μικρά μικρά κουτάκια το 'να δίπλα στ' άλλο. Μα τον διπλανό σου δεν τον έβλεπες, ούτε και τον άκουγες. Φεύγανε οι μέρες βαριά. Και αρχίσαμε να χάνουμε. Ανθρώπους, όνειρα, αγάπες, ελπίδες. Αντί να ζούμε, αρχίσαμε να επιζούμε. Και σαν έφτανε το βράδυ , χαιρόμασταν καταβάθος. Μια μέρα γεμάτη προβλήματα και χρέη τέλειωνε. Θα κοιμηθούν λέγαμε λίγο τα βάσανα μας και μέχρι την άλλη δόση πάλι βλέπουμε, κάτι μπορεί να αλλάξει. Κλείναμε τα μάτια να μην δούμε τα αδιέξοδα. Σβήσαμε ονόματα βαριά και προσπαθήσαμε να ξεχάσουμε. Μα δεν ξεχνιούνται και το ξέρουμε καλά. Αφού όσο ζούμε αναπολούμε και είναι αναμμένος ο καημός, δεν ξεχνιούνται. Αλλάξαμε  σε πολλά. Μα είναι και πολλά που μείνανε τα ίδια. Να σηκωθεί, ένας να μου πει πως τα ίδια χέρια δεν θέλουμε να τα περάσουμε στους ίδιους ώμους. Ένας να μου το πει για να το παραδεχθώ.Χαθήκαμε μια στιγμή , μα απο τότε έχουμε βρεθεί με όλους τους κτύπους της καρδιάς στα όνειρα μας. Στα ίδια μέρη να ξαναβρεθούμε και τα ίδια ονόματα να πούμε. Ένα μας λείπει ακόμα και πρέπει να το βρούμε. Να λέμε ό,τι θέλουμε και να γράφουμε ελεύθερα ό,τι θέλουμε. Τα μούτρα μας, σαν βλέπουμε στον καθρέφτη να λέμε ''είσαι φίλε μου ωραίος'' και να κατρακυλάμε τα σκαλιά τρέχοντας. Γιατί στην επόμενη ακριβώς γωνία, εκεί αδιεξόδου και γιασεμιού γωνία, μας περιμένει μια τεράστια και σπουδαία συνάντηση που χρόνο δεν γνωρίζει . Όλοι εμείς, οι γνωστοί και οι άλλοι άγνωστοι γνωστοί, και Αυτή. Η ίδια η ζωή. Στης Κυρά Γιωργίας να ξαναπάμε.

























Στην φωτογραφία ο Syd Barrett

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Σήμερα ο χρόνος σπάει άλλη μια φορά


Με κάθε πλάνο του μας έφερνε , την δραματικότερη αίσθηση του χρόνου. Σήμερα ο χρόνος σπάει άλλη μια φορά.

Νόμιμη μοίρα



Την μέρα που γεννήθηκες στην βάλανε στο χέρι. Νόμιμη μοίρα.  Πόρος στο δέρμα σου . Μεδούλι σου. Μαζί στα πρώτα βήματα, μαζί στις πρώτες λέξεις. Μαζί ενηλικιωθήκατε. Και προχωρήσατε.
Του λόγου μου , ήρθα στην παρέα σας πολλές φορές. Ήπιαμε κόκκινο κρασί , μεθύσαμε και τραγουδήσαμε.  Όταν μια μέρα σηκώθηκε στην παραγγελιά σου , να χορέψει, ταράχθηκα. Όλα για  πάρτη της. Έλεγα πως δεν θα το άντεχες. Έλεγα πως, όπως το λένε οι παλιοί, την παραγγελιά του ο καθένας, την  χωρεύει μοναχός του, εκείνος και κανένας άλλος. Έτσι το φχαριστιέται , έτσι χορταίνει το μεράκι του και γλυκαίνει την αντάρα του. Κι όμως σηκώθηκε αυτή και χόρεψε. Στημμένη στα τακούνια της, ψηλή , θεόρατη με το μακρύ λαιμό  της . Μπροστά στα μάτια σου λιγιότανε . Να κλέψει το φιλί σου ζήταγε.Ήταν ο κόσμος ανέτοιμος να την δει και να την διώξει . Και όσο περισσότερο ήταν ανέτοιμος ο κόσμος , τόσο αυτή περισσότερο κουνιότανε. Μέχρι που απόκανε και μ΄'ενα αχ σταμάτησε και κάθησε δίπλα σου  πάλι. Ξεδιάντροπη, πιο όμορφη από ποτέ.  Μια μέρα φοβήθηκες πως την έχανες. Και έτσι ήταν,  την έχανες. Σκέφθηκες την μοναξιά σου. Που ξαναακούστηκε , εσύ χωρίς αυτήν! Λίγο λίγο έφευγε. Γλυστρούσε και ξαμάκραινε. Πρώτα βαρύνανε τα βήματα σου, μετά έγειρε το κορμί σου , καμπούριασες . Γλυστρίσανε τα βλέφαρα , να κλείσουνε θέλανε τα μάτια σου , στην μέρα που ξημέρωνε χωρίς αυτήν. Την έφερες απο την μέση του δρόμου πίσω. Και αυτή ακόμα , και έτσι που ήταν , σου έκλεινε μια τρύπα. Το άδειο της ύπαρξης σου  , θαρρείς πως τούτη  η κόρη κλείνει.
Φύγε , αλήθεια σου λέω. Σήκω και φύγε και άστην μοναχή της. Τέλειωνε μαζί της γιατί είναι άπληστη και αχόρταγη. Κρατήσου μακριά της. Είναι νωρίς ακόμα για τον κόσμο , να αναγνωρίσει.Δεν θα καταλάβει. Θα φοβηθεί να δει τους δρόμους που ανοίγονται και θα την φωνάξει πίσω. Γυμνός σαν μείνεις  , θα δυναμώσεις, θα δεις. Πονάς , πόνους ανώφελους. Κράτα τον πόνο σου , για άλλες στιγμές. Σήκω και φύγε, άκου με. Η ενοχή ποτέ δεν θα μεριάσει , να περάσεις, εσύ θα παραγγέλνεις και αυτή θα χορεύει στους ρυθμούς σου. Κοίτα , το όμορφο σου πρόσωπο , πως καθρεφτίζεται στην λίμνη και πάρε τα πάνω σου. Ξέχνα την . Και αν ακόμα δεν μπορέσεις , να την ξεχάσεις, βάλτην σε μπουκάλι μικρό και ρίξτην στην θάλασσα. Η ενοχή και εκεί , θα επιζήσει και στην κούνια ενός νέου μωρού θα πάει να ψιθυρίσει. Μα εσύ θα είσαι πια πολύ μακριά. Και μαζί με σένα και άλλοι, έτοιμοι και όμορφοι πολύ να σε καλωσορίσουν και σαν την αρχή να σ' αγαπήσουν. Αστην καρδιά μου , την ενοχή σου πίσω.

Zωγραφική : Γιάννης Μόραλης
http://www.google.com/search?client=safari&rls=en&q=MORALIS&ie=UTF-8&oe=UTF-8

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Αρνούμαι πεισματικά



Τι είναι αυτό που μας πληγώνει κάθε μέρα όλο και πιο πολύ ; Που μας το κλέβουν σταλιά σταλιά ; Αυτό που φεύγει , πετάει και χάνεται όλο και περισσότερο ; Συνεχώς αυξανόμενη η ανεργία , σε ιστορικά υψηλά η απαξίωση του πολιτικού σκηνικού και δυναμικού . Μειώσεις μισθών , αβεβαιότητα για το μέλλον . Εφεδρείες , ψαλίδι στις συντάξεις και άλλο ψαλίδι στις συντάξεις . Ανασφάλεια ορατή και ταμιακή μα κυρίως ανασφάλεια ψυχική. Σπαραγμός. Τρέχουμε προς κάθε κατεύθυνση , διανύουμε αποστάσεις χιλιομέτρων μέσα , κάτω , δίπλα παραδίπλα σε κάθε λαγούμι προκειμένου από κάπου να πιαστούμε μήπως και διασωθούμε . Τι περισσότερο θέλουμε να διασώσουμε ; Να διασώσουμε την ικανότητα μας να υποστηρίζουμε τους ανθρώπους που λατρεύουμε , τα όνειρα τους, τα όνειρα μας , τις προσδοκίες μας. όλα αυτά που τιμούν την ύπαρξη μας και της δίνουν νόημα.
Αρνούμαι πεισματικά , πως η ανασφάλεια αυτή μας κλέβει ζωή. Αρνούμαι πεισματικά πως το πτώμα που κρύβεται επιμελώς μέσα σε τόσα σπίτια και σχέσεις και μυαλά , έχει πέσει από την σφαίρα της οικονομικής δυσπαργίας , της άστεγης νέας εικόνας , της επαπειλούμενης χρεοκοπίας. Αρνούμαι πεισματικά πως ο αριθμός των αυξανόμενων αυτοκτονιών αυξάνεται και βασιλεύει , επειδή η ανεργία φουντώνει. Μπορεί να υποφέρει , να τρομοκρατείται , να κοιμάται με εφιάλτες , να πινάει , να διψάει, μα δεν πέφτει ολόκληρη ζωή απο τέτοιες σφαίρες. Η ζωή είναι κάτι άλλο , κάτι πέρα. Δεν σταματά ο ανθρώπινος νους , να παράγει ιδέες και σκέψεις, να ονειρεύεται , να προσδοκά , να κοιμάται αγκαλιά με προοπτικές , όταν έχει οδηγό μια καρδιά που φλέγεται . Και η καρδιά που φλέγεται , δεν καταλαβαίνει από ανηφοριές. Τι μας σκιάζει ; τι μας κλέβουν σιγά σιγά ; Νομίζω το κίνητρο. Το κίνητρο , που στάζει η μάνα , σταλιά σταλιά στο γάλα του παιδιού της, σαν θέλει να το μάθει να ζει. Το κίνητρο που μεταφέρεται από παλάμη σε παλάμη. Το κίνητρο να ζήσεις , να ονειρεύεσαι, να αγωνίζεσαι, να μην φοβάσαι να αλλάξεις. Το κίνητρο να αυτοπειθαρχείς και να αυτοελέγχεσαι . Το κίνητρο να υπερβείς, το κίνητρο να διορθωθείς. Το κίνητρο να κρατηθείς. Μα πως χάνεται αυτό το κίνητρο ; Σαν το έχεις προικιό , πως χάνεται;
Το κρύο καίει την γενναία αμυγδαλιά . Η ανομβρία διαλύει τα πράσινα. Θέλει χώμα, θέλει νερό , θέλει δίκτυο. Δεν είναι παντός καιρού το κίνητρο. Όσο και αν το έχεις , όσο και αν το έχω . Εκεί κάπου στα κρύα νοσοκομεία , στα σχολεία των περικοπών , στις γερασμένες βιβλιοθήκες κλονίζεται. Η προδοσία , το σάπιο της απανταχού εικόνας, το ροκανίζει . Η απογοήτευση το λυγίζει.
Ένα μικρό χεράκι , χωμένο μέσα στο δικό σου περιμένει να μεταλάβει. Μια μικρή κουταλίτσα γλυκό κρασί από στόμα σε στόμα , το κίνητρο για ζωή. Αν αυτό κρατηθεί ζωντανό , αν καταφέρουμε και το σώσουμε και απο την παλάμη μας , πάει στην παλάμη του, κερδίσαμε. Αυτό θα είναι το προικιό του αύριο . Άνθρωποι γεμάτοι φλόγα να ζήσουν. Να προχωρήσουν και άφοβα να επαναπροσδιορισθούν. Αρνούμαι πεισματικά πως δεν θα τα καταφέρουμε. Αντίσταση!

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Γιασεμιού και αδιεξόδου γωνία



Γιασεμιού και αδιεξόδου γωνία ήταν το σπίτι. Παλιό , δίπατο , μ΄έναν ευκάλυπτο στην μια γωνιά. Και αν είχε σηκώσει πλάκες της αυλής , αυτός ο ευκάλυπτος. Κι αν είχε σπάσει τσιμέντα. Το καμάρι ολόκληρης της γειτονιάς . Γιωργή τον φωνάζανε όλοι. Μην με ρωτάς γιατί τον λέγανε Γιωργή. Γιωργής , η ψυχή της αυλής , με καταγωγή απο το Μοναστηράκι. Απο εκεί ήταν οι προγόνοι του και ήρθε μέχρι εδώ. Γιασεμιού και αδιεξόδου γωνία. Εδώ ρίζωσε και φούντωσε και θέριεψε.
Ψηλοτάβανο το σπίτι , με μικρά μπαλκόνια και κάτι δαντέλες , σαν τις δαντέλες της Πηνελόπης. Αυτές που βλέποντας τις ,οι μνηστήρες θέλαν να πεθάνουν απο τα πάθια. Την μια του πόρτα απο την Γιασεμιού, την καμαρώναμε. Εμένα με τρέλλαινε. Από την πόρτα αυτή έβλεπες την εσωτερική αυλή. Για κουδούνι είχε ένα σιδερένιο χεράκι με δαχτυλίδι. Ξύλινη πόρτα με δυο τζαμάκια για μάτια και καγκελάκι στα μάτια , για ματοτσίνορα και για κάθε προφύλαξη. Εκεί πίναμε τον καφέ τα απογεύματα. Μιλούσαμε , στην βαθειά  ρίζα του Γιωργή , αυτή που έχασκε ξεδιάντροπα πάνω απο την σπασμένη πλάκα . Αυτή η ρίζα που στα κρυφά της εσεργιάνιζε στου σπιτιού μας ,τα υπόγεια τα θεμέλια. Μα ήταν δικός μας ο Γιωργής και ήταν και μάγκας και νταής , και δεν τα γούσταρε τα δικαστήρια. Μοσχοβολούσε το γιασεμάκι απ' Άνοιξη έως Καλοκαίρι. Για το έπινες , για το μύριζες , το ίδιο αποτέλεσμα. Δεν ήθελε πολλά τότε η ζωή , είχε και αδερφοσύνη. Μεθούσαμε με το γιασεμί παρέα . Ήταν και το φεγγάρι , ήταν και κοτζάμ αναμονή, για το σήμερα μα και για  το καλύτερο αύριο. Γινόντουσαν λυγμοί και δάκρυα ένα , χάντρες στο κομπολογάκι . Για όλα αυτά που δεν προκάναμε και για όλα τα άλλα που δεν ήτανε γραφτό. Εμείς απο τούτη δω την πόρτα , μίσος δεν είχαμε. Ούτε της κάθε μέρας η  ρουτίνα , μας βάραινε πολύ. Και αυτή και το τσουκάλι με τις φακές και τα ρεβίθια , και την μονόφθαλμη γάτα της γειτονιάς , όλα τα θέλαμε και όλα τα αγαπούσαμε . Γιατί όλα αυτά είμαστε εμείς. Ταπεινής μα αληθινής καταγωγής και ανθρωπιάς επίσης όπως έλεγε ο παππούς μου . Εκεί στην ρίζα του Γιωργή σαν καθόσουν και νοιαζόσουν , κυλούσε ευχάριστα ο καιρός . Μονάχα που νοιαζόσουν , έφθανε. Ήσουν εκεί διαθέσιμος, να  χαρείς την αυλή . Αφιερωμένος να δεις το θαύμα. Σαν από καιρό να το περίμενες , σαν να ήσουν σίγουρος, πως αυτό δεν θα σου ξέφευγε . Αυτό που δούλεψες και ρίζωσες και θέριεψες. Εκεί συγκεντρωμένος και αφιερωμένος να το δεις και να το ζήσεις . Και το έβλεπες και το ζούσες έτσι και αλλιώς...
Την άλλη την πόρτα επι της αδιεξόδου , θέλαμε μια ζωή να την κλέισουμε.Να την χτίσουμε από πάνω μέχρι κάτω με τούβλα και μπετά. Να την ακυρώσουμε βρε αδερφέ! Ακόμα δεν το καταφέραμε.Να τελειώνουμε με δαύτη. Πολύ μας έχει σκάσει. Και αδιέξοδη και πολυσύχναστη. Μπουλούκια και μπουλούκια έρχονται να δουν που βλέπει και που βγαίνει το αδιέξοδο και ποιός θα το κερδίσει. Πολύ μας έχει σκάσει. Ούτε τσιγάρο δεν μπορείς εκεί χάμω να καπνίσεις , έτσι ανήλιαγα και φοβερά που είναι. Να πέσει να σε πλακώσει τ΄αδιέξοδο. Πως έγινε και με τούτο τον αιώνα , γύρισε καπάκι η ζωή , να έτσι και τ άδιέξοδο , δεν γούσταρε τα ξεγελάσματα. Μαύρα και στενά τα ήθελε όλα. Φυλακές και υπόγεια τα άφηνε. Είχανε πέσει και κάτι χρήματα , στον  απάνω μαχαλά , χρήματα νέα,νεόκοπα και νερουλά και η δική μας η αδιέξοδος τσαντίστηκε και έμεινε ακόμα πιο πίσω. Ότι και να της έλεγες ,αυτή ξημέρωνε μέρα κακή. Στερνή της πύλη ο χρόνος. Να μας σταργγαλίσει ζήταγε.
Μα να δεις που θα την χτίσουμε δεν μπορεί. Να δεις που θα σταματήσουμε να της προσφέρουμε πληρωμές .Μια φλόγα που δεν τρέμει , δεν θα πετύχουμε ; Τότε να δεις , πως θα σταματήσει να υπάρχει η αφορμή  και θα χτιστεί η πόρτα.
Τον χειμώνα πέφτουνε τα γιασεμάκια . Στραγγίζουνε τα πράσινα και μένουν τα ξερά. Μα εμείς που γυρνάμε σημαδεμένοι απο την άγρια πληρωμή, ξέρουμε να περιμένουμε την ώρα την σωστή. Το πρώτο χαμόγελο σαν δούμε , θα τ' αρπάξουμε και θα χαρούμε, και τότε δεν θα θέλουμε πια δεύτερη αφορμή.

Φωτογραφία : Βούλα Παπαιωάννου
http://www.dpgr.gr/forum/index.php?topic=13881.0

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Έχει αλάτι χοντρό



Έσπασε.
Πολλά μικρά , σκληρά κομμάτια . Μια παράξενη σφαίρα με άπειρα εξογκώματα.. Ένας κύκλος παλιός. Ο παλαιός των ημερών. Αρμοί βαθιά αυλάκια. Αρχίζει να κυλάει σιγά σιγά. Θροίσματα  σπασμένων κλαδιών στο διάβα του. Ξερά κλαδιά , το ένα πάνω στο άλλο , εμποδίζουν το μετακύλισμα του. Πόσος αέρας σε τούτο τον τόπο, δύναμη μου, σηκώθηκε και έσπασε και ρήμαξε ; Κάνει θόρυβο , σηκώνεται  σκόνη, τυφλώνεται. Με τις αισθήσεις θα το κάνει τούτο τα ταξίδι. Μα θα το κάνει αυτή την φορά , το αποφάσισε.
Αρχίζουν τώρα και πυκνώνουν οι κορμοί. Βρίσκεται στην καρδιά του δάσους. Μπροστά και πίσω και γύρω του,  αιώνιοι κορμοί με αμέτρητους κύκλους ζωής χαραγμένους πάνω τους. Πόσος χρόνος να πέρασε ; Σταματά το μέτρημα, δεν βγαίνει έτσι, χάνεται το ζύγι. Ο χρόνος, ο αμείλιχτος ο φοβερός πάντα παρών. Περνά ξυστά. Αφήνει έναν κορμό πίσω του, ύστερα αμέσως κι άλλο , κι άλλο, κι άλλο. Οι αρμοί πιο λεπτοί και πιο ρηχοί τώρα πέφτουν τα εξογκώμτα , μικραίνει η απόσταση των κομματιών. Βήμα σύνθετο. Άπειρες , γοργές αυτοπεριστροφικές κινήσεις. Στροβιλίζεται και προχωρά. Ολοκαίνουργιες δυνάμεις , κρατούν τα κομμάτια δεμμένα στον πυρήνα. Χρόνε σε ξεγελά!
Πιο στρογγυλός ο κύκλος τώρα. Πιο στέρεος . Αφήνει πίσω του , τους κορμούς. Βαθειά αναπνοή ! Βουτιά! Από τι υλικό είναι φτιαγμένος άραγε ; Βυθίζεται. Ταξιδεύει την μέρα , ονειρεύεται την νύχτα. Σκίζεται στα βράχια. Χορεύει ανάμεσα στα μαλακά φύκια και κολυμπά σαν ψάρι . Λύνει τα μαλλιά του στην θαλασσοσπηλιά . Μαύρα , μακριά μαλλιά , γίνονται ένα με τα κύματα.
Τον ξέβρασε η θάλασσα στην έρημη ακτή. Εκεί τον βρήκες αναίσθητο . Περπατούσες τα συνηθισμένα σου βήματα και έπεσες πάνω του τυχαία. Έχασες την ισορροπία σου. Έτοιμη να πέσεις, ζητάς απο κάπου να πιαστείς. Τον βλέπεις εκεί ξέπνοο , σου φαίνεται γνωστός. Δεν ξέρεις γιατί μα τον σέβεσαι. Δεν θέλεις να τον θάψεις. Σαν να φαντάζεσαι το ταξίδι του. Κείτεται μπρος στα πόδια σου και αθόρυβα σε παρακαλεί να τον σώσεις. Σκύβεις να τον ακούσεις και τον φιλάς στο στόμα. Τραχιά και μεγάλη η γλώσσα του , δεν σου αρέσει. Μα έχει πάνω του αλάτι  χοντρό , αυτό σου αρέσει. Κάτι ψιθυρίζει , δεν τον ακούς . Θέλεις να τον βοηθήσεις, άγνωστο το γιατί. Στέκεσαι ακόμα δίπλα του. Ακουμπάς το χέρι σου , στο μέτωπο του , παγωμένο. Τον ξαναφιλάς στο στόμα βαθιά. Ακούς μια αναπνοή να ξεκινά. Νερά τρέχουν απο το στόμα του. Επανέρχεται  και επιτέλους τον αναγνωρίζεις. Πανικός. Είναι αυτός ο ίδιος , ο πόνος σου. Έσωσες τον πόνο σου. Σε κοιτά με ευγνωμοσύνη. Είναι ο ευγνώμων πόνος σου. Ταξίδεψε για σένα μέχρι εδώ. Εσλυ είσαι  ο προορισμός του. Να σε γνωρίσει , να δει καλά το πρόσωπο σου , τώρα που μεγάλωσες, να συμφιλιωθείτε.  Με κόπο είχες καταφέρει να τον ξεχάσεις  μέχρι τώρα.  Εκείνος σε πόναγε απο τα τρισβαθά σου, σε κτύπαγε άγνωστα , άρυθμα και σκληρά και εσύ τον ξέχναγες , τον έδιωχνες ,τον σιχαινόσουν, τον φοβόσουν , ούτε που ξέρεις τι απο όλα περισσότερο. Για σένα βγήκε τώρα στην επιφάνεια. Ήρθε να σε συνδέσει με τα βάθη. Γρήγορα καταλαβαίνεις. Και αρχίζεις να μεγαλώνεις, να τον χωρέσεις όλον. Τον κρατάς σφιχτά , τον ηρεμείς. Να μην σου φύγει πικραμένος. Νάτες τώρα πολλές αναπνοές. Ζωντανεύει. Γυρνά στο πλάι , πέφτουν οι άμμοι απο τα μαλλιά του. Σπίθες ζωής χορεύουν γύρω σας.
Σηκώνεται. Τεράστιος , σπουδαίος. Σε παίρνει στα δυνατά του μπράτσα και τώρα σε φιλά αυτός. Κάτι σου ψιθυρίζει στο αυτί και τώρα τον καταλαβαίνεις. Τον αναγνωρίζεις και αυτό του φθάνει. Ο προορισμός. Φεύγει. Εσύ συνεχίζεις.


Φωτογραφία: Henri Cartier Bresson  http://www.google.com/search?q=cartier+bresson&hl=en&client=safari&sa=X&rls=en&prmd=imvnsb&tbm=isch&tbo=u&source=univ&ei=f3kPT7DjCMbY8QO4wZTwAw&ved=0CFQQsAQ&biw=1920&bih=879#q=cartier+bresson&hl=en&client=safari&sa=X&rls=en&tbm=isch&prmd=imvnsb&bav=on.2,or.r_gc.r_pw.,cf.osb&fp=95a0c18c3cbcc63d&biw=1920&bih=1040

Καλή μας μέρα!


Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Θα μας πατήσετε κιόλας Kε Υπουργέ ;

Επιτέλους ! Καιρό είχαμε να το ζήσουμε. Ομαδική πτώση από τα σύννεφα.
Κουλούρια, ανεκδοτάκια, παλιές φωτό. Ο  Κίμωνας ο αγαπημένος των μεσημεριανών εκπομπών παντού! Λόγια , δηλώσεις, βουρκωμένα μάτια , αναστατωμένο πικραμμένο βλέμμα. Συντροφική μαχαιριά ήταν παιδιά...
΄Ενα δίπλωμα ληγμένο, μια ασφάλεια ληγμένη, μια παραβίαση κόκκινου σηματοδότη, μία άρνηση για έλεγχο, ένας τραυματισμός ειδικού φρουρού.
Έλεγχος ; Ποίοι είναι αυτοί που πήγαν να τον ελέγξουν , αυτά τα ανθρωπάκια των 500 ευρώ ;
'' Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε ; ''
'' Εγώ είμια ο Ο ''
Ομαδική πτώση από τα σύννεφα! Λέγονται τέτοια πράγματα ; Είναι δυνατόν;
Ποτέ , ποτέ , ποτέ!
Είδατε ποτέ κανένα μας να προσπαθεί να σβήσει κλήση ; να περνά με κόκκινο ; να παραβιάζει τον δακτύλιο; να σταθμεύει παρανόμως, να καταλαμβάνει θέσεις αναπήρων, να πατάει συνανθρώπους του στο δρόμο και να τους αφήνει αβοήθητους ; να λαδώνει για να πάρει  δίπλωμα ; μακριά η αλυσίδα , ας μην τα γράψουμε όλα.
Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε ;
Εγώ είμαι αυτός που ψήφισε τον Κουλούρη και αν όχι τον ίδιο ,τον διπλανό του.
Εγώ είμαι αυτός που στήριξα εκτρώματα και τηλεθεάσεις.
Μήπως δεν έχετε δει άλλους υπουργούς, βουλευτές, παρατρεχάμενους δημοσιογράφους και υστερικές περσόνες της τηλεόρασης να απαιτούν να εξυπηρετηθούν πρώτοι από όλους σ΄ένα εστιατόριο ;
Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε ;
Εγώ είμαι αυτός που κατα βάθος με βρήκα λίγο στο πρόσωπο του και φωνάζω τώρα για να φοβηθώ εγώ ο ίδιος  και  να μην φανερωθώ.
Σύμφωνοι δεν πατάμε όλοι απο έναν ειδικό φρουρό , γιατί τόλμησε να ζητήσει το δίπλωμα και την ασφάλεια μας.
Είμαστε όμως αυτοί που επιτρέψαμε χρόνια τώρα την παραγραφή και την σκανδαλώδη βουλευτική ασυλία. Τόσο πολύ την επιτρέψαμε , που την συνηθίσαμε και έγινε τώρα το δεύτερο πετσί μας. Γεννήσαμε τέρατα.
Θα μας πατήσετε κιόλας Κε Υπουργέ;
Γιατί όχι ε ; Ανθρωπάκια είμαστε, αν είχαμε κάποια αξία για σας, θα το είχαμε καταλάβει κατά την διάρκεια της θητείας σας. Αξία, όμως όχι εκλογική δύναμη.
Και το ξέρουμε , πως δεν έχουμε καμία σοβαρή αξία για σας Εδώ δεν είμαστε ούτε οι ίδιοι σίγουροι για την αξία μας. Για σας .είμαστε αόρατοι , και εμείς και τα παιδιά μας και οι ειδικοί φρουροί μας. Ζήτημα αν είμαστε ορατοί σε μας τους ίδιους.
Γι αυτό, μέχρι με σιγουριά να μας δούμε,  ο τελευταίος που πέφτει απο τα σύννεφα , ας κλείσει την πόρτα , παρακαλώ.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Η υπόσχεση



Μια σιδερένια κούνια δύο θέσεων με πορτοκαλιά μαξιλαράκια , με άσπρο τέλειωμα, στην βεράντα του τέταρτου. Τριγύρω πολλές γλάστρες , με φουντωτά καταπράσινα φυτά και το σαλονάκι με τα φερφορζέ στην γωνιά. Μυρίζει γιασεμί και βασιλικό. Στο πάτωμα μωσαικό . Ξύλινα , φροντισμένα παντζούρια . Στο τραπέζι η εφημερίδα και το γλαστράκι ενθύμιο απο τα περσυνά μπάνια στην Αίγινα.Το σπίτι μέσα φορά τα καλά του, φωτισμένο. Η βιβλιοθήκη δεσπόζει στο σαλόνι στα μεγαλεία της, δεκάδες τόμοι , ποιήση, λογοτεχνία , ιστορία . Τόμοι ιστορίας την εποχή που γραφότανε η  ιστορία με αίμα στους δρόμους. Στην φοντανιέρα τα βραχάκια της θείας Αντιγόνης.
Μπαινοβγαίνει η μάνα , σιγοταργουδώντας τα αγαπημένα της και λευτερώνεται η καρδιά. Ανοιξιάτικη βραδιά , ξάστερος ο  ουρανός. Από στιγμή σε στιγμή θα μπει, θα ακουστεί το κλειδί , βήματα , το κλειδί στο επιπλάκι ης εισόδου, βήματα ξανά , νερά στο λουτρό, μια τσατσαριά στα μαλλιά και βγαίνει στην βεράντα ο πατέρας.
Το ζωνάκι του φουστανιού της ακούνητο,αυτό ποτέ δεν άλλαζε θέση. Το βήμα της λιγάκι κοντοστέκεται να του πει την καλησπέρα . Το μικρό της χαμόγελο , τα βελουδένια της μαλλιά , το ανάστημα , η θωριά της.
Μια καθημερινή γιορτή , μια υπόσχεση.
Αχ , πόσο η φωνή της καθάριζε τον αέρα . Αχ να πάρω άλλη μια αναπνοή! Με τα σοσονάκια, τα κοντά πανελονάκια, κάτω απο το τραπέζι δυο ξεχασμένα στρατιωτάκια. Πιο βράδυ πατάτες τηγανιτές , ντοματόσουπα και παγωτό βανίλια σοκολάτα ή καιμάκι.
Αύριο θα πάμε στην θεία Αντιγόνη, στην τσέπη η υπόσχεση ξανά. Ένα χέρι λατρεμένο , ένα χέρι λατρευτό , τα φτερά μου δυνατά! Θα περπατήσουμε δίπλα δίπλα, θα μου δίνει το χέρι της σε μένα πιο πολύ να περνάμε μαζί της διαβάσεις. Έξι πόδια βιαστικά. Αυτή με τις μαύρες μπότες της, εγώ με τα καλογιαλυσμένα μοκασίνια μου και το πιο μικρό από κοντά. Το μικρό μου βήμα επιταχύνει.
Το βράδυ στον ύπνο μου ίσως την ονειρευτώ, μα δεν θα το θυμηθώ. Ίσα που να πάρει την λύπη , να μου την παρηγορήσει και να μου ξανά φέρει την υπόσχεση.
Στο σχολειό πρωτιές, στα μαθήματα , στις χίλιες προσπάθειες και αναγνώσεις. Η Κα Ναταλία αυστηρή μύριζε και λίγο τριαντάφυλλο, ο Κος Τάκης πρώτος στην φωνή , μα δίκαιος δάσκαλος , κοσμογυρισμένος.  Ήθελε σαν σηκωνόσουν  στο μάθημα ,να στεκεσαι κλαρίνο και να τον κοιτάς στα μάτια.
Στα μάτια, στα μάτια, μια ζωή έψαχνες τα μάτια της και την φωνή του πατέρα.
Αχ το πρωινό του ξύρισμα. Πλαφ πλαφ το ξυράφι στον αφρό πάνω στο μάγουλο. Τακ Τακ στην παλάμη το αφτερσέιβ και νάτος γυαλισερός γυαλιστερός, στην πόρτα, ο πατέρας!  Τρέχεις στο παράθυρο αγουροξυπνημένος , κολάς την μύτη σου στο τζάμι , να το προλάβεις πριν στρίψει στη γωνία. Θα τον ξαναδείς το απόγευμα. Το βήμα του δυνατό, αποφασιστικό , μαζί με αυτό και η αγουροξυπνημένη του υπόσχεση.
Μυρίζει κολώνια  Μυρτώ και σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου. Μια ξεμαλλιασμένη ,  κουκλίτσα της μιας δραχμής , ντυμένη χαρτοπετσέτες , παρακολουθεί απο την γωνιά του καναπέ.
Γλυκό του κουταλιού δαμάσκηνο.
Κτυπά το τηλέφωνο. Ένας άλλος κόσμος , πολλές ακαταλαβίστικες κουβέντες, άνθρωποι και ονόματα εναλλάσονται. Εικόνες, φαντασιώσεις. Που είναι η υπόσχεση ; Θυμήθηκες τότε που ζούσες στο άρωμα τους. Τότε που ακόμα μικρή και λίγο ξυνή, τους μύριζες. Μικρή , χαριτωμένη και άπραγη. Τα γυαλιά της παιδικής σου μυωπίας. Οι κοκκινόξανθες μπούκλες σου. Του φίλου σου ,του Φώτη τα γδαρμένα γόνατα. Το ξεφούσκωτο ποδήλατο με την ξεβιδωμλενη κόρνα. Οι γυάλινοι βόλοι , στο κουτάκι και δυο πολύτιμα κομμάτια κιμωλία για το κουτσό.
Η κοινή μας πατρίδα , η χαμένη παιδική αθωότητα.Ανοίγω σιγά σιγά της σφυγμένες μου παλάμες , τεντώνω τα δάκτυλα μου , κρακ , κρακ , πέρασε καιρός απο τότε. Έπεσε λίγη σκόνη και σκεπάστηκε το μωσαικό. Φυσώ να φύγει να δω καθαρότερα.Ακούω τα γέλια , τα χάχανα. Τα κρυφά μου δάκρυα . Δεν περνάς κυρά Μαρία , δεν περνάς, περνάς! Και η υπόσχεση ; Τι γυρεύει στο μπαλκόνι σου μπροστά ,  η ομορφονιά που δεν την  κέρδισε κανείς ; Ψίχουλα μείνανε στην παλάμη σου...Ακόμα είναι εκεί , την βλέπεις ξανά. Θαμπή με πέπλο λευκό , αθώα. Ανεβαίνει κάτι κακοτράχαλα βουνά , αντριωμένη υπόσχεση, οδηγεί χορό μεγάλο! Δες πως χορεύει και τραγουδά! Που είχες πάει υπόσχεση τόσα χρόνια ; Απο το σκοτάδι στην λευτεριά! Κοίτα την στα μάτια!


Η φωτογραφία απο την Nοσταλγία του Tarkovsky

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Πως είσαι ; πως περνάς ;



     Αναρωτίεμαι, αν καμιά φορά αναρωτιέσαι.
Αν θα μπορούσες κάποια στιγμή να προσφέρεις ένα χάδι στο δεξί του καρπό. Αναρωτιέμαι άραγε  ακούς το λαχανιασμά του ; Και αν το ακούς γιατί δεν σταματάς λιγάκι ; Να έτσι ίσα  να γλυκάνει η αναπνοή του.
     Ένα χνουδάκι , ένα πουπουλάκι, ταξιδεύει στον αέρα. Κοίτα τα σκασμένα του χείλη. Ασφυκτιά , θέλει να σου μιλήσει και να τον ακούσεις. Ένας κόμπος ιδρώτας γλυστρά απο το μέτωπο του. Σφουγγισέ τον με την παλάμη σου.  Κράτα το, να το περάσεις σε δερμάτινο λουράκι , να το κρεμάσεις στο λαιμό σου. Φυλαχτό είναι για όλους μας . Ο δικός του κόμπος είναι και δικός σου κόμπος, σε περιμένει.
     Και ρώτα τον.Και αν δεν ξέρεις να ρωτάς, μάθε να ρωτάς. Μια ερώτηση λεπτή , κομψή. Φούστα πλισεδωτή σε απόχρωση σάπιο μήλο, μποτίνια γκρι αρζάν και ένα μαντηλάκι λεπτό με το μονόγραμμα σου, γιατί είναι δική σου η ερώτηση και έχει τα δικά σου λόγια. Πατάει στα νύχια των ποδιών της , απο την ώρα που την ξεστομίζεις μέχρι την ώρα που φθάνει στα αυτιά του. Έτσι , προσεχτικά για να μην τον ξυπνήσει απότομα.
    Ρώτα τον ήπια , μαλακά. Όπως θα ήθελες να σε ρωτά και αυτός.
Αν ενδιφέρεσαι. Αλήθεια ενδιαφέρεσαι ; Ενδιαφέρεσαι για ό,τι έχει να σου πει ; Για το δικό του, για το διαφορετικό του, για ό,τι αυτός έχει , ενώ εσύ δεν έχεις, για το άλλο χρώμα του το ξεθωριασμένο, για το ξένο σε σένα κομμάτι του.Ακούμπησε τον σιγά σιγά με το γυμνό σου χέρι. Βγάλε τα γάντια σου, κόψε τα νύχια σου. Να τον ρωτήσεις θέλεις όχι να τον σταργγαλίσεις. 
    Αναρωτιέμαι πότε ήταν η τελευταία φορά , που αναρωτήθηκες αγνά γι' αυτό που έχει μέσα στο μυαλό του και σίγουρα μια μέρα δεν θα αντέξει και θα το πει. Αναρωτιέμαι , τι μπορεί να σπάσει τους μονολόγους σας. Έρχεται η μορφή της κρυφά στο νου μου. Μία ερώτηση ντελικάτη που ενδιαφέρεται να φωτίσει, να φέρει γνώση. Μία ερώτηση αρχοντική , σίγουρη για τον εαυτό της . Μια ερώτηση διαθέσιμη ν' απαντηθεί.
    Ρώτα τον! Μα σε παρακαλώ όχι έτσι, έτσι δεν τον ρωτάς , έτσι τον υποτιμάς.
Έχεις πάψει να ρωτάς. Απο το πρωί ίσαμε το βράδυ απαντάς. Ρίχνεις απαντήσεις, όπως στην οικοδομή ρίχνουμε τα μπετά. Μονάχα που εδώ δεν οικοδομείς, εδώ γκρεμίζεις. Γκρεμίζεις με μανία την επικοινωνία, την συννενόηση , την ευτυχία σου. Με μανία. Και απομονώνεσαι.
     Φτύνει ο ένας στον άλλο τσιμεντένιες απαντήσεις. Εσύ ο μικρός παντοδύναμος θεός . Σαν να μπορείς να ορίσεις το πεπρωμένο , σαν απο τα χέρια σου να περνά η ζωή του άλλου και ξεχνάς την αδυναμία σου, την τρύπα σου . Ζητάς απο αυτόν ,ότι εσύ ποτέ δεν του έδωσες και του το ζητάς πεισματικά και επίμονα, σαν παλιά ωφειλή. Μα δεν είναι.
     Κλεισμένος στο καβούκι σου , ρωτάς απαντώντας και συγκρούεσαι φορώντας την πανωπλία σου. Δεν τον ρωτάς και έτσι και αυτός έχει μάθει και δεν ακούει. Σχεδόν δεν έχεις χρόνο να ακούσεις. Μα για να ακούσεις πρέπει να πάψεις για λίγο. Να του δώσεις χώρο. Πάψε επιτέλους λίγο και άκου!
Κλείσε τα μάτια και άφησε τον να σου απαντήσει. Σχεδόν όλοι κάνουν το ίδιο. Οι μισοί απαντούν ρωτώντας και οι άλλοι μισοί φοβούνται αυτούς που συνεχώς απαντούν και σχεδιάζουν την απόδρασή τους.
     Ξεκλείδωσε τις τρεις κλειδωνιές της πανωπλίας σου και πάρε βαθειά αναπνοή. Πλησίασε λιγάκι πιο κοντά και άκουσε. Αλήθεια τι ακούς, τι σου λέει ; Ακατάλυπτες λέξεις. Φοβάται. Ποιός του έχει ξαναζητήσει να συννενοηθεί ; Στάσου κοντά του ,ίσος προς ίσο.
     Και την άλλη φορά , που θα τον δεις στο δρόμο να προσπαθεί να σταθμεύσει, να σε σπρώχνει άγαρμπα στο μετρό για να περάσει αυτός πρώτος ή να γυρνά στο σπίτι αδειασμένος, μην τον προσπεράσεις  και ρώτα τον . Γιατί αν αυτός χαθεί, θα χαθείς και εσύ . Με ή χωρίς πανωπλία θα χαθείς. Χωρίς αυτόν η ζωή σου είναι αδιάφορη. Φύλα στον κόρφο σου την απάντηση του .Και λογάριασε την απο την αρχή ως τον τελευταίο σου απολογισμό. Πως νιώθεις άραγε ; πως περνάς ;
Είναι o αλληλέγγυος σου  και είναι η απάντηση του , άκου την.

Φωτογραφία  Γιάννης Παπακωνσταντίνου

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Μίλα μου



Μια σταγόνα μικρή και στρογγυλή τερματίζει το ταξίδι της στο λακκάκι κάτω από το στόμα. Εκεί θρονιάζεται αγέρωχη, περήφανη για το κατόρθωμα της, να ταξιδέψει όλη αυτή την διαδρομή , απο τα μέσα προς τα έξω και να βγεί στην επιφάνεια. Στην επιφάνεια! Μεγάλη και σπουδαία αυτή η χώρα , η επιφάνεια. Πολλοί οι περαστικοί από την επιφάνεια εκατομμύρια που πάνε και έρχονται γύρω, τριγύρω ανώφελα. Λίγοι οι μόνιμοι κάτοικοι της επιφάνειας και από αυτούς κανείς επιφανής. Γιατί και ο επιφανής για να μείνει κάτοικος της επιφάνειας και να εγκατασταθεί στην στέρεα γη της, θα πρέπει τον σκληρό πυρήνα της επιφάνειας του να τον παραδώσει στα σύνορα της χώρας πρώτα και μετά να μπει. Ελεύθερος και άοπλος πρέπει να μπει , για να ριζώσει και να εγκατασταθεί σαν μόνιμος, μοναδικός και ενεργός πολίτης της επιφάνειας. Οι πολίτες της επιφάνειας έρχονται από τα έγκατα και επιθυμούν να εγκατασταθούν με όρους σφυριλατημένους , δουλεμένους , με όρους έντιμους.
Θέλω να  μιλήσω στη σταγόνα. Θέλω να την δω , να την κοιτάξω , να αισθανθώ την ύλη της. Το καθρεφτάκι μου αυτό θα με βοηθήσει. Αυτό το παλιό μου φιλαράκι. Αυτό που μέρες πολλές το ρώταγα '' καθρέφτη , καθρεφτάκι μου ποιά είναι πιο όμορφη εγώ ή  η Χρυσούλα ; εγώ ή η Δήμητρα ; εγώ ή η κάθε η ... '' Καθρέφτη μου , έλα κοντά μου , δεν θέλω πια τέτοια να σε ρωτήσω, αυτά ήταν απλά περάσαν γρήγορα, αυτά δεν ήταν του σκληρού πυρήνα μεσοφόρια. Έλα κοντά μου τώρα γρήγορα, να με βοηθήσεις μέσα από σένα να δω την σταγόνα μου.
Μικρή ,στρογγυλή , ταπεινή. Πιο όμορφη σταγόνα Θεέ μου στην ζωή μου δεν έχω ξαναδεί. Διαυγής, κρυστάλλινη κόρη της αλήθειας και του έρωτα. Η σταγόνα μου, η δική μου σταγόνα...Μίλα μου ! Μίλα μου σταγόνα μου για την ευθύνη μου και επέμεΙνε., παρόλα τα ουρλιαχτά μου . Μίλα μου για όσα είδες μέσα μου. Μην σταματάς μίλα μου. Για λάθη , τύψεις και ενοχές. Μίλα μου για όλα αυτά που άφησα μισά και ατελείωτα, για τα άλλα τα ακυρωμένα μου παιδιά, για την απληστία, την αχαριστία, για τους ανθρώπους που φοβήθηκα και για τους άλλους που βασάνισα. Μίλα μου για την προσπάθεια μου, μίλα μου και για την ανεπάρκεια μου, μίλα μου για τις φυγές μου . Κλείσε τα αυτιά σου στα κλάματα μου, αν μ' αγαπάς μίλα μου, με την αργή , την τρυφέρή φωνή σου, για ότι βρήκες μέσα μου , πριν σε φθάσω στη επιφάνεια. Μίλα για τα βαλτομένα νερά , για της λήθης τα κλειστά παντζούρια, για την εκδίκηση του μεγαλείου , για τα μπλουζ της χαμένης νιότης. Για όλα αυτά που περίμενα από τον ουρανό να τα στείλει ο άλφα ή ο δείνα και εγώ σφύριζα αδιάφορη χωρίς να προσπαθώ, σαν άλλος να έπρεπε να με θρέψει ,να με ξεδιψάσει, και εγώ απλά να περιμένω και να σφυρίζω αδιάφορα. Για τα ενεχυροδανειστήρια που έστειλα κάποια όνειρα για να τα ξεγράψω και νομίμως να τα χάσω.
Μίλα μου σταγόνα μου και μάθε με να μιλώ και εγώ. Μείνε υπομονετικά στο λακκάκι μου και μάθε με να βλέπω τα λάθη μου. Δώσε μου δύναμη να μετρήσω και να εκτιμήσω  τις αρετές μου. Γιατί υπέυθυνη για μένα , είμαι μονάχα εγώ. Μίλα μου για την ευθύνη μου και επέμενε. Αν μ' αγαπάς επέμενε. Να σταθώ αντάξια σου . Να μην σπαταλιέμαι. Δείξε μου τον τρόπο να υπερασπίζω, να βλέπω, να αναλαμβάνω . Μάθε με να σε σέβομαι. Εσένα και τον δρόμο σου , να έρθεις μέχρι εδώ να με βρεις.
Δικά μου τα λόγια.
Δικά μου τα βήματα.
Δική μου η ευθύνη.
Δική μου η επιλογή και η κατάληξη της.
Μέχρι να βγω στην επιφάνεια.


Φωτογαρφία: ο Τάκης Τλούπας φωτογραφίζει τον Κώστα Μπαλάφα και την σταγόνα του
http://www.dpgr.gr/forum/index.php?topic=29160.0

Πες της το !


Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Εύθραυστο μου βήμα


Θυμάμαι πάντα τα εύθραυστα βήματα.
Αυτά που δύσκολα σε προχωρούν και ακόμα πιο δύσκολα σε στηρίζουν. Αυτά που δέσμιο σε κρατούν στις παλιές ανήλιαγες φυλακές περασμένων και καλά βυθισμένων εποχών. Εύθραυστα βήματα εκατομμυρίων χιλιάδων ετών , που το ένα κολλώντας στο άλλο, φθάνουν και  γίνονται μια απέραντη ανθρώπινη αλυσίδα που φθάνει μέχρι το πέλμα σου. Μια μικρή τελευταία σπρωξιά, ένα βαθύ αχ και ξεκινάς τα  δικά σου βήματα.
Τα πρώτα βήματα. Τα τότε βήματα. Μικρά , γρήγορα, άτεχνα.Μικρά βήματα , από μικρά πέλματα.Μικρές αποστάσεις και αμέτρητα βήματα. Τα τόσο χαριτωμένα και παράτολμα βήματα που προσπάθησαν και προσπαθούν να κερδίσουν τον κόσμο ολόκληρο και θα μπορούσαν, μην απορείς  με λίγη τύχη και αγάπη παραπάνω. Τα πρώτα βήματα στον κόσμο μας τον ακραία πολιτισμένο . Μα και από αυτά τα μαγικά βήματα, πολλά φοβισμένα και άτυχα βήματα, ορφανά βήματα.
Μεγαλώνουν τα πέλματα, μεγαλώνουν τα βήματα. Πιο ρυθμικά πια, πιο νευρικά. Βήματα ερωτικά. Φτερουγίσματα πουλιών , σμήνη διαβατάρικων πουλιών σε ονειρικούς σχηματισμούς. Βήματα προς όλες τις κατευθύνσεις, αραχνούφαντα βήμτα, θυμωμένα και μισά. Βήματα της έντασης, της ανηπομονισίας , βήματα του ανείπωτου. Βήματα εκτός σχεδίου , βήματα του ονείρου.
Και στο διάβα τους, στη στάση τους , τα διαβατάρικα πουλιά κολλημένα προς στιγμήν μονάχα , που φαίνεται αιώνια , πάνω στα σύρματα . Να στέκουν , να κοιτούν το κενό και να αναθαρρούν που φθάσανε μέχρι εδώ , σ'αυτή ακριβώς την στιγμή , πιο μεγάλα πια , πιο αποφασισμένα να πρωχωρήσουν στον επόμενο ουρανό. Και κοίτα που δεν θέλουν για λίγο να πετάξουν , λες και ξέρουν...Μονάχα να σταθούν εκεί επιθυμούν,  καρφωμένα να σταθούν εκεί που χτίζουν την δύναμη και την περιουσία τους, εκεί που γεννούν.
Και απο τούτα τα βήματα κάποια πιο φοβισμένα και πιο έθραυστα , αργούν και κυλούν προς τα πίσω , σαν να προσπαθούν να σβήσουν και να χαθούν σιγά σιγά. Κι όμως προχωρούν μια επόμενη στιγμή στα επόμενα βήματα. Στα λίγο πιο κουρασμένα και πιο αποφασισμένα. Τα ωριμότερα βήματα. Της γνώσης και της θλίψης της. Της συμφιλίωσης με την αλήθεια. Σταγονίτσες βροχής στο διάβα τους απο το αναπόφευκτο, το μάταιο, του ατελούς και απλησίαστου τελικά προορισμού. Τα ασημένια μας βήματα που έρχονται να κάνουν ακόμα πιο σπουδαίο και μεγάλο και μοναδικό ό,τι τα καλύτερα μας βήματα αφήσανε για λίγο μισό. Μα για δες! Και απο αυτά τα βήματα , κάποια του φόβου αγαπημένα παιδιά. Γιατί και εδώ που φθάσανε, πολλά αφήσανε , πολλά δεν πήρανε, πολλά χάσανε , πολλά δεν αντέξανε και πολλά δεν προλάβανε πριν φθάσουν τα άλλα βήματα της φθοράς.
Αυτά είναι τα τελευταία βήματα. Τα βήματα της ύστερης μοναξιάς και της βαθειάς σοφίας.Τα βήματα τα πιο αρμονικά που απο το όλον , σε πάνε στο ένα. Και από αυτά πολλά του φόβου αυγά. Του φόβου που γεννήθηκε μόλις το προηγούμενο λεπτό ή του φόβου που νικήθηκε και πάει και χάθηκε.
Βήματα , σταγόνες ζωής.
Τα εύθραυστα μας βήματα απο το ένα πέρα στο άλλο πέρα.
Με τα πίσω και τα μπρος τους εύθραυστο μου βήμα σ' ακουμπώ, σε βλέπω, σε ακούω. Εύθραυστο μου βήμα σε γνωρίζω, σ'αγκαλιάζω , σε απελευθερώνω. Σιγά σιγά δεν σε φοβάμαι, είσαι εσύ το δικό μου.Εσύ δεν άντεχες   και εγώ αδιαφορούσα. Εσύ διεκδικούσες , και εγώ σε αναιρούσα.
Εύθραυστο μου βήμα , τώρα πια είδα  πως είμαστε ένα. Εύθραυστο μου βήμα , σε παίρνω στα χέρια μου και σ' αγαπώ.

Ζωγραφική : Θεόφιλος Κατσιπάνος
http://www.katsipanos.gr